Σάββατο 6 Ιουνίου 2009

Σταχυολόγηση του κεφαλαίου «περί σωφροσύνης» του Ιωάννη Στοβαίου.

1.Μενάνδρου «Γεωργός»:
«Ούτος κράτιστος εστ’ανήρ,ω Γοργία,όστις αδικείσθαι πλείστ’επίσταται βροτών».
(Ο πιο μεγάλος άνδρας είναι,ω Γοργία,αυτός που ξέρει ν’αδικείται απ’τους θνητούς).

2.(Σοφοκλής):
«Ουκ εστ ’απ’έργων μη καλών έπη καλά».
(Από κακές δουλειές κακά μαντάτα).

3.(Ευριπίδου «Χρύσιππος» 2.D.):
«Αιαί τοδ’ήδη θείον ανθρώποις κακόν,όταν τις ειδή ταγαθόν,χρήται δε μη».
(Αλοίμονο,αυτό είναι το θείο κακό για τους ανθρώπους,όταν κάποιος ξέρει το καλό,αλλά δεν το πράττει).

4.(Ευριπίδης):
«Επεί τί δει βροτοίσι πλην δυοίν μόνοιν,Δήμητρος ακτής πώματος θ’υδρηχόου;».
(Γιατί τί άλλο θέλουν οι άνθρωποι,παρά μόνο δυο πράγματα,ψωμάκι του θεού και δροσερό νερό;).

5.Μενάνδρου:
«Κλύειν τον εσθλόν άνδρα χρη των εν τέλει».
(Ο καλός άνθρωπος πρέπει να ακούει τους άρχοντες).

6.Μενάνδρου:
«Ταμιείον αρετής εστίν η σώφρων γυνή».
(Η φρόνιμη γυναίκα είναι θησαυρός αρετής).

7.Ευριπίδου:
«Τας συμφοράς γαρ των κακώς πεπραγότων ου πώποθ’ύβρισ’αυτός ορρωδών παθείν».
(Τις συμφορές των δυστυχών ποτέ ως τώρα δεν λοιδόρησα,φοβούμενος,μη πάθω κι εγώ τα ίδια).

8.(Ευριπίδου «Πρωτεσίλαος» 2 D):
«Δυοίν λεγόντοιν,θατέρου θυμουμένου,ο μη αντιτείνων τοις λόγοις σοφώτερος».
(Όταν δυο λογομαχούν και ο ένας θυμώνει,εκείνος που δεν αντιμιλά είναι σοφότερος).

9.Δημοκρίτου:
«Άριστον ανθρώπω τον βίον διάγειν ως πλείστα ευθυμηθέντι και ελάχιστα ανιηθέντι,τούτο δ’αν είη,ει τις μη επί τοίσι θνητοίσι τας ηδονάς ποιέοιτο».
(Το πιο καλό στον άνθρωπο είναι να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του με ευθυμία και το λιγότερο με ανία,κι αυτό θα συμβεί,αν ο άνθρωπος δεν αντλεί την ηδονή από πράγματα παροδικά και ανάξια)(αλλά από την αρετή ενν.).

10.Δημοκρίτου:
«Φαύλων έργων και τους λόγους παραιτητέον».
(Τα φαύλα έργα ούτε με τα λόγια να τα αγγίζεις).

11.(Πορφυρίου «Επιστολή προς Μαρκέλλαν» c 29):
«Ζην κρείττον εστίν επί στιβάδος κατακείμενον και θαρρείν ή ταράττεσθαι χρυσήν έχοντα κλίνην».
(Καλύτερα να ζεις και να είσαι ήσυχος ξαπλωμένος σε χορταρόστρωμα,παρά ξαπλωμένος σε χρυσό κρεβάτι και ανήσυχος).

