Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2010

Ο ορισμός της αρχοντιάς από τον Διογένη.

Διογένους
«Διογένης πυνθανομένου τινός τίνες των ανθρώπων ευγενέστατοι,«οι καταφρονούντες» είπε «πλούτου,δόξης,ηδονής,ζωής,των δ’ εναντίων υπεράνω όντες πενίας,αδοξίας,πόνου,θανάτου».

(Ο Διογένης,όταν κάποιος τον ρωτούσε ποιοι άνθρωποι έχουν πολύ μεγάλη αρχοντιά,είπε:«Όσοι περιφρονούν τον πλούτο,την δόξα,την ηδονή και την ζωή και είναι υπεράνω από τα αντίθετά τους,την φτώχεια,την αδοξία,τον πόνο και τον θάνατο»).



(Πηγή:Από το Κεφάλαιο «Οποίον χρη είναι τον ευγενή» εκ του «Ανθολογίου» του Ιωάννου Στοβαίου).

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Το αρχαίο ελληνικό άγαλμα ως σύμβολο του θείου μεγαλείου.


Το 105 μ.Χ. ο φιλόσοφος Δίων «Χρυσόστομος» εξεφώνησε μπροστά στο γιγάντιο άγαλμα του Δία στην Ολυμπία,στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων,την ομιλία του «Ολυμπικός ή περί της πρώτης του Θεού εννοίας».Έχει χαρακτηρισθεί ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα στην ιστορία των θρησκειών.Ο ανατρεπτικός λόγος του φιλοσόφου αντιμάχεται τις δεισιδαιμονίες της εποχής του και προσεγγίζει την σχέση του ανθρώπου με το θείον.Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ενδεικτικό της σκέψης του φιλοσόφου:

«…σύνεσιν και λόγον ειληφότες παρ’ αυτού,άτε δη περιλαμπόμενοι πάντοθεν θείοις και μεγάλοις φάσμασιν ουρανού τε και άστρων,έτι δε ηλίου και σελήνης,νυκτός τε και ημέρας εντυγχάνοντες ποικίλοις και ανομοίοις είδεσιν,όψεις τε αμηχάνους ορώντες και φωνάς ακούοντες παντοδαπάς ανέμων τε και ύλης και ποταμών και θαλάττης,έτι δε ζώων ημέρων και αγρίων,αυτοί τε φθόγγον ήδιστον και σαφέστατον ιέντες και αγαπώντες της ανθρωπίνης φωνής το γαύρον και επιστήμον,επιθέμενοι σύμβολα τοις εις αίσθησιν αφικνουμένοις,ως παν το νοηθέν ονομάζειν και δηλούν,ευμαρώς απείρων πραγμάτων και μνήμας και επινοίας παραλαμβάνοντες.πώς ουν αγνώτες είναι έμελλον και μηδεμίαν έξειν υπόνοιαν του σπείραντος και φυτεύσαντος και σώζοντος και τρέφοντος,πανταχόθεν εμπιπλάμενοι της θείας φύσεως διά τε όψεως και ακοής συμπάσης τε ατεχνώς αισθήσεως;νεμόμενοι μεν επί γης,ορώντες δ’ εξ ουρανού φως,τροφάς δε αφθόνους έχοντες,ευπορήσαντος και προπαρασκευάσαντος του προπάτορος θεού [……………………..] νουν γαρ και φρόνησιν αυτήν μεν καθ’ αυτήν ούτε τις πλάστης ούτε τις γραφεύς εικάσαι δυνατός έσται∙αθέατοι γαρ των τοιούτων και ανιστόρητοι παντελώς πάντες.το δε εν ω τούτο γιγνόμενόν εστιν ουχ υπονοούντες,αλλ’ ειδότες,επ’ αυτό καταφεύγομεν,ανθρώπινον σώμα ως αγγείον φρονήσεως και λόγου θεώ προσάπτοντες,ενδεία και απορία παραδείγματος τω φανερώ τε και εικαστώ το ανείκαστον και αφανές ενδείκνυσθαι ζητούντες,συμβόλου δυνάμει χρώμενοι,κρείττον ή φασι των βαρβάρων τινάς ζώοις το θείον αφομοιούν κατά σμικράς και ατόπους αφορμάς [..…………………]την δε ανθρώπων και θεών ξυγγένειαν αυτό που το της μορφής όμοιον ον ήδη σύμβολον∙τον δε Φίλιον και Ικέσιον και Ξένιον και Φύξιον και πάντα τα τοιαύτα απλώς η φιλανθρωπία και το πράον και το χρηστόν εμφαινόμενα προσομοιοί∙τον δε Κτήσιον και τον Επικάρπιον η τε απλότης και η μεγαλοφροσύνη,δηλουμένη διά της μορφής∙ατεχνώς γαρ διδόντι και χαριζομένω μάλιστα προσέοικε ταγαθά.Ταύτα μεν ουν ως οίον τε ην εμιμησάμην,άτε ουκ έχων ονομάσαι.συνεχώς δε αστράπτοντα επί πολέμω και φθορά πλήθους ή επ’ όμβρων υπερβολή ή χαλάζης ή χιόνος,ή τανύοντα κυανήν ίριν,του πολέμου ξύμβολον,ή αστέρα πέμποντα ξυνεχείς σπινθήρας αποβάλλοντα,δεινόν τέρας ναύταις ή στρατιώταις,ή επιπέμποντα έριν αργαλέαν Έλλησι και βαρβάροις,ώστε έρωτα εμβάλλειν πολέμου και μάχης άπαυστον κάμνουσιν ανθρώποις και απειρηκόσιν∙ουδέ γε ιστάντα επί πλάστιγγος ανθρώπων ημιθέων κήρας ή στρατοπέδων όλων,αυτομάτω ροπή κρινομένας∙ουκ ην διά της τέχνης μιμείσθαι∙ου μη ουδέ παρόν ηθέλησά γ’αν ποτε…».


