Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Ο Διονύσιος Σολωμός προειδοποιεί για την συμφορά της εθνικής διχόνοιας.


«144
Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή•
καθενός χαμογελάει,
παρ’το,λέγοντας,και συ
.

145
‘Κειό το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά•
μην το πιάστε,γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά
.

146
Από στόμα οπού φθονάει,
παλικάρια,ας μην ‘πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.


147
Μην ειπούν στον στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά•
εάν μισούνται ανάμεσά τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά.


148
Τέτοια αφήστενε φροντίδα•
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοια έχει την τιμή.

149
Στο αίμα αυτό,που δεν πονείτε
για πατρίδα,για θρησκειά,
σας ορκίζω,αγκαλιασθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά»
.





Από το ποίημά του «Εις το θάνατο του Λορδ Μπάΐρον»:
«70
Ερινύαν από τα χθόνια
που η Ελπίδα απαρατά•
η θεομίσητη Διχόνοια
που τον άνθρωπο χαλνά.


71
Αφού εδιώχτηκε από τα’άστρα
όπου ετόλμησε να πα,
πάει στους κάμπους,πάει στα κάστρα,
χωρίς να βρει δυσκολιά•

72
και κρατώντας κάτι φίδια
που είχε βγάλει απ’την καρδιά,
και χτυπώντας τα ‘πιτήδεια
εις τους Έλληνας,περνά•


80
και άλλοι αλίτηροι!χτυπώντας
πέφτουνε στον αδελφό,
και παινεύονται,θαρρώντας
πως εχτύπησαν εχθρό.


81
Και τους φώναξε(η Γυναίκα,το φανταστικό πρόσωπο του ποιήματος,που προσωποποιεί την Ελευθερία) :«Φευγάτε
τσ’ Ερινύας την τρικυμιά•
ω!τι κάνετε;Πού πάτε;
Για φερθείτε ειρηνικά•


82
γιατί αλλιώς θε να βρεθείτε
ή με ξένο βασιλιά,
ή θα καταφανισθείτε
από χέρια αγαρηνά


83
Αφού εδώ στην παλαιά σου
κατοικία και άλλη φορά
με διχόνοιες τα παιδιά σου
σου ετοιμάσανε εξοριά

166
Η Διχόνοια κατατρέχει
την Ελλάδα•αν νικηθεί,
ΜΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΕΙ
Τ’όνομά σας ξαναζεί».





(Πηγές:«Ύμνος εις την Ελευθερίαν» και «Εις το θάνατο του Λορδ Μπάΐρον» του Διονυσίου Σολωμού).

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Η μυστική απόβαση στο Καστελλόριζο την άνοιξη του 1913.