12.Χίλωνος:
«Ζημίαν αιρού μάλλον ή κέρδος αισχρόν•το μεν γαρ άπαξ σε λυπήσει,το δε διαπαντός».
(Να προτιμήσεις τη ζημιά παρά το αισχρό κέρδος.Το πρώτο θα σε λυπήσει μια φορά,ενώ το δεύτερο για πάντα).

13.Σωκράτους:
«Σωκράτης έλεγε θεού μεν είναι το μηδενός δείσθαι,το δ’ως ελαχίστων εγγυτάτω θεού».
(Ο Σωκράτης έλεγε πως το γνώρισμα του θεού είναι ότι δεν έχει ανάγκη από τίποτε,και,όσοι έχουν ανάγκη από ελάχιστα,βρίσκονται πολύ κοντά στο θεό).

14.Δημοκρίτου:
«Πατέρος σωφροσύνη μέγιστον τέκνοισι παράγγελμα».
(Η σωφροσύνη του πατέρα είναι η μεγαλύτερη συμβουλή για τα παιδιά).

15.Από τα του Σερήνου:
«Η Φωκίωνος γυνή προς την επιδεικνυμένην αυτή τον κόσμον χρυσούν όντα και διάλιθον «εμοί δ’»έφη«κόσμος υπέρλαμπρος εστί Φωκίων πένης ων και εικοστόν ήδη τούτο έτος Αθηναίων στρατηγών».
(Η γυναίκα του Φωκίωνος,σε κάποια που τής επιδείκνυε τα στολίδια της από χρυσό και πολύτιμους λίθους,είπε:«Δικό μου υπέρλαμπρο στολίδι είναι ο φτωχός Φωκίων,που φέτος είναι στο εικοστό έτος ως στρατηγός των Αθηναίων).

16.Επαμεινώνδου:
«Πρέσβεις ήκον παρά βασιλέως χρυσίον κομίζοντες βουλόμενοι δωροδοκήσαι τον Επαμινώνδαν.ο δε αυτούς εις άριστον εισεδέξατο(ήδει γαρ εφ’ω τινι ήκον) και εκέλευσεν αυτούς πρότερον αριστάν,είτα λέγειν περί ότου βούλοιντο,παρακειμένης δε τραπέζης φαύλης…και οξίνην έπινον,οι μεν ουκ είχον ό,τι και είποιεν επί τούτοις,ο δε μειδιάσας «άπιτε»έφη«και λέγετε τω δεσπότη τω υμετέρω οία άριστα αριστώ,και συνήσει ότι έγωγ’ουκ αν προδοίην τι ο τούτοις αρκούμενος».
(Ήρθαν πρέσβεις από τον βασιλέα των Περσών φέρνοντας χρυσάφι,για να δωροδοκήσουν τον Επαμεινώνδα.Αυτός τους κάλεσε σε γεύμα(ήξερε βέβαια,γιατί ήρθαν) και τους παρακάλεσε πρώτα να γευματίσουν και μετά να τού πουν τι θέλουν.Το τραπέζι ήταν φτωχικό και έπιναν ξινόκρασο και αυτοί δεν είχαν τίποτε να πουν για όλα αυτά.Τότε ο Επαμεινώνδας μειδίασε και τούς είπε:«Πηγαίνετε και να πείτε στον αφέντη σας τι τρώγω,όταν γευματίζω,και θα καταλάβει ότι εγώ που αρκούμαι σε αυτά,δεν είναι δυνατόν να γίνω προδότης).

17.Αντιφώντος:
«Όστις δε των αισχρών ή τω κακών μήτε επεθύμησε μήτε ήψατο,ουκ εστι σώφρων•ου γαρ εσθ’όπου κρατήσας αυτός εαυτόν κόσμιον παρέχεται».
(Όποιος δεν επιθύμησε ούτε άγγιξε τα αισχρά και τα κακά,δεν είναι σώφρων.Μόνο όπου συγκράτησε κανείς τον εαυτό του,είναι κόσμιος).