(Πήραν[ενν. οι πρώτοι άνθρωποι] από τον θεό την νοημοσύνη και τον Λόγο και από παντού δέχονταν την λάμψη των μεγάλων θεϊκών φασμάτων του ουρανού και των άστρων και του ηλίου και της σελήνης,αντικρύζοντας νύχτα και μέρα ποικίλες και ανόμοιες μορφές και εικόνες ανεξήγητες και ακούγοντας φωνές κάθε είδους,των ανέμων και του δάσους και των ποταμών και της θάλασσας κι ακόμη των ήμερων και άγριων ζώων∙και οι ίδιοι προφέροντας φθόγγους γλυκύτατους και σαφέστατους και απολαμβάνοντας την ειδημοσύνη και το υπερήφανον της ανθρώπινης φωνής,έδιναν συμβολικές ονομασίες σε όσα υπέπιπταν στην αντίληψή τους,ώστε να μπορούν να ονομάζουν και να εκφράζουν κάθε σκέψη τους,αποκτώντας έτσι εύκολα μνήμες και έννοιες απείρων πραγμάτων.Πώς θα μπορούσαν,λοιπόν,να αγνοήσουν και να μην υποψιασθούν καν την ύπαρξη εκείνου που έσπειρε και φύτεψε και διέσωσε και έθρεψε,όταν η όρασή και η ακοή τους και όλες οι αισθήσεις τους πλημμύριζαν από την θεία φύση;Κατοικούσαν μεν την γη,όμως έβλεπαν το φως να έρχεται απ’τον ουρανό,είχαν δε άφθονη τροφή,γιατί ο θεός,ο πρόγονός τους,την είχε προπαρασκευάσει και παράσχει με αφθονία[…………….]Γιατί τον νου και την φρόνηση καθαυτές ούτε κάποιος γλύπτης ούτε ζωγράφος δεν είναι ικανός να τις απεικονίσει∙δεν τις έχουν δει και τις αγνοούν εντελώς όλοι.όμως καταφεύγουμε όχι σ’αυτό που υποψιαζόμαστε,αλλά σ’αυτό που γνωρίζουμε ότι αποτελεί εκδήλωση της διάνοιας∙και προσδίδουμε στο θεό ανθρώπινο σώμα ως δοχείο φρονήσεως και λογικής,γιατί στερούμαστε ενός προτύπου,στην προσπάθειά μας να δείξουμε,με κάποιο ορατό και απεικονίσιμο πράγμα,το αόρατο που είναι αδύνατον να απεικονισθεί.Και χρησιμοποιούμε την δύναμη του συμβόλου καλύτερα από κάποιους βαρβάρους που,όπως λένε,εξομοιώνουν το θείον με ζώα,για μικρές και παράδοξες αφορμές [………………..]Η ίδια η ανθρώπινη μορφή του[ενν. του Διός]-ήδη παλιό σύμβολο-δηλώνει την συγγένεια μεταξύ ανθρώπων και θεών∙η φιλανθρωπία,η αρετή και η πραότητα της μορφής του το ότι είναι θεός της φιλίας,προστάτης των ικετών,προστάτης των ξένων και των φυγάδων∙ενώ η απλότητα και η μεγαλοφροσύνη της όψης του προσομοιάζουν σε έναν θεό προστάτη της περιουσίας και της καρποφορίας∙γιατί στ’ αλήθεια ο θεός μοιάζει σαν να δίνει και να χαρίζει αγαθά.Αυτά ,λοιπόν,τα γνωρίσματα,όσο μπορούσα,τα απεικόνισα[σημ. όχι φυσικά ο φιλόσοφος,εδώ ο Δίων φαντάζεται τι θα έλεγε ο γλύπτης Φειδίας για το αριστούργημά του στην Ολυμπία],μιας και δεν μπορούσα να το κατονομάσω.όμως τον θεό που εκτοξεύει συνεχώς αστραπές ως προμήνυμα πολέμου και πολύ θάνατο ή καταιγίδα ή χαλάζι ή χιόνι ή τον θεό που τεντώνει το βαθυγάλαζο ουράνιο τόξο,το σύμβολο του πολέμου,που στέλνει διάττοντα αστέρα,φοβερό σημάδι για τους ναύτες ή τους στρατιώτες,ή που στέλνει την σκληρή Έριδα στους Έλληνες και τους βαρβάρους,ώστε να εμπνέει στους αποκαμωμένους και απηυδισμένους ανθρώπους έναν ακαταμάχητο έρωτα για τον πόλεμο και την μάχη∙ούτε, βέβαια,τον θεό που βάζει πάνω στη ζυγαριά ανθρώπους ημίθεους ή ολόκληρα στρατόπεδα,που κρίνονται από μια τυχαία ροπή της πλάστιγγας∙αυτόν τον θεό δεν ήταν δυνατόν να τον παραστήσω με την τέχνη μου∙ούτε θα το’ θελα ποτέ,ακόμα κι αν ήταν δυνατό).




