Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

Αποσπάσματα από την πραγματεία «περί ευθυμίας» του Πλουτάρχου.

α.«…Ώσπερ ουν ο Ξενοφών παρήνει των θεών ευτυχούντας μάλιστα μεμνήσθαι και τιμάν,όπως,όταν εν χρεία γενώμεθα,θαρρούντες αυτούς παρακαλώμεν ως ευμενείς όντας ήδη και φίλους,ούτω και των λόγων,όσοι προς τα πάθη βοηθούσι,δει προ των παθών επιμελείσθαι τους νουν έχοντας,ιν’εκ πολλού παρεσκευασμένοι μάλλον ωφελώσιν.ως γαρ οι χαλεποί κύνες προς πάσαν εκταραττόμενοι βοήν υπό μόνης καταπραΰνονται της συνήθους,ούτω και τα πάθη τα της ψυχής διαγριαινόμενα καταπαύσαι ραδίως ουκ εστίν,αν μη λόγοι παρόντες οικείοι και συνήθεις επιλαμβάνωνται των ταραττομένων».
(Γι’αυτό,όπως συμβούλευε ο Ξενοφών ότι σε περιόδους ευτυχίας πρέπει να θυμόμαστε ιδιαίτερα τους θεούς και να τους τιμούμε,έτσι ώστε,όταν βρεθούμε στην ανάγκη,να μπορούμε να τους επικαλεστούμε με τη σκέψη πως είναι ήδη ευμενείς και φιλικοί,έτσι και με το πάθος των σκέψεων που βοηθούν στον έλεγχο των παθών,οι νουνεχείς πρέπει να τις προσέχουν,προτού αναφανούν τα πάθη,ώστε,όντας έτοιμες από πολύ πριν,η βοήθειά τους να μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική.Όπως,δηλαδή,τα άγρια σκυλιά ερεθίζονται με κάθε ξένη φωνή και ηρεμούν μόνο με τη γνωστή,έτσι και τα πάθη της φωνής,όταν αγριέψουν,δεν κατασιγάζουν εύκολα,παρά μόνο αν υπάρχουν έτοιμες για χρήση γνωστές και οικείες σκέψεις που να χαλιναγωγούν τα ταραγμένα πάθη).

β.«Ου γαρ η συνήθεια ποιεί τοις ελομένοις τον άριστον βίον ηδύν ως τις είπεν,αλλά το φρονείν άμα τον αυτόν βίον ποιεί και άριστον και ήδιστον».
(Δεν κάνει,δηλαδή,η συνήθεια την άριστη ζωή ευχάριστη γι’αυτούς που την έχουν επιλέξει,όπως έχει πει κάποιος,αλλά η φρόνηση κάνει την ίδια ζωή ταυτόχρονα και άριστη και ευχάριστη).

γ.«[Τοις πράγμασιν γαρ ουχί θυμούσθαι χρεών μέλει γαρ αυτοίς ουδέν•αλλ’ουντυγχάνων τα πράγματ’ορθώς αν τιθή,πράξει καλώς].Κυβεία γαρ ο Πλάτων τον βίον απείκασεν,εν ω και βάλλειν δει τα πρόσφορα,και βαλόντα χρήσθαι καλώς τοις πεσούσι.τούτων δε το μεν βάλλειν ουκ εφ’ημίν,το δε προσηκόντως δέχεσθαι τα γινόμενα παρά της τύχης και νέμειν εκάστω τόπον,εν ω και το οικείον ωφελήσει μάλιστα και το αβούλητον ήκιστα λυπήσει τους επιτυγχάνοντας,ημέτερον έργον εστίν,αν ευ φρονώμεν».
([Δεν πρέπει με τις καταστάσεις να θυμώνουμε•αυτές δεν νοιάζονται καθόλου•εκείνος,όμως,που ,όσα τού τυχαίνουν,σωστά θα χρησιμοποιήσει,θα ευτυχήσει].Ο Πλάτων,επί παραδείγματι,παρομοίασε την ζωή με το παιχνίδι των κύβων,κατά το οποίο πρέπει όχι μόνο να φέρνουμε το συμφερότερο αποτέλεσμα στο ρίξιμο των κύβων,αλλά,αφού το φέρουμε,να χρησιμοποιούμε σωστά αυτό που μάς έτυχε.Με τις περιστάσεις,όμως,αν και δεν είναι στο χέρι μας να ρίξουμε και να φέρουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε,ωστόσο,έργο δικό μας είναι,αν είμαστε σώφρονες,να δεχτούμε με τον κατάλληλο τρόπο,ό,τι φέρνει η τύχη και να δώσουμε στο κάθε γεγονός την θέση,στην οποία και εκείνο που μάς είναι επιθυμητό θα μάς είναι ωφελιμότατο και εκείνο που μάς είναι ανεπιθύμητο θα μάς βλάψει όσο λιγότερο γίνεται).

δ.«Έξεστι γαρ μεθιστάναι την τύχην εκ των αβουλήτων.εφυγαδεύθη Διογένης•«ουδ’ούτως κακώς» •ήρξατο γαρ φιλοσοφείν μετά την φυγήν.Ζήνωνι τω Κιτιεί μία ναυς περιήν φορτηγός•πυθόμενος δε ταύτην αυτόφορτον απολωλέναι συγκλυσθείσαν «εύγ’» είπεν«ω τύχη ποιείς,εις τον τρίβωνα και την στοάν συνελαύνουσ’ημάς».Τι ουν κωλύει μιμείσθαι τούτους;».
(Είναι,δηλαδή,δυνατό να αλλάξουμε την κατεύθυνση της τύχης,όταν μάς έχει δώσει πράγματα που δεν θέλουμε.Ο Διογένης εξορίστηκε•«δεν ήταν κι άσχημα τελικά!»,γιατί μετά την εξόρισή του άρχισε να φιλοσοφεί.Στον Ζήνωνα τον Κιτιέα είχε απομείνει μόνο ένα φορτηγό πλοίο•όταν έμαθε ότι το πλοίο βυθίστηκε μαζί με όλο του το φορτίο,φώναξε:«Ωραία τα έκανες,τύχη,που με σπρώχνεις στον τρίβωνα και την στοά».Τι μάς εμποδίζει,λοιπόν,να μιμηθούμε τους παραπάνω;).

ε.«Ώσπερ ουδέ Στίλπωνα των κατ’αυτόν φιλοσόφων ιλαρώτατα ζην ακόλαστος ουσ’η θυγάτηρ•αλλά και Μητροκλέους ονειδίσαντος «εμόν ουν» έφη«αμάρτημα τούτ’εστίν ή εκείνης;» ειπόντος δε του Μητροκλέους «εκείνης μεν αμάρτημα σον δ’ατύχημα»«πώς λέγεις;»είπεν«ουχί τα αμαρτήματα και διαπτώματ’εστί;»«πάνυ μεν ουν»έφη.«τα δε διαπτώματ’ουχ ων διαπτώματα,και αποτεύγματα;»συνωμολόγησεν ο Μητροκλής.«τα δ’αποτεύγματ’ουχ ων αποτεύγματ’,ατυχήματα;» πράω λόγω και φιλοσόφω κενόν αποδείξας ύλαγμα την του κυνικού βλασφημίαν».
(Όπως και οι ακολασίες της κόρης του δεν εμπόδιζαν τον Στίλπωνα να ζει την πιο χαρούμενη ζωή απ’όλους τους φιλοσόφους της εποχής του•αντίθετα,όταν τον κατηγόρησε ο κυνικός φιλόσοφος Μητροκλής,τον ρώτησε:«Είναι δικό μου το σφάλμα ή δικό της;».Ο Μητροκλής απάντησε:«Το σφάλμα είναι δικό της,αλλά η δυστυχία δική σου»,οπότε ο Στίλπων τού είπε:«Τί εννοείς;Τα σφάλματα δεν είναι και ολισθήματα;»«Είναι βέβαια»,τού είπε ο Μητροκλής.«Και δεν είναι τα ολισθήματα ατυχήματα για κείνους που είχαν το ολίσθημα;».Ο Μητροκλής συμφώνησε.«Και δεν είναι τα ατυχήματα δυστυχίες για κείνους που είχαν το ατύχημα;».Με το ήπιο και φιλοσοφικό αυτό επιχείρημα απέδειξε ότι οι προσβολές του Κυνικού ήταν μόνο γαβγίσματα).

στ.«Τους δε πολλούς ου μόνον τα των φίλων και οικείων αλλά και τα των εχθρών ανιά και παροξύνει κακά…το μεν ουν απευθύνειν ταύτα μη νόμιζε σον έργον είναι μηδ’άλλως ράδιον•αν δ’ως τοιούτοις αυτοίς πεφυκόσι χρώμενος,ώσπερ ιατρός οδοντάγραις και αγκτήρσιν,ήπιος φαίνη και μέτριος εκ των ενδεχομένων,ευφρανεί τη ση διαθέσει μάλλον ή λυπήσει ταις ετέρων αηδίαις και μοχθηρίαις,ώσπερ κύνας αν υλακτώσι…».
(Οι περισσότεροι άνθρωποι,πάντως,ενοχλούνται κι εκνευρίζονται με τα ελαττώματα όχι μόνο των φίλων και συγγενών τους,αλλά και των εχθρών τους…μη θεωρείς,επομένως,δική σου δουλειά να διορθώσεις τούτα-πράγμα,άλλωστε,όχι εύκολο.Αν,όμως,τα μεταχειριστείς σύμφωνα με τη φύση τους,όπως ο γιατρός χρησιμοποιεί οδοντάγρες και λαβίδες,αν δείχνεις όσο μεγαλύτερη ηπιότητα και αυτοσυγκράτηση μπορείς,θα έχεις μεγαλύτερη ευχαρίστηση για την δική σου ψυχική κατάσταση,απ’ό,τι στενοχώρια για τον απεχθή χαρακτήρα και την κακοήθεια εκείνων των άλλων και θα σκέφτεσαι ότι δεν κάνουν παρά αυτό που ταιριάζει στη φύση τους,όπως τα σκυλιά που γαβγίζουν).

ζ.«Ως γαρ εν τω πυρέττειν πικρά πάντα και αηδή φαίνεται γενομένοις,αλλ’όταν ίδωμεν ετέρους τα αυτά προσφερομένους και μη δυσχεραίνοντας,ουκέτι το σιτίον ουδέ το ποτόν αλλ’αυτούς αιτιώμεθα και την νόσον,ούτως και τοις πράγμασι παυσόμεθα μεμφόμενοι και δυσχεραίνοντες,αν ετέρους τα αυτά προσδεχομένους αλύπως και ιλαρώς ορώμεν»
(Όπως,λοιπόν,όταν έχουμε πυρετό,ό,τι τρώμε μάς φαίνεται πικρό και δυσάρεστο στη γεύση,αλλά,όταν βλέπουμε άλλους να τρώνε το ίδιο πράγμα και να μην τούς προκαλεί δυσαρέσκεια,δεν συνεχίζουμε πια να κατηγορούμε το φαΐ και το ποτό,αλλά κατηγορούμε εμάς και την αρρώστια μας,έτσι θα σταματήσουμε να κατηγορούμε και να δυσφορούμε με τις περιστάσεις,αν δούμε άλλους να δέχονται τα ίδια γεγονότα χαρωπά και χωρίς να στενοχωριούνται).

η.«Μανικόν γαρ εστί τοις απολλυμένοις ανιάσθαι μη χαίρειν δε τοις σωζομένοις,αλλ’ώσπερ τα μικρά παιδάρια,από πολλών παιγνίων αν εν τις αφέληται τι,και τα λοιπά πάντα προσρίψαντα κλαίει και βοά,τον αυτόν τρόπον ημάς περί εν οχληθέντας υπό της τύχης και τάλλα πάντα ποιείν ανόνητα εαυτοίς οδυρομένους και δυσφορούντας».
(Είναι,δηλαδή,παρανοϊκό να στενοχωριέται κάποιος γι’αυτό που χάθηκε και να μη χαίρεται γι’αυτό που σώθηκε,αλλά,όπως τα μικρά παιδιά,που,αν κάποιος τούς πάρει ένα από τα πολλά τους παιχνίδια,πετάνε κι όλα τα υπόλοιπα και κλαίνε και φωνάζουν,με τον ίδιο τρόπο κι εμείς,όταν μάς ενοχλήσει η τύχη σ’ένα ζήτημα,αχρηστεύουμε κι όλα τα άλλα με οδυρμούς και στενοχώριες).

θ.«Ευθυμήσομεν δε τούτοις μάλλον παρούσιν,αν μη παρόντων αυτών φαντασίαν λαμβάνωμεν,αναμιμνήσκοντες αυτούς πολλάκις,ως ποθεινόν εστίν υγεία νοσούσι και πολεμουμένοις ειρήνη και κτήσασθαι δόξαν εν πόλει τηλικαύτη και φίλους αγνώτι και ξένω,και το στέρεσθαι γενομένων ως ανιαρόν».
(Θα νιώσουμε περισσότερη ψυχική γαλήνη γι’αυτά που έχουμε,αν φανταστούμε πως δεν τα έχουμε•αν θυμίζουμε στους εαυτούς μας,πόσο ποθητή είναι η υγεία για τους αρρώστους,η ειρήνη γι’αυτούς που πολεμούν και η απόκτηση φήμης και φίλων σε τόσο σπουδαία πόλη(ενν.μάλλον η Ρώμη) για τον ξένο•και πόσο οδυνηρό είναι να τα στερηθείς,ενώ κάποτε τα είχες).

ι.«Καίτοι και τούτο μέγα προς ευθυμίαν εστί,το μάλιστα μεν αυτόν επισκοπείν και τα καθ’αυτόν,ει δε μη,τους υποδεεστέρους αποθεωρείν και μη,καθάπερ οι πολλοί προς τους υπερέχοντας αντιπαρεξάγουσιν.οίον ευθύς οι δεδεμένοι ευδαιμονίζουσι τους λελυμένους… Όταν ουν πάνυ θαυμάσης ως κρείττονα τον εν τω φορείω κομιζόμενον,υποκύψας θέασαι και τους βαστάζοντας…»

(Ωστόσο συμβάλλει ιδιαίτερα στην ψυχική γαλήνη να εξετάζει κάποιος,αν είναι δυνατόν,τον εαυτό του και όσα τον αφορούν,αλλά,αν τούτο δεν είναι δυνατόν,να παρατηρεί ανθρώπους που βρίσκονται σε χειρότερη μοίρα και όχι,όπως κάνουν οι περισσότεροι,να συγκρίνει τον εαυτό του με εκείνους που υπερέχουν•όπως,για παράδειγμα,οι φυλακισμένοι θεωρούν τυχερούς εκείνους που ελευθερώθηκαν…Όποτε,λοιπόν,θαυμάσεις υπερβολικά κάποιον που μεταφέρεται πάνω στο φορείο του ως ανώτερό σου,χαμήλωσε τα μάτια σου και κοίταξε εκείνους που κουβαλούν το φορείο).

κ.«Οίνος τε και σαρκών εμφορήσεις σώμα μεν ισχυρόν ποιούσι και ρωμαλέον,ψυχήν δ’ασθενή».
(Το κρασί και η υπερβολική κρεοφαγία κάνουν πραγματικά το σώμα δυνατό και ρωμαλέο,αλλά την ψυχή αδύναμη).