18.Ισοκράτους «προς Δημόνικον»(21,46,16):
«…εν μεν γαρ το ραθυμείν και τας πλησμονάς αγαπάν ευθύς αι λύπαι ταις ηδοναίς παραπεπήγασι…».
(Στην οκνηρία και τις κατά κόρον απολαύσεις στέκουν πάντα δίπλα στις ηδονές οι λύπες).

19.Του Τέλητος από τα «περί αυταρκείας»:
«…Ώσπερ οικέτης προς κύριον εφ’ιερόν καθίσας δικαιολογείται «τί μοι μάχη;μη τι σοι κέκλοφα;ου παν το προσταττόμενον υπό σου ποιώ;ου την αποφοράν ευτάκτως σοι φέρω;» και η πενία είποι προς τον εγκαλούντα «τί μοι μάχη;μη καλού τινος δι’εμέ στερίσκη;μη σωφροσύνης;μη δικαιοσύνης;ανδρείας;αλλά μη των αναγκαίων ενδεής εις;ου μεσταί μεν αι οδοί λαχάνων;πλήρεις δε αι κρήναι ύδατος;ουκ ευνάς σοι τοσαύτας παρέχω οπόση γη;και στρωμνάς φύλλα;η ευφραίνεσθαι μετ’εμού ουκ εστιν σοι;ή ουχ οράς γράδια φύστην φαγόντα τερετίζοντα;ή ουκ όψον αδάπανον και ατρύφερον παρασκευάζω σοι την πείναν;ή ουχ ο πεινών ήδιστα εσθίει και ήκιστα όψου δείται;και ο διψών ήδιστα πίνει και ήκιστα το μη παρόν ποτόν αναμένει;ή πεινά τις πλακούντα ή διψά χιόνα;αλλ’ου ταύτα διά τρυφήν ζητούσιν οι άνθρωποι;ή οικήσεις ου παρέχω σοι,πρώτον μεν χειμώνος τα βαλανεία,θέρους δε τα ιερά;ποίον γαρ σοι τοιούτον οικητήριον,φησίν ο Διογένης,του θέρους,οίον εμί ο παρθενών ούτος,εύπνους και πολυτελής;»ει ταύτα λέγοι η πενία,τί αν έχοις αντειπείν;εγώ μεν γαρ αν δοκώ άφωνος γενέσθαι.αλλ’ημείς πάντα μάλλον αιτιώμεθα ή την εαυτών δυστροπίαν…».
(Όπως ένας δούλος που καταφεύγει σε ιερό και δικαιολογείται στον κύριό του λέγοντας:«Γιατί με μάχεσαι;μήπως σού έκλεψα κάτι;δεν κάνω,ό,τι με προστάζεις;δεν σού φέρνω τακτικά το φόρο;».Έτσι και η φτώχεια θα πει επίσης στον κατήγορο:«Γιατί με μάχεσαι;Μήπως στερείσαι κανένα καλό εξαιτίας μου;Μήπως τη σωφροσύνη;την δικαιοσύνη;την ανδρεία;μήπως έχεις έλλειψη από τα απαραίτητα;δεν είναι γεμάτοι λάχανα οι δρόμοι;δεν είναι γεμάτες νερό οι βρύσες;δεν σού παρέχω τόσα κρεβάτια όση και η γη;και στρώματα από φύλλα;δεν ευχαριστιέσαι μαζί μου;ή δεν βλέπεις τα γραΐδια που κελαηδάνε,αφού φάγανε τηγανίτες;ή μήπως δεν σού ετοιμάζω προσφάϊ ανέξοδο και ξερό για την πείνα σου;ή μήπως τάχα ο πεινασμένος δεν το τρώει ευχάριστα και πολύ λίγο έχει ανάγκη από προσφάϊ;ο διψασμένος επίσης δεν πίνει πολύ ευχάριστα και πολύ λίγο ενδιαφέρεται,αν υπάρχει ποτό;Ή μήπως πεινά κανείς για γλύκισμα και διψά για χιόνι;αυτά δεν τ’αναζητούν οι άνθρωποι για τρυφή;ή μήπως δεν σού παρέχω κατοικίες,το χειμώνα τα οικήματα των λουτρών και το καλοκαίρι τα ιερά;Ποιο σπίτι έγινε προς χάρη σου για το καλοκαίρι,λέει ο Διογένης,όπως ο Παρθενών αυτός για μένα,αεράτος και πολυτελής;».Αν αυτά έλεγε η φτώχεια,τί θα είχες να τής αντιτείνεις;Εγώ πιστεύω πως θα έμενες άφωνος.Εμείς όμως κατηγορούμε τα πάντα κι όχι το δύστροπο χαρακτήρα μας…).

