«Δι’ο καλώς απεφήναντο τ’αγαθόν ου πάντ’εφίεται»(γι’αυτό ορθώς απεφάνθησαν εκείνοι,οι οποίοι είπαν ότι αγαθό είναι εκείνο,το οποίο οι πάντες επιδιώκουν).
Διαφωνεί όμως προς τον διδάσκαλό του,διότι δεν θεωρεί το αγαθόν ως ενιαίο γένος.Όπως διέκρινε πολλές σημασίες ως προς το ον,έτσι και προκειμένου περί του αγαθού ο Αριστοτέλης λέγει ότι τούτο πρέπει να εννοηθεί με πολλές σημασίες.Δεν μπορεί,γράφει,να υπάρξει μια κοινή ιδέα αναφερόμενη στο αγαθό,διότι το αγαθό αναφέρεται και στην κατηγορία της ουσίας και στην κατηγορία της ποιότητας και στην κατηγορία της σχέσεως.Επειδή η ουσία έχει προτεραιότητα έναντι των λοιπών κατηγοριών,οι οπαδοί του Πλάτωνος,εφ’όσον δεν παραδέχονται ότι υπάρχει μια κοινή ιδέα δυνάμενη να αποδοθεί από κοινού τόσο στην οντολογική αρχή όσο και στα εξ αυτής παραγόμενα,δεν δικαιούνται να ισχυρίζονται ότι υπάρχει μια κοινή για όλα ιδέα του αγαθού:
«Ωστ’ουκ αν είη κοινή τις επί τούτοις ιδέα.Έτι επεί ταγαθόν ισαχώς λέγεται τω όντι,δήλον ως ουκ αν είη κοινόν τι καθόλου και εν»(Ώστε δεν δύναται να υπάρχει μια κοινή ιδέα του αγαθού ισχύουσα και για την ουσία και για τους κατηγορικούς της προσδιορισμούς.Ακόμη,επειδή το αγαθόν λαμβάνεται σε όσες και το ον σημασίες,είναι φανερό ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένα κοινό αγαθό για όλα τα όντα).
Με την πολεμική του αυτή ο Σταγιρίτης ανασκευάζει την πλατωνική δοξασία ότι για όλα ανεξαιρέτως τα όντα είναι ένα το αγαθό.Ο Αριστοτέλης φρονεί ότι για κάθε τάξη των όντων υπάρχει ιδιαίτερο αγαθό.Άρα η ηθική θεωρία που εξετάζει πώς μπορεί να γίνει ο άνθρωπος ευδαίμων,πρέπει να προσδιορίσει ποιο είναι για την ανθρώπινη φύση το ύψιστο αγαθό.Η κατοχή του υψίστου αγαθού αποτελεί την ευδαιμονία.Ποιο είναι όμως το ύψιστο αγαθό για τον άνθρωπο;
Στο ερώτημα απαντά ο Αριστοτέλης ακολουθώντας τις μεθόδους του Σωκράτους.Ξεκινά από την διαπίστωση ότι αγαθό,στο οποίο βρίσκει ύψιστη ικανοποίηση ο αυλητής είναι το να εκτελεί καλά το επάγγελμά του,γιατί τότε λέμε ότι ο αυλητής είναι «αγαθός».Επίσης,προκειμένου για ανδριαντοποιό που κάνει καλά την εργασία του λέμε ότι είναι «αγαθός ανδριαντοποιός».Κατ’ανάλογο τρόπο αγαθός είναι ο άνθρωπος εκείνος,που μπορεί να εκτελέσει το έργο,για την πραγμάτωση του οποίου προορίζεται.Ποιο είναι όμως το έργο,για το οποίο έχει πλασθεί ο άνθρωπος;Ή καλύτερα ποιο είναι το έργο που προσδίδει ύψιστη αξία στον άνθρωπο;Στο ερώτημα δίνεται η απάντηση ότι το έργο αυτό για τον άνθρωπο είναι:
«ψυχής ενέργεια κατ’αρετήν»
(ενέργεια του ανθρώπου σύμφωνα με την αρετή)
Ο ορισμός αυτός διατυπώνεται απ’τον Αριστοτέλη και ως εξής:
«ψυχής ενέργεια κατά λόγον»
(η σύμφωνη με το λογικό ενέργεια της ψυχής).
Ώστε η καθαυτό ευδαιμονία του ανθρώπου συνίσταται εις το να ασκεί ο ίδιος την αρετή.Από την άποψη αυτή εξεταζόμενη η αριστοτελική ηθική πρέπει να καταταχθεί στον «ενεργισμό»(Aktivismus),δηλαδή στα ηθικά συστήματα που αναγνωρίζουν ως ύψιστη ευδαιμονία όχι την απόλαυση,αλλά το «έργον»,δηλαδή την ενεργητικότητα.Ευδαιμονία δημιουργείται,εφ’όσον τίθεται σε ενέργεια η δυναμικότητα της ψυχής και επιτυγχάνεται να αποδίδει ο άνθρωπος,ό,τι είναι προορισμένος να αποδώσει.Ευδαιμονία είναι το «ευ πράττειν».Όλα τα άλλα αγαθά έχουν αξία,κατά τον Αριστοτέλη,μόνον εφ’όσον βοηθούν να εκδηλώνεται ανεμπόδιστη η δραστηριότητα της ψυχής.Αποτελούν προϋποθέσεις,για να φτάσουμε στην ευδαιμονία που πηγάζει από την ανεμπόδιστη δραστηριότητα της ψυχής.Ένας μονομερής «απολαυστικός βίος» είναι κάτι το κτηνώδες.Η ανεμπόδιστη εκδήλωση της δραστηριότητας δημιουργεί συγχρόνως και αισθηματική ευχαρίστηση,«ηδονή»,διότι κάθε ανεμπόδιστη εκδήλωση οιασδήποτε ενεργητικότητας την συνοδεύει η ηδονή:
«Η ηδονή ενέργεια ανεμπόδιστος της κατά φύσιν έξεως»(Η ηδονή προκύπτει απ’την ανεμπόδιστη ενεργητικότητα,η οποία ρυθμίζεται από την φυσική κατασκευή ενός όντος)(Ηθ.Νικομ.1153 α 13).