(Πηγή:«Ολυμπικός ή περί της πρώτης του Θεού εννοίας» του φιλοσόφου Δίωνος «Χρυσοστόμου»).

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Ένα παράδειγμα ελληνικής φιλοξενίας.

Στο ακόλουθο απόσπασμα ο φιλόσοφος Δίων μας παρουσιάζει μια φανταστική διήγηση ενός Ευβοέως,σε κάποια κώμη της Εύβοιας(τα ονόματα δεν έχουν σημασία για τον συγγραφέα,καθώς στόχος του είναι να προβάλλει αξίες και όχι γεγονότα).Ένας φτωχός κτηνοτρόφος της Εύβοιας σέρνεται συκοφαντούμενος ενώπιον του δήμου για εκμετάλλευση της δημόσιας περιουσίας.Η αγαθότητά του και κυρίως το αίσθημα της φιλοξενίας που τον διακρίνει τελικά τον απαλλάσσουν από την αβάσιμη κατηγορία.Στην συνέλευση του δήμου παρευρίσκεται και ένας ευεργετηθείς,ο Σωτάδης,ο οποίος αναγνωρίζει τον καλό άνθρωπο,που του έζησε τη ζωή και με παρρησία τον υπερασπίζεται ενώπιον του λαού και του άρχοντα.Ο Δίων εν γένει στο έργο του «Κυνηγός» προβάλλει με τον πάντα γλαφυρό τρόπο του την ανιδιοτέλεια και την φιλοξενία των φτωχών ανθρώπων του λαού,που δεν διστάζουν να μοιρασθούν τα φτωχικά τους υπάρχοντα με τους ξένους.Είναι ένας ύμνος στην φιλοξενία και την αγνότητα των άδολων κατοίκων της υπαίθρου.

