Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Ο ηρωικός θάνατος του Γρηγόρη Αυξεντίου.


Στις 3 Μαρτίου 1957 ο εθνομάρτυρας του Κυπριακού Ελληνισμού Γρηγόρης Αυξεντίου έδινε,περικυκλωμένος στο τελευταίο καταφύγιο της ζωής του,κοντά στη Μονή Μαχαιρά,με ελάχιστους συντρόφους του την ύψιστη μάχη κατά των Άγγλων κατακτητών της Κύπρου.Την δραματικότερη περιγραφή των τελευταίων ωρών της ζωής του Αυξεντίου δίνει ο συμμαχητής του Αυγουστής Ευσταθίου.Λέγει ο Αυγουστής,μεταξύ άλλων:


«…Ο ήρωας σημασία δεν έδινε στις κλήσεις των Άγγλων και με σταθερή φωνή απαντά στους τυράννους:«Μολών λαβέ,αν έχετε καρδιά ελάτε πιο κοντά να ρίξετε τις βόμβες σας».Ο δεκανέας Μπράουν πλησίασε το σπήλαιο,εκάλεσε πάλιν τον Αυξεντίου να παραδοθή και προσεπάθει να δη τι έκαμνεν εντός του κρησφυγέτου.Κατ’ εκείνην όμως την στιγμήν αντήχησε το όπλο του «Μάστρου» και ο Άγγλος στρατιώτης σωριάστηκε νεκρός.Αμέσως τότε ένας άλλος στρατιώτης έρριψε μια χειροβομβίδα μέσα στο κρησφύγετο που εξερράγη.Πέρασαν λίγα λεπτά.Καμμιά κίνησις στο κρησφύγετο.Βάλαμε στο νουν άσχημες σκέψεις.Μήπως σκοτώθηκε ο Αυξεντίου;Μήπως τον πέτυχε κανένα βλήμα και τον τραυμάτισε σοβαρά;Θέλει άραγε βοήθεια;Μου πέρασε τότε από το μυαλό να προσπαθήσω να εμποδίσω τους Άγγλους να ρίψουν άλλες χειροβομβίδες.«Πέθανε»,είπα σε κάποιον αξιωματικόν που στεκόταν δίπλα μου,«άστε τον πια».
Αμέσως αυτός με άρπαξε από το λαιμό και μου λέγει «αφού λες πως πέθανε πήγαινε να τον βγάλης έξω».Εγώ ηρνήθην αλλ’ αυτός με κτύπησε και με βία με έσπρωξε μέχρι του στομίου του κρησφυγέτου.Πλησίασα το στόμιο και άρχισα να φωνάζω προς τον Αρχηγό μου:«Μάστρε μου,μάστρε μου,εγώ είμαι,ο Ματρόζος,μη με πυροβολήσης».
Ο Αυξεντίου ήταν ευτυχώς ζωντανός.Μπήκα στο κρησφύγετο και η πρώτη μου δουλειά ήτο να πάρω το όπλον μου και ύστερα να τον ρωτήσω αν ήταν τραυματισμένος.
Μου έδειξε μια πληγή στο λαιμό και άλλη στο γόνατο που του προκάλεσε η χειροβομβίδα.Προθυμοποιήθηκα να του δέσω τις πληγές,αλλ’ο ήρωας απήντησε ότι δεν είχαμε καιρό να χάνωμεν με τα τραύματα και να πάρω αμέσως το όπλο στο χέρι.
Πήρα το αυτόματό μου και πήρα θέσι μάχης κοντά στο στόμιο του κρησφυγέτου.Πολύ ευχαριστήθηκα που θα πολεμούσα δίπλα στον αγαπημένο μου Αρχηγό και θα θυσιαζόμουνα μαζί του.
Τότε χαρούμενος φώναξα προς τους Άγγλους:«Τώρα είμαστε δύο,τώρα ελάτε να μας πάρετε αν μπορείτε».Έρριψα μια ριπή κατά των Άγγλων.Άρχισε τότε η μάχη με διακοπές.Σε μια διακοπή ζήτησα του Μάστρου ένα τσιγάρο.Σ’ όλο το διάστημα που ήμουν με τον ήρωα δεν μου επέτρεψε να καπνίσω,διότι επηρέαζε την υγείαν μου.Όταν του ζητούσα τσιγάρο μου απαντούσε πάντοτε:«Δεν σου δίνω γιατί σε βλάπτει ρε μισκή».Και σ’ αυτές τις κρίσιμες στιγμές ο Αυξεντίου δεν έχασε το κέφι του και όταν του ζήτησα τσιγάρο χαμογελώντας μου είπε πάλι «σε βλάπτει ρε μισκή».