Είναι αφ’εαυτού φανερό ότι η ηδονή είναι απλό επακολούθημα,το οποίο ακολουθεί την ενεργητικότητα ως προσόν και τελειότητά της:
«Τελειοί δε την ενέργειαν η ηδονή ουχ ως έξις ενυπάρχουσα,αλλ’ως επιγιγνόμενον τι τέλος,οίον τοις ακμαίοις η ώρα»
(Η ηδονή αποτελεί στοιχείο τελειότητας για την ενεργητικότητα,όχι θεωρούμενη ως έμμονη ποιοτική κατάσταση,αλλ’ως κάποιο επιπρόσθετο επακολούθημα,όπως η ωραιότητα αποτελεί προνόμιο της νεότητας)(Ηθ.Νικομ.1174 β 31).
Επομένως το αριστοτελικό σύστημα δεν απορρίπτει την ηδονή,αλλά την εξαρτά από την ενεργητικότητα.Δεν εμφανίζει άρα τάσεις ασκητικές,αλλά αποδίδει σπουδαιότητα στην ηδονή,θεωρώντας την δείκτη σχετικά με την ανεμπόδιστη λειτουργία της ενεργητικότητας της ψυχής.Επίσης καθιστά νοητή και την αξία,την οποία έχουν τα υπόλοιπα υλικά αγαθά,θεωρούμενα ως προϋποθέσεις,για να μπορέσει να εκδηλώσει η ψυχή την σύμφωνη με την φύση της ενεργητικότητα.Τα υλικά αγαθά τα ονομάζει ο Αριστοτέλης «χορηγία»,δανειζόμενος τον όρο απ’τις δραματικές παραστάσεις.Όπως η παράσταση της τραγωδίας είναι αδύνατη,αν δεν τεθούν στην διάθεση του δραματουργού και του σκηνοθέτη ορισμένα υλικά μέσα,έτσι και η ευδαιμονία,αν δεν προϋπάρχουν ορισμένα υλικά αγαθά,δεν μπορεί να υπάρξει.Μ’αυτόν τον τρόπο όλα ανεξαιρέτως τα υλικά αγαθά προσλαμβάνουν ηθική αξία θεωρούμενα προϋποθέσεις επιτεύξεως της ευδαιμονίας.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το ύψιστο αγαθό που κάνει τον άνθρωπο ευδαίμονα είναι η σύμφωνη με την αρετή ενεργητικότητα.Εφ’όσον λοιπόν κριτήριο της ενεργητικότητας αναγνωρίζεται η αρετή,πρέπει να διευκρινισθεί το νόημά της.Τίθεται το ερώτημα «τι είναι αρετή» και αν αυτή εμφανίζεται ως ένα γένος ή υποδιαιρείται σε περισσότερα είδη.Αρετή είναι κατά τον Αριστοτέλη:
«Έξις προαιρετική,εν μεσότητι ούσα τη προς ημάς,ωρισμένη λόγω και ως αν ο φρόνιμος ορίσειεν»
(Σταθερή ψυχική διάθεση προερχόμενη από την προαίρεση,η οποία κρατείται σε μια μεσότητα που καθορίζεται από τον λόγο,σύμφωνα με τον ορισμό,τον οποίο θα έδινε ένας φρόνιμος άνθρωπος)(Ηθ.Νικομ.1106 β 16).
Η αρετή χαρακτηρίζεται ως έξις προαιρετική,δηλαδή ως ιδιότητα της βούλησης ή μάλλον της προαίρεσης,προαίρεσις δε στην αριστοτελική ορολογία σημαίνει επιθυμία,η οποία συνοδεύεται από την σκέψη και αναφέρεται σε πράγμα εξαρτώμενο από την δική μας εξουσία.Η προαίρεσις συγκεκριμένα ορίζεται ως εξής:
«Η προαίρεσις αν είη βουλευτική όρεξις των εφ’ημίν»
(Η προαίρεση είναι επιθυμία καθοδηγούμενη από την σκέψη και αναφερόμενη σε πράξεις,τις οποίες εμείς μπορούμε να πραγματοποιήσουμε).
Ώστε η αρετή είναι κατεύθυνση της βούλησης καθοδηγούμενη από την ελεύθερη εκλογή.Άρα προϋπόθεση της ενάρετης πράξης είναι η ελεύθερη ηθική βούληση,η οποία καθοδηγείται από την φρόνηση.Αρετή δε είναι σταθερή διάθεση που καθιστά ικανό τον άνθρωπο να εκλέγει αυτό που πρέπει να γίνει,καθοδηγούμενος από ορισμένο κανόνα(«ωρισμένω λόγω»).
