
Αν πιστέψουμε τις πηγές,ο Διόνυσος ήταν ο νεώτερος απ’όλους τους θεούς του ελληνικού πανθέου.Αλλά αυτός,ο τελευταίος που ήρθε στον Όλυμπο,είναι ίσως εκείνος που η επίδρασή του στο δαιμόνιο των Ελλήνων υπήρξε η πιο γόνιμη.Στον 6ο αι.π.Χ. ιδιαιτέρως, τα πάντα είχαν υποστεί την επίδρασή του:η τέχνη,η ποίηση,η θρησκεία.Εμπνέει τον διθύραμβο,ζωντανεύει τις λαμπρές γιορτές,απ’τις οποίες γεννήθηκαν το σατυρικό δράμα,η κωμωδία,η τραγωδία,το θέατρο ολάκερο.Στη μουσική και στο χορό,στη γλυπτική και στη ζωγραφική δίνει μια καινούργια ζωή,μια κίνηση όλο πάθος,που η ήρεμη τέχνη των προηγούμενων αιώνων φαίνεται πως δεν είχε γνωρίσει.Θεός-εισβολέας,παίρνει θέση δίπλα στη Δήμητρα και την Κόρη στα σεπτά Μυστήρια της Ελευσίνας,γίνεται το κύριο αντικείμενο της μυστικής λατρείας των Ορφικών και σε λίγο,παίρνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πιο αρχαίων και των πιο δυνατών θεοτήτων,θα συγχωνευθεί μ’αυτές.Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι οι αρχαίοι μυθογράφοι και οι αρχαίοι ποιητές οφείλονται για το πλήθος των πληροφοριών γύρω από την γέννηση και τις πράξεις του θεού,σε σημείο που να μην γνωρίζουμε καλά καλά τι πρέπει να υιοθετήσουμε.Η πιο παλιά μαρτυρία που έχουμε για τον Διόνυσο είναι ο θρύλος που διηγείται ο Όμηρος στην έκτη ωδή της Ιλιάδος,ο θρύλος,όπου βλέπουμε τον Διόνυσο να καταδιώκεται και να τρέπεται σε φυγή απ’τον Λυκούργο,θεό της Θράκης,που οι Έλληνες είχαν μεταμορφώσει σε βασιλιά των Ηδωνών,αφού ο τελευταίος πρώτα σκοτώσει στο όρος Νύσα τις Νύμφες του Διονύσου.Ο Διόνυσος,για να γλιτώσει,ρίχνεται στη θάλασσα και η Θέτιδα τον δέχεται ολότρεμη στην αγκαλιά της.Αλλά ύστερα απ’αυτά οι Ολύμπιοι οργίστηκαν μαζί του και ο Ζευς τον τύφλωσε,η δε ζωή του δεν διήρκεσε πολύ,από το μίσος των αθανάτων.Σύμφωνα με τον μύθο αυτό είναι φανερό ότι στους ομηρικούς χρόνους ο Διόνυσος,που δεν έχει τη θέση του στον Όλυμπο,είναι ένας θεός ή ένας ήρωας ξεχασμένος στην Ελλάδα.Και παρά τον ηθικό χαρακτήρα που ο Όμηρος δίνει στην αφήγησή του,μάς επιτρέπεται να ανακαλύψουμε σ’αυτήν έναν μύθο μιας καθαρά φυσικής σημασίας:Ο Λυκούργος,όπως το δείχνει και η ετυμολογία του ονόματός του,είναι εκείνος που κλείνει ή κρύβει το φως.Είναι ο χειμώνας ο ίδιος με τις σκληρότητές του και τις τραχύτητές του,που με την θανατηφόρα του βουκέντρα χτυπάει τη ζωή και τη βλάστηση της φύσης.Είναι ο γιος του Δρύαντα,δηλαδή των βουνών των σκεπασμένων με δάση από δρυς,που απ’τις χιονισμένες κορυφές της Θράκης εξαπολύεται στην πεδιάδα διώχνοντας από μπροστά του τον λαμπερό ήλιο του καλοκαιριού μ’όλες τις χαρές του,αναγκάζοντάς τον να ριχτεί στη θάλασσα,απ’όπου δεν θα βγει παρά με την άνοιξη,τότε που ο ίδιος θε να τυφλωθεί και να χτυπηθεί από τον θάνατο.Αυτός ο μύθος,που δεν μας προσφέρει σχεδόν κανένα χαρακτηριστικό στοιχείο του λαϊκού Βάκχου της Ελλάδας,μάς αναγκάζει να συμπεράνουμε πως υπήρχε στη Θράκη από πολύ παλιά μια λατρεία αυτής της θεότητας.Τίποτα δεν μας εμποδίζει να δεχτούμε ότι οι θρακικές φυλές,αφού είχανε μείνει στην Πιερία και στην Θεσσαλία,ήρθαν να εγκατασταθούν στη Βοιωτία και στη Φωκίδα,έφεραν μαζί τους και τη λατρεία του Βάκχου και ότι απ’τους πρόποδες του Παρνασσού και τις κοιλάδες του Ελικώνα αυτή η λατρεία εξαπλώθηκε σε λίγο ανάμεσα σ’όλες τις αιολικές φυλές της χώρας,που την υιοθέτησαν,αλλά και την μεταμόρφωσαν υιοθετώντας την.Απ’αυτήν ακριβώς την μεταμόρφωση θα είχε γεννηθεί ο θηβαϊκός θρύλος,που είναι ο κατεξοχήν ελληνικός θρύλος,κι απ’όλους τους ελληνικούς ο πιο σημαντικός.Σύμφωνα με τον θρύλο αυτό,ο Διόνυσος είχε μητέρα τη Σεμέλη,κόρη του Κάδμου(η Σεμέλη είναι πιθανώς προσωποποίηση της γης κατά την εποχή της ανοίξεως).