Ο ιταλοτουρκικός πόλεμος τον Σεπτέμβριο του 1911,που απέβλεπε στην κατάληψη από τους Ιταλούς της Τριπόλεως και της Κυρηναϊκής,οδήγησε τους τελευταίους στην απόφαση να καταλάβουν,αν και δεν ήταν στόχος τους αρχικά,τα Δωδεκάνησα.Τα νησιά αυτά,τα πλησιόχωρα στις Μικρασιατικές ακτές ,χρησίμευαν στους Τούρκους ως βάσεις ανεφοδιασμού κατά των ιταλικών στρατευμάτων.Η Αστυπάλαια ήταν το πρώτο νησί από τα Δωδεκάνησα που καταλήφθηκε από τους Ιταλούς στις 14 Απριλίου 1912,χωρίς αντίσταση της μικρής τουρκικής φρουράς του.Ακολούθησε η Ρόδος,η Χάλκη,η Νίσυρος και συντομότατα και τα υπόλοιπα νησιά.Από τα νησιά που αποτελούσαν τμήμα του βιλαετίου της Ρόδου,οι Ιταλοί δεν κατέλαβαν την Ικαρία και το Καστελλόριζο,που είχαν διαφορετική τύχη.Στην Ικαρία οι κάτοικοι,έπειτα από την απελευθέρωσή της μαζί με την Λέσβο,Χίο και Σάμο από τον ελληνικό στόλο,κατά την διάρκεια του Α’ Βαλκανικού πολέμου,οργανώθηκαν με το αυτοδιοικητικό σύστημα.Από τότε η Ικαρία αποσπάσθηκε από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα,στα οποία υπαγόταν στα χρόνια της τουρκοκρατίας,και ακολούθησε την τύχη της Σάμου,της Χίου και της Λέσβου,που λίγο αργότερα ενώθηκαν με την Ελλάδα.
Στο Καστελλόριζο έφτασαν για πρώτη φορά οι Ιταλοί στις 29 Απριλίου/11 Μαΐου 1912,δεν προέβησαν,όμως,στην κατάληψή του.Πραγματοποίησαν μόνο στο λιμάνι του νηοψία και,αφού πήραν ορισμένα πλοία των κατοίκων,που τα θεώρησαν λεία πολέμου,απεχώρησαν από το νησί.Στις 8/20 Μαΐου η δημογεροντία του Καστελλόριζου σε σύσκεψή της έστειλε αντιπροσωπεία της στην Ρόδο και ζήτησε την κατάληψή του από τον Ιταλό στρατηγό και επικεφαλής των ιταλικών στρατευμάτων κατοχής των ιταλοκρατούμενων νησιών Giovanni Ameglio,ο οποίος απάντησε,όμως,πως για λόγους στρατηγικούς η ιταλική κυβέρνηση δεν την ενέκρινε.Λίγο αργότερα,στις 13/25 Νοεμβρίου,η δημογεροντία του Καστελλόριζου υπέβαλε υπόμνημα προς τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο,με το οποίο ζητούσε την ένωση του νησιού με την Ελλάδα,χωρίς,όμως,αποτέλεσμα.Παρά την άρνηση αυτή του Βενιζέλου και εν αγνοία του,ο τμηματάρχης του Υπουργείου Εξωτερικών Ίων Δραγούμης,με την σιωπηρή συγκατάθεση και του τότε υπουργού των Εξωτερικών Λάμπρου Κορομηλά, προπαρασκεύασαν απόβαση στο Καστελλόριζο από δύναμη 30 Κρητικών με αρχηγό τον οπλαρχηγό Δασκαλάκη.Η απόβαση πραγματοποιήθηκε την νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου προς την 1η Μαρτίου 1913,με αποτέλεσμα την παράδοση της μικρής τουρκικής φρουράς,την ύψωση της ελληνικής σημαίας στο νησί και την υποστολή της τουρκικής.Στις ενέργειες αυτές αντέδρασε έντονα ο Βενιζέλος,ο οποίος και απέστειλε στο Καστελλόριζο τον ανθυπολοχαγό Τιλιγάδη,όπου έφτασε στις 25 Μαρτίου 1913,με εντολή προς το τμήμα Δασκαλάκη να αποχωρήσει μαζί του από το νησί,όπως και έγινε.Η δημογεροντία ανέλαβε τότε την διοίκηση του νησιού.Επακολούθησε επιδρομή Τουρκοκρητών από τις μικρασιατικές ακτές,οι οποίοι και προέβησαν σε σφαγές και λεηλασίες•τα γεγονότα προκάλεσαν την άφιξη στο νησί της ελληνικής ναυτικής μοίρας του Ιονίου,που μετά την διαπίστωση της καταστάσεως απεχώρησε,ενώ κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε έως την 1η Μαρτίου 1921,όταν και βάσει συμφωνίας της Ιταλίας με την Γαλλία,το νησί «πέρασε» στην κατοχή της τελευταίας,το Καστελλόριζο τελούσε υπό ελληνική διοίκηση.






(Πηγή:«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»,Τόμος ΙΕ’,σελ.460-461).

Κυριακή 12 Ιουλίου 2009

Γιατί πρέπει να προσέχουμε την διατροφή μας,κατά τον Πυθαγόρα.

Ο Πρόκλος υπήρξε ένας από τους τελευταίους μεγάλους διανοητές της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού εν γένει.Συστηματοποίησε πλήρως την νεοπλατωνική κοσμοθεωρία και την παρέδωσε,ως ένα ενιαίο πλέον σύστημα,στον χριστιανικό σχολαστικό Μεσαίωνα.Η σκέψη του γοήτευσε τους συγχρόνους και μεταγενεστέρους αυτού διανοητές,εθνικούς και χριστιανούς.Το συγκεκριμένο απόσπασμα αποτελεί ένα σύνολο σκέψεων και συμπερασμάτων του επί των πυθαγορείων δογμάτων των σχετικών με την διατροφή μας.