20.Του Τέλητος από τα «περί αυταρκείας»:
«Ο δε Βίων,ώσπερ των θηρίων,φησί,παρά την λήψιν η δήξις γίνεται,καν μέσου του όφεως επιλαμβάνης,δηχθήση,εάν του τραχήλου,ουδέν πείση•ούτω και των πραγμάτων,φησί,παρά την υπόληψιν η οδύνη γίνεται…».
(Ο Βίων λέει πως,όπως στα θηρία το δάγκωμα γίνεται ανάλογα με το από πού θα το πιάσεις και, αν το πιάσεις το φίδι από την μέση,θα σε δαγκώσει,ενώ,αν το πιάσεις από τον τράχηλο,δεν θα πάθεις τίποτε•έτσι και στα πράγματα,λέγει,από τον τρόπο που τα αντιλαμβάνεσαι,προέρχεται η οδύνη…).

21.Του Τέλητος από τα «περί αυταρκείας»:
«Διό δει μη τα πράγματα πειράσθαι μετατιθέναι,αλλ’αυτόν παρασκευάσαι προς ταύτα πώς έχοντα,όπερ ποιούσιν οι ναυτικοί•ου γαρ τους ανέμους και την θάλατταν πειρώνται μετατιθέναι,αλλά παρασκευάζουσιν αυτούς δυναμένους προς εκείνα στρέφεσθαι.ευδία;γαλήνη;ταις κώπαις πλέουσι•κατά ναυν άνεμος;επήραν τα άρμενα•αντιπέπνευκεν;εστείλαντο,μεθείλαντο.και συ προς τα παρόντα χρω…».
(Γι’αυτό δεν πρέπει να αποπειράσαι να μεταθέτεις τα πράγματα,αλλά να προετοιμάζεις τον εαυτό σου γι’αυτά,όπως έχουν στην πραγματικότητα.Όπως ακριβώς κάνουν οι ναυτικοί.Αυτοί δηλαδή δεν προσπαθούν να μεταθέσουν τους ανέμους και τη θάλασσα,αλλά προπαρασκευάζουν τον εαυτό τους,ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν τα φυσικά στοιχεία:ευδία;γαλήνη;τότε πλέουν με τα κουπιά.Ευνοϊκός άνεμος;σηκώνουν τα πανιά.Πνέει αντίθετος αέρας;μαζεύουν και υποστέλλουν τα πανιά.Και συ, συμμορφώσου με την κατάσταση).