Η Σεμέλη αγαπήθηκε απ’τον Δία,που γονιμοποίησε την αγαπημένη του με την μορφή χρυσής βροχής(όπως ακριβώς και με την Δανάη),δηλαδή με τα ευεργετικά νερά που μαλακώνουν την σκληρή επιφάνεια της γης και χώνονται μέσα της,για να αναπτύξουν την ζωή.Φουσκωμένη από τούτη τη θεϊκή γονιμοποίηση η Σεμέλη είχε την απρονοησία να επιθυμήσει να αντικρίσει σε όλη την λάμψη της δόξας του τον θεό που την έκανε μητέρα,αλλά οι φλόγες,με τις οποίες ήταν περιτυλιγμένος ο Ζευς,την θανάτωσαν.Πεθαίνοντας,άφησε να ξεφύγει απ’τα σπλάχνα της ο καρπός που περιείχαν και μόλις είχε σχηματιστεί,ο Διόνυσος,που κι αυτός,επίσης,θα σκοτωνόταν απ’τις θεϊκές φλόγες,αν η γη,για να προφυλάξει και να σώσει το παιδί,δεν είχε κάνει να προστρέξουν γύρω στις κολώνες του παλατιού του Κάδμου τα πράσινα κλαδιά ενός πράσινου κισσού.Ωστόσο ο Διόνυσος σε λίγο περιμαζεύτηκε απ’τον ουράνιό του πατέρα,τον Δία,που τον κλείνει και τον ράβει μέσα στο μηρό του,όπου θεν’αποτελειωθεί η κυοφορία,ως τη στιγμή που το θεϊκό παιδί φτάνοντας στο τέρμα της κύησης θα δει το φως για δεύτερη φορά:διπλή γέννηση που οι Έλληνες πίστευαν πως εκφραζόταν η ιδέα της με τα επίθετα «διμήτωρ» και «διθύραμβος» που έδιναν στον θεό.Ο Διόνυσος,μόλις γεννήθηκε,δόθηκε στις φροντίδες των Νυμφών,με τη μεσολάβηση του Ερμή:λαϊκό θέμα που συχνά παρουσιάζεται απ’τους καλλιτέχνες.Οι Νύμφες ,λοιπόν,αντιπροσωπεύουν την υγρασία της γης:είναι ο χυμός που ζωντανεύει τα φυτά και τα δέντρα,είναι οι αναβράζουσες πηγές,οι ποταμοί με τα πολλά νερά.Συμφωνα με μια άλλη παράδοση η Ινώ,αδερφή της Σεμέλης,πήρε στις φροντίδες της το παιδί,αλλά η Ινώ-Λευκοθέα είναι,επίσης,μια θεότητα των νερών.Κατά τον Φερεκύδη,παραμάνες του μωρού ήταν οι νύμφες της Δωδώνης,οι Υάδες:νύμφες της βροχής που διετήρησαν αυτή την σημασία,όταν τοποθετήθηκαν στον ουρανό σαν αστερισμός.Συχνότερα,ωστόσο,τροφοί του Διονύσου είναι οι νύμφες του βουνού της Νύσας κι ο ίδιος ο θεός ονομάζεται συνήθως ο θεός της Νύσας.Ποιο είναι,όμως,αυτό το περίφημο όρος Νύσα;Όταν η λατρεία του Διονύσου διαδόθηκε σ’όλη την Ελλάδα και σε μέρος της Ασίας πολλά τοπωνύμια Νύσα υπήρχαν,γιατί κάθε επαρχία,όπου καλλιεργούνταν αμπέλια,είχε την αξίωση πως αυτή είχε την τιμή να φιλοξενήσει τα παιδικά χρόνια του θεού.Στην πραγματικότητα η Νύσα δεν ήταν παρά ένας φανταστικός τύπος που βγήκε απ’την ελληνική φαντασία,ύστερα από μια ετυμολογική πλάνη(από το Δίας+Νύσα<ύης=υγρός->Διόνυσος βγήκε αυτή η φανταστική γεωγραφία).Ο Ομηρικός ύμνος προς τον Διόνυσο μάς τον παρουσιάζει να τριγυρνά στις χαράδρες και στα φαράγγια της Νύσας περιστοιχισμένος από τις Νύμφες του όρους κάνοντας πολλή φασαρία(Γι’αυτό ο θεός ονομάζεται πότε «Βρόμιος» και πότε «Εύιος»,δηλαδή όλος θόρυβο).Η άγρια παιδική ζωή του Βάκχου και η ταραχώδης νεανική του ηλικία τί είναι άλλο πραγματικά παρά το μεγάλωμα του αμπελιού στις βουνίσιες πλαγιές,όπου,αφού ανακαλύφτηκε και καλλιεργήθηκε,χαιρόταν πάντα να μεγαλώνει ολοένα,αλλά και οι πρώτες μεθυστικές απολαύσεις του κρασιού,οι χαρές των πρώτων τρύγων.Όσο για τα μίση και τις φιλίες του θεού,τα μακρινά του ταξίδια και τον τελικό του θρίαμβο,όλα αυτά είναι μια εικόνα των μοναδικών αποτελεσμάτων του κρασιού,πότε ευεργετικού και πότε φοβερού για τον άνθρωπο,μια εικόνα ,επίσης,διάδοσης του αμπελιού σε όλο τον κόσμο.Στην Βοιωτία διαμορφώθηκε ο κύριος θρύλος του θεού.Στην Αττική η λατρεία εισήχθη από πολύ παλιά:δυο οικισμοί,των Ελευθερών(στον Κιθαιρώνα) και της Ικαρίας ,ισχυρίζονταν πως είχαν την τιμή να φιλοξενήσουν τον θεό και πως ευνοήθηκαν πρώτες αυτές με τα δώρα του.Ο δήμος της Ικαρίας παρέθετε τον ακόλουθο θρύλο,για να ενισχύσει την αξίωσή της:Ο πρώτος βασιλιάς της εκεί χώρας λεγόταν Ικάριος.Μια μέρα ο Διόνυσος,κατά τη διάρκεια ενός απ’τα ταξίδια του,σταμάτησε στο σπίτι αυτού του βασιλιά και βρήκε καλή υποδοχή.Στην αναχώρησή του ο θεός,θέλοντας να ανταμείψει τον βασιλιά για την φιλοξενία του,τού χάρισε ένα κλήμα αμπελιού και τού δίδαξε την τέχνη πώς να κάνει κρασί.