Ο ορισμένος αυτός καθοδηγητικός κανόνας δεν προκύπτει από έναν αφηρημένο εκ των προτέρων θεωρητικό επικαταλογισμό,αλλά καθορίζεται από την κρίση του φρονίμου ανδρός(«ως αν ο φρόνιμος ορίσειεν»).Συνήθως προκαλεί έκπληξη σε πολλούς ιστορικούς της φιλοσοφίας και ηθικολόγους ότι ο Αριστοτέλης αποδίδει τόση σημασία στην κρίση του φρονίμου ανδρός.Κατά την αριστοτελική αντίληψη ο ώριμος άνθρωπος,«ο σπουδαίος»,διαθέτει μια φωτισμένη κριτική ικανότητα,ένα ασφαλές κριτήριο,διά του οποίου διακρίνει τι πρέπει να θεωρηθεί ως έχον αξία.Γράφει ο Σταγιρίτης:
«Ο σπουδαίος γαρ κρίνει ορθώς,και εν εκάστοις ταληθές αυτώ φαίνεται»(Ο αξιόλογος άνθρωπος έχει ορθή κρίση και είναι σ’αυτόν φανερή σε κάθε πράξη η αλήθεια)(Ηθ.Νικομ.1113 α 29).
Αξιοπρόσεκτος τυγχάνει ο ανωτέρω ορισμός της αρετής και από την άποψη του ανθρωπολογικού χαρακτήρα της αριστοτελικής ηθικής.Διότι σ’αυτόν γίνεται λόγος για την μεσότητα όχι με την απόλυτη σημασία.Η μεσότητα,στην οποία συνίσταται η αρετή,χαρακτηρίζεται ως «μεσότης προς ημάς».Νοείται αναφερομένη όχι σε κάποιον απόλυτο καθορισμό,αλλά στην κρίση του δρώντος ανθρώπου που λαμβάνει ως κανόνα την κρίση του φρόνιμου κι σπουδαίου άνδρα.Προκειμένου δε να μην παρασυρθεί κανείς στην συνήθη παρεξήγηση που θέλει τον Αριστοτέλη ηθικολόγο των συμβιβασμών και υμνητή της χρυσής μετριότητας,πρέπει να επισημανθεί(και ο φιλόσοφος φρόντισε ο ίδιος να προλάβει μια τέτοια παρεξήγηση) η ακόλουθη σημείωσή του:
«Την δ’αρετήν το μέσον και ευρίσκειν και αιρείσθαι.Διό κατά μεν την ουσίαν και τον λόγον το τί ην είναι λέγοντα μεσότης εστίν η αρετή,κατά δε το άριστον και το ευ ακρότης»
(Η δε αρετή βρίσκει και εκλέγει το μέσο.Γι’αυτό από την άποψη της ουσίας και του ορισμού που εκφράζει την οντολογική της υπόσταση είναι η αρετή μεσότητα,από την άποψη όμως του βαθμού της υπεροχής της και της τελειότητάς της είναι ύψωση στο ύψιστο όριο)(Ηθ.Νικομ.1107 α 5).
Το νόημα του χωρίου αυτού κατά τον γερμανό φιλόσοφο Νικολάϊ Χάρτμαν(«Ηθική»,σελ.401) είναι ότι η αρετή πρέπει να θεωρηθεί συγχρόνως και ως μεσότητα και ως ακρότητα.Από οντολογικής μεν απόψεως τυγχάνει μεσότητα μεταξύ υπερβολής και ελλείψεως,από αξιολογικής δε απόψεως τυγχάνει ακρότητα,δηλαδή κάτι το απόλυτο,το οποίο δεν επιδέχεται περαιτέρω ανύψωση.Ο Ν.Χάρτμαν παραθέτει το ακόλουθο διάγραμμα,που το δανείζεται από το σύγγραμμα του Κοχοντέκ «Η διαφοροποίηση του ανθρώπινου αγαθού»:
Η οριζόντια διάσταση απεικονίζει την οντολογική διάσταση,η δε κατακόρυφη την αξιολογική.Η οντολογική διάσταση αναφέρεται στην ύλη και το περιεχόμενο της ηθικής πράξεως,η δε αξιολογική στον αξιολογικό της χαρακτήρα.Από αξιολογικής απόψεως η αρετή είναι κάτι το απόλυτο,μη επιδεχόμενη ούτε υπερβολή ούτε έλλειψη.Έτσι π.χ. η σωφροσύνη είναι απόλυτη αξία,οντολογικώς υφισταμένη μεταξύ μιας ελλείψεως,η οποία είναι η ακολασία και μεταξύ μιας υπερβολής,η οποία είναι η αναισθησία.Η ανδρεία βρίσκεται μεταξύ της δειλίας και της θρασύτητας,η δικαιοσύνη μεταξύ του αδικείν και του αδικείσθαι.Κατά τον Ν.