λ.«Όθεν ου πάντα πάντων εστίν,αλλά δει τω Πυθικώ γράμματι πειθόμενον αυτόν καταμαθείν,είτα χρήσθαι προς εν ο πέφυκε,και μη προς άλλον άλλοτε βίου ζήλον έλκειν και παραβιάζεσθαι την φύσιν».
(Γι’αυτό δεν είναι όλα για όλους,αλλά πρέπει κάποιος,υπακούοντας στην Πυθική επιγραφή,να γνωρίσει τον εαυτό του και μετά να δοθεί σε εκείνο το ένα πράγμα,για το οποίο η φύση τον έκανε κατάλληλο,και να μη βιάζει την φύση σέρνοντας τον εαυτό του να μιμείται πότε το ένα είδος ζωής και πότε το άλλο).

μ.«Ουδέ γαρ οι δρομείς,ότι μη τους των παλαιστών φέρονται στεφάνους αθυμούσιν,αλλά τοις αυτών αγάλλονται και χαίρουσι».
(Οι δρομείς,φυσικά,δεν στενοχωριούνται,επειδή δεν παίρνουν στεφάνια παλαιστών,αλλά αγάλλονται και χαίρονται με τα δικά τους).

ν.«Νυν δε την μεν άμπελον σύκα φέρειν ουκ αξιούμεν ουδέ την ελαίαν βότρυς».
(Όπως έχουν,όμως,τώρα τα πράγματα,δεν περιμένουμε από το κλήμα να κάνει σύκα ούτε από την ελιά να κάνει σταφύλια).

ξ.«Ούτως εις την των κακών μνήμην υπορρυέντες ανενεγκείν μη θέλωσι μηδ’αναπνεύσαι.δει δ’ώσπερ εν πινακίω χρωμάτων εν τη ψυχή των πραγμάτων τα λαμπρά και φαιδρά προβάλλοντας αποκρύπτειν τα σκυθρωπά και πιέζειν.εξαλείψαι γαρ ουκ εστί παντάπασιν ουδ’απαλλαγήναι •«παλίντροπος γαρ αρμονίη κόσμου,όκωσπερ λύρης και τόξου»,και των ανθρωπίνων καθαρόν ουδέν ουδ’αμιγές.αλλ’ώσπερ εν μουσική βαρείς φθόγγοι και οξείς εν δε γραμματική φωνήεντα και άφωνα γράμματα,μουσικός δε και γραμματικός ουχ ο θάτερα δυσχεραίνων και υποφεύγων αλλ’ο πάσι χρήσθαι και μειγνύναι προς το οικείον επιστάμενος,ούτω και των πραγμάτων αντιστοιχίας εχόντων(επεί κατά τον Ευριπίδην «ουκ αν γένοιτο χωρίς εσθλά και κακά,αλλ’έστι τις σύγκρασις,ώστ’έχειν καλώς»)».
(Όταν οι άνθρωποι γλιστρούν και πέφτουν στην ανάμνηση των δυστυχιών τους,δεν θέλουν να συνέλθουν ή να αναπνεύσουν.Όμως,όπως με τα χρώματα σε έναν πίνακα,έτσι και στην ψυχή είναι καλό να προβάλλουμε τις λαμπερές και χαρούμενες εμπειρίες και να κρύβουμε και να πνίγουμε τις σκυθρωπές•το να τις σβήσουμε,άλλωστε,και να απαλλαγούμε εντελώς από αυτές είναι αδύνατον.«Γιατί η αρμονία του σύμπαντος,όπως αυτή ανάμεσα στη λύρα και στο τόξο,επιτυγχάνεται μέσα από τις εναλλαγές»[είναι ρήση του Ηρακλείτου,που επικαλείται εδώ ο Πλούταρχος]και στα ανθρώπινα πράγματα δεν υπάρχει τίποτα καθαρό και αμιγές.Όμως,όπως στη μουσική υπάρχουν χαμηλοί και ψηλοί φθόγγοι,και,όπως στη γραμματική υπάρχουν φωνήεντα και σύμφωνα,κι ωστόσο μουσικός ή γραμματικός δεν είναι ο άνθρωπος που αντιπαθεί και αποφεύγει το ένα ή το άλλο,αλλά μάλλον αυτός που ξέρει πώς να τα χρησιμοποιεί όλα και να τα αναμειγνύει σωστά,έτσι και στα ανθρώπινα,που είναι σε αντίθεση το ένα προς το άλλο(αφού,κατά τον Ευριπίδη,«αδύνατο να χωριστούν καλό και κακό,αλλά κάποια μείξη τους υπάρχει κι έτσι πετυχαίνεται το ωραίο»).

ο.«[Ουδέν πέπονθας δεινόν αν μη προσποιή](ρήση του Μενάνδρου που επικαλείται εδώ ο Πλούταρχος] τί γαρ προς σε εστί,φησίν,αν μήτε σαρκός άπτηται μήτε ψυχής,οίον εστί δυσγένεια πατρός ή μοιχεία γυναικός ή στεφάνου τινος ή προεδρίας αφαίρεσις,ων ου κωλύεται παρόντων άνθρωπος και το σώμα βέλτιστα διακείμενον έχειν και την ψυχήν;…ο Δημήτριος την Μεγαρέων πόλιν καταλαβών ηρώτησε τον Στίλπωνα,μη τι των εκείνου διήρπασται•και ο Στίλπων έφη μηδέν’ιδείν «ταμά» φέροντα.και τοίνυν της τύχης πάντα τάλλα λεηλατούσης και περιαιρουμένης,έχομεν τι τοιούτον εν εαυτοίς «οίον κ’ούτε φέροιεν Αχαιοί ούτ’αν άγοιεν» (από τον Όμηρο η φράση).
([Κανένα κακό δεν έπαθες,αν δεν το κάνεις δικό σου]-τί σε αφορά,δηλαδή,εννοεί,αν δεν αγγίζουν ούτε το σώμα ούτε την ψυχή σου,η ταπεινή καταγωγή του πατέρα σου,η μοιχεία της γυναίκας σου,η στέρηση στεφανιού ή των μπροστινών καθισμάτων,αφού,όταν υπάρχουν αυτά,δεν εμποδίζουν τον άνθρωπο να έχει και το σώμα και την ψυχή του στην καλύτερη κατάσταση;…Όταν ο Δημήτριος κατέλαβε την πόλη των Μεγαρέων,ρώτησε τον Στίλπωνα,αν τού είχαν αρπάξει τίποτα δικό του.Ο Στίλπων απάντησε:«Δεν είδα κανένα να παίρνει κάτι «δικό μου».Συνεπώς,όταν η Τύχη λεηλατεί και μάς αρπάζει όλα τα άλλα,έχουμε μέσα μας κάτι από αυτά που «ούτε να αρπάξουν μπορούν ποτέ οι Αχαιοί ούτε να λεηλατήσουν»).

π.«Τον μεν γαρ ανόητον ο του θανάτου φόβος ουχ ο του ζην πόθος εκκρέμασθαι του σώματος ποιεί,περιπεπλεγμένον ώσπερ τον Οδυσσέα τω ερινεώ,δεδοικότα την Χάρυβδιν υποκειμένην…».
(Πράγματι είναι ο φόβος του θανάτου και όχι ο πόθος για τη ζωή που κάνει τον ανόητο εξαρτημένο από το σώμα του,γαντζωμένο πάνω του σαν τον Οδυσσέα στη συκιά,από τον φόβο για την Χάρυβδη που ήταν από κάτω του).

ρ.«Ου γαρ «αι μεν λιβανωτρίδες» ως έλεγε Καρνεάδης «αποκενωθώσι,την ευωδίαν επί πολύν χρόνον αναφέρουσιν,» εν δε τη ψυχή του νουν έχοντος αι καλαί πράξεις ουκ αεί κεχαρισμένην και πρόσφατον εναπολείπουσι την επίνοιαν,υφ’ης το χαίρον άρδεται και τέθηλε και καταφρονεί των οδυρομένων και λοιδορούντων τον βίον,ως τινα κακών χώραν ή φυγαδικόν τόπον ενταύθα ταις ψυχαίς αποδεδειγμένον».
(Μήπως «και τα θυμιατήρια»,όπως είπε ο Καρνεάδης,«ακόμα κι όταν έχουν αδειάσει,δεν κρατούν το άρωμά τους για πολύ καιρό»,και οι καλές πράξεις δεν αφήνουν στην ψυχή του σοφού πάντα χαριτωμένη και φρέσκια την ανάμνησή τους,με την οποία ποτίζεται η χαρά και θάλλει,και περιφρονεί όσους κλαίγονται και κατηγορούν την ζωή πως είναι τόπος δεινών ή τόπος εξορίας που έχει οριστεί εδώ για τις ψυχές;).

σ.«Άγαμαι δε του Διογένους,ος τον εν Λακεδαίμονι ξένον ορών παρασκευαζόμενον εις εορτήν τινα και φιλοτιμούμενον «ανήρ δ’» είπεν«αγαθός ου πάσαν ημέραν εορτήν ηγείται;» και πάνυ γε λαμπράν,ει σωφρονούμεν,ιερόν μεν γαρ αγιώτατον ο κόσμος εστί και θεοπρεπέστατον•εις δε τούτον ο άνθρωπος εισάγεται διά τη γενέσεως ου χειροκμήτων ουδ’ακινήτων αγαλμάτων θεατής,αλλ’οία νους θείος αισθητά μιμήματα νοητών,φησίν ο Πλάτων,έμφυτον αρχήν ζωής έχοντα και κινήσεως έφηνεν,ήλιον και σελήνην και άστρα και ποταμούς νέον ύδωρ εξιέντας αεί και γην φυτοίς τε και ζώοις τροφάς αναπέμπουσαν.ων τον βίον μύησιν όντα και τελετήν τελειοτάτην ευθυμίας δει μεστόν είναι και γήθους•ουχ ώσπερ οι πολλοί Κρόνια και Διάσια και Παναθήναια και τοιαύτας άλλας ημέρας περιμένουσιν,ιν’ησθώσι και αναπνεύσωσιν,ωνητόν<γελώντες> γέλωτα μίμοις και ορχησταίς μισθούς τελέσαντες».
(Ευχαριστιέμαι,επιπλέον,με τον Διογένη,ο οποίος,όταν είδε τον οικοδεσπότη του στη Σπάρτη να προετοιμάζεται με υπερηφάνεια για κάποια γιορτή,είπε:«Ο καλός άνθρωπος δεν θεωρεί την κάθε ημέρα γιορτή;».Και λαμπρότατη βέβαια,αν έχουμε σωφροσύνη.Ο κόσμος,άλλωστε,είναι ο ιερότατος και κατ’εξοχήν θεοπρεπής ναός•μέσα σ’αυτόν μπαίνει ο άνθρωπος,όταν γεννιέται ως θεατής αγαλμάτων που δεν φτιάχτηκαν από χέρια ούτε είναι ακίνητα,αλλά εκείνων των αισθανομένων ομοιωμάτων των νοητών πραγμάτων,τα οποία ο θείος νους,όπως λέει ο Πλάτων,έχει αποκαλύψει,και τα οποία έχουν έμφυτη την αρχή της ζωής και της κίνησης,του ήλιου,της σελήνης,των άστρων και των ποταμών,που χύνουν συνέχεια φρέσκο νερό,και της γης που βγάζει επάνω την τροφή για φυτά και ζώα.Αφού η ζωή είναι η πιο τέλεια μύηση και τελετουργία στα παραπάνω,πρέπει να είναι γεμάτη ψυχική γαλήνη και χαρά και όχι,όπως συμβαίνει με τους πολλούς που περιμένουν τα Κρόνια,τα Διάσια,τα Παναθήναια και άλλες τέτοιες μέρες,για να ευχαριστηθούν και να αναζωογονηθούν,γελώντας το γέλιο που αγοράζουν πληρώνοντας το αντίτιμο στους μίμους και στους χορευτές).







(Πηγή:«Περί ευθυμίας» του Πλουτάρχου).

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

Ο ορισμός της ελευθερίας από τον Ρήγα Βελεστινλή.

«…Άρθρον 26.Η Ελευθερία είναι εκείνη η δύναμις οπού έχει ο άνθρωπος εις το να κάμη όλον εκείνο,οπού δεν βλάπτει εις τα δίκαια των γειτόνων του.Αυτή έχει ως θεμέλιον την φύσιν,διατί φυσικά αγαπώμεν να είμεθα ελεύθεροι•έχει ως κανόνα την δικαιοσύνην,διατί η δικαία ελευθερία είναι καλή•έχει ως φύλακα τον Νόμον,διατί αυτός προσδιορίζει,έως πού πρέπει να είμεθα ελεύθεροι.Το ηθικόν σύνορον της Ελευθερίας είναι τούτο το ρητόν:«Μην κάμης εις τον άλλον εκείνο οπού δεν θέλεις να σε κάμουν».






(Πηγή:«Τα Δίκαια του Ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή).

Δύο επίκαιρα μηνύματα του Ρήγα.

α.«…οι Νόμοι νάν’ ο πρώτος και μόνος οδηγός,
και της Πατρίδος ένας να γένη αρχηγός•
γιατί κ ‘η αναρχία ομοιάζει την σκλαβιά•
να ζούμε σα θηρία,ειν’πλιο σκληρή φωτιά
».

β.«Ως ποτ’οφφικιάλος* σε ξένους βασιλείς;
Έλα να γένης στύλος δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθή,
ή να κρεμάση φούντα για ξένον στο σπαθί
».



*οφφικιάλος=αξιωματούχος.





(Πηγή«Θούριος» του Ρήγα Βελεστινλή).

Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός και η εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία.