«…ετύχομεν δε πλέοντες εν τη Σωκλέους νηί τρίτον έτος.και διαφθαρείσης της νεώς περί τον Καφηρέα παντελώς ολίγοι τινες εσώθημεν από πολλών.τους μεν ουν πορφυρείς ανέλαβον∙είχον γαρ αυτών τινες αργύριον εν φασκωλίοις.ημείς δε γυμνοί παντελώς εκπεσόντες δι’ ατραπού τινος εβαδίζομεν,ελπίζοντες ευρήσειν σκέπην τινα ποιμένων ή βουκόλων,κινδυνεύοντες υπό λιμού τε και δίψους διαφθαρήναι.και μόλις ποτέ ήλθομεν επί σκηνάς τινας,και στάντες εβοώμεν.προελθών δε ούτος εισάγει τε ημάς ένδον και ανέκαε πυρ ουκ αθρόον,αλλά κατ’ ολίγον∙και τον μεν ημών αυτός ανέτριβε,τον δε η γυνή στέατι∙ου γαρ ην αυτοίς έλαιον.τέλος δε ύδωρ κατέχεον θερμόν,έως ανέλαβον απεψυγμένους.έπειτα κατακλίναντες και περιβαλόντες οις είχον παρέθηκαν φαγείν ημίν άρτους πυρίνους,αυτοί δε κέγχρον εφθήν ήσθιον.έδωκαν δε και οίνον ημίν πιείν,ύδωρ αυτοί πίνοντες,και κρέα ελάφεια οπτώντες άφθονα,τα δε έψοντες∙τη δ’ υστεραία βουλομένους απιέναι κατέσχον επί τρεις ημέρας.έπειτα προύπεμψαν εις το πεδίον,και απιούσι κρέας έδωκαν και δέρμα εκατέρω πάνυ καλόν.εμέ δε ορών εκ της κακοπαθείας έτι πονήρως έχοντα ενέδυσε χιτώνιον,της θυγατρός αφελόμενος∙εκείνη δε άλλο τι ράκος περιεζώσατο.τούτο,επειδή εν τη κώμη εγενόμην,απέδωκα.ούτως ημείς γε υπό τούτου μάλιστα εσώθημεν μετά τους θεούς…»


(Πριν από τρία χρόνια έτυχε να ταξιδεύουμε με το πλοίο του Σωκλέους.Το καράβι τσακίστηκε στον Καφηρέα και από τους πολλούς επιβάτες σωθήκαμε πολύ λίγοι.Κάποιους,λοιπόν,τους περιμάζεψαν οι ψαράδες της πορφύρας-καθώς μερικοί απ’αυτούς είχαν χρήματα στα πουγκιά τους.Εμείς,όμως,που εκβραστήκαμε εντελώς γυμνοί,ακολουθήσαμε ένα μονοπάτι,ελπίζοντας να βρούμε κάποια στάνη τσοπάνων ή βουκόλων,και κινδυνεύοντας να πεθάνουμε από πείνα και δίψα.Και μόλις και μετά βίας φτάσαμε σε κάποιες σκηνές και,αφού σταθήκαμε,αρχίσαμε να φωνάζουμε.Βγήκε δε αυτός εδώ,μας έβαλε μέσα και άναψε φωτιά,την οποία δυνάμωσε όχι απότομα,αλλά σιγά σιγά.Και άρχισαν να μας τρίβουν με λίπος,τον ένα αυτός και τον άλλο η γυναίκα του-γιατί λάδι δεν είχαν∙και στο τέλος μας περιχύνανε με ζεστό νερό,έως ότου μας συνέφεραν απ’το ξεπάγιασμα.Έπειτα,αφού μας έβαλαν και ξαπλώσαμε και μας σκέπασαν με ό,τι είχαν,μάς προσέφεραν να φάμε ψωμί σταρένιο,ενώ οι ίδιοι έτρωγαν κεχρί βρασμένο.Μας έδωσαν να πιούμε και κρασί,ενώ αυτοί έπιναν νερό,και άφθονο κρέας ελαφίσιο,βραστό και ψητό.Την επόμενη ημέρα θελήσαμε να φύγουμε,αλλά μας κράτησαν τρεις ημέρες.Έπειτα μας ξεπροβόδισαν ως την πεδιάδα και έδωσαν στον καθένα μας κρέας και από ένα πολύ ωραίο δέρμα.Και επειδή έβλεπε ότι ήμουν ακόμα σε άσχημη κατάσταση απ’την ταλαιπωρία,με έντυσε με ένα μικρό χιτώνα,που τον πήρε απ’την κόρη του∙εκείνη ζώστηκε με ένα άλλο κουρέλι.Όταν φτάσαμε στο χωριό,τής επέστρεψα το χιτώνιο.Έτσι,πρώτα οι θεοί,σωθήκαμε,κυρίως χάρη σ’αυτόν).