Χάρτμαν(ηθική,σελ.518),οι αριστοτελικές αρετές είναι «συνθέσεις αξιών.Είναι σύνθετες αξίες,οι οποίες ουδέποτε συνίστανται στη μονομερή εξύψωση ενός μεμονωμένου αξιολογικού στοιχείου,αλλά στην οργανική σύνδεση δύο υλικώς αντιτιθεμένων αξιολογικών στοιχείων.Οι αξιολογικές αυτές συνθέσεις αποτελούν ανώτερης υφής αξίες…Πρόκειται για την αντίληψη ότι η ηθικότητα θέτει προ του ανθρώπου σύνθετες απαιτήσεις,πάντοτε τίθενται προ του ανθρώπου απαιτήσεις αντιθετικές.Αν ανταποκριθεί μόνο προς τη μία απ’αυτές,η ηθικότητα υποβιβάζεται.Μόνο η σύνθεση(αντιτιθεμένων) αξιών σε μία συμπεριφορά αποτελεί την πραγματική αρετή».Έτσι π.χ. η ανδρεία δεν είναι ούτε δειλία μόνο ούτε μόνο αλόγιστο θράσος.Τόσο το θράσος όσο και η δειλία,αν τα εξετάσουμε μεμονωμένα,στερούνται αξίας.Μόνο η σύνθεσή τους δημιουργεί αξία.Κατά τον Ν.Χάρτμαν(Ηθική,σελ.525),ο Αριστοτέλης κατανόησε ότι «στις κατώτερες ηθικές αξίες,οποιοδήποτε αξιολογικό στοιχείο,λαμβανόμενο μεμονωμένα,παρουσιάζει δυσάρεστη εμπλοκή,γιατί τείνει να καταστεί τυραννικώς αποκλειστικό,και ως εκ τούτου χρειάζεται για την αληθινή εμπραγμάτωση του νοήματός του από τον φορέα που το εμπραγματώνει(δηλ.το δρων πρόσωπο) ένα κατά το περιεχόμενο αντιστάθμισμα.Ξεκινώντας από την βαθύτατα δικαιολογημένη αυτή αίσθηση δεν τοποθέτησε ο Αριστοτέλης την αρετή σε κανένα από τα ρηθέντα αξιολογικά στοιχεία,αλλά στις συνθέσεις τους.Ακριβώς διά των συνθέσεων αυτών αναστέλλεται η εμπλοκή των αξιών και παραλύεται η τυραννική στη συνείδηση αποκλειστικότητά τους.Από την άποψη αυτή,η πορεία,την οποία ακολουθεί ο Αριστοτέλης,παραμένει υποδειγματική για κάθε περαιτέρω διαπραγμάτευση του προβλήματος που αναφέρεται στις αξιολογικές αντιθέσεις».
Ο χαρακτηρισμός της αρετής ως μεσότητας αποδίδεται από τον Αριστοτέλη μόνο στις ηθικές αρετές,οι οποίες είναι εκείνες,που αναφέρονται στην πρακτική ενεργητικότητα του ανθρώπου.Δεν έχουν αυτές σχέση με τις «διανοητικές» αρετές,οι οποίες αναφέρονται στην ενεργητικότητα του νου και του λόγου.Τέτοιες διανοητικές αρετές τυγχάνουν η σοφία,η σύνεση και η φρόνηση(Ηθ.Νικομ.1103 α 5),ως προς αυτές δεν ισχύει ο χαρακτηρισμός της μεσότητας.Οι υπόλοιπες αρετές αναφέρονται όχι στον νου,αλλά στο ήθος,δηλαδή την βουλητική ηθική πράξη,και γι’αυτό καλούνται ηθικές.Ο Αριστοτέλης μάς έχει δώσει τον ακόλουθο πίνακα 12 ηθικών αρετών:
ΕΛΛΕΙΨΗ ΜΕΣΟΤΗΤΑ ΥΠΕΡΒΟΛΗ
1.Δειλία ανδρεία θράσος
2.Αναισθησία σωφροσύνη ακολασία
3.Ανελευθερία ελευθεριότητα ασωτεία
4.Μικροπρέπεια μεγαλοπρέπεια απειροκαλία
5.Μικροψυχία μεγαλοψυχία χαυνότης
6.Αφιλοτιμία (ανώνυμο) φιλοτιμία
7.Αοργησία πραότης οργιλότης
8.Ειρωνεία αλήθεια αλαζονεία
9.Αγροικία ευτραπέλεια βωμολοχία
10.Δυσκολία φιλία κολακεία
11.Κατάπληξις αιδώς αναισχυντία
12.Επιχαιρεκακία νέμεσις φθόνος
Ιδιαίτερο και εκτενή λόγο κάνει για την δικαιοσύνη στο 5ο βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων».Η δικαιοσύνη εκλαμβάνεται ως αρετή,που εγγυάται στους ανθρώπους να κατέχει έκαστος,ό,τι ο ίδιος απέκτησε:
«αρετή δι’ην τα αυτών έκαστοι έχουσι».