Αλλ’αυτός,όταν ήρθε η εποχή του τρυγητού,δεν θέλησε να χαρεί μονάχος του τα ευεργετήματα του θεού και σκέφτηκε να καλέσει κι άλλους ανθρώπους,για να πάρουν μέρος σ’αυτά.Άρχισε,λοιπόν,να τρέχει στα χωριά εδώ κι εκεί,μ’ασκιά γεμάτα κρασί κι έδινε απ’αυτά να πιουν,ο ένας ύστερα απ’τον άλλο,καλλιεργητές της γης μα και βοσκοί.Κι αμέσως οι άνθρωποι αυτοί άρχισαν να χάνουν τα λογικά τους:πιστεύοντας πως φαρμακώθηκαν,σκότωσαν τον Ικάριο και δεν τον έθαψαν,παρά μόνο αφού είχε περάσει η επίδραση του κρασιού την επόμενη μέρα.Ο Ικάριος είχε μια κόρη με το όνομα Ηριγόνη που,νιώθοντας δίχως άλλο το κακό που έγινε,πήγαινε παντού,φωνάζοντας και θρηνώντας,αναζητώντας τον πατέρα της και δεν τον έβρισκε,όταν η Μαίρα,η σκύλα της που την συνόδευε,τής έδειξε με τα γαυγίσματά της το μέρος,όπου ήταν θαμμένος ο Ικάριος.Η Ηριγόνη από απελπισία κρεμάστηκε από το δέντρο,στις ρίζες του οποίου ήταν θαμμένος ο πατέρας της.Ηριγόνη ετυμολογικά σημαίνει εκείνη που γεννιέται την άνοιξη,δηλαδή το νεαρό τσαμπί του σταφυλιού,ενώ Μαίρα(=λαμπερή,αστραφτερή) είναι ο αστερισμός του Κυνός,ο καύσωνας.Ο θρύλος,λοιπόν,όταν περιοριστεί στα ουσιαστικά του στοιχεία,δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά:την άνοιξη το κλήμα τ’αμπελιού γεννάει το τσαμπί.Σαν τούτο μεγαλώσει,κρέμεται στο δεντράκι,όπου γεννήθηκε,ενώ οι καυτερές αχτίδες του καλοκαιριάτικου ήλιου το συνοδεύουν στο μεγάλωμά του και το κάνουν να ωριμάσει.Εις ανάμνησιν του τραγικού τέλους της Ηριγόνης οι κάτοικοι της Ικαρίας έδεναν στα κλαδιά των δέντρων πήλινα ή κέρινα αγαλματάκια,που κουνιούνταν με τη φορά του ανέμου και μπορούν να παραλληλισθούν με τα τσαμπιά που κρέμονται από το κλήμα.Σ’αυτή ακριβώς την μυθική εποχή θεωρούσαν ότι είχε δημιουργηθεί μια από τις πιο λαϊκές διασκεδάσεις στα χωριά της Αττικής,τα «Ασκώλια»,όπου πάνω σ’ένα ασκί φουσκωμένο και λαδωμένο οι νεαροί χωρικοί ασκούνταν να πηδάνε και να χορεύουν στο ένα πόδι,μιμούμενοι τον Ικάριο,έλεγαν,που σαν είδε μια μέρα έναν τράγο να ροκανίζει το αμπέλι του,έκανε με το δέρμα του τράγου ένα ασκί και πάνω σ’αυτό χόρεψε από την χαρά του για τον πρώτο τρυγητό.Η αντίληψη για την θεότητα του Βάκχου ήταν,επομένως,στην αρχή και για πολύ καιρό μετά,στην Αττική πάρα πολύ απλή.Στην πιο λαμπρή εποχή του ελληνικού πολιτισμού,όταν τα «Μεγάλα Διονύσια» με την λάμψη των τελετών τους τραβούσαν στην Αθήνα πολύ κόσμο,υπήρχαν στα χωριά κι άλλες γιορτές λιγότερο περίλαμπρες και πιο πρωτόγονες,που ονομάζονταν «Μικρά ή κατ’αγρούς Διονύσια»,καθώς επίσης κι οι γιορτές του θεού του κρασιού,τα «Θεοίνια».Η παραδοσιακή γιορτή των Διονυσίων,μάς αναφέρει ο Πλούταρχος,ήταν άλλοτε απλή και γεμάτη λαϊκή ευθυμία.Επί κεφαλής της πομπής ένας αμφορέας με κρασί κι ένα κλήμα αμπελιού.Ύστερα ένας τράγος που κάποιος τον έσερνε.Κατόπιν ένα καλάθι με σύκα που το κουβαλούσε ένα άλλο πρόσωπο και,τέλος,ο φαλλός.Μια ανάλογη γιορτή μάς κάνει να ξαναζήσουμε μια σκηνή απ’τους «Αχαρνείς»,σ’όλη της την αφέλεια,αλλά και σ’όλη την χωριάτικη χοντροκοπιά.Βλέπουμε την αγροτική οικογένεια να πηγαίνει σε πομπή προς το βωμό του θεού που επικαλέστηκε στις προσευχές της:η κόρη βαδίζει μπροστά ως κανηφόρος,δηλαδή φέρουσα το ιερό κάνιστρο.Έρχεται ύστερα ο σκλάβος που κρατάει το φαλλό κι ύστερα ο αρχηγός της οικογένειας,ο Δικαιόπολις,που κλείνει την πομπή τραγουδώντας το φαλλικό τραγούδι.Τα «Λήναια»,όπως το δείχνει η λέξη,ήταν οι γιορτές του ληνού(=του πατητηριού των σταφυλιών) κι ο Διόνυσος εθεωρείτο ως ο θεός του καινούργιου κρασιού,που τρέχει άφθονο απ’τα πατημένα τσαμπιά.Οι Αθηναίοι είχαν κάνει,πραγματικά,προς τιμήν του Διονύσου-προστάτη του ληνού ένα ιερό στην περιοχή των Λιμνών και γύρω απ’αυτό το χώρο συγκεντρωνόταν η γιορτή.