«Ο Πυθαγόρας μάς συμβουλεύει «να προσέχουμε την υγεία του σώματός μας με το να είμαστε μετρημένοι στην κατανάλωση φαγητού και ποτού,όπως και στην άσκηση:η μετρημένη ποσότητα είναι αυτή που δεν προκαλεί βλάβη».
Επίσης υποδεικνύει ότι «η τροφή πρέπει να είναι απλή και όχι επιτηδευμένη».
Αυτό ισχύει,επειδή το σώμα είναι όργανο της ψυχής και γι’αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται με φροντίδα,ώστε η ψυχή να λειτουργεί κατάλληλα.Γιατί,όπως ακριβώς η ψυχή είναι ένα δώρο από τους θεούς,έτσι και το σώμα δεν πρέπει να αλλοιώνει τα δώρα των θεών,στην περίπτωση που αυτά γίνονται βάρος σε εμάς παρά προστασία μας.
Ένα σώμα που είναι ογκώδες θα ακολουθήσει μόνο με δυσκολία την καθοδήγηση της ψυχής,και γι’αυτό πρέπει να το κάνουμε λεπτό.
Η φροντίδα του σώματος πραγματοποιείται μέσω της συμπλήρωσης και της περιστολής,της περιστολής για την αποβολή των περιττωμάτων και της συμπλήρωσης για την αντικατάσταση,όσων αποβλήθηκαν•η πρώτη διαδικασία πραγματοποιείται μέσω της άσκησης,η δεύτερη μέσω της τροφής.Το μέτρο πρέπει να τηρείται στην ποσότητα της τροφής που προσλαμβάνεται,καθώς δεν πρέπει να λαμβάνεται ούτε περισσότερη ούτε λιγότερη από το απαιτούμενο,έτσι ώστε να μη γινόμαστε ούτε παχιοί ούτε αποστεωμένοι,πράγμα που μπορεί να καταστρέψει την δύναμη του σώματος.Η τροφή που χαρακτηρίζεται από ποικιλία και παχύτητα φθείρει τις φυσικές δυνάμεις και τις βαραίνει αφόρητα και προκαλεί ασθένειες•αντιθέτως,η απλή τροφή δεν τις βαραίνει και η αγνή τροφή διεγείρει το πνεύμα και εκπαιδεύει τις σκέψεις.Για τον λόγο αυτό οι ζωές των εύπορων ανθρώπων ταλαιπωρούνται από ασθένειες και αφιερώνονται στο κυνήγι ζώων και ψαριών και αποκτούν δεξιότητες στο να τα σκοτώνουν και με τις υποδείξεις της κτηνώδους λαιμαργίας τους αναπτύσσουν φαγητά τόσο περίτεχνα που προσκυνούν και κολακεύουν όποιον τούς τα ετοιμάζει•και δεν τιμωρούν τα παιδιά τους γι’αυτή την συμπεριφορά,αλλά μάλλον τα ανατρέφουν σύμφωνα με αυτήν.Όμως η προειδοποίηση του Πυθαγόρα υποδεικνύει το αντίθετο από αυτό,καθώς συμβουλεύει ότι η τροφή πρέπει να είναι απλή και αγνή.Οι περισσότερες τροφές που χωνεύονται εύκολα από αυτόν που τις τρώει προέρχονται από άψυχες πηγές και εκείνοι που πιστεύουν ότι πρέπει να τρεφόμαστε με έμψυχες τροφές είναι ανόητοι».





(Πηγή:«Εις τα χρυσά Έπη Πυθαγόρου» του Πρόκλου).

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009

Ο ύμνος του Πρόκλου προς τον ένα Θεό.