-Μα τώρα και να πάη μάστρε που θα πάμε εκεί πάνω; Και του έδειξα τον ουρανό.Ο Αυξεντίου χαμογελούσε διαρκώς και μου απήντησε:«Και κει πάνω να πάμε πάλι δεν δίνω τσιγάρο,γιατί σε βλάπτει».Αλλά αμέσως άλλαξε ιδέα.Πήρε το πακέτο με τα τσιγάρα και ανάψαμε από ένα.Ενώ καπνίζαμε το τσιγάρο,αναπολούσαμε το παρελθόν,τον αγώνα,τις ενέδρες μας,τα αδέλφια που χάσαμε.Ο ήρως μιλούσε με πραγματική συγκίνησι για τον αγώνα και τον Αρχηγό μας Διγενή,αλλά,παρά τον βέβαιο θάνατό του,διατηρούσε το κέφι του και διαρκώς γελούσε.Σε μια στιγμή μου λέει:«Μα στ’ αλήθεια σ’έστειλαν οι Άγγλοι,για να μου πης να παραδοθώ;».Και ο μεγάλος ήρως γελούσε με την καρδιά του και έλεγε «βρε τους χαζούς».
Οι Άγγλοι,σαν απηλπίσθησαν να περιμένουν,άρχισαν να χρησιμοποιούν κάθε μέσο,για να μας εξαναγκάσουν να βγούμεν.
Πρώτα πέταξαν πολλές πέτρες επάνω στον τσίγκο που νόμιζε κανείς ότι θα καταρρεύσουν όλα.
-Μάστρε,του είπα σε μια στιγμή,θα φύγουν οι τσίγκοι και θα’ ρθουν μέσα οι πέτρες.
-Ας τους,μ’ απήντησε ψυχραιμότατα.Ας κυλάν πέτρες.Οι τενεκέδες βαστούν.Εδιάλεξεν τους πιο καλούς ο ηγούμενος.Ύστερα μας έρριψαν δακρυγόνους βόμβας και το κρησφύγετον γέμισε αέρια.
Βρέξαμε τα μαντήλια μας με νερό και σκεπάσαμε τα μάτια μας.Ταυτόχρονα όμως η ακοή μας ήταν προσηλωμένη στις κινήσειςτων Άγγλων.Τους ακούγαμε καθαρά να πλησιάζουν προς την είσοδον του κρησφυγέτου.Μόλις έφθασαν σε σημείο που ήσαν ευπρόσβλητοι ο Αυξεντίου τους πετούσε χειροβομβίδες ή έλεγε σε μένα:«Βούννα τους μία εσύ βρε Ματρόζο» και τους έρριχνα εγώ.
Η άμυνά μας ήταν πάντοτε αποτελεσματική.Όχι μόνον απεμακρύνοντο ύστερα από κάθε χειροβομβίδα που τους πετάγαμε,αλλά ακούγαμε και κραυγές πόνου και βογγητά μετά το σκάσιμο των χειροβομβίδων μας.Ο Αρχηγός συνιστούσε διαρκώς αυστηρή οικονομία στα πυρομαχικά.Μου ετόνιζε:«Πρέπει να χρησιμοποιούνται με αποτέλεσμα.Πρέπει να πιστεύουν οι Άγγλοι πως παρακολουθούμε και διευθύνουμε την μάχη με απόλυτη ψυχραιμία.Αν κάμνωμε άσκοπη χρήσι οι Άγγλοι θα καταλάβουν πως έσπασε το ηθικό και τα νεύρα μας.Εάν με κάθε τουφεκιά ή χειροβομβίδα έχουν απώλειες τότε δεν θα μπορούν να μας κτυπήσουν αποτελεσματικά και έτσι θα κρατήσουμε τη μάχη περισσότερο διάστημα.Στην εξέλιξιν της μάχης μπορεί να δημιουργηθούν συνθήκες που θα μας επιτρέψουν έξοδο.Διά την περίπτωσιν αυτή πρέπει να έχουμε αρκετά πυρομαχικά».