Είναι η κατ’εξοχήν αλτρουϊστική αρετή,που περιορίζει τις εγωϊστικές του ατόμου απαιτήσεις.Διακρίνεται δε η δικαιοσύνη:1)σε διανεμητική,η οποία παρέχει σε κάθε πρόσωπο παροχές ανάλογες με την αξία του κατά την γεωμετρική αναλογία•2)σε δικαιοσύνη συναλλαγματική,δηλαδή εξισωτική,η οποία επιστρέφει σε κάθε έναν αυτό που τού ανήκει κατά την αρχή της απολύτου ισότητας(κατ’αριθμητική αναλογία) •3)την δικαιοσύνη της παροχής αμοιβαίων υπηρεσιών.Την αρετή της δικαιοσύνης συμπληρώνει και η αρετή της «επιείκειας».Είναι δε η επιείκεια «επανόρθωμα νόμου η ελλείπει διά του καθόλου»(Ηθ.Νικομ.1137 β 26).(διόρθωση του νόμου στο σημείο,στο οποίο είναι ελλιπής λόγω της κατά γενικό τρόπο διατυπώσεώς του).Επειδή ο νόμος περιέχει γενικές διατάξεις,δεν μπορεί να προβλέψει ορισμένες ειδικές περιπτώσεις.Εκεί έχει την θέση της η επιείκεια.Και ο Πλάτων είχε πει στον «Πολιτικό» του(294 Β) ότι ο νόμος,λόγω της γενικότητάς του,παρουσιάζει ακαμψία,η οποία πρέπει να μετριάζεται.
Άξιες πολύ μεγάλης προσοχής είναι και οι αναλύσεις,τις οποίες αφιερώνει στο 8ο βιβλίο των «Ηθικών Νικομαχείων» σε σχέση με την φιλία.Η φιλία εξυψώνεται σε αρετή τοποθετημένη υπεράνω και της δικαιοσύνης.Είναι κάτι,το οποίο εκ φύσεως,κατά τον Σταγιρίτη,υπάρχει όχι μόνο στον άνθρωπο,αλλά και στα ζώα.Εξαιρετική δε σημασία έχει για την πολιτική ζωή,επειδή αποτελεί σύνδεσμο της πολιτικής κοινότητας ισχυρότερο από τη δικαιοσύνη:
«Έοικε δε και τας πόλεις συνέχειν η φιλία,και οι νομοθέται μάλλον περί αυτήν σπουδάζειν ή την δικαιοσύνην•η γαρ ομόνοια όμοιον τι τη φιλία έοικεν είναι,ταύτης δε μάλιστα εφίενται και την στάσιν έχθραν ούσαν μάλιστα εξελαύνουσι.Και φίλων μεν όντων ουδέν δει δικαιοσύνης,δίκαιοι δ’όντες προσδέονται φιλίας•και των δικαίων το μάλιστα φιλικόν είναι δοκεί.Ου μόνον δ’αναγκαίον εστίν αλλά και καλόν•τους γαρ φιλοφίλους επαινούμεν η τε πολυφιλία δοκεί των καλών εν τι είναι•και ένιοι τους αυτούς οίονται άνδρας αγαθούς είναι και φίλους»(Ηθ.Νικομ.1155 α 22).(Φαίνεται δε να αποτελεί συνεκτικό δεσμό των πόλεων η φιλία και οι νομοθέτες ενδιαφέρονται γι’αυτήν περισσότερο παρά για την δικαιοσύνη•διότι η ομόνοια μοιάζει να είναι κάτι το όμοιο με την φιλία και ο στόχος των νομοθετών είναι η ομόνοια,και την επανάσταση,η οποία είναι έχθρα-δηλαδή έλλειψη φιλίας-προσπαθούν υπερβολικά να την αποδιώχνουν από τις πόλεις•και οι άνθρωποι,οι οποίοι συνδέονται με φιλικούς δεσμούς,ουδόλως χρειάζονται την δικαιοσύνη,ενώ οι άνθρωποι,οι οποίοι είναι μόνο δίκαιοι,χρειάζονται την φιλία•και η υψίστη δικαιοσύνη λαμβάνει υπόσταση κατά κοινή ομολογία μεταξύ των φίλων.Η φιλία δεν είναι μόνο κάτι το αναγκαίο,αλλά και κάτι το ευγενές και έντιμο.Διότι εκείνους,οι οποίοι αγαπούν τους φίλους τους,τους επαινούμε,και το να έχει κανείς πολλούς φίλους είναι πράγμα έντιμο και ευγενές.Και μερικοί νομίζουν ότι αγαθοί άνθρωποι είναι εκείνοι,οι οποίοι είναι και καλοί φίλοι).