Ο Πρόκλος υπήρξε ένας από τους τελευταίους μεγάλους διανοητές της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού στοχασμού εν γένει.Συστηματοποίησε πλήρως την νεοπλατωνική κοσμοθεωρία και την παρέδωσε,ως ένα ενιαίο πλέον σύστημα,στον χριστιανικό σχολαστικό Μεσαίωνα.Η σκέψη του γοήτευσε τους συγχρόνους και μεταγενεστέρους αυτού διανοητές,εθνικούς και χριστιανούς.Μάς είναι γνωστό ότι συνέθεσε,μεταξύ άλλων,ύμνους προς τους θεούς,μεταξύ δε αυτών είναι και ο ακόλουθος προς «τον Θεόν»,ο οποίος σώζεται ως το 29ο ποίημα μεταξύ των θεολογικών δογματικών ποιημάτων του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού,και αναφέρεται στην ύψιστη θεϊκή ύπαρξη που αποτελεί την αρχή των πάντων,το Ένα,έχει δε ως εξής:

«Ω πάντων επέκεινα•τί γαρ θέμις άλλο σε μέλπειν;Πώς σε τον εν πάντεσσιν υπείροχον υμνοπολεύσω;Πώς λόγος υμνήσει σε;συ γαρ λόγω ουδενί ρητός.μούνος εών άφραστος•επεί τέκες όσσα λαλείται.Πώς νόος αθρήσει σε;συ γαρ νόω ουδενί ληπτός,μούνος εών άγνωστος•επεί τέκες όσσα νοείται.Πάντα σε και λαλέοντα,και ου λαλέοντα λιγαίνει.Πάντα σε και νοέοντα και ου νοέοντα γεραίρει.Ξυνοί γαρ τε πόθοι,ξυναί δ’ωδίνες απάντων αμφί σε•σοι δε τα πάντα προσεύχεται•εις σε δε πάντα σύνθεμα σον νοέοντα λαλεί σιγώμενον ύμνον.Εκ σέο πάντα πέφηνε•συ δ’ουδενός είνεκα μούνος Σοι ενί πάντα μένει•σοι δ’αθρόα πάντα θοάζει.Και πάντων τέλος εσσί,και εις και πάντα υπάρχεις,ουχ εν εών,ου πάντα•πανώνυμε,πώς σε καλέσσω,τον μόνον ακλήιστον;Υπερνεφέας δε καλύπτρας τίς νόος ουρανίδης εισδύσεται;Ίλαος είης,ω πάντων επέκεινα•τί γαρ θέμις άλλο σε μέλπειν;».


(Ω εσύ,που βρίσκεσαι υπεράνω των πάντων•γιατί πώς αλλιώς επιτρέπεται να σε εγκωμιάσω;Πώς εσένα που είσαι ανώτερος απ’όλα θα σε δοξάσω;Πώς ο λόγος θα σε υμνήσει;Γιατί εσύ δεν μπορείς να εκφραστείς από κανέναν λόγο,αφού μόνο εσύ είσαι άρρητος και γέννησες όσα λέγονται.Πώς ο νους θα σε γνωρίσει;Γιατί δεν είναι αντιληπτός από κανέναν νου,αφού μόνο εσύ είσαι άγνωστος και γέννησες όσα νοούνται.Όλα,και όσα μιλούν και όσα δεν μιλούν,εσένα εξυμνούν•όλα,και όσα νοούν και όσα δεν νοούν,εσένα τιμούν.Γιατί κοινοί είναι οι πόθοι,κοινή είναι η λαχτάρα των πάντων για σένα•σε σένα τα πάντα προσεύχονται•σε σένα τα πάντα απευθύνουν σιωπηρό ύμνο,νοώντας μέσα τους τα σύμβολά σου.Από σένα έχουν έρθει στο φως τα πάντα•εσύ μόνο δεν οφείλεις την ύπαρξή σου σε τίποτα.Σε σένα τα πάντα στηρίζονται,σε σένα όλα μαζί τρέχουν•είσαι ο σκοπός των πάντων,είσαι και ένας και τα πάντα,χωρίς να είσαι ούτε ένα ούτε τα πάντα•κάτοχε όλων των ονομάτων,πώς να αποκαλέσω εσένα που είσαι ο μόνος ασύλληπτος;Ποιος ουράνιος νους θα διεισδύσει στα πέπλα που απλώνονται πάνω από τα σύννεφα;Ας είσαι σπλαχνικός•ω εσύ,που βρίσκεσαι υπεράνω των πάντων•γιατί πώς αλλιώς επιτρέπεται να σε εγκωμιάσω;)





(Πηγή:«Ύμνος εις Θεόν» του Πρόκλου).

