Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2009

Ο Επιτάφιος θρήνος των Λαζαρίνων.

Ένα από τα αγνά και γραφικά παλαιά έθιμα,που διατηρείται σε ορισμένα χωριά του Νομού Κοζάνης(κυρίως στην Αιανή),είναι οι «Λαζαρίνες».Λαζαρίνες ονομάζονται τα κορίτσια,τα οποία συμμετέχουν στις τριήμερες λαϊκές εορταστικές εκδηλώσεις που αρχίζουν την Παρασκευή,παραμονή του Λαζάρου,κορυφώνονται το Σάββατο του Λαζάρου και λήγουν την Κυριακή των Βαΐων.Την Παρασκευή μπροστά στην εικόνα του Χριστού,αφού προσκυνήσουν,ψάλλουν ένα είδος λαϊκού επιταφίου σε σκοπό λυπητερό,όπως είναι και το περιεχόμενό του,που ομοιάζει με πραγματικό μοιρολόγι και θρήνο.Παρατίθεται το άσμα ολόκληρο,όπως το έψαλλαν παλαιότερα με κατάνυξη οι Λαζαρίνες(σήμερα τραγουδούν μια σύντομη παραλλαγή του) και οι γυναίκες του Τσαρσαμπά(της περιοχής νοτιοανατολικώς της Κοζάνης) και της περιοχής των Γρεβενών στον Επιτάφιο:


«Τώρα Μεγάλη Σαρακοστή,τώρα μεγάλες μέρες.
Τώρα λένε το Άγιος ο Θεός και τα’Άγιο Κύργ’ ελέησον.
Όποιος το λέει σώνεται κι όποιος τα’ ακούει αγιάζει
κι όποιος το καλοαφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει
Παράδεισο και λειτουργιά κάτω στο μοναστήρι.
Ο Κύριός μας θέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό,για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
την προσευχή της έκανε για το μονογενή της.
Ακούει βροντές και αστραπές και ταραχές μεγάλες
βγαίνει στην πόρτα για να δει,στη γειτονιά να μάθει.
Βλέπει τον ουρανό θολό και τάστρα βουρκωμένα
και το φεγγάρι το λαμπρό στο αίμα βουτηγμένο.
Φωνή της ήρθ’ εξ ουρανού κι απ’ αρχαγγέλλου στόμα.
-Σώσε κυρά μ’ τις προσευχές,σώσε και τις μετάνοιες
τον γιο σου τον επιάσανε οι άνομοι Εβραίοι
οι άνομοι παράνομοι και τρισκαταραμένοι.
Σαν τάκουσε η Παναγιά πέφτει,λιγοθυμάει.
Σταμνιά νερό την περιχούν,τρία κανιά του μόσχου
τέσσερα του ροδόσταμου,ώσπου να συνεφέρει.
Σαν συνεφέρει κι ύστερα αυτό το λόγο λέει:
-Ας έλθει η Μαγδαληνή κι η θειά η Ελισάβετ,
να πάμε να τον εύρουμε προτού μας τον σταυρώσουν,
πριν μας τον βάλουν στα καρφιά και μας τον θανατώσουν.
Παίρνουν το δρόμο,το δρομί,δρομί το μονοπάτι
και το δρομί τις έβγαλε στου τσίγγανου την πόρτα.
-Καλημέρα σου τσίγγανε και τ’είν’ αυτά που κάνεις;
-Κάποιον θε να σταυρώσουνε και τα καρφιά του κάνω.
Αυτοί μου είπαν τέσσερα κι εγώ τα κάνω πέντε.
Τα δυο να μπουν στα χέρια του,τ’ άλλα τα δυο στα πόδια
το πέμπτο το φαρμακερό να μπει μεσ’ στην καρδιά του.
Να τρέξει αίμα και χολή να πληγωθεί η καρδιά του,
Σαν τ’άκουσε η Παναγιά,πέφτει,λιγοθυμάει
σταμνιά νερό την περιχούν,τρία κανιά του μόσχου
τέσσερα του ροδόστομου,ώσπου να συνεφέρει.
Σαν συνεφέρει κι ύστερα αυτό το λόγο λέει:
-Ανάθεμά σε τσίγγανε κι εσύ και η δουλειά σου.
Ψωμί να μη βρεθεί να φας και στάχτη στη γωνιά σου
κι αν σαραντίση ο τόπος σου σκουλήκια να σε φάνε.
Παίρνουν το δρόμο,το δρομί,δρομί το μονοπάτι
το μονοπάτι τσ’ έβγαλε στο σπίτι του Πιλάτου.
Βλέπουν τις πόρτες σφαλιστές και τα κλειδιά παρμένα.
-Ανοίξτε πόρτες του ληστή και πόρτες του Πιλάτου
για νάμπει μέσα η Παναγιά και νάβρει τον υιό της.
Κι οι πόρτες απ’το φόβο τους ανοίξαν μοναχές τους.
Μπαίνει μπροστά η Παναγιά μόνη και μοναχή της.
Κοιτάει δεξιά,κοιτάει ζερβά κανέναν δεν γνωρίζει.
Κοιτάει και δεξιώτερα,βλέπει τον Ιωάννη.
-Αϊ-Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου
μην είδες τον υιόκα μου και σε διδάσκαλό σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω,χείλη να σου μιλήσω
δεν έχω χειροπάλαμο για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό τον παραπονεμένο
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγένο;
Εκείνος είναι ο γιόκας σου και με διδάσκαλός μου.
Σαν τάκουσε η Παναγιά,πέφτει λιγοθυμάει.
Σταμνιά νερό την περιχούν,τρία κανιά του μόσχου,
τέσσερα του ροδόσταμου ώσπου να συνεφέρει.
Σαν συνεφέρει κ’ ύστερα αυτό το λόγο λέει:
-Δεν είν’ μαχαίρι να σφαχτώ,γκρεμός να πάω να πέσω;
Δεν είν’ αργυροψάλιδο να κόψω τα μαλλιά μου;
Τότ’ αποκρίθηκε ο Χριστός με πικραμένα λόγια:
-Μάνα σαν θα σφαχτείς εσύ σφάζονται όλες οι μάνες.
Μάνα σαν γκρεμιστείς εσύ,γκρεμίζονται όλες οι μάνες.
Μάνα,σαν κόψεις τα μαλλιά,τα κόβουν όλες οι μάνες.
Σύρε μάνα μ’ στο σπίτι μας και στην καλή την ώρα,
βάλε κρασί στο μαστραπά κι αφράτο παξιμάδι
και κάτσε και μακάρισε το γιο σου παλληκάρι.
Κατά το μέγα Σάββατο,κατά το μεσονύχτι,
όταν σημαίνουν οι εκκλησιές και ψάλλουν οι παπάδες
τότε και συ μανούλα μου νάχεις χαρές μεγάλες.

Όποιος τ’ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το καλοφουγκραστεί παράδεισο θα λάβει
».





(Πηγή:«Οι Λαζαρίνες» του Κωνσταντίνου Ευαγ. Σιαμπανόπουλου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.