Ο 18ος αιώνας αποτελεί αποφασιστικό σταθμό στην εξέλιξη του Νέου Ελληνισμού.Η σχετική ειρήνη που επικρατεί στην Ανατολή ευνοεί στις χώρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την ανάπτυξη του εμπορίου,που βρίσκεται στα χέρια των δύο μεγαλύτερων οικονομικών δυνάμεων της εποχής,της Γαλλίας και της Αγγλίας.Η οικονομική δραστηριότητα μετατίθεται από τις νοτιότερες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια,όπου βρίσκεται η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων,που μετέχουν ενεργά στην οικονομική αυτή δραστηριότητα.Στην αρχή παίρνουν στα χέρια τους,με ανταγωνιστές τους Εβραίους και τους Αρμένιους,το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού εμπορίου,από τα μέσα του 18ου αιώνα μετέχουν στο εξωτερικό εμπόριο των ξένων,στο τέλος του 18ου αιώνα και στην αρχή του 19ου γίνονται επικίνδυνοι ανταγωνιστές τους.
Δημιουργούνται έτσι στις ελληνικές χώρες αξιόλογα εμπορικά κέντρα,η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη,πραγματικές οικονομικές πρωτεύουσες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,τα Γιάννενα,η Άρτα,η Πάτρα,η Χίος κτλ.Συγχρόνως,οι ελληνικές παροικίες της Δυτικής Ευρώπης,στη Γερμανία,στην Αυστρία,αργότερα στη Γαλλία και στη Νότια Ρωσία,πληθύνονται.Οι παροικίες αυτές δεν αποτελούνται πλέον από πρόσφυγες,όπως οι παλαιότερες,αλλά από εμπόρους που πέρασαν στο στάδιο ενός ενεργητικού εμπορίου,και που πολλοί από αυτούς έχουν πραγματοποιήσει σημαντική συγκέντρωση κεφαλαίων.
Οι πόλεμοι ανάμεσα στη Γαλλία και την Αγγλία στη Μεσόγειο,όπου οι αντίπαλες δυνάμεις χρησιμοποιούν στην υπηρεσία τους Έλληνες ναυτικούς,οι πόλεμοι κυρίως της Γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα,όταν με τον ναυτικό αποκλεισμό και τον ηπειρωτικό αποκλεισμό του Ναπολέοντα οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι τροφοδοτούσαν την Γαλλία και σχεδόν ολόκληρη την Κεντρική Ευρώπη,η συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή(1774),με την οποία η Ρωσία αναλαμβάνει την προστασία των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πετυχαίνει την άδεια για τους Έλληνες να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία,συντελούν στην ραγδαία ανάπτυξη του ελληνικού εμπορικού ναυτικού.
Η εμπορική και ναυτιλιακή αυτή δραστηριότητα συντελεί επίσης στην ανάπτυξη,με βραδύτερο ρυθμό και σε χαμηλά πάντα επίπεδα,της ελληνικής βιοτεχνίας,που αρχίζει να ξεπερνά το στάδιο της οικιακής οικονομίας.
Η ολιγάριθμη και λίγο υπολογίσιμη ομάδα των Ελλήνων εμπόρων και βιοτεχνών του 16ου και 17ου αιώνα αυξάνει τώρα σε πλήθος και πλούτο και εξελίσσεται σε αυτόνομη κοινωνική τάξη,που από τα μέσα του 18ου αιώνα αισθάνεται αρκετά δυνατή,ώστε να αρχί ζει να διεκδικεί τη συμμετοχή της στη διεύθυνση των εθνικών υποθέσεων.Πετυχαίνει πράγματι να παίρνει μέρος στην εκλογή του πατριάρχη και στην διοίκηση της Εκκλησίας,και στις περιοχές των σπουδαιότερων αστικών κέντρων παίρνει μέρος στην κοινοτική αυτοδιοίκηση και συντελεί στην τελειοποίηση του κοινοτικού συστήματος.Σε λίγο θα επιδιώξει να πάρει στα χέρια της την ηγεσία του έθνους και να κατευθύνει τις τύχες του.
Στην ανοδική της πορεία η αστική τάξη έρχεται αντιμέτωπη με την τουρκική κατάκτηση.Όσο αναπτύσσεται,θα έρθει επίσης σε αντίθεση με τις ως τα τώρα ηγετικές ομάδες του Ελληνισμού,την Εκκλησία,τους Φαναριώτες και τους προκρίτους.Η ελεύθερή της οικονομική ανάπτυξη εμποδίζεται από την μεσαιωνική ακόμα οργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,από το αρχαϊκό της οικονομικό σύστημα,που στηρίζεται στα προνόμια,στην αυθαιρεσία και στην αρπακτική διάθεση των οργάνων της,των διαφόρων πασάδων και δυνατών τιμαριωτών,που είχαν γίνει τον 18ο αιώνα σχεδόν ανεξάρτητοι καταλύοντας κάθε έννοια κράτους.Η επένδυση του συσσωρευμένου κεφαλαίου στις ελληνικές χώρες γίνεται σχεδόν αδύνατη.Έτσι,οι βιοτεχνικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να μεταβληθούν σε πραγματικές βιομηχανίες και μπροστά στον συναγωνισμό της αναπτυσσόμενης βιομηχανίας της Δύσης και τις αρπακτικές διαθέσεις των Τούρκων πασάδων παρακμάζουν.Οι μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις των Ελλήνων αναπτύσσονται στην Δύση,όπου και εδώ τα προστατευτικά μέτρα των διαφόρων κρατών περιορίζουν την πρωτοβουλία των Ελλήνων κεφαλαιούχων.
Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στην αστική τάξη και τις συνθήκες της τουρκικής κατάκτησης,που αποκλείει κάθε δυνατότητα συμβιβασμού,συντελεί στη δημιουργία,σε μια μεγάλη μερίδα της νέας κοινωνικής αυτής τάξης του Ελληνισμού,μιας επαναστατικής εθνικής ιδεολογίας,που ενισχυμένη από την ευρωπαϊκή ιδεολογία,με την οποία η μερίδα αυτή βρίσκεται σε επαφή,συντελεί με τη σειρά της στην μεγαλύτερη αποσαφήνιση της εθνικής συνείδησης.
Στην ιδεολογία της συνύπαρξης με τον κατακτητή για την εξασφάλιση της διατήρησης του έθνους,ή της χιμαιρικής ελπίδας της απελευθέρωσής του μόνο χάρη στις επεμβάσεις των χριστιανικών δυνάμεων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,αντιπαρατίθεται τώρα,θολό και απροσδιόριστο αίτημα στην αρχή,συγκεκριμένο πρόγραμμα από το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα,η ιδέα της οργάνωσης του Ελληνισμού για την δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.Αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία της προετοιμασίας και της οργάνωσης των πνευματικών δυνάμεων του έθνους,η αστική τάξη εμφανίζεται από τα μέσα του 18ου αιώνα ως ο κύριος παράγοντας της εθνικής αφύπνισης και ο φορέας της νέας αυτής εθνικής ιδεολογίας.
Η συμβολή των Ελλήνων εμπόρων στην πνευματική προετοιμασία του Ελληνισμού χρονολογείται από παλιά.Η πρώτη μεγάλη προσπάθεια για την ίδρυση σχολείων στις ελληνικές χώρες,ήδη στον 17ο αιώνα,οφείλεται στην πρωτοβουλία του μεγαλέμπορου Μανολάκη Καστοριανού.Η κίνηση αυτή θα ενταθεί στον 18ο αιώνα με τη συνεχή οικονομική άνοδο.Τα αστικά κέντρα που αναπτύχτηκαν(Γιάννενα,Καστοριά,Μοσχόπολη,Χίος,Σμύρνη,Κυδωνίες κτλ.) γίνονται συγχρόνως κέντρα πνευματικά του Ελληνισμού με πολυάριθμες κατώτερες και ανώτερες σχολές.Η κυκλοφορία του έντυπου βιβλίου αυξάνεται σημαντικά.Ο αριθμός των Ελλήνων που χάρη στην υποστήριξη των εμπόρων του εξωτερικού,αλλά και ορισμένων φωτισμένων Φαναριωτών μπορούν και σπουδάζουν στην Δύση και γίνονται κατόπιν δάσκαλοι στα εκπαιδευτήρια των ελληνικών χωρών πολλαπλασιάζεται.Στα κέντρα αυτά,που συνδέονται άμεσα με την ανερχόμενη στις ελληνικές παροικίες της Δύσης αστική τάξη,έχει την αρχή του ο ελληνικός Διαφωτισμός.Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η συνεχής και ουσιαστική επαφή της ελληνικής σκέψης με τα νέα ιδεολογικά ρεύματα της Δύσης και την δυτική επιστήμη.Η μερίδα της νεαρής αστικής τάξης και οι διανοούμενοι που συνδέονται μαζί της,που ζουν και δρουν στην Δύση και συνεργάζονται με τις αστικές τάξεις των δυτικών χωρών,πολλές φορές μάλιστα εξαρτώνται από αυτές,δέχονται τα κύρια στοιχεία της ιδεολογίας που τις εκφράζουν και την μεταφέρουν στις ελληνικές χώρες.Παρατηρείται έτσι σαφής στροφή της ελληνικής παιδείας προς τις μαθηματικές και φυσικές επιστήμες,που δεν έχει πλέον ως μόνο σκοπό την πρακτική γνώση,αλλά συντελεί στην ανανέωση της θεωρητικής σκέψης,που γνωρίζει τα ορθολογιστικά ρεύματα της εποχής και τον ελεύθερο φιλοσοφικό στοχασμό.Οι Έλληνες λόγιοι γνωρίζουν τον εμπειρισμό του Νεύτωνα και τη φιλοσοφία των Malebranche,Leibniz,Wolff,Locke,Spinoza.Γνωρίζουν τον Βολταίρο,τον Ρουσσώ και τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές και αρχίζουν να τους μεταφράζουν.
Το νέο τούτο ιδεολογικό κλίμα βοηθάει επίσης στην αποσαφήνιση και τον πλουτισμό της εθνικής συνείδησης.Τα στοιχεία που πρόβαλλαν ασυστηματοποίητα ακόμα οι προηγούμενες γενιές συνειδητοποιούνται τώρα καλύτερα,γίνονται αντικείμενα μελέτης και οργανώνονται γύρω από την κεντρική ιδέα της απελευθέρωσης.
Η σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα γίνεται κοινή συνείδηση.Η ιδέα αυτή φτάνει μάλιστα στην υπερβολή με την τάση που παρατηρείται,αυτή την εποχή,της απόλυτης ταύτισης των συγχρόνων Ελλήνων με τους αρχαίους προγόνους.Οι Έλληνες της εποχής παίρνουν αρχαία ελληνικά ονόματα και θέλουν να αναστήσουν την αρχαία ελληνική γλώσσα.Παρ’όλη την σύγχυση,την οποία φέρνει στην ελληνική σκέψη η άκριτη και ανεδαφική αυτή ελληνολατρία,που σβήνει κάθε άλλη στιγμή της ιστορίας του Ελληνισμού,αποτελεί για την εποχή χαρακτηριστικό τεκμήριο του βαθμού της ανάπτυξης του εθνικού αισθήματος.Το ελληνικό έθνος,όπως και όλα τα νεοσύστατα έθνη,αναζητά τις ρίζες του και τους αρχαίους τίτλους του ευγενείας στην αρχαία Ελλάδα,τους μόνους τίτλους που μπορούσε να προσέξει η κλασικίζουσα και ελληνοτραφής δυτική σκέψη του 18ου αιώνα.
Με μεγαλύτερο πραγματισμό αντιμετωπίζεται την εποχή αυτή το δεύτερο βασικό στοιχείο του έθνους,η λαϊκή του παράδοση.Βέβαια το πρόβλημα τούτο θεωρείται ακόμα από τη γλωσσική του μόνο σκοπιά,από την χρησιμοποίηση της ζωντανής λαϊκής γλώσσας ως όργανου του γραπτού λόγου.Αλλά το γλωσσικό ζήτημα βρίσκει τώρα τις θεωρητικές,φιλοσοφικές και ιστορικές του βάσεις και συνδέεται άμεσα,όπως ακριβώς συμβαίνει την ίδια αυτή εποχή και σε άλλα έθνη της Ευρώπης,με το πρόβλημα της απελευθέρωσης:για να απελευθερωθεί η Ελλάδα,πρέπει να μορφωθούν οι Έλληνες.Τα όργανα της μόρφωσης πρέπει λοιπόν να γράφονται στη γλώσσα που καταλαβαίνει ολόκληρος ο ελληνικός λαός και που,όντας η φυσική εξέλιξη της αρχαίας,είναι κατάλληλη να εκφράσει με σαφήνεια και δύναμη όλες τις ανθρώπινες γνώσεις και σκέψεις και όλα τα συναισθήματα.Είναι η διδασκαλία του Μοισιόδακα(1730-1800 περίπου),συμπληρωμένη από τον Καταρτζή(1720/25-1807) και τους μαθητές του.
Με την αποδοχή από το μεγαλύτερο μέρος της αστικής τάξης και των λογίων που την αντιπροσωπεύουν των βασικών αρχών του δυτικού Διαφωτισμού ενισχύεται και αποκτά πρωταρχική σημασία την εποχή αυτή το τρίτο βασικό στοιχείο του Νέου Ελληνισμού,η συνείδηση ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της οικογένειας των λαών της Ευρώπης και η βούλησή του να ενταχθεί στο ρεύμα του ενιαίου δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού.Το παράδειγμα της «φωτισμένης Ευρώπης» προβάλλεται από όλα τα προοδευτικά πνεύματα της εποχής,από τον Μοισιόδακα,τον Καταρτζή,τον Ρήγα ως τον Κοραή.Το παράδειγμα της Ευρώπης και οι φιλελεύθερες ιδέες που γεννιούνται από τον Διαφωτισμό καθοδηγούν και την πολιτική δράση των Ελλήνων αστών στην απελευθερωτική κίνηση που προετοιμάζουν,η οποία από τα μέσα του 18ου αιώνα συνδέεται με την επαναστατική ή απλώς φιλελεύθερη ιδεολογία της Δύσης και από το τέλος του 18ου αιώνα με την Γαλλική Επανάσταση.
Η νέα αυτή ιδεολογία δεν επιβλήθηκε βέβαια χωρίς αγώνες.Η Εκκλησία βρίσκεται αντιμέτωπη ευθύς εξ αρχής στα νέα αυτά ρεύματα,που τα θεωρεί επικίνδυνα για την χριστιανική πίστη.Το 1721 αναθεματίζει τον Μεθόδιο Ανθρακίτη,που κατηγορείται ότι εμπνέεται από τον Malebranche.Κατά τα μέσα του 18ου αιώνα αναθεματίζει τον ελευθεροτεκτονισμό,που είχε εισχωρήσει στις ελληνικές χώρες ως την Κωνσταντινούπολη.ΟΙ αγώνες αυτοί,όσο περιορίζονται στο πολιτιστικό ιδεολογικό πεδίο,έχουν ακόμα ήπια μορφή.ΟΙ νεοτεριστές δεν έφτασαν ποτέ ως τις ακραίες συνέπειες της σκέψης των δυτικών τους δασκάλων και δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να απομακρυνθούν από την χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη Εκκλησία.Άλλωστε η αντίστασή τους είναι ακόμα αδύνατη,όπως η κοινωνική τάξη που τους στηρίζει.Ο Ανθρακίτης ύστερα από το ανάθεμα θα υποχωρήσει(1723) και η προοδευτική στην αρχή ομάδα του Ευγένιου Βούλγαρη(1716-1806) και του Νικηφόρου Θεοτόκη(1736-1805) θα ζητήσει γρήγορα κάποιο συμβιβασμό ανάμεσα στις νέες φιλοσοφικές ιδέες και στη συντήρηση της ηγετικής τάξης του έθνους.Στην ύφεση αυτή των αγώνων συντελεί επίσης η στάση των Φαναριωτών εκείνων που,οπαδοί του «φωτισμένου Διαφωτισμού»,ανέχτηκαν και υποστήριξαν μάλιστα μερικούς Έλληνες νεοτεριστές.Ο Καταρτζής και άλλοι δρουν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.Η ανοχή όμως αυτή σταματά κατά την περίοδο που ακολουθεί τη Γαλλική Επανάσταση.Η διευθύνουσα τάξη αρχίζει να συνειδητοποιεί καλύτερα τον πολιτικό και κοινωνικό κίνδυνο των νέων ιδεών και αρχίζει να καταδιώκει τους οπαδούς τους.Οι καταδίκες του πανθεϊσμού,του Βολταίρου,των «αθέων Γάλλων»,των ελευθεροτεκτόνων πολλαπλασιάζονται.Αλλά τώρα στις καταδίκες και στις καταδιώξεις απαντά με την ιδια επιθετικότητα η επαναστατική ομάδα που αρχίζει να ξεχωρίζει από το σύνολο των μετριοπαθών νεοτεριστών.
Βρισκόμαστε κατά το τέλος του αιώνα,στην περίοδο που η οργάνωση για τον εθνικό αγώνα έχει ήδη προχωρήσει,και ο φιλελεύθερος,αν όχι καθαρά επαναστατικός,πολιτικός του χαρακτήρας είναι φανερός.Η κίνηση του Ρήγα(1757 περίπου-1798) συνδέεται με τη Γαλλική Επανάσταση και καλεί σε εξέγερση όχι μόνο τους Έλληνες,αλλά και τους άλλους βαλκανικούς λαούς,ακόμα και τον καταπιεζόμενο από τους τιμαριώτες τουρκικό λαό,με σκοπό την δημιουργία μιας μεγάλης βαλκανικής δημοκρατίας με ηγεσία ελληνική,της οποίας ο Ρήγας συντάσσει το σύνταγμα με υπόδειγμα το επαναστατικό γαλλικό σύνταγμα του 1793.Η σύνδεση με την γαλλική πολιτική της αγροτικής εξέγερσης της Θεσσαλίας(1808-1809),που είχε αρχηγό τον Ευθύμιο Βλαχάβα,δεν διέφυγε της προσοχής των συντηρητικών ομάδων του Ελληνισμού.Άλλωστε ο κοινωνικός αγώνας εκδηλώνεται σαφέστερα από το 1800 περίπου,όπου συναντάμε δημοκρατικά κόμματα(στην Κοζάνη,στην Κέα,στη Σάμο),καθώς και στις συντεχνίες και τις βιοτεχνικές συντροφιές.
Η εχθρότητα της διευθύνουσας τάξης απέναντι σε κάθε απελευθερωτική κίνηση εντείνεται.Η επίσημη στάση της εκφράζεται στην περίφημη «Πατρική Διδασκαλία» του Πατριαρχείου,που καταδικάζει τα απελευθερωτικά κινήματα και διδάσκει την υποταγή στη νόμιμη εξουσία των σουλτάνων.Στην «Πατρική Διδασκαλία» απαντούν οι επαναστατικοί κύκλοι με την «Αδελφική Διδασκαλία»,γραμμένη από τον Κοραή.
Η εχθρική στάση της Εκκλησίας απέναντι στο απελευθερωτικό κίνημα καθώς και το εξω-θρησκευτικό,αν όχι αντιθρησκευτικό,κλίμα που είχαν δημιουργήσει οι νέες φιλοσοφικές ιδέες,συντελούν στην κάποια ανεξαρτητοποίηση της εθνικής ιδέας από την ιδέα της ορθοδοξίας.Ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος χαρακτήρας της απελευθερωτικής κίνησης τείνει να την ανεξαρτητοποιήσει από την ιδέα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.Η εθνική ιδεολογία της πιο δυναμικής μερίδας της αστικής τάξης και των διανοουμένων που την εκφράζουν φτάνει στο τέλος του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου σε τέτοια ωριμότητα και καθαρότητα,ώστε να επιτρέψει στις δυνάμεις αυτές να οργανώσουν τις διάχυτες επαναστατικές δυνάμεις του έθνους(την αγροτιά με τα ένοπλα σώματα των κλεφτών,τα μικροαστικά στοιχεία των ναυτικών,των εμπόρων και των βιοτεχνών),να σπάσει τους δισταγμούς ή την εχθρότητα των ηγετικών συντηρητικών ομάδων και να παρασύρει ολόκληρο τον Ελληνισμό σε έναν κοινό απελευθερωτικό αγώνα.
Το ελληνικό έθνος είναι πλέον συντελεσμένο.Με την Επανάστασή του του 1821 διακηρύσσει με τα ακόλουθα λόγια την ύπαρξή του:«Το ελληνικόν έθνος κηρύττει σήμερον διά των νομίμων παραστατών του εις εθνικήν συνηγμένην συνέλευσιν,ενώπιον Θεού και ανθρώπων,την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν».
Επτά αιώνες,από το τέλος του 11ου αιώνα έως το τέλος του 18ου,χρειάστηκαν,για να μπορέσει ένας παλιός λαός,όπως ο ελληνικός,να συγκροτηθεί σε ένα νέο έθνος και να ξεκαθαρίσει τα κύρια στοιχεία της εθνικής του συνείδησης.Η πορεία του δεν ήταν ούτε ευθύγραμμη ούτε συνεχής.Χαρακτηρίζεται από διακοπές,από οπισθοδρομήσεις και από διάφορα ξεστρατίσματα.Ο Ελληνισμός,για να συνειδητοποιήσει και να συνθέσει τα στοιχεία της εθνικής του συνείδησης και να παρουσιαστεί ως μια αυτόνομη ιστορική οντότητα,χρειάστηκε να επιχειρήσει την συμφιλίωση και την εναρμόνιση πολλαπλών,συχνά αντιφατικών,παραδόσεων-που ζούσαν πότε σε λανθάνουσα κατάσταση,πότε περισσότερο εναργείς-από τα διάφορα στάδια της μακρόχρονης ιστορίας του:αρχαία ελληνική υποταγμένη στον Λόγο και κυριαρχημένη από την ιδέα του ελεύθερου πολίτη παράδοση,υπέρλογος Χριστιανισμός και βυζαντινή αυτοκρατορική απολυταρχία.Έπρεπε ακόμα να συνειδητοποιήσει,για ναμπορέσει να τις κυριαρχήσει,τις διάφορες ξένες επιδράσεις,φυλετικές και πολιτιστικές,που δέχτηκε στις πολλαπλές του σχέσεις.Έπειτα,οι προσπάθειες αυτές γίνονταν τις περισσότερες φορές κάτω από την ξένη κατάκτηση,γεγονός που,νοθεύοντας τον χαρακτήρα των διαφόρων κοινωνικών ομάδων του καθιστούσε τις επιδράσεις τους στην εθνική πορεία αντιφατικές.Έτσι το νέο Ελληνικό Έθνος καθ’όλο αυτό το μακροχρόνιο διάστημα από την εμφάνιση των πρώτων σημείων της εθνικής του συνείδησης ως τον μεγάλο σταθμό που αποτελεί η εθνική του Επανάσταση,κατόρθωσε βέβαια να συλλάβει και να εμβαθύνει ως ένα σημείο τα διάφορα στοιχεία που το δημιούργησαν και το συνέχουν:αρχαίο ελληνικό πολιτισμό,χριστιανικό ορθόδοξο και αυτοκρατορικό Βυζάντιο,την ιδιαίτερη λαϊκή του παράδοση και τον ρόλο της στη δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού πολιτισμού,την σημασία της ένταξής τους στο ενιαίο ρεύμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.Δεν είχε όμως ακόμα κατορθώσει να εναρμονίσει τα διάφορα αυτά στοιχεία,να αφανίσει τις αντιφάσεις τους σε μια νέα σύνθεση και να ιεραρχήσει τον ρόλο που έπαιξε το καθένα τους στη διαμόρφωσή του,να ζυγιάσει τέλος την ακριβή σχέση του περιεχομένου της εθνικής του συνείδησης με την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα.Μόνο σε μια μικρή φωτισμένη μερίδα του παρατηρείται η απαρχή μιας κάποιας ιεράρχησης.Για το σύνολο όμως του έθνους τα στοιχεία τούτα μένουν ανιεράρχητα και θα προκαλέσουν την ιδεολογική σύγχυση που θα εκδηλωθεί και κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα,όπου οι διάφορες ομάδες φτάνουν ως τον εμφύλιο πόλεμο,για να δώσουν η καθεμιά στην Επανάσταση την κοινωνική και πολιτική κατεύθυνση που τής υπαγόρευε το ταξικό της συμφέρον.Κυρίως όμως θα εκδηλωθεί μετά την Επανάσταση,κατά την πρώτη περίοδο του ελληνικού κράτους,που η επικράτηση των συντηρητικών στοιχείων,η οποία διευκολύνεται με την συγχώνευση μιας μερίδας των πιο οικονομικά ανεπτυγμένων αστών με τους στρατιωτικούς αρχηγούς του αγώνα,απογόνους των παλιών κλεφτών,μπερδεύει πάλι την ελληνική ιδεολογία και τής αφαιρεί ακόμα και όσα καθαρά στοιχεία υπήρχαν πριν από την Επανάσταση.Έτσι π.χ. η αρχαιολατρία,που συνδεόταν στην αρχή της με την ανάπτυξη του απελευθερωτικού κινήματος,μεταβάλλεται σε οπισθοδρομική θεωρία που αρνείται κάθε ζωντανό στοιχείο της λαϊκής παράδοσης ή της σύγχρονης ζωής•κατορθώνει όμως να συμβιβάζεται και να συμβαδίζει με τη Μεγάλη Ιδέα,που κηρύσσει την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και παραμορφώνει τις εθνικές διεκδικήσεις.
Η μελέτη του εθνικού πολιτισμού και της ουσίας του ελληνικού έθνους ξαναρχίζει συστηματικά και σε νέες βάσεις από το τέλος του 19ου αιώνα,φτάνει σε αξιόλογα επιτεύγματα με το δημοτικιστικό κίνημα,αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμη στο κέντρο της ελληνικής σκέψης.






