Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010

Θεσσαλονίκη,1185 μ.Χ.:Οι Νορμανδοί παραδίδουν την πόλη στην φρίκη.

Τον Αύγουστο του 1185 οι Νορμανδοί κατέλαβαν την Θεσσαλονίκη.Ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος παρέμεινε στην πόλη με το ποίμνιό του και έγινε αυτόπτης μάρτυς της προέλασής τους.Αυτός ο ιεράρχης,γνωστός και για τα μνημειώδη σχόλιά του πάνω στα ομηρικά έπη,μας δίνει σε ένα κήρυγμά του,με τρόπο αριστοτεχνικό,τις εντυπώσεις ενός καλλιεργημένου Βυζαντινού για τις καταστροφές των βαρβαρικών οδών.Το κείμενο του Ευσταθίου μιλάει από μόνο του.Αποτελεί γνήσιο βυζαντινό χαρακτηριστικό ότι ακόμα και ένας άνθρωπος της εκκλησίας μιλάει τελείως ανοικτά και για τα πιο ωμά πράγματα.Βυζαντινό χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι αυτός ο σοφός,ακόμα και σε μια τέτοια συνταρακτική περίσταση,βρίσκεται δεμένος σε μια ρητορική παράδοση που τον οδηγεί να κοσμεί την διήγησή του με μνείες αρχαίων συγγραφέων και αναφορές στη μυθολογία και ιστορίες της αρχαιότητας,κοντά σε άφθονες παραπομπές από τη Βίβλο.Οι περικοπές που ακολουθούν είναι από τα κεφάλαια 98-102:


«Όλη η πόλη…γέμισε βαρβάρους.Αποδεκάτιζαν τους δικούς μας…Αυτούς που προσπαθούσαν να διαφύγουν από τον δρόμο και έπεφταν τους λήστευαν αμέσως και τους παρατούσαν γυμνούς.Έτσι μετατράπηκαν γρήγορα οι δρόμοι σε νεκροταφεία γεμάτα θρήνους,και «ο ήλιος έριχνε το φως του εκεί που δεν έπρεπε να το ρίχνει»(Σοφοκλής,«Οιδίπους Τύραννος»,1426).Άλλοι έμειναν στα σπίτια τους…Δεν υπήρχε σπίτι όπου να βρήκε κανείς οίκτο,έστω κι αν έμεναν πολλοί σ’αυτό.Πολλοί έχασαν εκεί μέσα τη ζωή τους,«τα ίδια τους τα σπίτια έγιναν τάφοι»,για να αναφέρουμε το Βιβλίο των Ψαλμών.Οι υπόλοιποι σκόρπισαν κατά την φυγή τους και έπεσαν θύματα των ιδιοτροπιών του πολέμου.
Αρχικά,οι νεκροί κείτονταν ο καθένας μόνος του.Ο εχθρός όμως άρχισε σιγά σιγά να κάνει άσχημα αστεία…Έναν νεκρό τον ζευγάρωσαν μ’ ένα γαϊδούρι που ήταν πεσμένο εκεί,ένας άλλος ζευγαρώθηκε μ’ έναν σκύλο.Τα περισσότερα από τα θύματα ήταν τοποθετημένα έτσι που χλευαστικά αγκάλιαζαν και φιλούσαν το ένα το άλλο.Ένας άλλος νεκρός είχε ταίρι του μια γάτα.Οι βάρβαροι δηλαδή δεν λυπήθηκαν ούτε τα ζώα,ιδιαίτερα τα κουτάβια που σιγογαυγίζοντας έτρεχαν προς αυτούς.Για τον λόγο αυτό σπάνιζαν στην πόλη μας.Αν κάπου είχε επιζήσει κάποιο σκυλί…έτρεχε να συναντήσει τον Ρωμαίο,έκανε όμως γρυλίζοντας πέρα μπροστά στον βάρβαρο…
Το ότι κανείς κάνει έφοδο στους δρόμους και λεηλατεί σπίτια δεν είναι κάτι νέο σ’έναν πόλεμο.Η βεβήλωση όμως ναών ήταν,κατά τη γνώμη μου,πολύ κοντά στο να ξεσηκώσει πόλεμο κατά του Θεού.Οι βάρβαροι μπήκαν στις εκκλησίες και βιαιοπράγησαν,έτσι που πρέπει να προκάλεσαν την εκδικητική οργή του Θεού.Ρίχτηκαν σε πολλούς ιερωμένους,οι οποίοι ήταν,θα λέγαμε,θωρακισμένοι με τα ιερά τους άμφια,και τους περισσότερους τους σκότωσαν-είτε στο ιερό είτε απ’ έξω,οπουδήποτε δηλαδή οι δολοφόνοι συναντούσαν τους υπηρέτες του Θεού.Με τον ίδιο τρόπο έκοψαν γελώντας τα κεφάλια πολλών πιστών που φώναζαν «Κύριε,σπλαχνίσου μας!»…Οι σεβάσμιες γυναίκες που μιάνθηκαν από τη λαγνεία των βαρβάρων και έχασαν την αγνότητά τους…-όλες θα μαρτυρήσουν κατά των ενόχων!Το κακό φαίνεται ίσως μικρότερο,αν κάποια βιάστηκε από έναν μόνο.Ποτέ όμως δεν θα σταματήσουν οι θρήνοι αυτών που χρησίμευαν εδώ ως δοχείο νυκτός,θα μπορούσαμε να πούμε,για όλους.
Κάτι καλό μπορούμε να πούμε για τους βαρβάρους:Μερικοί απ’ αυτούς,δηλαδή,έσερναν αυτούς που ήθελαν να σκοτώσουν έξω απ’ τον ναό και μετά τους έπαιρναν τη ζωή.Έτσι,έλεγχαν κάπως το επαίσχυντο έργο τους.΄Αλλοι χλεύαζαν τους ιερούς χώρους,έσπαζαν τις εικόνες που δεν είχαν ακριβά στολίσματα και έκλεβαν αυτές που είχαν.Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε καλό για ανθρώπους που ήταν σε θέση να κάνουν τέτοια πράγματα,ενώ τώρα που τους θυμάμαι μπορώ μόνο να δείξω την αποστροφή μου…Πόσο ανεξάντλητη θα πρέπει να είναι η υπομονή του Θεού,ο οποίος επιτρέπει σ’ έναν βάρβαρο να διαφύγει τον θάνατο,όταν αυτός έχει ανέβει στην ιερή,σεβαστή Αγία Τράπεζα,έχει βγάλει το όργανό του και έχει κατουρήσει καμπυλωτά πάνω της.Ιεροί σταυροί,όλη μας η δύναμη!Πόσους από σας δεν έχουν οι αισχροί ατιμάσει!Όσο όμως κι αν η δύναμη του Θεού έχει παραμείνει ήρεμη,θα’ ρθει σίγουρα η μέρα που θα ξυπνήσει.
Εδώ θα πρέπει ν’ αναφέρω επίσης το ανοσιούργημα των παραφρόνων που ούρησαν στα λαμπογυάλια των εκκλησιών,σαν να ήταν ουροδοχεία-όπως αναφέρει και το απόσπασμα τραγωδίας του Αισχύλου!Άδειασαν «το πόδι του ασκού» (=το ανδρικό μόριο,δες και τον στίχο 679 της «Μήδειας» του Ευριπίδη) στα πηγάδια,έβγαλαν κατόπιν νερό και ήπιαν την ακαθαρσία…
».