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Οι ελλαδικές εφημερίδες κατά την Επανάσταση του 1821.

Ο κυριότερος λόγος,για τον οποίο δυσχεράνθηκε τα μέγιστα η έκδοση εφημερίδων κατά τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης,ήταν η έλλειψη τυπογραφικών μέσων.Το παλιό τυπογραφείο στην Μοσχόπολη(στην Ήπειρο) είχε στο μεταξύ παρακμάσει,η δε «τυπογραφία» του πρώτου Έλληνα τυπογράφου Κωνσταντίνου Τόμπρα στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας(που είχε εκμάθει την τυπογραφική τέχνη στο Παρίσι,κοντά στον Γάλλο φιλέλληνα Αμβρόσιο Διδότο) είχε καταστραφεί από τους Τούρκους,κατά την έναρξη της Επαναστάσεως,ο ίδιος δε είχε καταφύγει στην Ύδρα και από εκεί στην Πελοπόννησο.
Κατόπιν διαφόρων ανεπιτυχών αποπειρών για την ίδρυση τυπογραφείου,κατάλληλου για την έκδοση εφημερίδας,πρώτος ο Δημήτριος Υψηλάντης έφερε τυπογραφείο από την Τεργέστη,που εγκαταστάθηκε τελικά στην Πελοπόννησο,στις Καλάμες,υπό τον Τόμπρα και έτσι εκδόθηκε η πρώτη έντυπη στην Ελλάδα εφημερίδα,η «Σάλπιγξ»,την 1η Αυγούστου 1821.Η σύνταξή της ανατέθηκε από τον Υψηλάντη στον Θεόκλητο Φαρμακίδη.Μόνο τρία φύλλα της «Σάλπιγγος» σώζονται(προφανώς τα μόνα εκδοθέντα).Και τούτο,διότι ο Θεόκλητος Φαρμακίδης,εμφορούμενος από την αρχή της απόλυτης ελευθεροτυπίας,δεν δεχόταν την λογοκρισία του Υψηλάντη,ο οποίος πάλι,θεωρώντας τον τύπο όργανο του Αγώνα,επέμενε να ρυθμίζει αυτός την χρήση του,σύμφωνα με τους στρατιωτικούς και πολιτικούς του σκοπούς.
Στα δύο πρώτα φύλλα της η «Σάλπιγξ» δημοσίευσε την προς το Γένος επαναστατική προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και στο τρίτο της την έκκληση των Μανιατών προς τις ευρωπαϊκές αυλές υπέρ της ελευθερίας.
Εκτός από την «Σάλπιγγα»-η οποία ήταν η πρώτη έντυπη-εκδόθηκαν και χειρόγραφες εφημερίδες:1)η «Αιτωλική» στο Μεσολόγγι την 10η Αυγούστου 1821,ως επίσημο όργανο της «Προσωρινής Διοικήσεως της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος»,όπου τα ηνία ήλεγχε ο Μαυροκορδάτος.Συντάκτης της ήταν ο αρχιγραμματέας της Διοικήσεως Ν.Λουριώτης και διήρκεσε αρκετά,2)ο «Αχελώος» την 24η Φεβρουαρίου του 1822 στο Βραχώρι(Αγρίνιο),επίσημο και αυτή όργανο της Προσωρινής Διοικήσεως,με συντάκτη της και πάλι τον Λουριώτη,3)η επονομασθείσα από τον λαό «Ψευτοφυλλάδα»,μια αγνώστου τίτλου εφημερίδα,που εμφανίστηκε κατά τις πρώτες μέρες της Επανάστασης,που διέδιδε ψευδώς(και σκοπίμως) ότι ο Αγώνας ενισχυόταν από τις Μεγάλες Δυνάμεις.Ο όρος δε «Ψευτοφυλλάδα» καυτηρίαζε ακριβώς αυτή την δράση της.
Μετά την διακοπή της «Σάλπιγγος»,το τυπογραφείο της καταστράφηκε κατά την εισβολή του Δράμαλη.Μόνο δε την 1η Ιανουαρίου του 1824 εκδόθηκαν στο Μεσολόγγι τα «Ελληνικά Χρονικά»,από μικρό τυπογραφείο που έφερε από την Ευρώπη ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.Την διεύθυνση είχε ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης Ιάκωβος Μάγερ.Τα «Ελληνικά Χρονικά» εκδίδονταν με δαπάνες του φιλελληνικού κομιτάτου στο Λονδίνο,του οποίου και προκήρυξη προς τους χριστιανικούς λαούς υπέρ της αγωνιζόμενης Ελλάδας δημοσιεύτηκε στο δεύτερο φύλλο τους.