(Πηγή:«Το Ελληνικό Έθνος,γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» του Νίκου Γ.Σβορώνου).

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

Αποσπάσματα από το «περί ακολασίας» κεφάλαιο του Ιωάννη Στοβαίου.

α.Αντισθένους:
«Αντισθένης έλεγεν τας μη κατά θύραν εισιούσας ηδονάς αναγκαίον μη κατά θύραν πάλιν εξιέναι•δεήσει ουν τμηθήναι ή ελλεβορισθήναι».
(Ο Αντισθένης έλεγε πως οι ηδονές που δεν μπαίνουν από την πόρτα,κατ’ανάγκην και δεν βγαίνουν από την πόρτα.Θα απαιτηθεί,λοιπόν,να γίνει χειρουργική επέμβαση,για να κοπούν,ή να δοθεί το φάρμακο που δίνεται για την θεραπεία της τρέλας).

β.Διογένους:
«Διογένης έλεγεν των οίκων ένθα πλείστη τροφή πολλούς μυς είναι και γαλάς•και δη σώματα τα πολλήν τροφήν δεχόμενα και νόσους ίσας εφέλκεσθαι».
(Ο Διογένης έλεγε πως,όπως στα σπίτια,όπου υπάρχουν πολλά τρόφιμα,βρίσκονται πολλά ποντίκια και γάτες,έτσι και τα σώματα,που δέχονται πολλή τροφή,προσελκύουν ισάριθμες αρρώστιες).

γ.Διογένους:
«Διογένης προς τινα νέον περιττώς καλλωπιζόμενον «ει μεν προς άνδρας,ατυχείς»είπεν«ει δε προς γυναίκας,αδικείς».
(Ο Διογένης έλεγε προς ένα νέο που καλλωπιζόταν περίσσια:«Ως προς τον ανδρισμό,δεν πέτυχες•ως προς την θηλυκότητα,αδικείς το γυναικείο φύλο).

δ.Μουσωνίου:
«Αρχή του μη κατοκνείν τα ασχήμονα[πράττειν] το μη κατοκνείν τα ασχήμονα λέγειν».
(Αφετηρία να μη διστάζει κανείς να κάνει απρέπειες είναι το να μη διστάζει να λέει απρέπειες).

ε.Σωκράτους:
«Σωκράτης έφη τους μοιχούς όμοιον τι ποιείν τοις μη βουλομένοις εκ των απορρεουσών πίνειν,αλλ’εκ του ύδατος του εν τω βάθει χείρονος υπάρχοντος».
(Ο Σωκράτης είπε ότι οι μοιχοί μοιάζουν να κάνουν περίπου όπως εκείνοι που δεν τους αρέσει να πίνουν τρεχούμενο νερό,αλλά από το χειρότερο,εκείνο που βρίσκεται στο βάθος).

στ.Δημοκρίτου:
«Ένιοι πολίων μεν δεσπόζουσι,γυναιξί δε δουλεύουσι».
(Μερικοί,ενώ κυβερνούν πολιτείες,είναι δούλοι των γυναικών).

ζ.Ευσεβίου:
«Γαστριμαργίη σώμα πιαίνει,αλογίην αείρει,ψυχής δε το κάλλιστον λογισμόν κοιμίζει».
(Η γαστριμαργία παχαίνει το σώμα,προκαλεί αδιαφορία και αποκοιμίζει τον κάλλιστο λογισμό της ψυχής).

η.Ευσεβίου:
«Ψυχή σώμα ανθρώπου έδοσαν οι θεοί,ώστε τη ψυχή το σώμα υπηρετέεσθαι,οι δε πολλοί το έμπαλιν ποιέουσι,σώματι προς πάντα και ες μούνα τα εκείνου υπουργήματα το κρέσσον τω χείρονι και θνητώ αθάνατον ψυχήν καταδουλεύμενοι».
(Οι θεοί έδωσαν στην ψυχή του ανθρώπου το σώμα,ώστε το σώμα να υπηρετείται χάριν της ψυχής.Οι πιο πολλοί κάνουν το αντίθετο,υποδουλώνουν δηλαδή την ανώτερη και αθάνατη ψυχή σε όλες τις μεγάλες και τις μικρές ανάγκες του κατώτερου και θνητού σώματος).

θ.Κλεάνθους:
«Όστις επιθυμών ανέχετ’αισχρού πράγματος,ούτος ποιήσει τούτ’εάν καιρόν λάβη».
(Όποιος ανέχεται να επιθυμεί κάτι αισχρό,αυτός,αν βρει ευκαιρία,θα το κάνει).

ι.Διογένους:
«Διογένης ουδέν ευωνότερον είναι μοιχού διωρίζετο την ψυχήν των δραχμής ωνίων προϊεμένου».
(Ο Διογένης προσδιόριζε ότι δεν υπάρχει φτηνότερο πράγμα από τον μοιχό,που προτιμάει από την ζωή του ψώνια μιας δραχμής).

κ.Σωκράτους:
«Ούτε πυρ ιματίω περιστείλαι δυνατόν ούτε αισχρόν αμάρτημα χρόνω».
(Δεν είναι δυνατόν ούτε τη φωτιά να σβήσεις με το ρούχο σου ούτε με τον χρόνο τα αισχρά αμαρτήματα).

λ.Σωκράτους:
«Το μεν πυρ ο άνεμος,τον δε έρωτα η συνήθεια εκκαίει».
(Την φωτιά την συνδαυλίζει ο άνεμος και τον έρωτα η συνήθεια).

μ.Από τα του Σερήνου:
«Διογένης κατεγέλα των τα μεν ταμιεία κατασημαινομένων μοχλοίς και κλεισί και σημάντροις,το δε σώμα το αυτών πολλαίς θυρίσι και θύραις ανοιγόντων διά τε στόματος και αιδοίων και ώτων και οφθαλμών».
(Ο Διογένης περιγελούσε αυτούς που ασφάλιζαν τα χρηματοκιβώτια με μοχλούς,κλειδιά και κουδούνια,ενώ το σώμα τους το άνοιγαν με πολλές πόρτες και πορτάκια,όπως το στόμα,τα αιδοία,τα μάτια ή τα αυτιά).

ν.Διογένους:
«Διογένης «παρά μεν των θεών»φησίν«υγίειαν εύχονται•πάντα δε οι πλείστοι ταναντία τη υγιεία πράττουσιν».
(Ο Διογένης έλεγε:«Από τους θεούς ζητούν υγεία,ενώ οι περισσότεροι κάνουν όλα τα αντίθετα στην υγεία»).

ξ.Πλουτάρχου από το «κατά της ηδονής»:
«Μη τις προδότας επαινεί;τοιούτον εστί η ηδονή,προδίδωσι τα της αρετής.μη τις βασανιστάς;τοιούτον εστί το ήδεσθαι,βασανίζει τα της σωφροσύνης.μη τις φιλαργυρίαν;απλήρωτον εστί εκάτερον.τί τηλικούτω χαίρομεν θηρίω,ο κολακεύον ημάς αναλίσκει;».
(Μήπως κανείς επαινεί τους προδότες;Τέτοιο πράγμα είναι η ηδονή,προδίδει την αρετή.Μήπως επαινεί κανείς τους βασανιστές;Τέτοια είναι η ηδονή,βασανίζει την σωφροσύνη.Μήπως την φιλαργυρία;Είναι κι αυτό απίστευτο,πώς μπορούμε να χαιρόμαστε για ένα θηρίο που μας εξουθενώνει κολακεύοντάς μας;).