(Πηγή:«Ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού» του S.Linnér)

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

Η ουσία της ζωής βρίσκεται στα απλά πράγματα,κατά τον Λιβάνιο.

Ο ρήτορας Λιβάνιος γεννήθηκε το 314 μ.Χ. στην Αντιόχεια της Συρίας.Σπούδασε στην Αθήνα ,έζησε για ένα διάστημα της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη και το 353 μ.Χ. εγκαταστάθηκε οριστικά στη γενέτειρά του,την Αντιόχεια,όπου παρέμεινε ως το τέλος της ζωής του διδάσκοντας ως επίσημος σοφιστής της πόλης.Ζώντας σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών,οι οποίες οδηγούσαν ανεπιστρεπτί στην επικράτηση του Χριστιανισμού,έμεινε πεισματικά πιστός στην κλασική ελληνική παράδοση,υποστηρίζοντάς την πολλές φορές και με κίνδυνο της ζωής του.Στο χωρίο που ακολουθεί μας νουθετεί ότι η αληθινή ευτυχία πρέπει να αναζητηθεί στα απλά,καθημερινά πράγματα:


«Αλλ’,ω άνθρωπε,προσκύνει την θεόν,ως ευτυχής,ην υγιαίνης μεν την ψυχήν,ακέραιον δε η σοι το σώμα,η γυνή δε σωφρονή,κόσμιοι δε ώσιν οι παίδες,μένη δε τα πατρώα,φίλων δε απολαύης σαφών.και συ δε,ω τον βίον από των χειρών ποιούμενε,μέγα οίου το χρήσθαι ταιν χεροίν,και συ δε,ω σύνδικε,το τοις λόγοις,καν μηδείς αρχήν διδώ,και συ δε,ω πόλεως άρξας,καν μηδείς ετέρων διδώ,και συ δε,ω διδάσκαλε,το ζην ενε ατελεία.και πας δε όστις ιατρών ου χρήζων λελουμένος εστιασόμενος έρχεται καθαρός φόβων ους επιφέρει συκοφάντης,και ούτος γε εν τοις δικαίως αν υμνούσιν είη την Τύχην.Ο δη και πρώην προς τινα των επιτηδείων έλεγον.ως γαρ δη ήμεν εν μόνοις ήδη τοις χιτωνίσκοις λουσόμενοι και την τε Αφροδίτην παρεκάλουν και τον Σάτυρον ησθέντα με απελθείν,ουκ είναι ου δυστυχέστερον ο εταίρος έφασκεν.εγώ δε επέπληττον ακούσας,ει εξουσίας ούσης λούσθαι τε και δειπνείν και ήκειν επ’ οίνον,ου φάρμακον,έπειτα ατυχείν οίεται.ψηφίζεται δη με δίκαια λέγειν καντεύθεν επάδων αυτώ το ειρημένον,οπότε πληγείη την ψυχήν,ούτως εγίγνετο ράων».

(Εμπρός,άνθρωπε,προσκύνα την θεά[δηλ.την Τύχη],έχοντας κατά νου ότι είσαι τυχερός όσο είσαι καλά στο μυαλό,έχεις το σώμα υγιές,η γυναίκα σου είναι πιστή,τα παιδιά σου φρόνιμα,κρατάς την πατρική περιουσία και έχεις αληθινούς φίλους.Εσύ που βγάζεις το ψωμί σου με την χειρωνακτική εργασία,να θεωρείς πολύ σπουδαίο το ότι χειρίζεσαι τα χέρια σου•εσύ,δικηγόρε,το ότι χειρίζεσαι τον λόγο,κι ας μη σου δίνει κανείς αξίωμα•κι εσύ,κυβερνήτη της πόλης,θεώρησε τον εαυτό σου ευτυχή,κι ας μη σου παραχωρούν άλλους,για να τους κυβερνήσεις•κι εσύ,καθηγητή,να είσαι ευχαριστημένος που ζεις χωρίς φορολογικές υποχρεώσεις.Και ο καθένας που δεν έχει ανάγκη γιατρού,που βγαίνει από το λουτρό και πηγαίνει να δειπνήσει καθαρός από τον φόβο που μπορεί να επιφέρει ένας συκοφάντης,κι αυτός να συμπεριληφθεί μεταξύ όσων θα απέδιδαν έναν ευχαριστήριο ύμνο στην Τύχη.Αυτά έλεγα προσφάτως σε έναν φίλο.Γιατί,μόλις ήμασταν μόνο με το εσώρουχο,για να κάνουμε μπάνιο,κι εγώ παρακαλούσα την Αφροδίτη και τον Σάτυρο να μου χαρίσουν τις απολαύσεις τους,πριν να φύγω,ο φίλος μου ισχυριζόταν ότι κανείς δεν είναι δυστυχέστερος από τον ίδιο.Όταν το άκουσα αυτό,τον επέπληξα που,μολονότι είχε την ευχέρεια να πλυθεί,να δειπνήσει,να καταφύγει και στο κρασί και όχι στα φάρμακα,πίστευε ότι είναι άτυχος.Ο φίλος μου αναγνώρισε πως είχα δίκιο.Από τότε μνημονεύει σαν ξόρκι τα λόγια μου,όποτε πληγώνεται στην ψυχή του,και έτσι νιώθει καλύτερα).