Αφού είχαν προσφέρει στον θεό,στο ναό του,το καινούργιο κρασί,μαζεύονταν σ’ένα συμπόσιο,του οποίου τα έξοδα πλήρωνε το κράτος κι έπιναν για τα καλά από το δώρο του θεού.Ύστερα η πομπή των Ληναίων ξεκινούσε όλο φασαρία και προχωρούσε ανάμεσα στην πόλη,τραγουδώντας πρώτα τα εγκώμια του Διονύσου κι έπειτα εν χορώ και έμπλεο ενθουσιασμού δυνατά τον Διθύραμβο,που σε λίγο ξεσπούσε σε αστειότητες,πειράγματα και ακράτητη ευθυμία.Εκείνο που μεγάλωνε την ευθυμία ήταν οι μεταμφιέσεις:άλλοι με το πρόσωπο πασαλειμμένο με την τρυγιά του κρασιού(τα κατακάθια του) ή βαμμένοι με μίνιο,ντυμένοι σαν Σάτυροι ή τον θεό Πάνα,με δέρματα από ελάφια ή πρόβατα,με το κεφάλι στεφανωμένο με κισσό και φορώντας για γένια φύλλα βελανιδιάς.Τα «Ανθεστήρια» ήταν επίσης μια,πιο πρόσφατη χρονολογικά σε σύγκριση μ’εκείνη των Ληναίων,γιορτή του Διονύσου.Η πιο περίλαμπρη γιορτή του Βάκχου ήταν τα Μεγάλα Διονύσια(η νεότερη όλων).Ο Διόνυσος στη γιορτή αυτή ήταν ο θεός που είχε έρθει απ’τις Ελευθερές και οδηγούσαν την αρχαία εικόνα του με μεγάλη πομπή από το ιερό του Λημναίου,διαμέσου του Κεραμεικού,στην Ακαδημία.Οι λέξεις «Διόνυσος Ελευθερεύς» ερμηνεύονταν με την πιο πλατιά σημασία και έλεγαν πως ο Διόνυσος ήταν ο θεός ελευθερωτής:εκείνος που λυτρώνει την γη απ’τα δεσμά του χειμώνα,εκείνος που λευτερώνει τις ψυχές απ’το σφίξιμο των φροντίδων και των συμφορών της ζωής,εκείνος που φέρνει στη φύση,καθώς και στους ανθρώπους,την λευτεριά.Έτσι εκείνη την ημέρα ανακήρυσσαν την απελευθέρωση ενός συγκεκριμένου αριθμού σκλάβων και σ’εκείνους που παρέμεναν στη σκλαβιά έδιναν για μερικές ώρες χαρά και ανεξαρτησία.Οι διθύραμβοι που τραγουδιούνταν στα Μεγάλα Διονύσια ήταν συνθεμένοι για την επισημότητα της γιορτής από τους μεγάλους λυρικούς ποιητές της Ελλάδος,από τον Λάσο τον Ερμιονέα στην αρχή,τον δάσκαλο του Πινδάρου,και τον Σιμωνίδη κατόπιν και τον Βακχυλίδη από την Κέα.Στην Χίο διηγούνταν ότι μετά τον τρυγητό ο γίγαντας Ωρίων ήρθε μια μέρα να βρει τον Οινοπίωνα,τον γιο του Διονύσου και της Αριάδνης,και μέθυσε κοντά του με το καινούργιο κρασί.Έπειτα θέλησε να ατιμάσει την γυναίκα του οικοδεσπότη.Αλλά ο τελευταίος επωφελήθηκε απ’το μεθύσι του Ωρίωνα,για να τον τυφλώσει,και τον έριξε στην ακτή.Ο Ωρίων,τυφλωμένος,σηκώνεται,περπατάει ψηλαφώντας μέσα στη θάλασσα,αφήνεται να τον κατευθύνει ο θόρυβος του εργαστηρίου του Ηφαίστου,που ακούει μακριά,και φτάνει στη Λήμνο.Εκεί αρπάζει έναν απ’τους συντρόφους του θεού,τον βάζει στους ώμους του και οδηγιέται απ’αυτόν προς την κατεύθυνση του ηλίου που ανατέλλει και τού φέρνει το φως.Θέλει τότε να εκδικηθεί τον Οινοπίωνα,μα εκείνος κρύβεται από τον Ποσειδώνα στα βάθη μιας υπόγειας κατοικίας και η οργή του Ωρίωνα μένει ανίσχυρη.Σ’αυτόν τον θρύλο,που υποδηλώνει ότι χάρη στην συνδρομή ζέστης-Ωρίωνος-και υγρασίας-Ποσειδώνος-ωριμάζουν τα σταφύλια,εξαφανίζεται το πρόσωπο του Διονύσου,για να παραχωρήσει την θέση του στον γιο του Οινοπίωνα,μια απ’τις δευτερεύουσες προσωποποιήσεις του αμπελιού και του κρασιού.Από την Νάξο προέρχεται και ο αρχαίος μύθος της Αριάδνης και του Διονύσου:Ο Θησέας,σύμφωνα με την παλαιότερη εκδοχή του μύθου,από τον φιλόσοφο Φερεκύδη από την Σκύρο,γυρνώντας από την Κρήτη με την Αριάδνη,πλευρίζει στο νησί της Νάξου,όπου αποκοιμιέται στ’ακρογιάλι της.Κατά τον ύπνο του τον πλησιάζει η Αθηνά και τον προστάζει να εγκαταλείψει την Αριάδνη και να αναχωρήσει αμέσως για την Αθήνα.Ο Θησέας εκτελεί δίχως άργητα την εντολή της θεάς.Η Αριάδνη εγκαταλελειμμένη βγάζει φωνές απελπισίας,αλλά η Αφροδίτη έρχεται κοντά της και καταφέρνει να την παρηγορήσει.Σε λίγο η Αριάδνη γίνεται σύζυγος του Διονύσου,που της κάνει δώρο μια θαυμάσια χρυσή κορόνα.Ετυμολογικά το όνομα της Αριάδνης ξυπνά προπάντων την ιδέα της χάρης και της χαράς,κι είναι δύσκολο να δούμε σ’αυτό άλλο τίποτα από την προσωποποίηση της ανοιξιάτικης φύσης.