22.Του Τέλητος από τα «περί αυταρκείας»:
«Και όπερ Διογένης εποίησεν προς τον πολυτελή φάμενον πόλιν είναι τας Αθήνας•λαβών γαρ αυτόν ήγεν εις το μυροπωλείον και επυνθάνετο πόσου της κύπρου η κοτύλη.«μνας»φησίν ο μυροπώλης.ανέκραγε «πολυτελής γε η πόλις.»απήγεν αυτόν πάλιν εις το μαγειρείον και επυνθάνετο πόσου το ακροκώλιον.«τριών δραχμών.»εβόα«πολυτελής γε η πόλις.»εις τα έρια πάλιν τα μαλακά και πόσου το πρόβατον.«μνας»φησίν.εβόα«πολυτελής γε η πόλις.»«δεύρο δη»φησί.κανταύθα άγει αυτόν και εις τους θέρμους.«πόσου η χοίνιξ;»«χαλκού»φησίν•ανέκραγεν ο Διογένης «ευτελής γε η πόλις.»πάλιν εις τας ισχάδας,«δύο χαλκών•»«των δε μύρτων;»«δύο χαλκών.»«ευτελής γε η πόλις.»ον τρόπον ουν τώδε ουχ η πόλις ευτελής και πολυτελής(εάν μεν γαρ ούτω τις ζήση,πολυτελής,εάν δε ούτως,ευτελής),ούτω και τα πράγματα,εάν μεν τις αυτοίς ούτω χρήται,ευπετή και ράδια φανείται,εάν δε ούτως,δυσχερή».
(Να τι έκανε ο Διογένης σε κάποιον που είπε ότι η Αθήνα ήταν η πόλη της πολυτέλειας.Τον πήρε και τον έφερε στο μυροπωλείο και ρώτησε πόσο κάνει το δοχείο με το άρωμα της Κύπρου.«Μια μνα» είπε ο μυροπώλης.«Πολυτελής η πόλη»,φώναξε.Τον πήγε κατόπιν στο μαγειρείο και ρώτησε πόσο κάνει ο πατσάς.«Τρεις δραχμές».«Πολυτελής η πόλη»,φώναξε.Τον πήγε κατόπι στα μαλλιά τα μαλακά και ρώτησε πόσο έχει του προβάτου.«Μια μνα» είπε.«Πολυτελής η πόλη»,φώναξε.«Έλα» τού λέει.Και τον πάει στα λούπινα.«Πόσο η σέσουλα;» ρωτάει.«Ένα χάλκινο».«Ευτελής η πόλη»,φωνάζει ο Διογένης.Τον πάει στις θρούμπες ελιές.«Πόσο;»«Δυο χάλκινα».Στις τσακιστές επίσης «δυο χάλκινα».«Ευτελής η πόλη».Με τον τρόπο αυτό η πόλη δεν ήταν ευτελής και πολυτελής το ίδιο(αν ζήσει κανείς πολυτελώς,είναι πολυτελής,αν ευτελώς,ευτελής).Έτσι και τα πράγματα,αν κανείς τα χρησιμοποιήσει κατ’αυτό τον τρόπο,φαίνονται εύκολα και βολικά,αν διαφορετικά,δυσχερή).

23.Δημοκρίτου:
«Δίκαιος έρως ανυβρίστως εφίεσθαι των καλών».
(Ο δίκαιος έρωτας οδηγεί στα ωραία χωρίς έπαρση).

24.Επικτήτου:
«Ου πενία λύπην εργάζεται,αλλά επιθυμία…».
(Δεν είναι η φτώχεια που φέρνει τη λύπη,αλλά η επιθυμία…).

25.Επικτήτου:
«Τον προσομιλούντα τριχή διασκοπού,ή ως αμείνονα ή ως ήττονα ή ως ίσον.και ει μεν αμείνονα,ακούειν χρη και πείθεσθαι αυτώ,ει δε ήττονα,απειθείν,ει δε ίσον συμφωνείν•και ου ποτέ αλώση φιλονεικίας».
(Τον συνομιλητή σου να τον εξετάζεις από τρεις πλευρές,ή σαν καλύτερο ή σαν χειρότερο ή σαν ίσο σου.Αν είναι καλύτερος,να τον ακούς και να πείθεσαι σ’αυτόν•αν χειρότερος,μη τον παραδέχεσαι•αν είναι ίσος σου,συμφώνησε.Και έτσι ποτέ δεν θα πέσεις σε φιλονεικία).

26.Επικτήτου:
«Όπερ φεύγεις παθείν,τούτο μη επιχείρει διατιθέναι».
(Αυτό που αποφεύγεις να πάθεις,μη επιχειρείς να το διαθέτεις για άλλους).