(Πηγή:Από τον «Περί απληστίας» Λόγο του Λιβανίου).

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Ο Πυθαγόρας στηλιτεύει την αναρχία.

1.ΣΤΟΒ.IV 25,45 εκ των Αριστοξένου Πυθαγορικών αποφάσεων:
«…Καθόλου δε ώιοντο δειν υπολαμβάνειν μηδέν είναι μείζον κακόν αναρχίας•ου γαρ πεφυκέναι τον άνθρωπον διασώιζεσθαι μηδενός επιστατούντος…».

(Γενικά οι Πυθαγόρειοι πίστευαν ότι τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται μεγαλύτερο κακό από την αναρχία•διότι από την φύση του ο άνθρωπος δεν μπορεί να εξασφαλίσει την σωτηρία του,αν δεν έχει κανέναν επικεφαλής του).

2.ΙΑΜΒΛ. Βί.Πυθ. 200-213:
«…Καθόλου δ’ ειπείν,ουδέποτε τον άνθρωπον εατέον είναι ποιείν,ό τι αν βούληται,αλλ’ αεί τινα επιστατείαν υπάρχειν δειν και αρχήν νόμιμόν τε και ευσχήμονα,ης υπήκοος έσται έκαστος των πολιτών.ταχέως γαρ εξίστασθαι το ζώιον εαθέν τε και ολιγωρηθέν εις κακίαν τε και φαυλότητα…».

(Αλλά και γενικά ποτέ δεν πρέπει να αφήνεται ο άνθρωπος να κάνει ό,τι θέλει,αλλά πρέπει να υπάρχει πάντοτε κάποια επίβλεψη και μια νόμιμη και καλά οργανωμένη αρχή,στην οποία θα υπακούει ο καθένας από τους πολίτες•διότι ένα ζωντανό πλάσμα,αν αφεθεί ανεξέλεγκτο και παραμεληθεί,καταλήγει γρήγορα στην κακία και την φαυλότητα).

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Ο Πυθαγόρας συμβουλεύει τους μελλοντικούς γονείς.

1.ΙΑΜΒΛ. Βί.Πυθ. 233-239:
«…υπελάμβανον δε δειν πολλήν πρόνοιαν ποιείσθαι τους τεκνοποιουμένους των εσομένων εκγόνων.πρώτην μεν ουν είναι και μεγίστην πρόνοιαν το προσάγειν αυτόν προς την τεκνοποιίαν σωφρόνως τε και υγιεινώς βεβιωκότα τε και ζώντα,και μήτε πληρώσει χρώμενον τροφής ακαίρως,μήτε προφερόμενον τοιαύτα,αφ’ ων χείρους αι των σωμάτων έξεις γίνονται,μήτε δη μεθύοντά γε,αλλ’ ήκιστα πάντων•ώιοντο γαρ εκ φαύλης τε και ασυμφώνου και ταραχώδους κράσεως μοχθηρά γίνεσθαι τα σπέρματα.καθόλου δε παντελώς ώιοντο ραιθύμου τινος είναι και απροσκέπτου,τον μέλλοντα ζωιοποιείν και άγειν τινα εις γένεσίν τε και ουσίαν,τούτον μη μετά σπουδής πάση προοράν,όπως έσται ως χαριεστάτη των γινομένων η εις το είναι τε και ζην άφιξις,αλλά τους μεν φιλόκυνας μετά πάσης σπουδής επιμελείσθαι της σκυλακείας,όπως εξ ων δει και ότε δει και ως δει διακειμένων προσηνή γίνηται τα σκυλάκια,ωσαύτως δε και τους φιλόρνιθας.δήλον δ’ ότι και τους λοιπούς των εσπουδακότων περί τα γενναία των ζώιων πάσαν ποιείσθαι σπουδήν περί του μη εική γίνεσθαι τας γεννήσεις αυτών,τους δ’ ανθρώπους μηδένα λόγον ποιείσθαι των ιδίων εκγόνων,αλλ’ άμα γεννάν εική τε και ως έτυχε σχεδιάζοντας πάντα τρόπον και μετά ταύτα τρέφειν τε και παιδεύειν μετά πάσης ολιγωρίας.ταύτην γαρ είναι την ισχυροτάτην τε και σαφεστάτην αιτίαν της των πολλών ανθρώπων κακίας τε και φαυλότητος•βοσκηματώδη γαρ και εικαίαν τινα γίνεσθαι την τεκνοποιίαν παρά τοις πολλοίς».