Αλλά στο μεταξύ,χάρη στον συνταγματάρχη Στάνχοπ,ήρθαν από το Λονδίνο τέσσερα τυπογραφεία,ένα δε από αυτά,από τις 20 Απριλίου 1824,διατέθηκε για την έκδοση των «Ελληνικών Χρονικών».Ήταν δισεβδομαδιαία,έφεραν δε επικεφαλίδα που εικόνιζε την Θέμιδα να κρατεί πλάστιγγα και επιγραφή:«Η δημοσίευσις είναι η ψυχή της δικαιοσύνης».Ήταν δε όργανο της Διοικήσεως,υπό την επιτροπή,κυρίως,του Μαυροκορδάτου.Εκδίδονταν μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου του 1826,όταν τουρκική βόμβα κατέστρεψε το τυπογραφείο,ο δε Μάγερ σκοτώθηκε κατά την έξοδο του Μεσολογγίου.
Την 20η Μαρτίου το 1824,με δαπάνες του Λόρδου Βύρωνα,εκδόθηκε στο Μεσολόγγι και ο «Ελληνικός Τηλέγραφος»,εβδομαδιαίος,με σκοπό την διαφώτιση του ευρωπαϊκού κοινού για τα διαδραματιζόμενα στην Ελλάδα και την ανάπτυξη φιλελληνικής κίνησης.Γι’αυτόν τον λόγο, στην ύλη του επικρατούσε τετραγλωσσία,άλλα άρθρα γράφονταν στην γαλλική γλώσσα,άλλα στην αγγλική,άλλα στην ιταλική και άλλα στην γερμανική.Συντάκτης του ήταν ο Ιταλός κόμης Πέτρος Γκάμπας.Μετά τον θάνατο του Βύρωνα διεκόπη η έκδοσή του και ο Γκάμπας αναχώρησε από την Ελλάδα.
Την 10η Μαρτίου του 1824 εκδόθηκε στην Ύδρα «Ο φίλος του Νόμου»-«Εφημερίς της Διοικήσεως και της Νήσου Ύδρας»,που τυπωνόταν στο παλιό τυπογραφείο που υπήρχε εκεί,με φθαρμένα στοιχεία αρχικά,όμως από το 15ο φύλλο της και εντεύθεν σε νέο τυπογραφείο που χάρισε στο νησί ο Γάλλος φιλελληνας Διδότος.Συντάκτης της ήταν ο Κιάππε,ο οποίος,για να αποφύγει την αυστηρή λογοκρισία του Λάζαρου Κουντουριώτη,έγραφε σε αρχαΐζουσα και δυσκαταληπτότατη γλώσσα.Περιείχε ακριβείς πληροφορίες για τον ναυτικό ιδίως αγώνα ,τύπωνε δε 500 φύλλα.Έζησε μέχρι την 29η Μαΐου του 1827.
Τέταρτη έρχεται η «Εφημερίς των Αθηνών» του Γεωργίου Ψύλλα,που εκδόθηκε την 20η Αυγούστου του 1824 στην Αθήνα,από ένα εκ των τεσσάρων τυπογραφείων του Στάνχοπ.Αυτή δε υπήρξε η περισσότερο ανεξάρτητη από τις πολιτικές τάσεις εφημερίδα του Αγώνα.Εκδιδόταν,όμως,κατ’αραιά διαστήματα κι έφτασε τα 37 φύλλα συνολικά,έως την 15η Απριλίου του 1826,όταν η πόλη κατελήφθη από τον Κιουταχή.
Στο Ναύπλιο την 7η Οκτωβρίου του 1825 εκδόθηκε,με συντάκτη τον Θεόκλητο Φαρμακίδη ,αρχικά, και στην συνέχεια,από το 1827,τον Γ.Χρυσίδη, η «Γενική Εφημερίς της Ελλάδος».Ήταν εφημερίδα επίσημη,όργανο της Διοικήσεως.Εκδιδόταν δύο φορές την εβδομάδα,σ’αυτήν δε εκδίδονταν οι πράξεις της Διοικήσεως,αλλά και ειδήσεις και άρθρα,που απηχούσαν πάντοτε,όπως ήταν φυσικό,τις απόψεις των ισχυρών της Διοικήσεως.Μετονομάστηκε για κάποιο διάστημα σε «Εθνική»,μεταφέρθηκε το 1833 και συνεχίζει να εκδίδεται ως σήμερα ως «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».
Στην «Γενική Εφημερίδα» και στο 5ο φύλλο της δημοσιεύτηκε,την 21η Οκτωβρίου του 1825,για πρώτη φορά ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονυσίου Σολωμού,με κριτική ανάλυση του Σπυρίδωνος Τρικούπη.
Εκτός,όμως,των ανωτέρω,εκδόθηκαν και άλλες εφημερίδες:Η «Ανεξάρτητος Εφημερίς της Ελλάδος»(1827-28) του Γ.Παντελή στην Ύδρα και κατόπιν στην Αίγινα,όργανο των προυχόντων της Ύδρας,η γαλλόφωνη «Η ελληνική μέλισσα»(1827-29) στην Ύδρα και κατόπιν στην Αίγινα,αλλά και άλλες,λιγότερο σημαντικές.