(Πηγή:Ο «Κυνηγός» του φιλοσόφου Δίωνος «Χρυσοστόμου»).

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Η φύση της φιλίας μας με τον Θεό,κατά τον κυνικό Διογένη.

«…ομοίως δε και φιλίαν ουκ άλλην ή το ταυτά βούλεσθαι και διανοείσθαι,ομόνοιάν τινα ούσαν;»

(Ομοίως και η «φιλία» με τον Θεό δεν είναι άλλο παρά ταυτότητα επιθυμιών και σκέψης,ένα είδος ομό-νοιας).



(Πηγή:Από τον Διάλογο του Αλεξάνδρου με τον Διογένη,όπως μας τον διασώζει ο φιλόσοφος Δίων «Χρυσόστομος»).

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου.


«[ΔΙΟΓΕΝΗΣ]…Πάλαι γαρ,είπε,λέγω,συ δε ουκ ακούεις,ότι συ αυτώ μάλιστα έχθιστος ει και πολεμιώτατος,μέχρι αν ης κακός και ανόητος.και ούτος,έφη,εστίν ανήρ,ον συ αγνοείς,ως ουδένα άλλον.ουδείς γαρ των αφρόνων και πονηρών επίσταται εαυτόν.ου γαρ αν τούτο πρώτον προσέταττεν ο Απόλλων ως χαλεπώτατον εκάστω,γνώναι εαυτόν.ή ου την αφροσύνην ηγή μεγίστην και τελεωτάτην πασών νόσον και βλάβην τοις έχουσι και τον άφρονα άνδρα αυτόν αυτώ βλαβερώτατον;…»

(«Εδώ και ώρα»,είπε,«σου το λέω,αλλά δεν ακούς,ότι εσύ είσαι ο μεγαλύτερος εχθρός και πολέμιος του εαυτού σου,όσο είσαι κακός και ανόητος.Και αυτός»,είπε,«είναι ο άνθρωπος που αγνοείς,όσο κανέναν άλλο.Γιατί κανένας ανόητος και κακός δεν γνωρίζει τον εαυτό του.Διαφορετικά,δεν θα ώριζε ο Απόλλων το γνώθι σαυτόν ως πρώτο καθήκον,κρίνοντάς το ως το δυσκολότερο για κάθε άνθρωπο.Ή μήπως δεν νομίζεις ότι η αφροσύνη είναι η μεγαλύτερη και σοβαρότερη απ’όλες τις αρρώστιες και βλαβερή σε όσους την έχουν,και δεν θεωρείς τον άφρονα άνθρωπο πάρα πολύ βλαβερό προς τον εαυτό του;»).



(Πηγή:Από τον Διάλογο του Αλεξάνδρου με τον Διογένη,όπως μας τον διασώζει ο φιλόσοφος Δίων «Χρυσόστομος»).