(Πίστευαν [ενν.οι Πυθαγόρειοι] ότι πρέπει,όσοι πρόκειται να τεκνοποιήσουν,να προνοήσουν πολύ για τους μελλοντικούς απογόνους τους.Το πρώτο και σπουδαιότερο μέλημα είναι να προσέρχεται κάποιος για τεκνοποιία,έχοντας ζήσει και ζώντας ακόμα με εγκράτεια και υγιεινά,χωρίς να έχει φάει υπερβολικά ούτε να έχει καταναλώσει τέτοιες τροφές που χαλάνε τον οργανισμό,και χωρίς να είναι μεθυσμένος πάνω απ’ όλα•διότι θεωρούσαν ότι από κακή,δυσαρμονική και διαταραγμένη οργανική κατάσταση βγαίνουν και κακής ποιότητας σπέρματα.Γενικά,πίστευαν ότι είναι γνώρισμα εντελώς ράθυμου και απερίσκεπτου ανθρώπου να σκοπεύει να δώσει ζωή,γέννηση και ύπαρξη σε έναν άλλο άνθρωπο,χωρίς να προνοήσει με μεγάλη επιμέλεια πώς θα κάνει την άφιξη των παιδιών του στον κόσμο και στη ζωή όσο το δυνατόν ωραιότερη,αλλά από τη μια,όσοι αγαπούν τα σκυλιά,να φροντίζουν με κάθε τρόπο την γέννηση των σκυλιών,πώς θα βγουν καλά σκυλάκια από τους γονείς που πρέπει,όταν και όπως πρέπει,το ίδιο και όσοι αγαπούν τα πτηνά (και είναι φανερό ότι και οι υπόλοιποι που φροντίζουν για τα ζώα καλής ράτσας παίρνουν κάθε μέτρο,για να μη γίνονται τυχαία οι γεννήσεις τους),και από την άλλη οι άνθρωποι να μην προσέχουν καθόλου τους δικούς τους απογόνους,αλλά να τους γεννούν όπως-όπως και όπως λάχει,αυτοσχεδιάζοντας με όποιον τρόπο να’ ναι,και στη συνέχεια να παραμελούν εντελώς την ανατροφή και την παιδεία τους.Αυτή είναι η σοβαρότερη και εμφανέστερη αιτία της κακίας και φαυλότητας των περισσότερων ανθρώπων•διότι οι περισσότεροι τεκνοποιούν,όπως να’ναι,σαν τα ζώα).


2.ΣΤΟΒ. Ανθ. ΙV 37,4 εκ των Αριστοξένου Πυθαγορείου:
«…περί δε γενέσεως παίδων τάδε έλεγε•καθόλου μεν φυλάττεσθαι το καλούμενον προφερές•ούτε γαρ των φυτών ούτε των ζώιων εύκαρπα τα προφερή γίνεσθαι•αλλά χρόνον τινα προπαρασκευάζεσθαι της καρποφορίας,εν ωι εξισχύσαντα και τετελειωμένα τα σώματα παρέχειν τα τε σπέρματα και τους καρπούς δεδύνηται…».

(…Σχετικά με την γέννηση παιδιών έλεγε τα ακόλουθα:Γενικά να αποφεύγεται αυτό που λέγεται πρόωρη απόκτηση•διότι ακόμα και στα φυτά και στα ζώα τα πρώιμα δεν είναι καρποφόρα,αλλά απαιτείται προετοιμασία για κάποιο χρονικό διάστημα,έτσι ώστε ο οργανισμός,δυναμωμένος και τελειοποιημένος,να μπορέσει να δώσει σπέρματα και καρπούς).

Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010

Μια αποτύπωση της χριστιανικής Αγίας Τριάδας στον πυθαγόρειο λόγο!

ΛΥΔ. Π.μην. 8
«ίσμεν γαρ,ότι η τριάς την των θείων πρόοοδον εκίνησε και στάσιν αυτοίς την αιώνιον απειργάσατο εν τώι αυτώι είδει,ως φησίν Όκελλος ο Πυθαγόρειος ρήμασι τούτοις•«η τριάς πρώτη συνέστησεν αρχήν,μεσότητα και τελευτήν».

(Διότι γνωρίζουμε ότι η τριάδα αποτέλεσε την αφετηρία απ’όπου ξεκίνησαν τα θεία και τους δημιούργησε την αιώνια στάση μέσα στο ίδιο είδος,όπως λέει ο Πυθαγόρειος Όκελλος με αυτά τα λόγια: «Η τριάδα υπήρξε η πρώτη σύσταση της αρχής,της μέσης και του τέλους»).

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Ο ηρωικός θάνατος του Γρηγόρη Αυξεντίου.


Στις 3 Μαρτίου 1957 ο εθνομάρτυρας του Κυπριακού Ελληνισμού Γρηγόρης Αυξεντίου έδινε,περικυκλωμένος στο τελευταίο καταφύγιο της ζωής του,κοντά στη Μονή Μαχαιρά,με ελάχιστους συντρόφους του την ύψιστη μάχη κατά των Άγγλων κατακτητών της Κύπρου.Την δραματικότερη περιγραφή των τελευταίων ωρών της ζωής του Αυξεντίου δίνει ο συμμαχητής του Αυγουστής Ευσταθίου.Λέγει ο Αυγουστής,μεταξύ άλλων:


«…Ο ήρωας σημασία δεν έδινε στις κλήσεις των Άγγλων και με σταθερή φωνή απαντά στους τυράννους:«Μολών λαβέ,αν έχετε καρδιά ελάτε πιο κοντά να ρίξετε τις βόμβες σας».Ο δεκανέας Μπράουν πλησίασε το σπήλαιο,εκάλεσε πάλιν τον Αυξεντίου να παραδοθή και προσεπάθει να δη τι έκαμνεν εντός του κρησφυγέτου.Κατ’ εκείνην όμως την στιγμήν αντήχησε το όπλο του «Μάστρου» και ο Άγγλος στρατιώτης σωριάστηκε νεκρός.Αμέσως τότε ένας άλλος στρατιώτης έρριψε μια χειροβομβίδα μέσα στο κρησφύγετο που εξερράγη.Πέρασαν λίγα λεπτά.Καμμιά κίνησις στο κρησφύγετο.Βάλαμε στο νουν άσχημες σκέψεις.Μήπως σκοτώθηκε ο Αυξεντίου;Μήπως τον πέτυχε κανένα βλήμα και τον τραυμάτισε σοβαρά;Θέλει άραγε βοήθεια;Μου πέρασε τότε από το μυαλό να προσπαθήσω να εμποδίσω τους Άγγλους να ρίψουν άλλες χειροβομβίδες.«Πέθανε»,είπα σε κάποιον αξιωματικόν που στεκόταν δίπλα μου,«άστε τον πια».
Αμέσως αυτός με άρπαξε από το λαιμό και μου λέγει «αφού λες πως πέθανε πήγαινε να τον βγάλης έξω».Εγώ ηρνήθην αλλ’ αυτός με κτύπησε και με βία με έσπρωξε μέχρι του στομίου του κρησφυγέτου.Πλησίασα το στόμιο και άρχισα να φωνάζω προς τον Αρχηγό μου:«Μάστρε μου,μάστρε μου,εγώ είμαι,ο Ματρόζος,μη με πυροβολήσης».
Ο Αυξεντίου ήταν ευτυχώς ζωντανός.Μπήκα στο κρησφύγετο και η πρώτη μου δουλειά ήτο να πάρω το όπλον μου και ύστερα να τον ρωτήσω αν ήταν τραυματισμένος.
Μου έδειξε μια πληγή στο λαιμό και άλλη στο γόνατο που του προκάλεσε η χειροβομβίδα.Προθυμοποιήθηκα να του δέσω τις πληγές,αλλ’ο ήρωας απήντησε ότι δεν είχαμε καιρό να χάνωμεν με τα τραύματα και να πάρω αμέσως το όπλο στο χέρι.
Πήρα το αυτόματό μου και πήρα θέσι μάχης κοντά στο στόμιο του κρησφυγέτου.Πολύ ευχαριστήθηκα που θα πολεμούσα δίπλα στον αγαπημένο μου Αρχηγό και θα θυσιαζόμουνα μαζί του.
Τότε χαρούμενος φώναξα προς τους Άγγλους:«Τώρα είμαστε δύο,τώρα ελάτε να μας πάρετε αν μπορείτε».Έρριψα μια ριπή κατά των Άγγλων.Άρχισε τότε η μάχη με διακοπές.Σε μια διακοπή ζήτησα του Μάστρου ένα τσιγάρο.Σ’ όλο το διάστημα που ήμουν με τον ήρωα δεν μου επέτρεψε να καπνίσω,διότι επηρέαζε την υγείαν μου.Όταν του ζητούσα τσιγάρο μου απαντούσε πάντοτε:«Δεν σου δίνω γιατί σε βλάπτει ρε μισκή».Και σ’ αυτές τις κρίσιμες στιγμές ο Αυξεντίου δεν έχασε το κέφι του και όταν του ζήτησα τσιγάρο χαμογελώντας μου είπε πάλι «σε βλάπτει ρε μισκή».
-Μα τώρα και να πάη μάστρε που θα πάμε εκεί πάνω; Και του έδειξα τον ουρανό.Ο Αυξεντίου χαμογελούσε διαρκώς και μου απήντησε:«Και κει πάνω να πάμε πάλι δεν δίνω τσιγάρο,γιατί σε βλάπτει».Αλλά αμέσως άλλαξε ιδέα.Πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και ανάψαμε από ένα.Ενώ καπνίζαμε το τσιγάρο,αναπολούσαμε το παρελθόν,τον αγώνα,τις ενέδρες μας,τα αδέλφια που χάσαμε.Ο ήρως μιλούσε με πραγματική συγκίνησι για τον αγώνα και τον Αρχηγό μας Διγενή,αλλά,παρά τον βέβαιο θάνατό του,διατηρούσε το κέφι του και διαρκώς γελούσε.Σε μια στιγμή μου λέει:«Μα στ’ αλήθεια σ’έστειλαν οι Άγγλοι,για να μου πης να παραδοθώ;».Και ο μεγάλος ήρως γελούσε με την καρδιά του και έλεγε «βρε τους χαζούς».
Οι Άγγλοι,σαν απηλπίσθησαν να περιμένουν,άρχισαν να χρησιμοποιούν κάθε μέσο,για να μας εξαναγκάσουν να βγούμεν.
Πρώτα πέταξαν πολλές πέτρες επάνω στον τσίγκο που νόμιζε κανείς ότι θα καταρρεύσουν όλα.
-Μάστρε,του είπα σε μια στιγμή,θα φύγουν οι τσίγκοι και θα’ ρθουν μέσα οι πέτρες.
-Ας τους,μ’ απήντησε ψυχραιμότατα.Ας κυλάν πέτρες.Οι τενεκέδες βαστούν.Εδιάλεξεν τους πιο καλούς ο ηγούμενος.Ύστερα μας έρριψαν δακρυγόνους βόμβας και το κρησφύγετον γέμισε αέρια.
Βρέξαμε τα μαντήλια μας με νερό και σκεπάσαμε τα μάτια μας.Ταυτόχρονα όμως η ακοή μας ήταν προσηλωμένη στις κινήσειςτων Άγγλων.Τους ακούγαμε καθαρά να πλησιάζουν προς την είσοδον του κρησφυγέτου.Μόλις έφθασαν σε σημείο που ήσαν ευπρόσβλητοι ο Αυξεντίου τους πετούσε χειροβομβίδες ή έλεγε σε μένα:«Βούννα τους μία εσύ βρε Ματρόζο» και τους έρριχνα εγώ.
Η άμυνά μας ήταν πάντοτε αποτελεσματική.Όχι μόνον απεμακρύνοντο ύστερα από κάθε χειροβομβίδα που τους πετάγαμε,αλλά ακούγαμε και κραυγές πόνου και βογγητά μετά το σκάσιμο των χειροβομβίδων μας.Ο Αρχηγός συνιστούσε διαρκώς αυστηρή οικονομία στα πυρομαχικά.Μου ετόνιζε:«Πρέπει να χρησιμοποιούνται με αποτέλεσμα.Πρέπει να πιστεύουν οι Άγγλοι πως παρακολουθούμε και διευθύνουμε την μάχη με απόλυτη ψυχραιμία.Αν κάμνωμε άσκοπη χρήσι οι Άγγλοι θα καταλάβουν πως έσπασε το ηθικό και τα νεύρα μας.Εάν με κάθε τουφεκιά ή χειροβομβίδα έχουν απώλειες τότε δεν θα μπορούν να μας κτυπήσουν αποτελεσματικά και έτσι θα κρατήσουμε τη μάχη περισσότερο διάστημα.Στην εξέλιξιν της μάχης μπορεί να δημιουργηθούν συνθήκες που θα μας επιτρέψουν έξοδο.Διά την περίπτωσιν αυτή πρέπει να έχουμε αρκετά πυρομαχικά».