Στη Νάξο ξεχώριζαν δύο Αριάδνες:εκείνη που είχε εγκαταλείψει ο Θησέας κι εκείνη που παντρεύτηκε τον Διόνυσο.Οι γιορτές της μιας ήταν γιορτές θλίψης και πένθους,ενώ της άλλης τελούνταν με αγώνες και κραυγές χαράς,κι άκουγε κανείς να αντηχεί προς τιμήν της Αριάδνης και του συζύγου της Διονύσου το τραγούδι της Άνοιξης,ο χαρούμενος διθύραμβος,του οποίου την ανακάλυψη διεκδικούσε,κατά τον Πίνδαρο,η Νάξος.Αυτές οι αντιθέσεις της ειμαρμένης της Αριάδνης τι άλλο είναι παρά οι ίδιες οι αντιθέσεις της φύσης που κοιμάται και πεθαίνει τον χειμώνα,για να ξυπνήσει την άνοιξη και να ανθήσει μέσα στη χαρά και μέσα στην αναγάλλια μιας καινούργιας ζωής?(Απ’αυτή την άποψη ο μύθος της Αριάδνης μας προσφέρει μια σημαντική αναλογία με τον μύθο της Κόρης).Στη Νάξο,επίσης, ή γενικότερα στα νησιά του Αιγαίου,σχηματίστηκε η παράδοση μιας απ’τις πιο θαυμαστές περιπέτειες του Βάκχου:της απαγωγής του από Τυρρηνούς πειρατές.Οι πειρατές θέλησαν να τον δέσουν,γιατί τον είχαν θεωρήσει ως καταγόμενο από τον Δία,με βαριές αλυσίδες,αλλά τα δεσμά έπεφταν απ’τα χέρια του καθιστού και χαμογελαστού θεού.Ακολούθησαν θαύματα του θεού(π.χ ο κισσός που αναρριχήθηκε στο κατάρτι του πειρατικού πλοίου ή τα κύματα αρωματικού κρασιού) που έκαναν τους πειρατές να πέσουν έντρομοι στη θάλασσα,για να γλυτώσουν,αλλά μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια.Ο θεός λυπήθηκε τον φρόνιμο τιμονιέρη,που είχε εισηγηθεί ανεπιτυχώς να απελευθερώσουν τον θεό και είχε παραμείνει ατάραχος στο τιμόνι του εν μέσω των θαυμάτων.Στην θηβαϊκή Τανάγρα διηγιόνταν πως οι γυναίκες της περιοχής,όταν κάποτε μπήκαν στη θάλασσα για καθαρμό,πριν να τελέσουν τις γιορτές του Διονύσου,δέχτηκαν επίθεση από τον Τρίτωνα,αλλά αμέσως κάλεσαν τον Διόνυσο σε βοήθειά τους κι ο θεός προσέτρεξε,πάλεψε με τον Τρίτωνα και τον δάμασε.Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή,υπήρχε στις ακτές της Βοιωτίας ένα τέρας θαλασσινό,ο Τρίτων,που έπεφτε πάνω στα κοπάδια που έβοσκαν στην ακρογιαλιά,αλλά και στις αδύναμες βάρκες των ψαράδων και τις κατέστρεφε.Τότε οι ψαράδες σκέφτηκαν να βάλουν στην ακτή έναν μεγάλο κρατήρα γεμάτο κρασί.Τραβηγμένος απ’την μυρωδιά ο Τρίτων πλησίασε,ήπιε απ’το ποτό και αποκοιμήθηκε στην άμμο.Τότε οι Ταναγραίοι του έκοψαν το κεφάλι και ισχυρίστηκαν ότι το τέρας είχε αφανισθεί απ’τα χτυπήματα του Διονύσου.Ο Παυσανίας λέγει ότι ο Διόνυσος οδήγησε πρώτος μια εκστρατεία στην Ινδία,πρώτος έκανε ένα γεφύρι στον Ευφράτη και ότι και στην εποχή του έδειχναν το παλαμάρι που χρησίμευσε στον θεό,για να συνδέσει τις δύο όχθες του ποταμού,καμωμένο από κλήματα αμπελιού και κλωνιά κισσού.Ο Αρριανός και ο Quintus Cursius ισχυρίστηκαν ότι ο Διόνυσος γεννήθηκε στο ινδικό βουνό Μηρός.Ο θρύλος του Διονύσου στην Ινδία είναι μεταγενέστερος της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ασία και ο Στράβων τον αποδίδει στους κόλακες του μακεδόνα βασιλιά.Είναι αναμφισβήτητο ότι ήδη απ’τον 6ο π.Χ. αιώνα η Μικρά Ασία και ιδίως η Λυδία και η Φρυγία άσκησαν στην λατρεία του Διονύσου στην Ελλάδα μια επίδραση,που μετάλλαξε βαθιά τον χαρακτήρα της:ο θεός Διόνυσος δεν είναι πια ο αρρενωπός θεός των αμπελουργών της Αττικής,αλλά ένας έφηβος,με αγένεια μάγουλα,με ντελικάτο χρώμα στο δέρμα,με πρόσωπο παρθενικό,που το πλαισιώνουν μπούκλες,που κυματίζουν,από ξανθά μαλλιά.Βλέποντας τον μακρύ του μανδύα,το μαλθακό και σερνάμενο περπάτημά του,τη γυναικωτή του χάρη,διστάζουμε να τού δώσουμε αρσενική φύση.Πραγματικά το θρησκευτικό δαιμόνιο της Ασίας σφράγισε τον Διόνυσο.Θηλυκοποιημένος με την επαφή του με την Ασία ο Διόνυσος έγινε ο θεός των γυναικών,το προτιμούμενο αντικείμενο των όλο πάθος λατρειών τους.