ο.Πλουτάρχου από το «κατά της ηδονής»:
«Τί δ’ου πάντων ορώντων ακρατεύεις,αλλά και σαυτόν αιδούμενος φεύγεις νυκτί και σκότω τοις αμαρτύροις πιστεύων την ύβριν;ουδείς γαρ των καλών έργων σκότος προβάλλει το φως αυτοίς μαρτυρείν αισχυνόμενος,αλλ’όλον άμα τον κόσμον ήλιον γενέσθαι προς α κατορθοί βούλοιτ’αν•άπασα δε κακία οράσθαι γυμνή φυλάττεται σκέπην προβαλλομένη τα πάθη…».
(Γιατί δεν ακολασταίνεις μπροστά στα μάτια όλων,αλλά ντρέπεσαι και τον ίδιο τον εαυτό σου και καταφεύγεις στο σκοτάδι της νύχτας κι εμπιστεύεσαι την ακολασία σου στην απουσία μαρτύρων;Κανένας τα καλά έργα του δεν τα ρίχνει στο σκοτάδι από ντροπή,μήπως τα δει το φως και τα μαρτυρήσει,αλλά θα ήθελε όλος ο κόσμος να γινόταν ήλιος,για να δει τα κατορθώματά του.Και μόνο η κακία φυλάγεται,για να μη την δουν γυμνή,και σκεπάζεται με τα πάθη).

π.Κάτωνος πρεσβυτέρου:
«Κάτων ο πρεσβύτερος της πολυτελείας καθαπτόμενος είπεν ως χαλεπόν εστί λέγειν προς γαστέρα ώτα μη έχουσαν».
(Ο Κάτων ο πρεσβύτερος κατηγορώντας την πολυτέλεια είπε πως είναι δύσκολο να μιλήσεις σε κοιλιά που δεν έχει αυτιά).

ρ.Δημοκρίτου:
«Ημερήσιοι ύπνοι σώματος όχλησιν ή ψυχής αδημοσύνην ή αργίην ή απαιδευσίην σημαίνουσιν».
(Το να κοιμάται κανείς την ημέρα σημαίνει ή αδιαθεσία του σώματος ή αγωνία της ψυχής ή τεμπελιά ή αμορφωσιά).

σ.Από τα «Απομνημονεύματα» του Επικτήτου:
«Των ηδέων τα σπανιώτατα γιγνόμενα μάλιστα τέρπει».
(Οι απολαύσεις που τις δοκιμάζουμε σπάνια μάς τέρπουν πιο πολύ).

τ.Από τα «Απομνημονεύματα» του Επικτήτου:
«Εν Ρώμη αι γυναίκες μετά χείρας έχουσι την Πλάτωνος πολιτείαν,ότι κοινάς αξιοί είναι τας γυναίκας,τοις γαρ ρήμασι προσέχουσι τον νουν,ου τη διανοία τανδρός,ότι ου γαμείν κελεύων και συνοικείν ένα μια είτα κοινάς είναι βούλεται τας γυναίκας,αλλ’εξαιρών τον τοιούτον γάμον και άλλο τι είδος γάμου εισφέρων.και το όλον οι άνθρωποι χαίρουσιν απολογίας τοις εαυτών αμαρτήμασι ορίζοντες…».
(Στην Ρώμη οι γυναίκες έχουν στα χέρια τους την «Πολιτεία» του Πλάτωνος,επειδή ο Πλάτων θεωρεί σωστό οι γυναίκες να είναι κοινές.Προσέχουν στα λόγια και όχι στο νόημα του Πλάτωνος,ο οποίος δεν διδάσκει να παντρεύεται και να συνοικεί με μια ο καθένας και κατόπιν να έχουν κοινές τις γυναίκες,αλλά αποκλείει τον τέτοιου είδους γάμο και εισηγείται ένα άλλο είδος.Γενικά οι άνθρωποι χαίρονται εφευρίσκοντας δικαιολογίες για τα σφάλματά τους).

υ.Από τα «Απομνημονεύματα» του Επίκτητου:
«Ει τις υπερβάλλοι το μέτριον,τα επιτερπέστατα ατερπέστατα αν γένοιτο».
(Όποιος υπερβάλλει το μέτρο,τα πιο ευχάριστα καταντούν γι’αυτόν τα πιο δυσάρεστα).






(Πηγή:«Περί ακολασίας» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Βάκχος,ο θεός της ζωής και του κεφιού.