Σε λίγο οι Άγγλοι επεχείρησαν δύο σφοδρότατες εναντίον μας επιθέσεις με καταιγιστικά πυρά όλων των όπλων που διέθετον.Με την απόλυτα όμως ψύχραιμη και συνετή εκτίμησιν των εκάστοτε φάσεων της μάχης από τον Αυξεντίου και με την αποτελεσματικότητα των πυρών μας,στις κατάλληλες μόνον στιγμές,αναγκάσαμεν τον εχθρόν να υποχωρήση και να απομακρυνθή.
Όταν υπεχώρησαν οι Άγγλοι,μετά την δεύτερην επίθεσίν τους,μου έδωσε εντολή ο Μάστρος να χρησιμοποιήσω τη μοναδική καπνογόνο βόμβα που διαθέταμε και να είμαι έτοιμος,μόλις θα γινότανε η έκρηξις και θα μας εκάλυπτε πλέον ο καπνός,να πεταχτώ αμέσως έξω πυροβολώντας,για να μ’ακολουθήση και ο ίδιος και να πραγματοποιήσουμε την έξοδο που είχε σχεδιάσει.
Χωρίς χρονοτριβή πλησίασα το στόμιο και πέταξα την καπνογόνο βόμβα,η οποία εξερράγη και σκέπασε με πυκνό καπνό όλο το χώρο.Δυστυχώς όταν ετοιμάστηκα να πεταχτώ έξω και έβαλα το χέρι μου στην σκανδάλη του όπλου αντελήφθηκα ότι τούτο ήταν στην ασφάλεια και μ’ όλο που προσπάθησα αμέσως,δεν μπόρεσα να το ξαναφέρω εύκολα σε κατάσταση βολής.Βράδυνα τόσο που άρχισε πλέον ο καπνός να διαλύεται.
Ανυπόμονος με ρώτησε γιατί βραδύνω.Μόλις δε του ανέφερα το λόγο μου είπε στενοχωρημένος λίγο:
-Εχάσαμε μιαν ευκαιρία βρε Ματρόζο.
-Δεν πειράζει Μάστρε,κάθε εμπόδιο για καλό,του απήντησα.
Δεν είχα τελειώσει ακόμη τα λόγια μου και αμέσως ακούστηκαν τρεις ανατινάξεις,απ’τις οποίες η μια τόσο πολύ κοντά μας που με μισοσκέπασε με τα χώματα που τινάχτηκαν.
Ήρθε αμέσως κοντά μου,απομάκρυνε τα χώματα από πάνω μου και με την στοργήν,με την οποίαν με φρόντιζε πάντοτε με ρώτησε:«Είσαι εν τάξει ρε μισκή;Μήπως εκτύπησες;».Κι όταν του είπα πως δεν έχω τίποτε μου σύστησε να προσέχω.
-Τι τώρα,του απήντησα,Μάστρε,τι ύστερα.
-Όχι,μου είπε σκεφτικός,χρειάζεσαι ακόμη.
Έπειτα από τις ανατινάξεις με κατέλαβε ένα αίσθημα ενθουσιασμού.Τις προηγούμενες νύχτες είχα διαβάσει τα «Φλογισμένα Ράσα» του Μελά και μέσα μου ξαφνικά ζωντάνεψαν όλες οι εικόνες του Παπαφλέσσα.Επηρεασμένος απ’ αυτές είπα του Μάστρου μου:
-Δεν μας βγάζουν πια Μάστρε απ’ εδώ.Και μόλις νυχτώσει θα τους φύγουμε.
Τόση ήταν η βεβαιότητά μου πως θα διαφεύγαμε την ερχόμενη νύχτα ώστε άρχιζα να ετοιμάζω ό,τι χρειαζόταν να πάρουμε μαζί μας•τις γαλότσες,επιδέσμους και άλλα μικροπράγματα.Και όταν τα τακτοποίησα όλα γύρισα και του είπα:
-Αλλά κι αν πεθάνουμε Μάστρε,δεν πειράζει,οι άλλοι θα συνεχίσουν τον αγώνα.
-Δεν πεθάναμε ακόμα,μου απήντησε,σαν να μη περνούσε από το μυαλό του η σκέψη του θανάτου.Δεν σημαίνει όμως τίποτε εάν έρθουν τα γεγονότα έτσι που θα πρέπει να πεθάνουμε.Μήπως δεν το ξέραμε από την πρώτη στιγμή του αγώνος ότι ο θάνατος μας παραμονεύει σε κάθε βήμα;Μήπως αυτό δεν είναι το καθήκον μας;Να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας έστω και με τον θάνατόν μας.
Με τον ενθουσιασμό που εξακολουθούσε να με κατέχει,όταν τελείωσε,του είπα πωςείμαι σίγουρος πως θα διαφεύγαμε,μόλις θα νύχτωνε.Μέχρι την στιγμή εκείνη,περασμένο το μεσημέρι,δεν μπόρεσαν να μας θέσουν εκτός μάχης.
-Έχουν κι άλλα μέσα πολλά και διάφορα ακόμα και θα τα χρησιμοποιήσουν όλα εναντίον μας,απήντησε με την απόλυτη γαλήνη που πάντα ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.Και το επανέλαβε,σαν να προφήτευε όσα θα ακολουθούσαν.
Δεν είχαμε τελειώσει την κουβέντα και άρχισε να τρέχη μέσα στο κρησφύγετο ένα υγρό που γινόταν αφθονώτερο σιγά-σιγά και σε λίγο κατέκλυσε το κρησφύγετο.Πριν προφτάσουμε να καλοσκεφτούμε η μυρουδιά της βενζίνης μάς αποκάλυψε τις τελευταίες τραγικές στιγμές της ζωής μας.
-Είναι βενζίνα,Μάστρε μου,του είπα.Θα μας κάψουν ζωντανούς.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω την φράσιν μου όταν έσκασαν τρεις εμπρηστικές βόμβες η μια κατόπιν της άλλης και μετεβλήθη το κρησφύγετο σε φλεγόμενη κάμινο.
Βρισκόμουν την στιγμήν εκείνη γονατιστός κοντά στο στόμιο του κρησφυγέτου και οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου.Κάλυψα το πρόσωπο με τα χέρια μου,αλλά αισθάνθηκα να καίονται κι αυτά.Ο μάστρος βρισκόταν στο βάθος του κρησφυγέτου,ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένον από παντού.Και όμως και στην απελπιστικήν εκείνην στιγμήν η όψη του δεν είχε υποστή καμμιά κάμψη.Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύφος και με πολλή στοργή και αγάπη,μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος,άκουσα από το στόμα του τα τελευταία του λόγια,που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση του,η οποία πάντοτε υπήρξε για με πηγή εμπνεύσεως και κουράγιου:«Μη φοβάσαι,Ματρόζο,μη φοβάσαι
».