(Σε κάθε χώρα η γυναίκα που την κυριαρχεί η φαντασία της κι είναι συχνά στη διάθεση των νεύρων της,γίνεται ευκολότερα απ’τον άντρα λεία μυστικιστικής αλλοφροσύνης.Έτσι οι ελληνίδες γυναίκες δέχτηκαν με μια μοναδική ευμένεια τούτον τον καινούργιο θεό και πολλές έτρεξαν πίσω του,για να τον υπηρετήσουν.Αυτές διακρίνονται στις «Θυιάδες» που τελούσαν τα όργια του Διονύσου κάθε δύο χρόνια στην κορυφή του Παρνασσού και τρία στα φαράγγια του Κιθαιρώνα και στις «Βάκχες» που υπό την επίδραση του θεού που τις έχει κυριέψει πηδάνε σαν ελαφίνες ανάμεσα απ’τους χειμάρρους και τις χαράδρες του βουνού,με τον λαιμό αναγερτό και τα μαλλιά τους να ανεμίζουν,έτοιμες στο κάλεσμα του θεού να κομματιάσουν τα θηρία που συναντούν και να καταβροχθίσουν τις σάρκες τους που σπαρταράνε).Στις «Βάκχες» του Ευριπίδη περιγράφεται ακριβώς ο ασιατικός χαρακτήρας της νέας θρησκείας.Ο Διόνυσος ήθελε να’ρχονται προς αυτόν και να του δίνονται ολοκληρωτικά,γι’αυτό και δεν απευθυνόταν σ’όλους.Ο διονυσιακός μυστικισμός,όπως όλοι οι μυστικισμοί,δίδασκε την βαθιά περιφρόνηση για το ανθρώπινο λογικό.«Ό,τι είναι φρόνιμο,δεν είναι καθόλου η φρονιμάδα»,φωνάζει ο χορός των Βάκχων.«Μονάχα εμείς είμαστε σοφοί και φρόνιμοι»,λέει ο γερο-Τειρεσίας,κυριευμένος από τον Βάκχο,«οι άλλοι είναι τρελοί».Σε αντάλλαγμα της απόλυτης υποταγής ο Διόνυσος γεμίζει με την θεότητά του τις ψυχές των πιστών του κι αυτή η θεϊκή κατοχή είναι γι’αυτούς η πηγή χιλίων απολαύσεων και μεθυστικής χαράς.Η καρδιά τους έχει αποκαθαριστεί έτσι,πιστεύουν πως γίνονται καλύτεροι,πως θ’αγγίξουν αυτή την μακαριότητα κι αυτή την τελειότητα,που τις λαχταρούσαν αδιάκοπα,και μ’ένα πήδημα η ψυχή τους πετιέται μακριά απ’τις μιζέριες της βέβηλης ζωής,μέσα σε τούτη την καινούργια ζωή,τούτη την άγια ζωή που τους δημιούργησε ο θεός.Το θέαμα της βλάστησης που μένει νεκρή τον χειμώνα,για να ξαναγεννηθεί την άνοιξη,θα είχε,επιπροσθέτως,υποβάλει την ιδέα ότι ο Διόνυσος ήταν ένας θεός που πέθαινε κι ύστερα ανασταινόταν,όπως η Κόρη.Ο Πλούταρχος λέει ότι τον χειμώνα στους Δελφούς αντικείμενο τη λατρείας δεν ήταν ο Απόλλων,αλλά ο Διόνυσος,καθώς εθεωρείτο ότι είχε εξαφανισθεί,που είχε κατεβεί στα γήινα σκοτάδια και στον κόσμο των νεκρών,η δε μυστηριακή θυσία προς τιμήν του προσεφέρετο μέσα στο ιερό του Απόλλωνος.Αυτή η ιδέα των μεταβολών του πεπρωμένου του Βάκχου είναι το βάθος του θρύλου του «Διονύσου-Ζαγρέα»,που μερικά του στοιχεία δανείστηκαν από την Κρήτη και την Φρυγία,αλλά έγινε ένας θρύλος ελληνικός με την χρήση που έκαναν οι Ορφικοί.Στον θρύλο αυτό ο Βάκχος δεν είναι πια ο θηβαίος θεός,γιος της Σεμέλης,αλλά γεννήθηκε απ’την ένωση του Διός με την Δηώ(=την Δήμητρα) ή με την Κόρη,τις δυο μεγάλες χθόνιες θεότητες που μέσα στα σπλάχνα της γης προεξάρχουν στην βλάστηση και στον θάνατο.Ο Διόνυσος,λοιπόν,παιδί ακόμα,πιάστηκε απ’τους Τιτάνες,τους αδερφούς του,που τον είχαν πλησιάσει προδοτικά δείχνοντάς του ένα παιχνίδι,τον κομμάτιασαν,έριξαν τα κομμάτια του κορμιού του και τα έβρασαν εκεί.Την στιγμή,όμως,του εγκλήματος η Παλλάδα Αθηνά έκλεψε την καρδιά του θεού και την έφερε,ενώ ακόμη παλλόταν ζωηρά,στον Δία.Αυτό το μέρος του κορμιού του Διονύσου είχε γίνει το κέντρο μιας ζωής που ξαναγεννιόταν και η αθάνατη ύπαρξη του θεού,μεταλλαγμένη μα όχι κατεστραμμένη,ξανασχηματίστηκε αμέσως.Ο Διόνυσος,επομένως,στην σκέψη των Ορφικών γινόταν ένα σύμβολο αυτής της δυνατής ζωής που κυκλοφορεί παντού μέσα στο σύμπαν,που ζωντανεύει αδιάκοπα όλα τα μέρη της φύσης,όπου τα φαινόμενα του αφανισμού δεν είναι παρά σημάδια μετασχηματισμού της ζωής.Για τους Ορφικούς ο Διόνυσος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η οικουμενική ψυχή,η κοινή πηγή όλων των ανθρώπινων ψυχών,που οφείλουν να τείνουν αδιάκοπα να βγάλουν και να καθαρίσουν από κάθε χοντροειδή πρόσμειξη το θεϊκό στοιχείο που βρίσκεται μέσα σ’αυτές και τους έχει δοθεί από τον Βάκχο.