Παραβαλλόμενη η περί ηθικής αριστοτελική θεωρία προς την πλατωνική,αποδεικνύεται ευρύτερη και περισσότερο λεπτομερειακή.Ο Πλάτων είχε μιλήσει για τις τέσσερεις μόνον αρετές,δηλαδή για την σοφία,την σωφροσύνη,την ανδρεία και την δικαιοσύνη.Ο Αριστοτέλης,αφού όρισε την αρετή ως εκδήλωση της ψυχικής ενεργητικότητας,διαίρεσε το όλο της πλάτος, ανάλογα με τις ψυχικές ιδιότητες,σε διανοητική και ηθική.Εμβάθυνε ακόμη στην ουσία των ηθικών αρετών και τόνισε ότι οι ηθικές αρετές δεν αποκτώνται μόνο με την γνωσιολογική κατανόηση,αλλά χρειάζεται να συμβάλλει για την απόκτησή τους η άσκηση.Διέγνωσε επομένως τον βουλητικό χαρακτήρα της αρετής.Γι’αυτό ήλθε σε αντίθεση με την περίφημη πρόταση του Σωκράτη,κατά την οποία η κακία είναι άγνοια.Δεν αρκεί,λέγει ο Αριστοτέλης η γνώση,χρειάζεται και άσκηση.Δεν θεωρεί,όμως, την σωκρατική θεωρία ολοκληρωτικώς ελαττωματική.Επικρίνοντας αυτήν στα «Ηθικά Νικομάχεια»,γράφει:
«Και Σωκράτης τη μεν ορθώς εζήτει τη δ’ημάρτανεν,ότι μεν γαρ φρονήσεις ώετο είναι πάσας τας αρετάς ημάρτανεν,ότι δ’ουκ άνευ φρονήσεως καλώς έλεγεν…Σωκράτης μεν ουν λόγους τας αρετάς ώετο είναι(επιστήμας γαρ είναι πάσας),ημείς δε μετά λόγου•δήλον ουν εκ των ειρημένων ότι ουχ οίον τε αγαθόν είναι κυρίως άνευ φρονήσεως,ουδέ φρόνιμον άνευ της ηθικής αρετής»
(Και η έρευνα του Σωκράτους από μιας μεν απόψεως ήταν ορθή,από δε μιας άλλης όχι ορθή.Ως προς το ότι είχε την ιδέα ότι όλες οι αρετές αποτελούν είδη της φρονήσεως έκανε σφάλμα,ενώ ως προς το ότι νόμιζε ότι δεν μπορούν να χωρισθούν από την φρόνηση,η γνώμη του ήταν ορθή…Ο Σωκράτης οπωσδήποτε νόμιζε ότι οι αρετές είναι εκδηλώσεις της λογικής ενέργειας-διότι όλες τις θεωρούσε επιστήμες-εμείς όμως έχουμε την αντίληψη ότι όλες οι αρετές έχουν άμεση σύνδεση με τον λόγο.Είναι λοιπόν φανερό απ’τα λεχθέντα ότι δεν μπορεί κάποιος να αναδειχθεί γνησίως αγαθός ,χωρίς την φρόνηση,ούτε πάλι φρόνιμος,χωρίς την ηθική αρετή).
Για τον Σωκράτη αρκεί η πλήρης ενόραση της αρετής,για να συμμορφώσει την ανθρώπινη συμπεριφορά προς το αγαθό,.Ο Αριστοτέλης προσθέτει ότι χρειάζεται άσκηση και βουλητική προσπάθεια.Η μεταξύ των δύο φιλοσόφων διαφορά εξηγείται,αν λάβει κανείς υπ’όψιν την εποχή,κατά την οποία έζησεν κάθε ένας απ’αυτούς.Ο Σωκράτης ανήκει στη γενιά,για την οποία η πράξη και η θεωρία δεν είχαν ακόμη διασπασθεί.Ο Αρσιτοτέλης ζει σε μια εποχή,κατά την οποία έχει διασπασθεί η οργανική ενότητα της προσωπικότητας.Ο άνθρωπος των μέσων του 4ου π.Χ. αιώνος δεν μπορεί να συνδέσει μαζί την θεωρία και την πράξη.Επειδή ο Αριστοτέλης πιστεύει ότι η ηθική πραγματεία πρέπει να μελετήσει και τα μέσα,με τα οποία αποκτάται και πραγματικά η ηθικότητα,κατά δε την εποχή του η θεωρητική ενόραση δεν έχει την ρωμαλεότητα,όπως κατά τον 5ο αιώνα,να επηρεάσει την πρακτική ζωή.Τονίζει την σπουδαιότητα της ασκήσεως και θεωρεί την διδασκαλία του Σωκράτη ως χρήζουσα συμπληρώσεως.
Οι αναλύσεις του Αριστοτέλη στην διερεύνηση των «διανοητικών» αρετών δεν είναι πολύ εκτενείς.Οι αρετές αυτές αναφέρονται στην λογιστική ενεργητικότητα της ανθρώπινης ψυχής.Η γενικότατη διανοητική αρετή είναι η φρόνηση,ο δε κάτοχός της χαρακτηρίζεται ως φρόνιμος.
«Δοκεί δε φρονίμου είναι το δύνασθαι καλώς βουλεύσασθαι περί τα αυτώ αγαθά και συμφέροντα,ου κατά μέρος,οίον ποία προς υγείαν,προς ισχύν,αλλά ποία προς το ευ ζην όλως»(Ηθ.Νικομ.1140 α 25).
(Φαίνεται δε να είναι γνώρισμα του φρονίμου το να μπορεί να αποφασίζει εύστοχα σε σχέση με τα αγαθά και τα συμφέροντα που αφορούν τον εαυτό του,όχι από μερικής απόψεως,όχι π.χ. σε σχέση με την υγεία και την σωματική δύναμη,αλλά ποια είναι αγαθά και συμφέροντα γενικά σε σχέση με την εξύψωση της ζωής).
Η φρόνηση δεν είναι ούτε επιστήμη ούτε τέχνη,αλλά
«έξις αληθής μετά λόγου πρακτική περί τα ανθρώπω αγαθά και κακά»(Ηθ.Νικομ.1140 β 4)(μια επιτυγχάνουσα την αλήθεια σταθερή ψυχική διάθεση και ικανότητα για πράξεις σύμφωνες προς λογικό κανόνα επί πραγμάτων,τα οποία είναι για τον άνθρωπο καλά ή κακά).Φρόνιμοι άνθρωποι,κατά τον Αριστοτέλη,είναι,όσοι διοικούν καλά το σπίτι τους και την πολιτεία.