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2010

Η έννοια του «πανταχού παρόντος» θεού στους αρχαίους.

Ο χριστιανικός Θεός είναι,όπως μας αποκαλύπτει η Ορθόδοξη Εκκλησία,ο «πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».Η έννοια του «πανταχού παρόντος» θεού ενυπάρχει ήδη στην αρχαία ελληνική σκέψη,όπως μας φανερώνει το ακόλουθο χωρίο:

ΦΙΛΗΜ. Απ. 91:
«…ούτος είμ’ εγώ,Αήρ,ον αν τις ονομάσειε και Δία…ουκ έστιν τόπος,ου μην ‘στιν Αήρ∙ο δε παρών απανταχού πάντ’ εξ ανάγκης οίδε πανταχού παρών».

(Αυτός είμαι εγώ,ο Αέρας,τον οποίο κάποιος θα έλεγε και Δία…Δεν υπάρχει τόπος,όπου δεν είναι ο Αέρας∙κι ο πανταχού παρών όλα τα ξέρει σίγουρα,αφού είναι παντού).

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010

Η αρχαία προέλευση δύο πολύ γνωστών φράσεων.

1. [ΧΑΡΜΙΔΗΣ] «Ουκούν επεί τοιαύτη εκείνη,αφηρήσθω μεν ήδη το διατείχισμα,περιβάλλωμεν δε αλλήλους και φιλώμεν και αληθώς συνώμεν∙Φιλημάτιον δε πολλά χαιρέτω»
(Αφού,λοιπόν,τέτοια είναι εκείνη,να αφαιρεθεί τώρα το «τείχος»,για να αγκαλιάσουμε ο ένας τον άλλον και να φιληθούμε και να συνευρεθούμε πραγματικά∙η δε Φιλημάτιον ας πάει στο καλό).
Σήμερα λέγεται η ίδια έκφραση ,ελαφρώς διαφορετικά, ως «χαιρετίσματα»!
(Πηγή:Από τον Διάλογο «Τρύφαινα και Χαρμίδης» των «Εταιρικών Διαλόγων» του Λουκιανού).


2. [ΠΑΝΝΥΧΙΣ] «Τίς γένωμαι;πώς αν με η γη καταπίοι;»
(Τί θα γίνω;Δεν ανοίγει η γη να με καταπιεί;).
(Πηγή:Από τον Διάλογο «Δορκάς και Παννυχίς και Φιλόστρατος και Πολέμων» των «Εταιρικών Διαλόγων» του Λουκιανού).

Η γη είναι στρογγυλή,κατά τον Αρχέλαο(5ος π.Χ. αιών.)

Ο Αρχέλαος ο Αθηναίος(ή Μιλήσιος) ήταν φιλόσοφος του 5ου π.Χ. αιώνος,μαθητής του Αναξαγόρα του Κλαζομένιου και δάσκαλος του Σωκράτους.Στο ακόλουθο απόσπασμα διακρίνεται η παρατηρητικότητα και η οξύνοια του φιλοσόφου:

ΙΠΠΟΛ. Αιρ. έλεγχ. Ι 9 (1):
«…σημείον δε φέρει της κοιλότητος,ότι ο ήλιος ουχ άμα ανατέλλει τε και δύεται πάσιν,όπερ έδει συμβαίνειν,είπερ ην ομαλή…».

(Ως απόδειξη δε του κοίλου σχήματος [ενν. της γης] αναφέρει ότι ο ήλιος δεν ανατέλλει και δεν δύει ταυτόχρονα για όλους τους ανθρώπους,όπως θα έπρεπε να συμβαίνει,εάν η γη ήταν επίπεδη).

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010

Η ανάγκη συνύπαρξης και συνεργασίας των κοινωνικών τάξεων.