Έτσι,εκείνοι που αφιερώνονταν στο θεό αναζητούσαν με ορισμένες ιδιαίτερες τελετουργίες να’ρθουν σε επικοινωνία μαζί του.Στην τελετή που ονόμαζαν «Ωμοφαγία» και που ανάγεται,ίσως,στα χρόνια του Θεμιστοκλή,οι μυημένοι έτρωγαν ομαδικά το ωμό κρέας ενός ταύρου.Δεν ήταν μοναχά ένας υπαινιγμός στο πάθος του Ζαγρέα και το κομμάτιασμά του απ’τους Τιτάνες:καθώς ο ταύρος είναι μια απ’τις μορφές του Διονύσου,οι μυημένοι έτρωγαν συμβολικά το σώμα του θεού και έπιναν το αίμα του σ’αυτό το «μυστικό» δείπνο.Αυτή ήταν μια απ’τις ιεροτελεστίες που την ονόμαζαν «ο ορφικός βίος» ή «ο βακχικός βίος»:βίος υποταγμένος σε ασκητικούς κανόνες,σε αυστηρές ασκήσεις κι εφαρμογές,που θα εξασφάλιζαν σ’εκείνους που θα τις εκτελούσαν την ειρήνη και την ηθική γαλήνη σε τούτη τη ζωή και μετά το θάνατο,όταν θα κατέβαιναν κοντά στο Ζαγρέα,στο υπόγειό του βασίλειο,το εύκολο πέρασμα των ψυχών τους στα νέα τα σώματα,όπου θα κατοικούσαν κι όπου χρωστούσαν να αποτελειώσουν τους καθαρμούς τους ως την μέρα της τελευταίας λύτρωσης και της πιο πλέριας μακαριότητας.Η θρησκευτική δοξασία των Ορφικών κατέληγε,κατά συνέπεια,στην μετεμψύχωση,όπως κι ο Πυθαγορισμός,που απ’αυτόν δανείστηκε ορισμένα στοιχεία.Και καθώς έκανε τον Διόνυσο θεό του θανάτου και της ζωής,συνδεόταν με τα Ελευσίνια μυστήρια.Στην αρχή,η άσκηση της λατρείας του Βάκχου,θεού της φυτικής φύσης,φαίνεται να’ναι συνδεδεμένη με τη γενική λατρεία των δέντρων,που η παράδοσή της,φερμένη απ’τους Πελασγούς,διήρκεσε πολύ καιρό στην ελληνική ύπαιθρο.Από κει κι ο χαρακτήρας των αρχαίων της ειδώλων.Ο ένδεντρος Διόνυσος της Βοιωτίας δεν ήταν,αναμφίβολα,παρά ένα ιερό είδωλο λατρευτικό,ένα μεγάλο δέντρο ντυμένο με κισσό,όπου υπέθεταν πως κατοικούσε ο θεός,καθώς ο Δίας εθεωρείτο ότι κατοικούσε στην δρυ(=βελανιδιά) της Δωδώνης.Τα ονόματα «Διόνυσος Στύλος» και «Διόνυσος Περικιόνιος» της Θήβας δείχνουν πως ένα απλό παλούκι,ένας στύλος χωμένος στο χώμα ή ένας κορμός δέντρου που μόλις λαξεύτηκε υπήρξαν οι πρωτόγονες και χοντροκομμένες εικόνες του θεού.Τις γιορτινές μέρες αυτός ο κορμός ήταν στολισμένος με κλώνια κλήματος και κισσού,τον σκέπαζαν με ρούχα,έβαζαν στην κορυφή του ένα κεφάλι ή ένα προσωπείο,μερικές δε φορές του πρόσδεναν κι έναν φαλλό,που ήταν η έκφραση της γονιμοποιητικής και γενετήσιας δύναμης του θεού.Αυτή είναι η σημασία του Διονύσου που λέγεται στην Λέσβο «Φαλλήν» και που τα νομίσματα της Μυτιλήνης παρουσιάζουν με τα χαρακτηριστικά ενός «ιθυφαλλικού» Ερμή.Στην τέχνη,ο αρχαϊκός τύπος του γενειοφόρου Διονύσου(«Πωγωνιτής»,«Καταπώγων») μάς προσφέρεται απ’τα νομίσματα της Θάσου και της Νάξου κι απ’τα μελανόμορφα αγγεία.Χαρακτηρίζεται συχνά απ’το μυτερό γένι,σε σχήμα γωνίας.Ο θεός,που το μέτωπό του είναι συνήθως στεφανωμένο με κισσό, είναι ντυμένος μ’ένα μακρύ χιτώνα που φτάνει ως τα πόδια του.Κατά τον αιώνα του Περικλή αυτός ο τύπος μετατρέπεται,γίνεται θηλυπρεπής κάτω απ’την επίδραση των ασιατικών θρησκειών(ο μακρύς χιτώνας του,λέγει ο Lenormant,γίνεται ένα αληθινά γυναικείο φόρεμα,η «βασσάρα»,που ήταν κοινή στον λύδιο θεό και στις μαινάδες του,και φοράει καμιά φορά από πάνω,για να συμπληρώσει το ρούχο του,τον απάνω κοντό χιτώνα χωρίς μανίκια,που ονομαζόταν «κροκωτός».Τα μαλλιά του είναι δεμένα με γυναικεία στολίδια,που αντικατασταίνουν τα στεφάνια από κισσό ή κληματσίδες ή συνδυάζονται μ’αυτά:με το «κρήδεμνον»,τη «μίτρα»,τη «στεφάνη»,στους δε ώμους του είναι ριγμένη η «νεβρίς»).Ο Διόνυσος σπάνια είναι ένας θεός απομονωμένος:στις γιορτές της λατρείας του έχει μια ιερή ακολουθία,έναν «θίασο».Είναι η ομάδα από Βάκχες που σέρνει πίσω του πάνω στα βουνά,καθώς κι άλλα δευτερεύοντα «δαιμόνια» που προσωποποιούν τις διάφορες δυνάμεις της άγριας φύσης,όπως οι Νύμφες(παραμάνες του),ο γέρων θεός των βοσκών της Αρκαδίας Πάνας,που απ’την εμφάνιση του νέου θεού περιορίστηκε στον μέτριο ρόλο του δορυφόρου του(γιος του Ερμή και της κόρης του Δρύοπος,στην υπηρεσία του οποίου έβοσκε τα κοπάδια ο Ερμής.