ΑΕΤ. Ι 6,7 (D. 294):«
…ην χρόνος,ότ’ ην άτακτος ανθρώπων βίος και θηριώδης ισχύος θ’ υπηρέτης,ότ’ ουδέν άθλον ούτε τοις εσθλοίσιν ην ούτ’ αυ κόλασμα τοις κακοίς εγίγνετο.κάπειτά μοι δοκούσιν άνθρωποι νόμους θέσθαι κολαστάς,ίνα δίκη τύραννος ήι <ομώς απάντων> την θ’ ύβριν δούλην έχηι εζημιούτο δ’ ει τις εξαμαρτάνοι.έπειτ’ επειδή ταμφανή μεν οι νόμοι απείργον αυτούς έργα μη πράσσειν βίαι,λάθραι δ’ έπρασσον,τηνικαύτα μοι δοκεί <πρώτον> πυκνός τις και σοφός γνώμην ανήρ [γνώναι] <θεών> δέος θνητοίσιν εξευρείν,όπως είη τι δείγμα τοις κακοίσι,καν λάθραι πράσσωσιν ή λέγωσιν ή φρονώσί <τι>.εντεύθεν ουν το θείον εισηγήσατο,ως έστι δαίμων αφθίτωι θάλλων βίωι,νόωι τα’ ακούων και βλέπων,φρονών τα’ άγαν προσέχων τε ταύτα,και φύσιν θείαν φορών,ος παν το λεχθέν εν βροτοίς ακούσεται,<το> δρώμενον δε παν ιδείν δυνήσεται.εάν δε συν σιγήι τι βουλεύηις κακόν,τούτ’ ουχί λήσει τους θεούς∙το γαρ φρονούν <άγαν> ένεστι.τούσδε τους λόγους λέγων διδαγμάτων ήδιστον εισηγήσατο ψευδεί καλύψας την αλήθειαν λόγωι.ναίειν δ’ έφασκε τους θεούς ενταύθ’,ίνα μάλιστ’ αν εξέπληξεν ανθρώπους λέγων,όθεν περ έγνω τους φόβους όντας βροτοίς και τας ονήσεις τωι ταλαιπώρωι βίωι,εκ της ύπερθε περιφοράς,ίν’ αστραπάς κατείδεν ούσας,δεινά δε κτυπήματα βροντής,το τα’ αστερωπόν ουρανού δέμας,Χρόνου καλόν ποίκιλμα τέκτονος σοφού,όθεν τε λαμπρός αστέρας στείχει μύδρος ο θ’ υγρός εις γην όμβρος εκπορεύεται.τοίους δε περιέστησεν ανθρώποις φόβους,δι’ ους καλώς τε τωι λόγωι κατώικισεν τον δαίμον(α) ού<τος> καν πρέποντι χωρίωι,την ανομίαν τε τοις νόμοις κατέσβεσεν…….ούτω δε πρώτον οίομαι πείσαι τινα θνητούς νομίζειν δαιμόνων είναι γένος».
(Υπήρχε εποχή,κατά την οποία η ζωή των ανθρώπων ήταν άτακτη και θηριώδης και υπηρετούσε την ισχύ,όταν ούτε βραβείο για τους καλούς υπήρχε ούτε πάλι τιμωρούνταν οι κακοί.Και έπειτα,μου φαίνεται,οι άνθρωποι θέσπισαν νόμους τιμωρούς,για να εξουσιάζει η δίκη παντού και να έχει την ύβρη δούλη,ετιμωρείτο δε όποιος έκανε σφάλμα.Έπειτα,επειδή οι νόμοι τους εμπόδιζαν να διαπράττουν τα έργα της βίας φανερά,αλλά τα διέπρατταν στα κρυφά,τότε,μου φαίνεται,για πρώτη φορά κάποιος άνδρας ευφυής και σοφός ανακάλυψε για τους θνητούς τον φόβο προς τους θεούς,για να φοβούνται οι κακοί,κι αν ακόμη πράξουν ή πουν ή σκεφτούν κάτι.Έτσι,λοιπόν,εισήγαγε το θείον,ότι δήθεν υπάρχει δαίμων που ζει και ευδαιμονεί με άφθαρτη ζωή,που και ακούει με τον νου και βλέπει και καταλαβαίνει και προσέχει υπερβολικά αυτά και έχει φύση θεϊκή και θα ακούσει ό,τι πούνε οι θνητοί και θα μπορέσει να δει ό,τι κάνουν.Εάν,λοιπόν,σιωπηρά σχεδιάζεις κάποιο κακό,αυτό δεν θα ξεφύγει απ’τους θεούς,γιατί η φρόνηση υπάρχει μέσα τους.Αυτούς τους λόγους λέγοντας έδωσε το πιο γλυκό δίδαγμα,αφού κάλυψε την αλήθεια με λόγο ψεύτικο.Εκεί έλεγε πως κατοικούν οι θεοί,για να τρομάξει τους ανθρώπους πάρα πολύ αναφέροντάς τους,εκεί απ’ όπου ήξερε ότι έρχονται οι φόβοι στους θνητούς και τα οφέλη για την ταλαίπωρη ζωή τους,από τον τόπο της ανώτερης περιφοράς,γιατί ήξερε ότι εκεί κατοικούν οι αστραπές και τα φοβερά κτυπήματα της βροντής και το έναστρο σώμα του ουρανού,το ωραίο κόσμημα του σοφού τεχνίτη Χρόνου,απ’όπου κατεβαίνει ο λαμπρός αστέρας και εκπορεύεται ο υγρός όμβρος προς την γη.Με τέτοιους φόβους τύλιξε τους ανθρώπους και γι’ αυτούς σωστή στα λόγια ώρισε κατοικία για τον δαίμονα και στον κατάλληλο τόπο και με τους νόμους έσβησε την ανομία…………έτσι,νομίζω,έπεισε κάποιος πρώτα τους θνητούς να πιστεύουν ότι υπάρχει το γένος των δαιμόνων).
(
Πηγή:Από το σατυρικό δράμα «Σίσυφος» του Αθηναίου πολιτικού και συγγραφέως Κριτία).