Αν πιστέψουμε τις πηγές,ο Διόνυσος ήταν ο νεώτερος απ’όλους τους θεούς του ελληνικού πανθέου.Αλλά αυτός,ο τελευταίος που ήρθε στον Όλυμπο,είναι ίσως εκείνος που η επίδρασή του στο δαιμόνιο των Ελλήνων υπήρξε η πιο γόνιμη.Στον 6ο αι.π.Χ. ιδιαιτέρως, τα πάντα είχαν υποστεί την επίδρασή του:η τέχνη,η ποίηση,η θρησκεία.Εμπνέει τον διθύραμβο,ζωντανεύει τις λαμπρές γιορτές,απ’τις οποίες γεννήθηκαν το σατυρικό δράμα,η κωμωδία,η τραγωδία,το θέατρο ολάκερο.Στη μουσική και στο χορό,στη γλυπτική και στη ζωγραφική δίνει μια καινούργια ζωή,μια κίνηση όλο πάθος,που η ήρεμη τέχνη των προηγούμενων αιώνων φαίνεται πως δεν είχε γνωρίσει.Θεός-εισβολέας,παίρνει θέση δίπλα στη Δήμητρα και την Κόρη στα σεπτά Μυστήρια της Ελευσίνας,γίνεται το κύριο αντικείμενο της μυστικής λατρείας των Ορφικών και σε λίγο,παίρνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πιο αρχαίων και των πιο δυνατών θεοτήτων,θα συγχωνευθεί μ’αυτές.Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι οι αρχαίοι μυθογράφοι και οι αρχαίοι ποιητές οφείλονται για το πλήθος των πληροφοριών γύρω από την γέννηση και τις πράξεις του θεού,σε σημείο που να μην γνωρίζουμε καλά καλά τι πρέπει να υιοθετήσουμε.Η πιο παλιά μαρτυρία που έχουμε για τον Διόνυσο είναι ο θρύλος που διηγείται ο Όμηρος στην έκτη ωδή της Ιλιάδος,ο θρύλος,όπου βλέπουμε τον Διόνυσο να καταδιώκεται και να τρέπεται σε φυγή απ’τον Λυκούργο,θεό της Θράκης,που οι Έλληνες είχαν μεταμορφώσει σε βασιλιά των Ηδωνών,αφού ο τελευταίος πρώτα σκοτώσει στο όρος Νύσα τις Νύμφες του Διονύσου.Ο Διόνυσος,για να γλιτώσει,ρίχνεται στη θάλασσα και η Θέτιδα τον δέχεται ολότρεμη στην αγκαλιά της.Αλλά ύστερα απ’αυτά οι Ολύμπιοι οργίστηκαν μαζί του και ο Ζευς τον τύφλωσε,η δε ζωή του δεν διήρκεσε πολύ,από το μίσος των αθανάτων.Σύμφωνα με τον μύθο αυτό είναι φανερό ότι στους ομηρικούς χρόνους ο Διόνυσος,που δεν έχει τη θέση του στον Όλυμπο,είναι ένας θεός ή ένας ήρωας ξεχασμένος στην Ελλάδα.Και παρά τον ηθικό χαρακτήρα που ο Όμηρος δίνει στην αφήγησή του,μάς επιτρέπεται να ανακαλύψουμε σ’αυτήν έναν μύθο μιας καθαρά φυσικής σημασίας:Ο Λυκούργος,όπως το δείχνει και η ετυμολογία του ονόματός του,είναι εκείνος που κλείνει ή κρύβει το φως.Είναι ο χειμώνας ο ίδιος με τις σκληρότητές του και τις τραχύτητές του,που με την θανατηφόρα του βουκέντρα χτυπάει τη ζωή και τη βλάστηση της φύσης.Είναι ο γιος του Δρύαντα,δηλαδή των βουνών των σκεπασμένων με δάση από δρυς,που απ’τις χιονισμένες κορυφές της Θράκης εξαπολύεται στην πεδιάδα διώχνοντας από μπροστά του τον λαμπερό ήλιο του καλοκαιριού μ’όλες τις χαρές του,αναγκάζοντάς τον να ριχτεί στη θάλασσα,απ’όπου δεν θα βγει παρά με την άνοιξη,τότε που ο ίδιος θε να τυφλωθεί και να χτυπηθεί από τον θάνατο.Αυτός ο μύθος,που δεν μας προσφέρει σχεδόν κανένα χαρακτηριστικό στοιχείο του λαϊκού Βάκχου της Ελλάδας,μάς αναγκάζει να συμπεράνουμε πως υπήρχε στη Θράκη από πολύ παλιά μια λατρεία αυτής της θεότητας.Τίποτα δεν μας εμποδίζει να δεχτούμε ότι οι θρακικές φυλές,αφού είχανε μείνει στην Πιερία και στην Θεσσαλία,ήρθαν να εγκατασταθούν στη Βοιωτία και στη Φωκίδα,έφεραν μαζί τους και τη λατρεία του Βάκχου και ότι απ’τους πρόποδες του Παρνασσού και τις κοιλάδες του Ελικώνα αυτή η λατρεία εξαπλώθηκε σε λίγο ανάμεσα σ’όλες τις αιολικές φυλές της χώρας,που την υιοθέτησαν,αλλά και την μεταμόρφωσαν υιοθετώντας την.Απ’αυτήν ακριβώς την μεταμόρφωση θα είχε γεννηθεί ο θηβαϊκός θρύλος,που είναι ο κατεξοχήν ελληνικός θρύλος,κι απ’όλους τους ελληνικούς ο πιο σημαντικός.Σύμφωνα με τον θρύλο αυτό,ο Διόνυσος είχε μητέρα τη Σεμέλη,κόρη του Κάδμου(η Σεμέλη είναι πιθανώς προσωποποίηση της γης κατά την εποχή της ανοίξεως).Η Σεμέλη αγαπήθηκε απ’τον Δία,που γονιμοποίησε την αγαπημένη του με την μορφή χρυσής βροχής(όπως ακριβώς και με την Δανάη),δηλαδή με τα ευεργετικά νερά που μαλακώνουν την σκληρή επιφάνεια της γης και χώνονται μέσα της,για να αναπτύξουν την ζωή.Φουσκωμένη από τούτη τη θεϊκή γονιμοποίηση η Σεμέλη είχε την απρονοησία να επιθυμήσει να αντικρίσει σε όλη την λάμψη της δόξας του τον θεό που την έκανε μητέρα,αλλά οι φλόγες,με τις οποίες ήταν περιτυλιγμένος ο Ζευς,την θανάτωσαν.Πεθαίνοντας,άφησε να ξεφύγει απ’τα σπλάχνα της ο καρπός που περιείχαν και μόλις είχε σχηματιστεί,ο Διόνυσος,που κι αυτός,επίσης,θα σκοτωνόταν απ’τις θεϊκές φλόγες,αν η γη,για να προφυλάξει και να σώσει το παιδί,δεν είχε κάνει να προστρέξουν γύρω στις κολώνες του παλατιού του Κάδμου τα πράσινα κλαδιά ενός πράσινου κισσού.Ωστόσο ο Διόνυσος σε λίγο περιμαζεύτηκε απ’τον ουράνιό του πατέρα,τον Δία,που τον κλείνει και τον ράβει μέσα στο μηρό του,όπου θεν’αποτελειωθεί η κυοφορία,ως τη στιγμή που το θεϊκό παιδί φτάνοντας στο τέρμα της κύησης θα δει το φως για δεύτερη φορά:διπλή γέννηση που οι Έλληνες πίστευαν πως εκφραζόταν η ιδέα της με τα επίθετα «διμήτωρ» και «διθύραμβος» που έδιναν στον θεό.Ο Διόνυσος,μόλις γεννήθηκε,δόθηκε στις φροντίδες των Νυμφών,με τη μεσολάβηση του Ερμή:λαϊκό θέμα που συχνά παρουσιάζεται απ’τους καλλιτέχνες.Οι Νύμφες ,λοιπόν,αντιπροσωπεύουν την υγρασία της γης:είναι ο χυμός που ζωντανεύει τα φυτά και τα δέντρα,είναι οι αναβράζουσες πηγές,οι ποταμοί με τα πολλά νερά.Συμφωνα με μια άλλη παράδοση η Ινώ,αδερφή της Σεμέλης,πήρε στις φροντίδες της το παιδί,αλλά η Ινώ-Λευκοθέα είναι,επίσης,μια θεότητα των νερών.Κατά τον Φερεκύδη,παραμάνες του μωρού ήταν οι νύμφες της Δωδώνης,οι Υάδες:νύμφες της βροχής που διετήρησαν αυτή την σημασία,όταν τοποθετήθηκαν στον ουρανό σαν αστερισμός.Συχνότερα,ωστόσο,τροφοί του Διονύσου είναι οι νύμφες του βουνού της Νύσας κι ο ίδιος ο θεός ονομάζεται συνήθως ο θεός της Νύσας.Ποιο είναι,όμως,αυτό το περίφημο όρος Νύσα;Όταν η λατρεία του Διονύσου διαδόθηκε σ’όλη την Ελλάδα και σε μέρος της Ασίας πολλά τοπωνύμια Νύσα υπήρχαν,γιατί κάθε επαρχία,όπου καλλιεργούνταν αμπέλια,είχε την αξίωση πως αυτή είχε την τιμή να φιλοξενήσει τα παιδικά χρόνια του θεού.Στην πραγματικότητα η Νύσα δεν ήταν παρά ένας φανταστικός τύπος που βγήκε απ’την ελληνική φαντασία,ύστερα από μια ετυμολογική πλάνη(από το Δίας+Νύσα<ύης=υγρός->Διόνυσος βγήκε αυτή η φανταστική γεωγραφία).Ο Ομηρικός ύμνος προς τον Διόνυσο μάς τον παρουσιάζει να τριγυρνά στις χαράδρες και στα φαράγγια της Νύσας περιστοιχισμένος από τις Νύμφες του όρους κάνοντας πολλή φασαρία(Γι’αυτό ο θεός ονομάζεται πότε «Βρόμιος» και πότε «Εύιος»,δηλαδή όλος θόρυβο).Η άγρια παιδική ζωή του Βάκχου και η ταραχώδης νεανική του ηλικία τί είναι άλλο πραγματικά παρά το μεγάλωμα του αμπελιού στις βουνίσιες πλαγιές,όπου,αφού ανακαλύφτηκε και καλλιεργήθηκε,χαιρόταν πάντα να μεγαλώνει ολοένα,αλλά και οι πρώτες μεθυστικές απολαύσεις του κρασιού,οι χαρές των πρώτων τρύγων.Όσο για τα μίση και τις φιλίες του θεού,τα μακρινά του ταξίδια και τον τελικό του θρίαμβο,όλα αυτά είναι μια εικόνα των μοναδικών αποτελεσμάτων του κρασιού,πότε ευεργετικού και πότε φοβερού για τον άνθρωπο,μια εικόνα ,επίσης,διάδοσης του αμπελιού σε όλο τον κόσμο.Στην Βοιωτία διαμορφώθηκε ο κύριος θρύλος του θεού.Στην Αττική η λατρεία εισήχθη από πολύ παλιά:δυο οικισμοί,των Ελευθερών(στον Κιθαιρώνα) και της Ικαρίας ,ισχυρίζονταν πως είχαν την τιμή να φιλοξενήσουν τον θεό και πως ευνοήθηκαν πρώτες αυτές με τα δώρα του.Ο δήμος της Ικαρίας παρέθετε τον ακόλουθο θρύλο,για να ενισχύσει την αξίωσή της:Ο πρώτος βασιλιάς της εκεί χώρας λεγόταν Ικάριος.Μια μέρα ο Διόνυσος,κατά τη διάρκεια ενός απ’τα ταξίδια του,σταμάτησε στο σπίτι αυτού του βασιλιά και βρήκε καλή υποδοχή.Στην αναχώρησή του ο θεός,θέλοντας να ανταμείψει τον βασιλιά για την φιλοξενία του,τού χάρισε ένα κλήμα αμπελιού και τού δίδαξε την τέχνη πώς να κάνει κρασί.Αλλ’αυτός,όταν ήρθε η εποχή του τρυγητού,δεν θέλησε να χαρεί μονάχος του τα ευεργετήματα του θεού και σκέφτηκε να καλέσει κι άλλους ανθρώπους,για να πάρουν μέρος σ’αυτά.Άρχισε,λοιπόν,να τρέχει στα χωριά εδώ κι εκεί,μ’ασκιά γεμάτα κρασί κι έδινε απ’αυτά να πιουν,ο ένας ύστερα απ’τον άλλο,καλλιεργητές της γης μα και βοσκοί.Κι αμέσως οι άνθρωποι αυτοί άρχισαν να χάνουν τα λογικά τους:πιστεύοντας πως φαρμακώθηκαν,σκότωσαν τον Ικάριο και δεν τον έθαψαν,παρά μόνο αφού είχε περάσει η επίδραση του κρασιού την επόμενη μέρα.Ο Ικάριος είχε μια κόρη με το όνομα Ηριγόνη που,νιώθοντας δίχως άλλο το κακό που έγινε,πήγαινε παντού,φωνάζοντας και θρηνώντας,αναζητώντας τον πατέρα της και δεν τον έβρισκε,όταν η Μαίρα,η σκύλα της που την συνόδευε,τής έδειξε με τα γαυγίσματά της το μέρος,όπου ήταν θαμμένος ο Ικάριος.Η Ηριγόνη από απελπισία κρεμάστηκε από το δέντρο,στις ρίζες του οποίου ήταν θαμμένος ο πατέρας της.Ηριγόνη ετυμολογικά σημαίνει εκείνη που γεννιέται την άνοιξη,δηλαδή το νεαρό τσαμπί του σταφυλιού,ενώ Μαίρα(=λαμπερή,αστραφτερή) είναι ο αστερισμός του Κυνός,ο καύσωνας.Ο θρύλος,λοιπόν,όταν περιοριστεί στα ουσιαστικά του στοιχεία,δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά:την άνοιξη το κλήμα τ’αμπελιού γεννάει το τσαμπί.Σαν τούτο μεγαλώσει,κρέμεται στο δεντράκι,όπου γεννήθηκε,ενώ οι καυτερές αχτίδες του καλοκαιριάτικου ήλιου το συνοδεύουν στο μεγάλωμά του και το κάνουν να ωριμάσει.Εις ανάμνησιν του τραγικού τέλους της Ηριγόνης οι κάτοικοι της Ικαρίας έδεναν στα κλαδιά των δέντρων πήλινα ή κέρινα αγαλματάκια,που κουνιούνταν με τη φορά του ανέμου και μπορούν να παραλληλισθούν με τα τσαμπιά που κρέμονται από το κλήμα.Σ’αυτή ακριβώς την μυθική εποχή θεωρούσαν ότι είχε δημιουργηθεί μια από τις πιο λαϊκές διασκεδάσεις στα χωριά της Αττικής,τα «Ασκώλια»,όπου πάνω σ’ένα ασκί φουσκωμένο και λαδωμένο οι νεαροί χωρικοί ασκούνταν να πηδάνε και να χορεύουν στο ένα πόδι,μιμούμενοι τον Ικάριο,έλεγαν,που σαν είδε μια μέρα έναν τράγο να ροκανίζει το αμπέλι του,έκανε με το δέρμα του τράγου ένα ασκί και πάνω σ’αυτό χόρεψε από την χαρά του για τον πρώτο τρυγητό.Η αντίληψη για την θεότητα του Βάκχου ήταν,επομένως,στην αρχή και για πολύ καιρό μετά,στην Αττική πάρα πολύ απλή.Στην πιο λαμπρή εποχή του ελληνικού πολιτισμού,όταν τα «Μεγάλα Διονύσια» με την λάμψη των τελετών τους τραβούσαν στην Αθήνα πολύ κόσμο,υπήρχαν στα χωριά κι άλλες γιορτές λιγότερο περίλαμπρες και πιο πρωτόγονες,που ονομάζονταν «Μικρά ή κατ’αγρούς Διονύσια»,καθώς επίσης κι οι γιορτές του θεού του κρασιού,τα «Θεοίνια».Η παραδοσιακή γιορτή των Διονυσίων,μάς αναφέρει ο Πλούταρχος,ήταν άλλοτε απλή και γεμάτη λαϊκή ευθυμία.Επί κεφαλής της πομπής ένας αμφορέας με κρασί κι ένα κλήμα αμπελιού.Ύστερα ένας τράγος που κάποιος τον έσερνε.Κατόπιν ένα καλάθι με σύκα που το κουβαλούσε ένα άλλο πρόσωπο και,τέλος,ο φαλλός.Μια ανάλογη γιορτή μάς κάνει να ξαναζήσουμε μια σκηνή απ’τους «Αχαρνείς»,σ’όλη της την αφέλεια,αλλά και σ’όλη την χωριάτικη χοντροκοπιά.Βλέπουμε την αγροτική οικογένεια να πηγαίνει σε πομπή προς το βωμό του θεού που επικαλέστηκε στις προσευχές της:η κόρη βαδίζει μπροστά ως κανηφόρος,δηλαδή φέρουσα το ιερό κάνιστρο.Έρχεται ύστερα ο σκλάβος που κρατάει το φαλλό κι ύστερα ο αρχηγός της οικογένειας,ο Δικαιόπολις,που κλείνει την πομπή τραγουδώντας το φαλλικό τραγούδι.Τα «Λήναια»,όπως το δείχνει η λέξη,ήταν οι γιορτές του ληνού(=του πατητηριού των σταφυλιών) κι ο Διόνυσος εθεωρείτο ως ο θεός του καινούργιου κρασιού,που τρέχει άφθονο απ’τα πατημένα τσαμπιά.Οι Αθηναίοι είχαν κάνει,πραγματικά,προς τιμήν του Διονύσου-προστάτη του ληνού ένα ιερό στην περιοχή των Λιμνών και γύρω απ’αυτό το χώρο συγκεντρωνόταν η γιορτή.Αφού είχαν προσφέρει στον θεό,στο ναό του,το καινούργιο κρασί,μαζεύονταν σ’ένα συμπόσιο,του οποίου τα έξοδα πλήρωνε το κράτος κι έπιναν για τα καλά από το δώρο του θεού.Ύστερα η πομπή των Ληναίων ξεκινούσε όλο φασαρία και προχωρούσε ανάμεσα στην πόλη,τραγουδώντας πρώτα τα εγκώμια του Διονύσου κι έπειτα εν χορώ και έμπλεο ενθουσιασμού δυνατά τον Διθύραμβο,που σε λίγο ξεσπούσε σε αστειότητες,πειράγματα και ακράτητη ευθυμία.Εκείνο που μεγάλωνε την ευθυμία ήταν οι μεταμφιέσεις:άλλοι με το πρόσωπο πασαλειμμένο με την τρυγιά του κρασιού(τα κατακάθια του) ή βαμμένοι με μίνιο,ντυμένοι σαν Σάτυροι ή τον θεό Πάνα,με δέρματα από ελάφια ή πρόβατα,με το κεφάλι στεφανωμένο με κισσό και φορώντας για γένια φύλλα βελανιδιάς.Τα «Ανθεστήρια» ήταν επίσης μια,πιο πρόσφατη χρονολογικά σε σύγκριση μ’εκείνη των Ληναίων,γιορτή του Διονύσου.Η πιο περίλαμπρη γιορτή του Βάκχου ήταν τα Μεγάλα Διονύσια(η νεότερη όλων).Ο Διόνυσος στη γιορτή αυτή ήταν ο θεός που είχε έρθει απ’τις Ελευθερές και οδηγούσαν την αρχαία εικόνα του με μεγάλη πομπή από το ιερό του Λημναίου,διαμέσου του Κεραμεικού,στην Ακαδημία.Οι λέξεις «Διόνυσος Ελευθερεύς» ερμηνεύονταν με την πιο πλατιά σημασία και έλεγαν πως ο Διόνυσος ήταν ο θεός ελευθερωτής:εκείνος που λυτρώνει την γη απ’τα δεσμά του χειμώνα,εκείνος που λευτερώνει τις ψυχές απ’το σφίξιμο των φροντίδων και των συμφορών της ζωής,εκείνος που φέρνει στη φύση,καθώς και στους ανθρώπους,την λευτεριά.Έτσι εκείνη την ημέρα ανακήρυσσαν την απελευθέρωση ενός συγκεκριμένου αριθμού σκλάβων και σ’εκείνους που παρέμεναν στη σκλαβιά έδιναν για μερικές ώρες χαρά και ανεξαρτησία.Οι διθύραμβοι που τραγουδιούνταν στα Μεγάλα Διονύσια ήταν συνθεμένοι για την επισημότητα της γιορτής από τους μεγάλους λυρικούς ποιητές της Ελλάδος,από τον Λάσο τον Ερμιονέα στην αρχή,τον δάσκαλο του Πινδάρου,και τον Σιμωνίδη κατόπιν και τον Βακχυλίδη από την Κέα.Στην Χίο διηγούνταν ότι μετά τον τρυγητό ο γίγαντας Ωρίων ήρθε μια μέρα να βρει τον Οινοπίωνα,τον γιο του Διονύσου και της Αριάδνης,και μέθυσε κοντά του με το καινούργιο κρασί.Έπειτα θέλησε να ατιμάσει την γυναίκα του οικοδεσπότη.Αλλά ο τελευταίος επωφελήθηκε απ’το μεθύσι του Ωρίωνα,για να τον τυφλώσει,και τον έριξε στην ακτή.Ο Ωρίων,τυφλωμένος,σηκώνεται,περπατάει ψηλαφώντας μέσα στη θάλασσα,αφήνεται να τον κατευθύνει ο θόρυβος του εργαστηρίου του Ηφαίστου,που ακούει μακριά,και φτάνει στη Λήμνο.Εκεί αρπάζει έναν απ’τους συντρόφους του θεού,τον βάζει στους ώμους του και οδηγιέται απ’αυτόν προς την κατεύθυνση του ηλίου που ανατέλλει και τού φέρνει το φως.Θέλει τότε να εκδικηθεί τον Οινοπίωνα,μα εκείνος κρύβεται από τον Ποσειδώνα στα βάθη μιας υπόγειας κατοικίας και η οργή του Ωρίωνα μένει ανίσχυρη.Σ’αυτόν τον θρύλο,που υποδηλώνει ότι χάρη στην συνδρομή ζέστης-Ωρίωνος-και υγρασίας-Ποσειδώνος-ωριμάζουν τα σταφύλια,εξαφανίζεται το πρόσωπο του Διονύσου,για να παραχωρήσει την θέση του στον γιο του Οινοπίωνα,μια απ’τις δευτερεύουσες προσωποποιήσεις του αμπελιού και του κρασιού.Από την Νάξο προέρχεται και ο αρχαίος μύθος της Αριάδνης και του Διονύσου:Ο Θησέας,σύμφωνα με την παλαιότερη εκδοχή του μύθου,από τον φιλόσοφο Φερεκύδη από την Σκύρο,γυρνώντας από την Κρήτη με την Αριάδνη,πλευρίζει στο νησί της Νάξου,όπου αποκοιμιέται στ’ακρογιάλι της.Κατά τον ύπνο του τον πλησιάζει η Αθηνά και τον προστάζει να εγκαταλείψει την Αριάδνη και να αναχωρήσει αμέσως για την Αθήνα.Ο Θησέας εκτελεί δίχως άργητα την εντολή της θεάς.Η Αριάδνη εγκαταλελειμμένη βγάζει φωνές απελπισίας,αλλά η Αφροδίτη έρχεται κοντά της και καταφέρνει να την παρηγορήσει.Σε λίγο η Αριάδνη γίνεται σύζυγος του Διονύσου,που της κάνει δώρο μια θαυμάσια χρυσή κορόνα.Ετυμολογικά το όνομα της Αριάδνης ξυπνά προπάντων την ιδέα της χάρης και της χαράς,κι είναι δύσκολο να δούμε σ’αυτό άλλο τίποτα από την προσωποποίηση της ανοιξιάτικης φύσης.