Ήταν ο εφευρέτης της σύριγγος-το σουραύλι των βοσκών.Με τη φοβερή φωνή του τρόμαξε,κατά την μυθολογία τους Τιτάνες κατά την Τιτανομαχία και προκάλεσε «πανικό» στους Πέρσες στο Μαραθώνα,δοξασία που ώθησε τους Αθηναίους να του αφιερώσουν ένα ιερό σκαμμένο στο βράχο της Ακροπόλεως και να τον τιμήσουν με ετήσιες θυσίες και λαμπαδηδρομίες.Οι Στωικοί και οι Ορφικοί «είδαν» στον Πάνα τον θεό που εκφράζει το αν,τα πάντα δηλαδή),ο Πρίαπος(ήλκε την καταγωγή του από τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα.Στην Λάμψακο της Προποντίδος εθεωρείτο επώνυμο του Διονύσου.Συνήθως καθοριζόταν ως γιος του Διονύσου και μιας Νύμφης ή της Αφροδίτης.Ο Πρίαπος προσέθετε στην αναπαραγωγική ενέργεια της φύσης και την ιδέα της παραγωγής και της γονιμοποίησης με τον έρωτα.Παρίστατο σε στύση(«ιθυφαλλικός»),οι δε περιοχές του ήταν οι υγροί τόποι,τα περιβόλια και οι κήποι),προπάντων δε οι Σειληνοί(ανήκαν στην οικογένεια των Σατύρων.Προέρχονταν απ’τις θρησκευτικές παραδόσεις της Μικράς Ασίας και ιδιαιτέρως της Φρυγίας.Ήταν τα αρσενικά δαιμονικά των πηγών και των ποταμών,γιοι των Ναιάδων,που ήταν στην ουσία η προσωποποίηση των τρεχούμενων νερών.Στις αναπαραστάσεις της ελληνικής τέχνης οι Σειληνοί έχουν συχνά ουρά,οπλές,ακόμα κι αυτιά αλόγου,συμβόλου των νερών.Ο μύθος του μουσικού διαγωνισμού του Σειληνού Μαρσύα με τον θεό Απόλλωνα ήταν προσφιλές θέμα των αρχαίων καλλιτεχνών και δηλωτικός της υπεροχής της ελληνικής μουσικής έναντι της ασιατικής-στις Κελαινές της Φρυγίας έδειχναν και το σπήλαιο,όπου ο Απόλλων κρέμασε το δέρμα του γδαρθέντος Μαρσύα,ο οποίος δεν ήταν παρά ένα ρέμα νερού που θεοποιήθηκε,καθώς από το ίδιο σπήλαιο βγαίνουν οι πηγές ενός ποταμού που είχε το όνομα Μαρσύας.Οι Σειληνοί είχαν και προφητικές δυνάμεις,καθώς οι πηγές είναι «απόρροιες» της γης,ου τα σπλάχνα της κρύβουν τους μεγάλους νόμους του κόσμου και τη σοφία του μέλλοντος,οι θεότητες,επομένως,που παίζουν μέσα στα νερά έχουν έναν εμπνευσμένο και μαντικό χαρακτήρα.Το συμβολικό ζώο των Σειληνών ήταν το γαιδούρι.Στην Ελλάδα ο Σειληνός έφτασε ως παρωδία,ως καρικατούρα,όπως συνήθιζαν πάντοτε οι Έλληνες να διακωμωδούν τα πάντα-με μεγάλη κοιλιά,κοντόχοντρος,με τριχωτό κορμί,πάντα μεθυσμένος,με αλογοουρά(ο λεγόμενος «Πάππος-Σειληνός»-πάππος στα φρυγικά σήμαινε πατέρας,αφέντης,επίθετο που οι λαοί της Μικράς Ασίας έδιναν σε μερικούς από τους μεγαλύτερους θεούς τους κι ιδιαιτέρως στον Άττη)αν και,όταν οι ποιητές και οι καλλιτέχνες ήθελαν να τον παρουσιάσουν σοβαρό,τον παρουσίαζαν σαν τον πατέρα-τροφό,τον παιδαγωγό,τον πιστό σύντροφο και φίλο του Βάκχου και τότε τον παράσταιναν με τα χαρακτηριστικά ενός γέροντα μ’αυστηρή έκφραση και πατρική) και οι Σάτυροι(αδερφοί των βουνίσιων Νυμφών,το κορμί τους κατά την λαϊκή φαντασία των αρχαίων γιδοβοσκών ήταν τριχωτό,η μύτη τους κοντή και πλακουτσωτή,τα αυτιά τους μυτερά,τα πόδια τους διχαλωτά και είχαν και ουρά.Κατά τον Ησίοδο,στη «Θεογονία» του,ήταν μια δειλή ράτσα,τεμπέλικη,στραμμένη προς το κακό.Ακόμα κι ο ίδιος ο Πλούταρχος πίστευε στην ύπαρξη των Σατύρων[χαρακτηριστικό είναι το ανέκδοτο της συνάντησης του Σύλλα με έναν Σάτυρο που παραθέτει στον «Βίο του Σύλλα» και μεταφέρει με πάσα σοβαρότητα].Η μορφή των Σατύρων εξευγενίστηκε με την είσοδό τους στον κόσμο του θεάτρου και την δημιουργία του σατυρικού δράματος:δεν είναι πια γέροντες,αλλά χαριτωμένοι κι ωραίοι έφηβοι που διατηρούν τις αγαπημένες τους ενασχολήσεις μέσα στα δάση,μα με περισσότερη ευγένεια και λεπτότητα).
(Πηγή:«Παγκόσμια μυθολογία» του L.Bernard).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.