«Διά τούτο Περικλέα και τους τοιούτος φρονίμους οιόμεθα είναι,ότι τα αυτοίς αγαθά και τα τοις ανθρώποις δύνανται θεωρείν•είναι δε τοιούτους ηγούμεθα τους οικονομικούς και τους πολιτικούς•ένθεν και την σωφροσύνην τούτω προσαγορεύομεν τω ονόματι,ως σώζουσαν την φρόνησιν»(Ηθ.Νικομ.1140 β 8).
(Τον Περικλή και τους ομοίους με αυτόν ανθρώπους τους θεωρούμε φρονίμους,διότι μπορούν να συλλαμβάνουν με την θεωρητική σκέψη ποια είναι τα αγαθά για τον εαυτό τους και τους άλλους ανθρώπους.Θεωρούμε δε ότι είναι φρόνιμοι αυτοί που μπορούν να διοικήσουν καλά το σπίτι τους και την πόλη.Γι’αυτό ονομάζουμε και την σωφροσύνη με την λέξη αυτή,επειδή σώζει την φρόνηση).Έργο του φρόνιμου είναι το «ευ βούλεσθαι»,το να καταληγει σε καλές αποφάσεις ως προς αυτά που μπορούν να γίνουν,διότι «βουλεύεται δ’ουδείς περί των αδυνάτων άλλως έχειν»(κανείς δεν λαμβάνει ως αντικείμενο αποφάσεως τα πράγματα,τα οποία είναι αδύνατον να είναι διαφορετικά).Η θεωρητική αλήθεια δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο αποφάσεως,αλλά μόνο η πρακτική.Είναι φανερό ότι ο όρος «φρόνηση»,ο οποίος στον Πλάτωνα έχει μεταφορική σημασία,σημαίνουσα ικανότητα κατανόησης του όντος γενικώς,παίρνει ειδικότερη σημασία,διότι αναφέρεται μόνο στην ικανότητα που επιλύει τα προβλήματα του πρακτικού ατομικού και πολιτικού βίου.Η φρόνηση υποδιαιρείται σε οικονομία,νομοθεσία και πολιτική,η δε πολιτική σε βουλευτική και δικαστική(Ηθ.Νικομ.1141 β 32).Υπεράνω της φρόνησης στην περιοχή της διανοητικής αρετής στέκεται η σοφία.
«Η σοφία εστι και επιστήμη και νους των τιμιωτάτων τη φύσει»(1141 β 2)
(Επιστημονική γνώση και ενορατική κατανόηση των πραγμάτων εκείνων,τα οποία είναι κατά την φύση τους φορείς της υψίστης αξίας).Στο σημείο αυτό επανέρχεται ο Αριστοτέλης στις πλατωνικές και σωκρατικές αντιλήψεις,θεωρώντας ως την υπερτάτη οντολογική αξία την σοφία,δηλαδή την από οντολογικής απόψεως κατανόηση των όντων.Η τέτοιου είδους ενεργητική ενόραση ονομάζεται και θεωρία.Εκλαμβάνεται ως υψίστης μορφής ενεργητικότητα,που παρέχει την υψίστη και καθαρότατη ηδονή.Η θεωρία κατά πρώτο λόγο αποτελεί προνόμιο του θεού ως νοήσεως,η οποία εννοεί τον εαυτό της.Λέγοντας θεωρία ο Αριστοτέλης δεν εννοεί την ψυχρή διανοητική εργασία του λόγου,αλλά μια κατάσταση υψίστης και καθαρότατης ενεργητικότητας και συναισθηματικής εξάρσεως.Η ούτως νοουμένη θεωρία χαρακτηρίζεται ως «διαγωγή»,ως κατάσταση συνοδευόμενη από ανέκφραστη μακαριότητα,που προσιδιάζει στην θεία ύπαρξη.Γι’αυτό η θεωρία είναι το «ήδιστον και άριστον»(Μετά τα φυσικά 1072 β 14),κατάσταση συναισθηματικής και νοητικής μακαριότητας,πλήρης δηλαδή βιωματική αρτιότητα.
Κατόπι των ανωτέρω κατέστη φανερή η κατεύθυνση,την οποία ακολουθώντας ο Αριστοτέλης έδωσε απόκριση στο ερώτημα:Ποιο είναι το ύψιστο για τον άνθρωπο ηθικό ιδεώδες,που τον καθιστά ευδαίμονα;Ευδαιμονία είναι η ανεμπόδιστη ενεργητικότητα της ψυχής του.Αλλά η ψυχική ενεργητικότητα δεν είναι μονοειδής,εμφανίζει ποικιλία.Υπάρχουν πολλά είδη ενεργητικότητας,στα οποία αντιστοιχούν ορισμένα είδη αρετής.Εφ’όσον δε δύο είναι τα είδη της ενεργητικότητας και των αρετών,δηλαδή η διανοητική αφ’ενός ενεργητικότητα και αρετή,αφ’ετέρου δε η ηθική,τίθεται το πρόβλημα,ποια προσιδιάζει κατά μεγαλύτερο βαθμό στον άνθρωπο.Η προτίμηση του Αριστοτέλη στρέφεται προς την διανοητική ενεργητικότητα και αρετή.Η τέλεια ευδαιμονία επιτυγχάνεται με τον «θεωρητικό βίο».Αυτός βοηθάει τον άνθρωπο να καλλιεργήσει το θείο στοιχείο,το οποίο υπάρχει μέσα του και να εξομοιωθεί κατά το δυνατό με τον θεό.Ύψιστο καθήκον του ανθρώπου είναι να υψώνεται στο επίπεδο,στο οποίο βρίσκεται ο μη υποκείμενος στον θάνατο θεός «χρη εφ’όσον ενδέχεται αθανατίζειν και πάντα ποιείν προς το ζην κατά το κράτιστον των εν αυτώ»(Πρέπει ο άνθρωπος να επιδιώκει την αθανασία και να κάνει τα πάντα,για να ζει κατά τις υποδείξεις εκείνου από τα στοιχεία που ενυπάρχουν σ’αυτόν,το οποίο έχει την υψίστη αξία)(Ηθ.Νικομ.1177 β 32).Ο Αριστοτέλης συμμερίζεται την παραίτηση του Πλατωνος,στον «Θεαίτητο»,προς τους ανθρώπους να προχωρήσουν σε μια «ομοίωση» με τον θεό.