Σε λίγο οι Άγγλοι επεχείρησαν δύο σφοδρότατες εναντίον μας επιθέσεις με καταιγιστικά πυρά όλων των όπλων που διέθετον.Με την απόλυτα όμως ψύχραιμη και συνετή εκτίμησιν των εκάστοτε φάσεων της μάχης από τον Αυξεντίου και με την αποτελεσματικότητα των πυρών μας,στις κατάλληλες μόνον στιγμές,αναγκάσαμεν τον εχθρόν να υποχωρήση και να απομακρυνθή.
Όταν υπεχώρησαν οι Άγγλοι,μετά την δεύτερην επίθεσίν τους,μου έδωσε εντολή ο Μάστρος να χρησιμοποιήσω τη μοναδική καπνογόνο βόμβα που διαθέταμε και να είμαι έτοιμος,μόλις θα γινότανε η έκρηξις και θα μας εκάλυπτε πλέον ο καπνός,να πεταχτώ αμέσως έξω πυροβολώντας,για να μ’ακολουθήση και ο ίδιος και να πραγματοποιήσουμε την έξοδο που είχε σχεδιάσει.
Χωρίς χρονοτριβή πλησίασα το στόμιο και πέταξα την καπνογόνο βόμβα,η οποία εξερράγη και σκέπασε με πυκνό καπνό όλο το χώρο.Δυστυχώς όταν ετοιμάστηκα να πεταχτώ έξω και έβαλα το χέρι μου στην σκανδάλη του όπλου αντελήφθηκα ότι τούτο ήταν στην ασφάλεια και μ’ όλο που προσπάθησα αμέσως,δεν μπόρεσα να το ξαναφέρω εύκολα σε κατάσταση βολής.Βράδυνα τόσο που άρχισε πλέον ο καπνός να διαλύεται.
Ανυπόμονος με ρώτησε γιατί βραδύνω.Μόλις δε του ανέφερα το λόγο μου είπε στενοχωρημένος λίγο:
-Εχάσαμε μιαν ευκαιρία βρε Ματρόζο.
-Δεν πειράζει Μάστρε,κάθε εμπόδιο για καλό,του απήντησα.
Δεν είχα τελειώσει ακόμη τα λόγια μου και αμέσως ακούστηκαν τρεις ανατινάξεις,απ’τις οποίες η μια τόσο πολύ κοντά μας που με μισοσκέπασε με τα χώματα που τινάχτηκαν.
Ήρθε αμέσως κοντά μου,απομάκρυνε τα χώματα από πάνω μου και με την στοργήν,με την οποίαν με φρόντιζε πάντοτε με ρώτησε:«Είσαι εν τάξει ρε μισκή;Μήπως εκτύπησες;».Κι όταν του είπα πως δεν έχω τίποτε μου σύστησε να προσέχω.
-Τι τώρα,του απήντησα,Μάστρε,τι ύστερα.
-Όχι,μου είπε σκεφτικός,χρειάζεσαι ακόμη.
Έπειτα από τις ανατινάξεις με κατέλαβε ένα αίσθημα ενθουσιασμού.Τις προηγούμενες νύχτες είχα διαβάσει τα «Φλογισμένα Ράσα» του Μελά και μέσα μου ξαφνικά ζωντάνεψαν όλες οι εικόνες του Παπαφλέσσα.Επηρεασμένος απ’ αυτές είπα του Μάστρου μου:
-Δεν μας βγάζουν πια Μάστρε απ’ εδώ.Και μόλις νυχτώσει θα τους φύγουμε.
Τόση ήταν η βεβαιότητά μου πως θα διαφεύγαμε την ερχόμενη νύχτα ώστε άρχιζα να ετοιμάζω ό,τι χρειαζόταν να πάρουμε μαζί μας•τις γαλότσες,επιδέσμους και άλλα μικροπράγματα.Και όταν τα τακτοποίησα όλα γύρισα και του είπα:
-Αλλά κι αν πεθάνουμε Μάστρε,δεν πειράζει,οι άλλοι θα συνεχίσουν τον αγώνα.