Το 494 π.Χ. οι πληβείοι της Ρώμης εγκατέλειψαν την πόλη,αρνούμενοι να υπηρετήσουν την πατρίδα στους πολέμους κατά της ιταλικής πολεμικής φυλής των Σαβίνων,γιατί οι πατρίκιοι αρνήθηκαν να τηρήσουν τις υποσχέσεις τους προς τον λαό για δικαιοσύνη και μετριοπάθεια.Οι πλούσιοι της εποχής ήθελαν τους φτωχούς Ρωμαίους μόνο ως πολεμιστές και υπερασπιστές των συμφερόντων τους.Οι στιγμές ήταν πολύ κρίσιμες για την Ρώμη,που κινδύνευε με αφανισμό,καθώς οι Σαβίνοι,αντιλαμβανόμενοι το χάος που επικρατούσε στην πόλη,εισέβαλαν σ’αυτή και άρχισαν να την πυρπολούν.Χάρη στην παρέμβαση,όμως,της βουλής και την ευφυΐα του απεσταλμένου της,υπάτου Μενηνίου Αγρίππα,επήλθε η συμφιλίωση μεταξύ των κοινωνικών τάξεων της Ρώμης.Το ακόλουθο απόσπασμα μας παραθέτει ο Πλούταρχος:

«…ταύτ’ έδεισεν η βουλή,και τους επιεικείς μάλιστα και δημοτικούς των πρεσβυτέρων εξαπέστειλε.προηγόρει δε Μενήνιος Αγρίππας,και πολλά μεν του δήμου δεόμενος,πολλά δ’ υπέρ της βουλής παρρησιαζόμενος,τελευτώντι τω λόγω περιήλθεν εις σχήμα μύθου διαμνημονευόμενον.έφη γαρ ανθρώπου τα μέλη πάντα προς την γαστέρα στασιάσαι και κατηγορείν αυτής,ως μόνης αργού και ασυμβόλου καθεζομένης εν τω σώματι,των δ’ άλλων εις τας εκείνης ορέξεις πόνους τε μεγάλους και λειτουργίας υπομενόντων∙την δε γαστέρα της ευηθείας αυτών καταγελάν,αγνοούντων ότι την τροφήν υπολαμβάνει μεν εις αυτήν άπασαν,αναπέμπει δ’ αύθις εξ αυτής και διανέμει τοις άλλοις.«ούτος ουν» έφη «και της συγκλήτου λόγος εστίν ω πολίται προς υμάς∙τα γαρ εκεί τυγχάνοντα της προσηκούσης οικονομίας βουλεύματα και πράγματα πάσιν υμίν επιφέρει και διανέμει το χρήσιμον και ωφέλιμον».Εκ τούτου διηλλάγησαν…».

(...Η βουλή τρομοκρατήθηκε απ’αυτά και έστειλε στον λαό τους πιο επιεικείς και αγαπητούς από τους γεροντότερους.Πρώτος μίλησε ο Μενήνιος Αγρίππας και,αφού παρακάλεσε πολύ τον λαό και μίλησε με παρρησία με καλά λόγια για την βουλή,κλείνοντας τον λόγο του αναφέρθηκε σε έναν μύθο,που πέρασε στην αιώνια μνήμη.Είπε,δηλαδή,ότι κάποτε όλα τα μέλη του σώματος εξεγέρθηκαν ενάντια στο στομάχι και το κατηγορούσαν ότι είναι το μόνο μέλος του σώματος που είναι αργόσχολο και αμέτοχο,ενώ τα άλλα μέλη υπομένουν πολλούς κόπους και εργασίες,για να καλύπτουν τις ορέξεις του∙και το στομάχι γελούσε με την ανοησία τους,καθώς αγνοούν ότι δέχεται μεν μέσα του όλη την τροφή,αλλά την ξαναστέλνει και την διανέμει στα άλλα μέλη.Και είπε:«Αυτή,λοιπόν,είναι η απολογία της συγκλήτου προς εσάς,πολίτες∙γιατί τις αποφάσεις και τα θεσπίσματα που λαμβάνει εκεί με σωστή διοίκηση τα επιστρέφει και διανέμει σε όλους εσάς κάθε χρήσιμο και ωφέλιμο πράγμα».Μετά από αυτό συμφιλιώθηκαν…).



(Πηγή:Από τον Βίο του Γαΐου Μαρκίου «Κοριολανού» του Πλουτάρχου,εκ του έργου του «Βίοι παράλληλοι»).