Εξυψώνοντας στην κορυφή της αξιολογικής πυραμίδας ο Αριστοτέλης την θεωρία και τον θεωρητικό βίο,δεν θέλει να παραγνωρίσει την αξία των κατώτερης τάξης αγαθών.Τα αγαθά των κατώτερων βαθμίδων αποκτούν σημαντικότατη αξία ως μέσα,ως «χορηγία»,για να πετύχουμε,χρησιμοποιώντας αυτά ως προϋποθέσεις,τον θεωρητικό βίο.Όλα ανεξαιρέτως τα ηθικά και σωματικά αγαθά αντλούν την αξία τους από το ύψιστο αγαθό,το οποίο είναι ο θεωρητικός βίος.Η θεωρία πρέπει να είναι ανεμπόδιστη.Δεν νοείται υφισταμένη χωρίς την συνδρομή των κατωτέρας τάξεως υλικών.Κατ’αυτόν τον τρόπο κατορθώνει ο Αριστοτέλης να παράσχει ηθική αξία σε όλες τις ανθρώπινες ενεργητικότητες και σε όλα τα αγαθά.Δεν πρόκειται δε για ουτοπιστικό ηθικό ιδεώδες.Ο ίδιος ως φιλόσοφος έζησε κατά τις υπαγορεύσεις του ιδεώδους του.Χωρίς να υποπέσει σε ασκητική περιφρόνηση των αγαθών,αφιέρωσε την κύρια ενασχόλησή του στον θεωρητικό βίο.Μετέσχε όμως ενεργά και στον ηθικό και στον πολιτικό βίο.Η πρακτική πολιτική του δραστηριότητα στην Μικρά Ασία,Λέσβο και Μακεδονία μαρτυρεί ότι γι’αυτόν και η πολιτική δράση δεν ήταν κάτι το ξένο.Η διαμονή του δε στην Αθήνα κατά την τελευταία περίοδο της ζωής του είχε και πολιτική σημασία.Από αυτό εξηγείται,γιατί καταδιώχτηκε από το αντιμακεδονικό κόμμα.Οι ηθικές επιδιώξεις του ήταν να ζήσει ζωή ολοκληρωμένη,να αναδειχθεί άνδρας «αγαθός άμα και ευδαίμων».
(Πηγή:«Νεώτερον εγκυκλοπαιδικόν λεξικόν του Ηλίου»,Τόμος «Ελλάς»,σελ.613-616.Επίσης θέλω πολύ να ευχαριστήσω τον χρήστη ofenis για την πολύτιμη βοήθειά του).
Ο Αριστοτελης οριζει πως το μεσον καθοριζεται αναλογα με την περιπτωση και την ηθικη κοινοτητα. Συγκεκριμενα το ηθος καθως και η ηθικη εξη (βαση των οποιων πραττουμε)φανερωνει τουτη την εξαρτηση του υποκειμενου απο την πολη που ζει , το παιδαγωγικο του συστημα ή το ηθικο του περιβαλλον.
ΑπάντησηΔιαγραφή...............
Δηλαδη να ρωτησω ο φιλοσοφος θεωρει πως δεν υπαρχει μια συγκεκριμενη ηθικη για ολα τα υποκειμενα στον κοσμο αλλα πολλες οι οποιες καθοριζονται καθε φορα απο τα θεωρημενα status ? Οπως το αντιλαμβανομαι εγω ειναι σα να παραδεχεται πως η ηθικη πραξη ενος φρονιμου στην Αθηνα μπορει να διαφερει απο την αντιστοιχη ενος φρονιμου Περση ...Κανω λαθος ?
Κάθε κοινωνία χαρακτηρίζεται από τις δικές της προσεγγίσεις στην έννοια της αρετής.Και αυτή προσδιορίζει και τις επιλογές κάθε μέλους της.Ένας Πέρσης θα προσπαθήσει,στη δική του κοινωνία,να ζήσει ευτυχισμένος,όπως η ευτυχία νοείται στην κοινωνία,όπου ζει.Βέβαια,η υποκειμενική θεώρηση της αρετής δεν μπορεί να εκτοπίσει την αντικειμενική της υπόσταση,η οποία και ενδιαφέρει τον φιλόσοφο.
ΑπάντησηΔιαγραφή