27.Επικτήτου:
«Ώσπερ λύκος όμοιον κυνί,ούτω και κόλαξ και μοιχός και παράσιτος όμοιον φίλω.πρόσεχε τοίνυν μη αντί κυνών φυλάκων λάθης εισδεχόμενος λυμεώνας λύκους».
(Όπως ο λύκος μοιάζει με το σκύλο,έτσι μοιάζει με φίλο ο κόλακας,ο μοιχός και ο παρασιτικός τύπος.Πρόσεξε λοιπόν,μήπως αντί για φύλακα σκύλο,λαθέψεις και μπάσεις στο σπίτι σου λύκους αρπακτικούς).

28.Ηρακλείτου:
«Ανθρώποισι πάσι μέτεστι γινώσκειν εωυτούς και σωφρονέειν».
(Όλοι οι άνθρωποι έχουν την δυνατότητα να γνωρίσουν τον εαυτό τους και να είναι σώφρονες).

29.Πλάτωνος από την «Απολογία Σωκράτους»(29 α):
«Το γαρ τοι θάνατον δεδιέναι,ω άνδρες,ουδέν άλλο εστίν ή δοκείν σοφόν είναι μη όντα•δοκείν γαρ ειδέναι εστίν α ουκ οίδεν.οίδε μεν γαρ ουδείς τον θάνατον,ουδ’ει τυγχάνει τω ανθρώπω πάντων μέγιστον ον των αγαθών•δεδίασι δε ως ευ ειδότες ότι μέγιστον των κακών εστί.και τούτο πώς ουκ αν αμαθία εστίν αύτη η επονείδιστος,η του οίεσθαι ειδέναι α ουκ οίδεν;».
(Το να φοβάται κανείς τον θάνατο,ω άνδρες,δεν είναι τίποτε άλλο παρά να φαίνεται ότι είναι σοφός,ενώ δεν είναι.Γιατί φαίνεται ότι γνωρίζει πράγματα που δεν τα γνωρίζει.Γιατί κανείς δεν γνωρίζει τον θάνατο,ούτε αν τυχαίνει να είναι το μεγαλύτερο αγαθό απ’όλα στον άνθρωπο.Και τον φοβούνται,σαν να είναι βέβαιοι,ότι είναι τα μέγιστο αγαθό.Πώς λοιπόν δεν είναι αυτό επονείδιστη αμάθεια,να νομίζει δηλαδή κανείς ότι ξέρει αυτά που δεν ξέρει;).

30.Πλάτωνος από την «Απολογία Σωκράτους»(30 α):
«Εμέ μεν γαρ ουδέν αν βλάψειεν ούτε Μέλητος ούτε Άνυτος•ουδέ γαρ αν δύναιντο».
(Γιατί εμένα σε τίποτε δεν είναι δυνατόν να βλάψει ούτε ο Μέλητος ούτε ο Άνυτος.Διότι δεν μπορούν να με βλάψουν).(Ο Σωκράτης εννοεί ότι,αν και οι δυο κατήγοροί του μπορούν να προκαλέσουν την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου εναντίον του,όπως και έγινε,στην ουσία δεν μπορούν να τον βλάψουν,δεν μπορούν να αλλοιώσουν την ψυχή του).

31.Του Τέλητος από τα «περί αυταρκείας»:
«Απορία και δάνεια περιέστηκεν;κόγχον και κύαμον συνάγαγε,φησίν ο Κράτης,και τα τούτοις πρόσφορα•καν τάδε δράσης,ραδίως στήσεις τρόπαιον κατά πενίας».
(Η φτώχεια και τα δανεικά σε πνίγουν;Μάζευε κοχύλια και κουκιά,λέγει ο Κράτης,και τα ανάλογα με αυτά.Αν τα κάνεις αυτά,θα στήσεις εύκολα τρόπαιο εναντίον της φτώχειας).







(Πηγή:«Περί σωφροσύνης» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.