Στη Νάξο ξεχώριζαν δύο Αριάδνες:εκείνη που είχε εγκαταλείψει ο Θησέας κι εκείνη που παντρεύτηκε τον Διόνυσο.Οι γιορτές της μιας ήταν γιορτές θλίψης και πένθους,ενώ της άλλης τελούνταν με αγώνες και κραυγές χαράς,κι άκουγε κανείς να αντηχεί προς τιμήν της Αριάδνης και του συζύγου της Διονύσου το τραγούδι της Άνοιξης,ο χαρούμενος διθύραμβος,του οποίου την ανακάλυψη διεκδικούσε,κατά τον Πίνδαρο,η Νάξος.Αυτές οι αντιθέσεις της ειμαρμένης της Αριάδνης τι άλλο είναι παρά οι ίδιες οι αντιθέσεις της φύσης που κοιμάται και πεθαίνει τον χειμώνα,για να ξυπνήσει την άνοιξη και να ανθήσει μέσα στη χαρά και μέσα στην αναγάλλια μιας καινούργιας ζωής?(Απ’αυτή την άποψη ο μύθος της Αριάδνης μας προσφέρει μια σημαντική αναλογία με τον μύθο της Κόρης).Στη Νάξο,επίσης, ή γενικότερα στα νησιά του Αιγαίου,σχηματίστηκε η παράδοση μιας απ’τις πιο θαυμαστές περιπέτειες του Βάκχου:της απαγωγής του από Τυρρηνούς πειρατές.Οι πειρατές θέλησαν να τον δέσουν,γιατί τον είχαν θεωρήσει ως καταγόμενο από τον Δία,με βαριές αλυσίδες,αλλά τα δεσμά έπεφταν απ’τα χέρια του καθιστού και χαμογελαστού θεού.Ακολούθησαν θαύματα του θεού(π.χ ο κισσός που αναρριχήθηκε στο κατάρτι του πειρατικού πλοίου ή τα κύματα αρωματικού κρασιού) που έκαναν τους πειρατές να πέσουν έντρομοι στη θάλασσα,για να γλυτώσουν,αλλά μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια.Ο θεός λυπήθηκε τον φρόνιμο τιμονιέρη,που είχε εισηγηθεί ανεπιτυχώς να απελευθερώσουν τον θεό και είχε παραμείνει ατάραχος στο τιμόνι του εν μέσω των θαυμάτων.Στην θηβαϊκή Τανάγρα διηγιόνταν πως οι γυναίκες της περιοχής,όταν κάποτε μπήκαν στη θάλασσα για καθαρμό,πριν να τελέσουν τις γιορτές του Διονύσου,δέχτηκαν επίθεση από τον Τρίτωνα,αλλά αμέσως κάλεσαν τον Διόνυσο σε βοήθειά τους κι ο θεός προσέτρεξε,πάλεψε με τον Τρίτωνα και τον δάμασε.Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή,υπήρχε στις ακτές της Βοιωτίας ένα τέρας θαλασσινό,ο Τρίτων,που έπεφτε πάνω στα κοπάδια που έβοσκαν στην ακρογιαλιά,αλλά και στις αδύναμες βάρκες των ψαράδων και τις κατέστρεφε.Τότε οι ψαράδες σκέφτηκαν να βάλουν στην ακτή έναν μεγάλο κρατήρα γεμάτο κρασί.Τραβηγμένος απ’την μυρωδιά ο Τρίτων πλησίασε,ήπιε απ’το ποτό και αποκοιμήθηκε στην άμμο.Τότε οι Ταναγραίοι του έκοψαν το κεφάλι και ισχυρίστηκαν ότι το τέρας είχε αφανισθεί απ’τα χτυπήματα του Διονύσου.Ο Παυσανίας λέγει ότι ο Διόνυσος οδήγησε πρώτος μια εκστρατεία στην Ινδία,πρώτος έκανε ένα γεφύρι στον Ευφράτη και ότι και στην εποχή του έδειχναν το παλαμάρι που χρησίμευσε στον θεό,για να συνδέσει τις δύο όχθες του ποταμού,καμωμένο από κλήματα αμπελιού και κλωνιά κισσού.Ο Αρριανός και ο Quintus Cursius ισχυρίστηκαν ότι ο Διόνυσος γεννήθηκε στο ινδικό βουνό Μηρός.Ο θρύλος του Διονύσου στην Ινδία είναι μεταγενέστερος της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ασία και ο Στράβων τον αποδίδει στους κόλακες του μακεδόνα βασιλιά.Είναι αναμφισβήτητο ότι ήδη απ’τον 6ο π.Χ. αιώνα η Μικρά Ασία και ιδίως η Λυδία και η Φρυγία άσκησαν στην λατρεία του Διονύσου στην Ελλάδα μια επίδραση,που μετάλλαξε βαθιά τον χαρακτήρα της:ο θεός Διόνυσος δεν είναι πια ο αρρενωπός θεός των αμπελουργών της Αττικής,αλλά ένας έφηβος,με αγένεια μάγουλα,με ντελικάτο χρώμα στο δέρμα,με πρόσωπο παρθενικό,που το πλαισιώνουν μπούκλες,που κυματίζουν,από ξανθά μαλλιά.Βλέποντας τον μακρύ του μανδύα,το μαλθακό και σερνάμενο περπάτημά του,τη γυναικωτή του χάρη,διστάζουμε να τού δώσουμε αρσενική φύση.Πραγματικά το θρησκευτικό δαιμόνιο της Ασίας σφράγισε τον Διόνυσο.Θηλυκοποιημένος με την επαφή του με την Ασία ο Διόνυσος έγινε ο θεός των γυναικών,το προτιμούμενο αντικείμενο των όλο πάθος λατρειών τους.(Σε κάθε χώρα η γυναίκα που την κυριαρχεί η φαντασία της κι είναι συχνά στη διάθεση των νεύρων της,γίνεται ευκολότερα απ’τον άντρα λεία μυστικιστικής αλλοφροσύνης.Έτσι οι ελληνίδες γυναίκες δέχτηκαν με μια μοναδική ευμένεια τούτον τον καινούργιο θεό και πολλές έτρεξαν πίσω του,για να τον υπηρετήσουν.Αυτές διακρίνονται στις «Θυιάδες» που τελούσαν τα όργια του Διονύσου κάθε δύο χρόνια στην κορυφή του Παρνασσού και τρία στα φαράγγια του Κιθαιρώνα και στις «Βάκχες» που υπό την επίδραση του θεού που τις έχει κυριέψει πηδάνε σαν ελαφίνες ανάμεσα απ’τους χειμάρρους και τις χαράδρες του βουνού,με τον λαιμό αναγερτό και τα μαλλιά τους να ανεμίζουν,έτοιμες στο κάλεσμα του θεού να κομματιάσουν τα θηρία που συναντούν και να καταβροχθίσουν τις σάρκες τους που σπαρταράνε).Στις «Βάκχες» του Ευριπίδη περιγράφεται ακριβώς ο ασιατικός χαρακτήρας της νέας θρησκείας.Ο Διόνυσος ήθελε να’ρχονται προς αυτόν και να του δίνονται ολοκληρωτικά,γι’αυτό και δεν απευθυνόταν σ’όλους.Ο διονυσιακός μυστικισμός,όπως όλοι οι μυστικισμοί,δίδασκε την βαθιά περιφρόνηση για το ανθρώπινο λογικό.«Ό,τι είναι φρόνιμο,δεν είναι καθόλου η φρονιμάδα»,φωνάζει ο χορός των Βάκχων.«Μονάχα εμείς είμαστε σοφοί και φρόνιμοι»,λέει ο γερο-Τειρεσίας,κυριευμένος από τον Βάκχο,«οι άλλοι είναι τρελοί».Σε αντάλλαγμα της απόλυτης υποταγής ο Διόνυσος γεμίζει με την θεότητά του τις ψυχές των πιστών του κι αυτή η θεϊκή κατοχή είναι γι’αυτούς η πηγή χιλίων απολαύσεων και μεθυστικής χαράς.Η καρδιά τους έχει αποκαθαριστεί έτσι,πιστεύουν πως γίνονται καλύτεροι,πως θ’αγγίξουν αυτή την μακαριότητα κι αυτή την τελειότητα,που τις λαχταρούσαν αδιάκοπα,και μ’ένα πήδημα η ψυχή τους πετιέται μακριά απ’τις μιζέριες της βέβηλης ζωής,μέσα σε τούτη την καινούργια ζωή,τούτη την άγια ζωή που τους δημιούργησε ο θεός.Το θέαμα της βλάστησης που μένει νεκρή τον χειμώνα,για να ξαναγεννηθεί την άνοιξη,θα είχε,επιπροσθέτως,υποβάλει την ιδέα ότι ο Διόνυσος ήταν ένας θεός που πέθαινε κι ύστερα ανασταινόταν,όπως η Κόρη.Ο Πλούταρχος λέει ότι τον χειμώνα στους Δελφούς αντικείμενο τη λατρείας δεν ήταν ο Απόλλων,αλλά ο Διόνυσος,καθώς εθεωρείτο ότι είχε εξαφανισθεί,που είχε κατεβεί στα γήινα σκοτάδια και στον κόσμο των νεκρών,η δε μυστηριακή θυσία προς τιμήν του προσεφέρετο μέσα στο ιερό του Απόλλωνος.Αυτή η ιδέα των μεταβολών του πεπρωμένου του Βάκχου είναι το βάθος του θρύλου του «Διονύσου-Ζαγρέα»,που μερικά του στοιχεία δανείστηκαν από την Κρήτη και την Φρυγία,αλλά έγινε ένας θρύλος ελληνικός με την χρήση που έκαναν οι Ορφικοί.Στον θρύλο αυτό ο Βάκχος δεν είναι πια ο θηβαίος θεός,γιος της Σεμέλης,αλλά γεννήθηκε απ’την ένωση του Διός με την Δηώ(=την Δήμητρα) ή με την Κόρη,τις δυο μεγάλες χθόνιες θεότητες που μέσα στα σπλάχνα της γης προεξάρχουν στην βλάστηση και στον θάνατο.Ο Διόνυσος,λοιπόν,παιδί ακόμα,πιάστηκε απ’τους Τιτάνες,τους αδερφούς του,που τον είχαν πλησιάσει προδοτικά δείχνοντάς του ένα παιχνίδι,τον κομμάτιασαν,έριξαν τα κομμάτια του κορμιού του και τα έβρασαν εκεί.Την στιγμή,όμως,του εγκλήματος η Παλλάδα Αθηνά έκλεψε την καρδιά του θεού και την έφερε,ενώ ακόμη παλλόταν ζωηρά,στον Δία.Αυτό το μέρος του κορμιού του Διονύσου είχε γίνει το κέντρο μιας ζωής που ξαναγεννιόταν και η αθάνατη ύπαρξη του θεού,μεταλλαγμένη μα όχι κατεστραμμένη,ξανασχηματίστηκε αμέσως.Ο Διόνυσος,επομένως,στην σκέψη των Ορφικών γινόταν ένα σύμβολο αυτής της δυνατής ζωής που κυκλοφορεί παντού μέσα στο σύμπαν,που ζωντανεύει αδιάκοπα όλα τα μέρη της φύσης,όπου τα φαινόμενα του αφανισμού δεν είναι παρά σημάδια μετασχηματισμού της ζωής.Για τους Ορφικούς ο Διόνυσος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η οικουμενική ψυχή,η κοινή πηγή όλων των ανθρώπινων ψυχών,που οφείλουν να τείνουν αδιάκοπα να βγάλουν και να καθαρίσουν από κάθε χοντροειδή πρόσμειξη το θεϊκό στοιχείο που βρίσκεται μέσα σ’αυτές και τους έχει δοθεί από τον Βάκχο.Έτσι,εκείνοι που αφιερώνονταν στο θεό αναζητούσαν με ορισμένες ιδιαίτερες τελετουργίες να’ρθουν σε επικοινωνία μαζί του.Στην τελετή που ονόμαζαν «Ωμοφαγία» και που ανάγεται,ίσως,στα χρόνια του Θεμιστοκλή,οι μυημένοι έτρωγαν ομαδικά το ωμό κρέας ενός ταύρου.Δεν ήταν μοναχά ένας υπαινιγμός στο πάθος του Ζαγρέα και το κομμάτιασμά του απ’τους Τιτάνες:καθώς ο ταύρος είναι μια απ’τις μορφές του Διονύσου,οι μυημένοι έτρωγαν συμβολικά το σώμα του θεού και έπιναν το αίμα του σ’αυτό το «μυστικό» δείπνο.Αυτή ήταν μια απ’τις ιεροτελεστίες που την ονόμαζαν «ο ορφικός βίος» ή «ο βακχικός βίος»:βίος υποταγμένος σε ασκητικούς κανόνες,σε αυστηρές ασκήσεις κι εφαρμογές,που θα εξασφάλιζαν σ’εκείνους που θα τις εκτελούσαν την ειρήνη και την ηθική γαλήνη σε τούτη τη ζωή και μετά το θάνατο,όταν θα κατέβαιναν κοντά στο Ζαγρέα,στο υπόγειό του βασίλειο,το εύκολο πέρασμα των ψυχών τους στα νέα τα σώματα,όπου θα κατοικούσαν κι όπου χρωστούσαν να αποτελειώσουν τους καθαρμούς τους ως την μέρα της τελευταίας λύτρωσης και της πιο πλέριας μακαριότητας.Η θρησκευτική δοξασία των Ορφικών κατέληγε,κατά συνέπεια,στην μετεμψύχωση,όπως κι ο Πυθαγορισμός,που απ’αυτόν δανείστηκε ορισμένα στοιχεία.Και καθώς έκανε τον Διόνυσο θεό του θανάτου και της ζωής,συνδεόταν με τα Ελευσίνια μυστήρια.Στην αρχή,η άσκηση της λατρείας του Βάκχου,θεού της φυτικής φύσης,φαίνεται να’ναι συνδεδεμένη με τη γενική λατρεία των δέντρων,που η παράδοσή της,φερμένη απ’τους Πελασγούς,διήρκεσε πολύ καιρό στην ελληνική ύπαιθρο.Από κει κι ο χαρακτήρας των αρχαίων της ειδώλων.Ο ένδεντρος Διόνυσος της Βοιωτίας δεν ήταν,αναμφίβολα,παρά ένα ιερό είδωλο λατρευτικό,ένα μεγάλο δέντρο ντυμένο με κισσό,όπου υπέθεταν πως κατοικούσε ο θεός,καθώς ο Δίας εθεωρείτο ότι κατοικούσε στην δρυ(=βελανιδιά) της Δωδώνης.Τα ονόματα «Διόνυσος Στύλος» και «Διόνυσος Περικιόνιος» της Θήβας δείχνουν πως ένα απλό παλούκι,ένας στύλος χωμένος στο χώμα ή ένας κορμός δέντρου που μόλις λαξεύτηκε υπήρξαν οι πρωτόγονες και χοντροκομμένες εικόνες του θεού.Τις γιορτινές μέρες αυτός ο κορμός ήταν στολισμένος με κλώνια κλήματος και κισσού,τον σκέπαζαν με ρούχα,έβαζαν στην κορυφή του ένα κεφάλι ή ένα προσωπείο,μερικές δε φορές του πρόσδεναν κι έναν φαλλό,που ήταν η έκφραση της γονιμοποιητικής και γενετήσιας δύναμης του θεού.Αυτή είναι η σημασία του Διονύσου που λέγεται στην Λέσβο «Φαλλήν» και που τα νομίσματα της Μυτιλήνης παρουσιάζουν με τα χαρακτηριστικά ενός «ιθυφαλλικού» Ερμή.Στην τέχνη,ο αρχαϊκός τύπος του γενειοφόρου Διονύσου(«Πωγωνιτής»,«Καταπώγων») μάς προσφέρεται απ’τα νομίσματα της Θάσου και της Νάξου κι απ’τα μελανόμορφα αγγεία.Χαρακτηρίζεται συχνά απ’το μυτερό γένι,σε σχήμα γωνίας.Ο θεός,που το μέτωπό του είναι συνήθως στεφανωμένο με κισσό, είναι ντυμένος μ’ένα μακρύ χιτώνα που φτάνει ως τα πόδια του.Κατά τον αιώνα του Περικλή αυτός ο τύπος μετατρέπεται,γίνεται θηλυπρεπής κάτω απ’την επίδραση των ασιατικών θρησκειών(ο μακρύς χιτώνας του,λέγει ο Lenormant,γίνεται ένα αληθινά γυναικείο φόρεμα,η «βασσάρα»,που ήταν κοινή στον λύδιο θεό και στις μαινάδες του,και φοράει καμιά φορά από πάνω,για να συμπληρώσει το ρούχο του,τον απάνω κοντό χιτώνα χωρίς μανίκια,που ονομαζόταν «κροκωτός».Τα μαλλιά του είναι δεμένα με γυναικεία στολίδια,που αντικατασταίνουν τα στεφάνια από κισσό ή κληματσίδες ή συνδυάζονται μ’αυτά:με το «κρήδεμνον»,τη «μίτρα»,τη «στεφάνη»,στους δε ώμους του είναι ριγμένη η «νεβρίς»).Ο Διόνυσος σπάνια είναι ένας θεός απομονωμένος:στις γιορτές της λατρείας του έχει μια ιερή ακολουθία,έναν «θίασο».Είναι η ομάδα από Βάκχες που σέρνει πίσω του πάνω στα βουνά,καθώς κι άλλα δευτερεύοντα «δαιμόνια» που προσωποποιούν τις διάφορες δυνάμεις της άγριας φύσης,όπως οι Νύμφες(παραμάνες του),ο γέρων θεός των βοσκών της Αρκαδίας Πάνας,που απ’την εμφάνιση του νέου θεού περιορίστηκε στον μέτριο ρόλο του δορυφόρου του(γιος του Ερμή και της κόρης του Δρύοπος,στην υπηρεσία του οποίου έβοσκε τα κοπάδια ο Ερμής.Ήταν ο εφευρέτης της σύριγγος-το σουραύλι των βοσκών.Με τη φοβερή φωνή του τρόμαξε,κατά την μυθολογία τους Τιτάνες κατά την Τιτανομαχία και προκάλεσε «πανικό» στους Πέρσες στο Μαραθώνα,δοξασία που ώθησε τους Αθηναίους να του αφιερώσουν ένα ιερό σκαμμένο στο βράχο της Ακροπόλεως και να τον τιμήσουν με ετήσιες θυσίες και λαμπαδηδρομίες.Οι Στωικοί και οι Ορφικοί «είδαν» στον Πάνα τον θεό που εκφράζει το αν,τα πάντα δηλαδή),ο Πρίαπος(ήλκε την καταγωγή του από τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα.Στην Λάμψακο της Προποντίδος εθεωρείτο επώνυμο του Διονύσου.Συνήθως καθοριζόταν ως γιος του Διονύσου και μιας Νύμφης ή της Αφροδίτης.Ο Πρίαπος προσέθετε στην αναπαραγωγική ενέργεια της φύσης και την ιδέα της παραγωγής και της γονιμοποίησης με τον έρωτα.Παρίστατο σε στύση(«ιθυφαλλικός»),οι δε περιοχές του ήταν οι υγροί τόποι,τα περιβόλια και οι κήποι),προπάντων δε οι Σειληνοί(ανήκαν στην οικογένεια των Σατύρων.Προέρχονταν απ’τις θρησκευτικές παραδόσεις της Μικράς Ασίας και ιδιαιτέρως της Φρυγίας.Ήταν τα αρσενικά δαιμονικά των πηγών και των ποταμών,γιοι των Ναιάδων,που ήταν στην ουσία η προσωποποίηση των τρεχούμενων νερών.Στις αναπαραστάσεις της ελληνικής τέχνης οι Σειληνοί έχουν συχνά ουρά,οπλές,ακόμα κι αυτιά αλόγου,συμβόλου των νερών.Ο μύθος του μουσικού διαγωνισμού του Σειληνού Μαρσύα με τον θεό Απόλλωνα ήταν προσφιλές θέμα των αρχαίων καλλιτεχνών και δηλωτικός της υπεροχής της ελληνικής μουσικής έναντι της ασιατικής-στις Κελαινές της Φρυγίας έδειχναν και το σπήλαιο,όπου ο Απόλλων κρέμασε το δέρμα του γδαρθέντος Μαρσύα,ο οποίος δεν ήταν παρά ένα ρέμα νερού που θεοποιήθηκε,καθώς από το ίδιο σπήλαιο βγαίνουν οι πηγές ενός ποταμού που είχε το όνομα Μαρσύας.Οι Σειληνοί είχαν και προφητικές δυνάμεις,καθώς οι πηγές είναι «απόρροιες» της γης,ου τα σπλάχνα της κρύβουν τους μεγάλους νόμους του κόσμου και τη σοφία του μέλλοντος,οι θεότητες,επομένως,που παίζουν μέσα στα νερά έχουν έναν εμπνευσμένο και μαντικό χαρακτήρα.Το συμβολικό ζώο των Σειληνών ήταν το γαιδούρι.Στην Ελλάδα ο Σειληνός έφτασε ως παρωδία,ως καρικατούρα,όπως συνήθιζαν πάντοτε οι Έλληνες να διακωμωδούν τα πάντα-με μεγάλη κοιλιά,κοντόχοντρος,με τριχωτό κορμί,πάντα μεθυσμένος,με αλογοουρά(ο λεγόμενος «Πάππος-Σειληνός»-πάππος στα φρυγικά σήμαινε πατέρας,αφέντης,επίθετο που οι λαοί της Μικράς Ασίας έδιναν σε μερικούς από τους μεγαλύτερους θεούς τους κι ιδιαιτέρως στον Άττη)αν και,όταν οι ποιητές και οι καλλιτέχνες ήθελαν να τον παρουσιάσουν σοβαρό,τον παρουσίαζαν σαν τον πατέρα-τροφό,τον παιδαγωγό,τον πιστό σύντροφο και φίλο του Βάκχου και τότε τον παράσταιναν με τα χαρακτηριστικά ενός γέροντα μ’αυστηρή έκφραση και πατρική) και οι Σάτυροι(αδερφοί των βουνίσιων Νυμφών,το κορμί τους κατά την λαϊκή φαντασία των αρχαίων γιδοβοσκών ήταν τριχωτό,η μύτη τους κοντή και πλακουτσωτή,τα αυτιά τους μυτερά,τα πόδια τους διχαλωτά και είχαν και ουρά.Κατά τον Ησίοδο,στη «Θεογονία» του,ήταν μια δειλή ράτσα,τεμπέλικη,στραμμένη προς το κακό.Ακόμα κι ο ίδιος ο Πλούταρχος πίστευε στην ύπαρξη των Σατύρων[χαρακτηριστικό είναι το ανέκδοτο της συνάντησης του Σύλλα με έναν Σάτυρο που παραθέτει στον «Βίο του Σύλλα» και μεταφέρει με πάσα σοβαρότητα].Η μορφή των Σατύρων εξευγενίστηκε με την είσοδό τους στον κόσμο του θεάτρου και την δημιουργία του σατυρικού δράματος:δεν είναι πια γέροντες,αλλά χαριτωμένοι κι ωραίοι έφηβοι που διατηρούν τις αγαπημένες τους ενασχολήσεις μέσα στα δάση,μα με περισσότερη ευγένεια και λεπτότητα).