Ο Ευσταθίου προ του κινδύνου βγήκε αθέατος από το φλεγόμενο καταφύγιο,όμως συνελήφθη λίγο μετά.Ο πατέρας του Γρηγόρη Αυξεντίου κατόρθωσε να αναγνωρίσει τον γιο του μόνο από ένα παλιό σημάδι στο πέλμα του ενός ποδιού,καθώς το υπόλοιπο σώμα του ήταν φρικτά παραμορφωμένο,κομματιασμένο και απανθρακωμένο.Οι δε Άγγλοι κατέβαλαν,με πολλούς κόπους,προσπάθειες να αποδώσουν τον θάνατο του Αυξεντίου σε αυτοκτονία,ελπίζοντας μάταια ότι έτσι θα μείωναν τη δόξα του και θα νόθευαν τον ηρωισμό του.Ωστόσο,βρέθηκαν και μεμονωμένοι Άγγλοι που εξήραν τον ηρωισμό του Κύπριου αγωνιστή.






(Πηγή:«Ζήδρος» του Σπύρου Παπαγεωργίου).

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου συμβουλεύει.

Τα Χριστούγεννα του 1956 ο Κύπριος αγωνιστής για την απελευθέρωση της Κύπρου από τους Άγγλους κυρίους της Γρηγόρης Αυξεντίου βρίσκεται μαζί με τους άντρες του στο ορεινό χωριό Αγρός,της επαρχίας Λεμεσού.Οι αντάρτες της περιοχής,ύστερα από την πίεση των Άγγλων και τις πληροφορίες ότι θα άρχιζαν νέες μεγαλύτερες έρευνες,έπρεπε να σκορπιστούν.Η απόφαση ήταν να χωριστούν σε τέσσερεις ομάδες και η καθεμιά να τραβήξει σε ξεχωριστή κατεύθυνση.Αλλά προτού χωριστούν,μέσα σε εκείνες τις συνθήκες,τις τόσο αβέβαιες για την τύχη και την ίδια τη ζωή τους,είπαν να συγκεντρωθούν για τελευταία φορά μαζί στο σπίτι του παπά.
Χριστούγεννα,και το γιορταστικό τραπέζι ήταν έτοιμο.Οι αντάρτες ολόγυρα είχαν την αγριάδα που δίνει ο κατατρεγμός και η κακοπέραση.Μερικοί μιλούσαν για τα παλιά,οι περισσότεροι σώπαιναν και κάποιοι κοίταζαν βουρκωμένοι.Ο Αυξεντίου τους επέτρεψε να πιουν από ένα ποτήρι.το κυπριώτικο κρασί γουργούρισε στα ποτήρια και ο Αυξεντίου σηκώνοντας το δικό του και στέκοντας όρθιος μίλησε αργά και σταθερά:


«-Τώρα που οι Άγγλοι τα έριξαν όλα εναντίον μας,δεν ξέρουμε τι μας επιφυλάσσει ο αγώνας και η μοίρα καθενός.Όμως,είτε ζήσουμε είτε πεθάνουμε,ένα πρέπει να είναι μια μέρα το έπαθλο για νεκρούς και ζώντες:να γίνει η Κύπρος ελληνική και να ζήσει ελεύθερη και ευτυχισμένη.Ο αγώνας δεν είναι πάρε-δώσε.Κι όσοι επιζήσουν ας μη αναμένουν,ή ακόμα-πιο χειρότερο-ας μη επιδιώξουν άλλες ανταμοιβές και αξιώματα,γιατί οι υπηρεσίες προς την πατρίδα δεν εξαργυρώνονται.Και πάνω απ’ όλα δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η αγάπη κι η ομόνοια είναι καθήκον και χρέος προς την πατρίδα.Ο διχασμός υπήρξε πολλές φορές κατάρα της φυλής μας κι η διχόνοια παρ’ ολίγο να καταστρέψει την Επανάσταση του Εικοσιένα και να αφανίσει την Ελλάδα.Όταν ήμουν στο Γυμνάσιο,αποβλήθηκα απ’ την τάξη στο μάθημα της Ιστορίας,γιατί αυθαδίασα υποστηρίζοντας τον Κολοκοτρώνη και τον Δημήτρη Υψηλάντη στη συζήτηση για τον Μαυροκορδάτο και τους πολιτικούς.Αυτά είχα να σας πω και καλά Χριστούγεννα».





(Πηγή:«Ζήδρος» του Σπύρου Παπαγεωργίου).

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

Οχυρά 1941:Οι Γερμανοί υποκλίνονται στην ελληνική ανδρεία.