-Δεν πεθάναμε ακόμα,μου απήντησε,σαν να μη περνούσε από το μυαλό του η σκέψη του θανάτου.Δεν σημαίνει όμως τίποτε εάν έρθουν τα γεγονότα έτσι που θα πρέπει να πεθάνουμε.Μήπως δεν το ξέραμε από την πρώτη στιγμή του αγώνος ότι ο θάνατος μας παραμονεύει σε κάθε βήμα;Μήπως αυτό δεν είναι το καθήκον μας;Να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας έστω και με τον θάνατόν μας.
Με τον ενθουσιασμό που εξακολουθούσε να με κατέχει,όταν τελείωσε,του είπα πωςείμαι σίγουρος πως θα διαφεύγαμε,μόλις θα νύχτωνε.Μέχρι την στιγμή εκείνη,περασμένο το μεσημέρι,δεν μπόρεσαν να μας θέσουν εκτός μάχης.
-Έχουν κι άλλα μέσα πολλά και διάφορα ακόμα και θα τα χρησιμοποιήσουν όλα εναντίον μας,απήντησε με την απόλυτη γαλήνη που πάντα ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.Και το επανέλαβε,σαν να προφήτευε όσα θα ακολουθούσαν.
Δεν είχαμε τελειώσει την κουβέντα και άρχισε να τρέχη μέσα στο κρησφύγετο ένα υγρό που γινόταν αφθονώτερο σιγά-σιγά και σε λίγο κατέκλυσε το κρησφύγετο.Πριν προφτάσουμε να καλοσκεφτούμε η μυρουδιά της βενζίνης μάς αποκάλυψε τις τελευταίες τραγικές στιγμές της ζωής μας.
-Είναι βενζίνα,Μάστρε μου,του είπα.Θα μας κάψουν ζωντανούς.
Δεν πρόλαβα να τελειώσω την φράσιν μου όταν έσκασαν τρεις εμπρηστικές βόμβες η μια κατόπιν της άλλης και μετεβλήθη το κρησφύγετο σε φλεγόμενη κάμινο.
Βρισκόμουν την στιγμήν εκείνη γονατιστός κοντά στο στόμιο του κρησφυγέτου και οι φλόγες κάλυψαν τα μαλλιά μου και το δεξί μέρος του προσώπου μου.Κάλυψα το πρόσωπο με τα χέρια μου,αλλά αισθάνθηκα να καίονται κι αυτά.Ο μάστρος βρισκόταν στο βάθος του κρησφυγέτου,ανάμεσα στις φλόγες που τον είχαν ζωσμένον από παντού.Και όμως και στην απελπιστικήν εκείνην στιγμήν η όψη του δεν είχε υποστή καμμιά κάμψη.Με το ίδιο ατάραχο και αποφασιστικό ύφος και με πολλή στοργή και αγάπη,μόλις τον κοίταξα τρομαγμένος,άκουσα από το στόμα του τα τελευταία του λόγια,που δεν ήταν άλλα από την τόσο αγαπημένη από μένα φράση του,η οποία πάντοτε υπήρξε για με πηγή εμπνεύσεως και κουράγιου:«Μη φοβάσαι,Ματρόζο,μη φοβάσαι
».

Ο Ευσταθίου προ του κινδύνου βγήκε αθέατος από το φλεγόμενο καταφύγιο,όμως συνελήφθη λίγο μετά.Ο πατέρας του Γρηγόρη Αυξεντίου κατόρθωσε να αναγνωρίσει τον γιο του μόνο από ένα παλιό σημάδι στο πέλμα του ενός ποδιού,καθώς το υπόλοιπο σώμα του ήταν φρικτά παραμορφωμένο,κομματιασμένο και απανθρακωμένο.Οι δε Άγγλοι κατέβαλαν,με πολλούς κόπους,προσπάθειες να αποδώσουν τον θάνατο του Αυξεντίου σε αυτοκτονία,ελπίζοντας μάταια ότι έτσι θα μείωναν τη δόξα του και θα νόθευαν τον ηρωισμό του.Ωστόσο,βρέθηκαν και μεμονωμένοι Άγγλοι που εξήραν τον ηρωισμό του Κύπριου αγωνιστή.






(Πηγή:«Ζήδρος» του Σπύρου Παπαγεωργίου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.