(Πηγή:«Παγκόσμια μυθολογία» του L.Bernard).

Ο Μακεδών στρατηγός Αντίγονος Β' «Γονατάς».

Γιος του Δημητρίου του Πολιορκητή και εγγονός του Αντιγόνου Α' του «Κύκλωπος»,γεννήθηκε γύρω στο 319 π.Χ. πιθανώς στους Γόννους της Θεσσαλίας(απ'όπου προέρχεται και το παρωνύμιό του).Στη μάχη της Ιψούς το 301 π.Χ.,όπου ο παππούς του Αντίγονος σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των συνασπισθέντων στρατών των υπολοίπων Μακεδόνων στρατηγών και ήδη διεκδικητών της αυτοκρατορίας του,διέφυγε από το πεδίο της μάχης ζωντανός,μαζί με τον πατέρα του Δημήτριο.Κατέκτησε την Αθήνα και το 294 π.Χ. αξίωσε τον θρόνο της Μακεδονίας από τον Αλέξανδο,γιο του Κασσάνδρου.Το 292 π.Χ.πολιόρκησε τους επαναστήσαντες Θηβαίους στην Θήβα μετά την αναχώρηση του Δημητρίου σε(ανεπιτυχή) εκστρατεία στον Βορρά,επ’ευκαιρία της συλλήψεως του εχθρού του Δημητρίου Λυσιμάχου από τον Θράκα Δρομικαίτη(οι Θηβαίοι καθυπετάγησαν κατόπιν επιδρομής του Δημητρίου που άλωσε την πόλη με τις περίφημες πολιορκητικές του μεθόδους,το 291 π.Χ.).Ο Αντίγονος συμπαραστάθηκε στον Δημήτριο στους αγώνες του κατά των Λυσιμάχου,Σέλευκου,Πτολεμαίου και Πύρρου ως διοικητής της Ελλάδος.Το 285 π.Χ. ο Δημήτριος παραδόθηκε στον Σέλευκο.Ο Αντίγονος έγραψε προς τον Σέλευκο ζητώντας του την απελευθέρωση του πατέρα του και την ανταλλαγή του πατέρα του με τον ίδιο,πρόταση που ο Σέλευκος απέρριψε.Το 283 π.Χ. ο Δημήτριος πέθανε στην αιχμαλωσία σε ηλικία 55 ετών και ο Αντίγονος μετέφερε το σώμα του πατέρα του αρχικώς στην Κόρινθο κι έπειτα στην Δημητριάδα,πόλη που είχε ιδρύσει ο Δημήτριος στη Θεσσαλία.Ο Αντίγονος προσπάθησε να κατακτήσει το βασίλειο της Μακεδονίας στρεφόμενος κατά του νικητού του Λυσιμάχου Πτολεμαίου Κεραυνού,αλλά ηττήθηκε.Αντιστάθηκε γενναία κατά των επιδρομέων(και νικητών του Πτολεμαίου Κεραυνού) Γαλατών.Τελικώς τους συνέτριψε στην ακτή της θρακικής πόλης Λυσιμαχία και άνοιξε ο δρόμος για την κατάκτηση της Μακεδονίας.Εκείνη την εποχή ενυμφεύθη την σύζυγό του Φιλία Β’,κόρη του Σελεύκου,και απ’αυτήν απέκτησε τον γιο και μετέπειτα διάδοχό του Δημήτριο Β’ Αιτωλικό.Ο Αντίγονος αρνήθηκε ευγενικά να αποστείλει ενισχύσεις στον ευρισκόμενο τότε στην Ιταλία Πύρρο,με αποτέλεσμα ο τελευταίος,και από την δική του απρονοησία, χάνοντας την συμμαχία των Ελλήνων της Ιταλίας και Σικελίας,να χάσει από τους Ρωμαίους στην μάχη του Μπενεβέντουμ(275 π.Χ.).Επιστρέφοντας στην Μακεδονία ο Πύρρος επιτέθηκε αιφνιδιαστικά στον στρατό του Αντιγόνου,με αποτέλεσμα να τον διασκορπίσει.Ο Αντίγονος κατεβαίνει εσπευσμένα στην Πελοπόννησο,καθώς ο Πύρρος είχε ήδη αναχωρήσει,για να την κατακτήσει(και αρχικά την Σπάρτη με προτροπή του Σπαρτιάτη Κλεωνύμου,αλλά τελικώς αποτυγχάνει λόγω της βραδύτητός του).Με τη βοήθεια του προδότη Αργείου Αριστέα, ο Πύρρος επεχείρησε να καταλάβει το Άργος μέσα στη νύχτα,αλλά μη μπορώντας οι ελέφαντες να περάσουν από τις στενές πύλες,οι κάτοικοι της πόλεως πρόλαβαν να ανασυγκροτηθούν,να καταλάβουν καίρια σημεία της πόλεως και να ειδοποιήσουν τον στρατοπεδευμένο στην Ναυπλία Αντίγονο.Ο Αντίγονος με τη βοήθεια και του Σπαρτιάτη βασιλέως Άρεως και Κρητικών μισθοφόρων εισήλθε στην πόλη,επιτέθηκε στους Γαλάτες που είχαν καταλάβει την αγορά και ακολούθησε σύγχυση,καθώς οι μάχες συνεχίστηκαν στα σοκάκια της πόλης.Βλέποντας ο Πύρρος ότι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να οπισθοχωρήσει,αλλά φοβούμενος ότι οι πύλες ήταν πολύ στενές,για να εξέλθουν τα στρατεύματά του,έδωσε εντολή σε αγγελιαφόρο του να πάει μήνυμα στο γιο του Έλενο που ήταν στρατοπεδευμένος έξω από την πόλη να γκρεμίσει ένα μέρος των τειχών,ώστε να εξέλθει με ασφάλεια το στράτευμά του.Ο αγγελιαφόρος,όμως,δεν κατάφερε να μεταδώσει σωστά τις εντολές,με αποτέλεσμα ο Έλενος να πάρει τους ελέφαντες και να προσπαθήσει να μπει στην πόλη με τους ελέφαντες.Μπροστά στον πανικό που ακολούθησε με το στρατό του Πύρρου να προσπαθεί να βγει από την πόλη και τον κύριο όγκο του στρατού του υπό τον Έλενο να προσπαθεί να μπει,στις πύλες της πόλεως,αλλά και στους δρόμους,οι πανικόβλητοι ελέφαντες(ο μεγαλύτερος σωριάστηκε στις πύλες) ποδοπατούσαν εχθρούς και φίλους.Σ’αυτό το χάος ο Πύρρος έπεσε ζαλισμένος από ένα κεραμίδι που τού πέταξε μια ηλικιωμένη γυναίκα στην προσπάθειά της να σώσει τον γιο της και θανατώθηκε από τον Ζόφυρο,έναν στρατιώτη του Αντιγόνου,διά αποκεφαλισμού.Ο Αλκυονεύς,ένας από τους γιους του Αντιγόνου,μαθαίνοντας για τον θάνατο του Πύρρου,βρήκε το σώμα του και παίρνοντας το κεφάλι του κάλπασε προς τον πατέρα του Αντίγονο,για να τού το δείξει.Ο Αντίγονος αντιμετώπισε τον θέαμα με αποτροπιασμό και επέπληξε τον γιο του αποκαλώντας τον βάρβαρο.Έπειτα κάλυψε το κεφάλι του και ξέσπασε σε κλάματα,καθώς ο θάνατος του Πύρρου τού θύμισε το τέλος των φιλοδοξιών του πατέρα και του παππού του.Έπειτα φρόντισε να αποτεφρωθεί το σώμα του Πύρρου σε μια μεγαλοπρεπή τελετή.Τον γιο του Πύρρου,τον Ελενό,ανακάλυψε μεταμφιεσμένο ο Αλκυονεύς και τον οδήγησε στον πατέρα του(αυτή τη φορά ο Αντίγονος ικανοποιήθηκε από την ενέργεια του γιου του).Ο Αντίγονος αντιμετώπισε με ευγένεια τον Έλενο και τον έστειλε με ασφάλεια πίσω στην Ήπειρο.Μετά τον θάνατο του Πύρρου,ο στρατός του ενσωματώθηκε σ’εκείνον του Αντιγόνου,ήταν δε απόλυτος κυρίαρχος του ελλαδικού χώρου.Η προσέγγιση,όμως,του Αντιγόνου στον Αντίοχο,βασιλιά της δυναστείας των Σελευκιδών,ερεθίζει την Αθήνα και την Σπάρτη που νιώθουν να χάνουν τα ηνία,αλλά και τον Πτολεμαίο της Αιγύπτου.Έτσι ο Αθηναίος Χρεμωνίδης πείθει τους Αθηναίους να ξεσηκωθούν και να συνασπισθούν με τους Σπαρτιάτες κατά του Αντιγόνου.Ο Αντίγονος ερήμωσε την περιοχή των Αθηναίων και απέκλεισε την πόλη από θαλάσσης,ενώ η προσπάθεια αποστολής ενισχύσεων από τον Πτολεμαίο Β’ Φιλάδελφο προς την Αθήνα δεν είχε αποτέλεσμα,καθώς παράλληλα ο Αντίοχος προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τον πόλεμο στην Ελλάδα και επιτέθηκε κατά του Πτολεμαίου.Ο Αντίγονος τελικά κατέλαβε την Αθήνα και ξανάγινε έτσι κυρίαρχος της Ελλάδος,υπογράφοντας συνθήκη ειρήνης με Αθηναίους και Σπαρτιάτες.Στους άλλους δύο αιγυπτιοσυριακούς πολέμους που ακολούθησαν ο Αντίγονος όχι μόνο δεν κλονίστηκε στην θέση του στον ελλαδικό χώρο,αλλά βγήκε ισχυρότερος.Ο Αντίγονος στη συνέχεια είδε με μεγάλη έχθρα τη δύναμη και δυναμικότητα του Αράτου να αυξάνεται και προσπάθησε αρχικά να τον δωροδοκήσει με 25 τάλαντα,ώστε να αποφύγει τον προσεταιρισμό του τελευταίου από τον Πτολεμαίο που πάντοτε αναζητούσε αφορμές,για να αναμειγνύεται στα ελλαδικά πράγματα.Με πρόσχημα τον γάμο του γιου του Δημητρίου με την χήρα του επικεφαλής της Κορίνθου και καταληψία αυτής εν ονόματι του Αράτου,ο Αντίγονος κατέλαβε αιφνιδιαστικά την πόλη.Το 243 π.Χ. ο Άρατος κατέλαβε την Ακροκόρινθο και το λιμάνι του Λεχαίου συλλαμβάνοντας 25 πλοία του Αντιγόνου.Το γεγονός προκάλεσε γενικότερη εξέγερση κατά των Μακεδόνων,αλλά και πάλι ο Αντίγονος κατάφερε να επικρατήσει άλλης μιας εξεγέρσεως.Το 239 π.Χ. ο Αντίγονος πέθανε σε ηλικία 80 ετών και άφησε διάδοχό του τον γιο του Δημήτριο Β’ Αιτωλικό που κυβέρνησε για τα επόμενα 10 χρόνια.