Από τις 6 έως τις 10 Απριλίου 1941 διεξήχθη στην περιοχή των ελληνοβουλγαρικών συνόρων η λυσσαλέα μάχη μεταξύ της ελληνικής φρουράς των εκεί Οχυρών κατά των Γερμανών εισβολέων.Η μάχη ήταν άνιση και επική,καθώς λίγοι στρατιώτες και αξιωματικοί αντιστάθηκαν με τα πενιχρά τους μέσα στην συντριπτική υπεροπλία των ναζιστικών δυνάμεων.Οι απώλειες των Γερμανών ήταν πολύ βαριές.Τελικά,οι υπερασπιστές των Οχυρών αναγκάστηκαν με λύπη να συνθηκολογήσουν,όταν έφτασε από την Αθήνα η είδηση της συνθηκολόγησης με τους Γερμανούς.Το πρωΐ της 10ης Απριλίου διαδραματίστηκαν στον ίδιο χώρο της αυτοθυσίας συγκινητικές στιγμές,που ανέδειξαν την ανδρεία των λίγων υπερασπιστών της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου:

«…ύστερα ανεβαίνουν σε κάθε οχυρό οι Γερμανοί συνταγματάρχες των μονάδων που τα πολεμούσαν από κάτω.Αρχίζει τότε μια τελετή που δεν την περίμενε κανένας.Ο νικητής τιμά τον ηττημένο!Αντίθετα από τον ιταλικό στρατό που κοκορεύεται κι όταν ακόμα τον ξυλίζουν,ο γερμανικός δε φιλαργυρεύεται το θαυμασμό του,αν ο αντίπαλος τον αξίζει.Δεν κατεβάζουν την ελληνική σημαία από τα φρούρια,αφήνουν τα ξίφη στους αξιωματικούς,απαγορεύουν στους στρατιώτες τους να μπουν στις στοές,ενόσω βρίσκονται μέσα φαντάροι.Παρατάσσουν ένα τιμητικό τάγμα στους πρόποδες κάποιου οχυρού και παρακαλούν το φρούραρχο να κατεβεί να το επιθεωρήσει.
Μιλάν με απορία για την ελληνική άμυνα,που την χαρακτηρίζουν ως «μεγαλειώδη».Πριν δουν από κοντά τα φρούρια,φαντάζονται πως είναι ανώτερα από τα γαλλικά της Μαζινό.Μόλις όμως τα επισκέπτονται,σαστίζουν.Πόσο λίγο προσωπικό τα υπηρετούσε!Με τι ελάχιστα κανόνια και πυρομαχικά,έδωσαν εντύπωση «μεγίστης ισχύος και αφθονίας μέσων».Η πενιχρότητα των όπλων που διέθεταν οι Έλληνες κάνει τον εχθρό να καταλάβει το ρόλο που έπαιξε η παλικαριά σ’αυτό τον αγώνα.Ο στρατηγός Μπαίμε,ο ίδιος που διεύθυνε τον κατά μέτωπο αγώνα,δεν πιστεύει τα μάτια του,όταν βλέπει το Περιθώρι με 120 μόνο φαντάρους φρουρά να έχει πιάσει 300 Γερμανούς αιχμαλώτους.Αυτό τον κάνει να πει στο μέραρχό μας πως λυπάται ότι τέτοιος στρατός σαν τον ελληνικό δεν ήτανε σύμμαχος του Άξονα παρά αντίπαλος.Μα την αλήθεια!
Ένας άλλος από τους Γερμανούς συνταγματάρχες που μάχονταν το Καρατάς,έδειξε στο φρούραρχο αυτού του οχυρού κάποιο λιβάδι,όπου το ελληνικό πυροβολικό είχε θερίσει το σύνταγμά του κατά μια νυχτερινή επίθεση,και ζήτησε να γνωρίσει τον αξιωματικό που διεύθυνε με τόση ευθυβολία τα πυρά.Ο φρούραρχος έφερε τοτε και του παρουσίασε ένα αμούστακο ανθυπολοχαγό του πυροβολικού που στάθηκε σε προσοχή.Ο Γερμανός τον διέταξε:«Ελάτε μαζί μου».Και ξεκίνησε για το λιβάδι,εμπρός αυτός,πίσω το ανθυπολοχαγάκι που απορούσε τι θ’απογινόταν.Όταν κατέβηκαν στο πεδίο της σφαγής,είδαν τους άταφους Γερμανούς ακόμα στη στάση που τους είχε βρει ο θάνατος,φριχτά ακρωτηριασμένους:πόδια κομμένα,κεφάλια ανοιγμένα στα δυο,πτώματα εδώ πολτοποιημένα από ολόσωμη οβίδα που τα παραμόρφωσε,κι εκεί στρατιώτες,που κάποιο θραύσμα,κοφτερό σα λεπίδι,τους είχε θανατώσει,χωρίς να τους βλάψει,νεαρά παιδιά με τα πρόσωπά τους ακόμα ροδοκόκκινα και γαλήνια.Ούτε πιθαμή στο γύρω χώμα δεν ήταν άβαφη από αίματα.Καμιά ανθρώπινη ψυχή δεν θα έμενε ασυγκίνητη βλέποντας τέτοιο απαίσιο θέαμα.
«Ανθυπολοχαγέ» είπε στον πυροβολητή ο Γερμανός συνταγματάρχης δείχνοντας τους νεκρούς,«αυτό το μακελειό είναι έργο δικό σας.Σε μισή ώρα μέσα μού θανατώσατε τετρακόσιους άντρες.Σας συγχαίρω!».Και τού έσφιξε το χέρι,ενώ ο Έλληνας αξιωματικός ανατρίχιασε απ’ αυτό το πρωτάκουστο παράδειγμα σκληρής καρδιάς,αλλά και στρατιωτικής αρετής…Τέτοια ώρα,μεσημέρι,εγκατέλειψαν οι φαντάροι τα Οχυρά.Οι Γερμανοί που τους σεβάστηκαν,τους άφησαν να φύγουν με τον οπλισμό τους,μόνοι,ως τις Σέρρες,όπου θα περίμεναν διαταγές
».






(Πηγή:«Ρούπελ» του Χρήστου Ζαλοκώστα).