(Πηγή:«Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν του Ηλίου»,Τόμος «Ελλάς» του Ιωάννη Πασσά).

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Αισώπειοι μύθοι.

1.«Αγαθά και κακά.
Αγαθά πάντα υπό των κακών εδιώχθη,ως ασθενή όντα•εις ουρανόν δε ανήλθον.Και ταγαθά ηρώτησαν τον Δία,πώς είναι δει μετά ανθρώπων.Ο δε είπε,μη μετ’αλλήλων πάντα,εν δε καθ’εν τοις ανθρώποις επέρχεσθαι.Διά τούτο τα μεν κακά συνεχή τοις ανθρώποις,ως πλησίον όντα,επέρχεται,τα δε αγαθά βράδιον εξ ουρανού κάτεισι.Ο λόγος δηλοί,ότι αγαθώ μεν ουδείς ταχέως επιτυγχάνει,υπό δε των κακών έκαστος καθ’εκάστην πλήττεται».
(Αγαθά και κακά.
Τα κακά κυνήγησαν τα καλά,επειδή τάχα ήταν αδύναμα•κι αυτά ανέβηκαν στον ουρανό.Τα καλά ρώτησαν τον Δία,πώς πρέπει να βρίσκονται ανάμεσα στους ανθρώπους.Αυτός τούς είπε να μην πηγαίνουν όλα μαζί στους ανθρώπους,αλλά χωριστά το καθένα.Για τον λόγο αυτό τα κακά έρχονται κοπαδιαστά στους ανθρώπους,επειδή είναι κοντά τους,ενώ τα καλά κατεβαίνουν κάπως αργά από τον ουρανό.Η διήγηση δείχνει ότι κανένας δεν βρίσκει γρήγορα το καλό,ενώ ο καθένας χτυπιέται καθημερινά από τα κακά).


2.«Αετός και Κολοιός και Ποιμήν.
Αετός καταπτάς από τινος υψηλής πέτρας άρνα ήρπασε•κολοιός δε τούτο θεασάμενος διά ζήλον τούτον μιμήσασθαι ήθελε.Και δη καθείς εαυτόν μετά πολλού του ροίζου επί κριόν ηνέχθη•εμπαρέντων δ’αυτού των ονύχων τοις μαλλοίς,εξαρθήναι μη δυνάμενος επτερύσσετο,έως ο ποιμήν,το γεγονός αισθόμενος,προσδραμών συνέλαβεν αυτόν.Και περικόψας αυτού τα οξύπτερα,ως εσπέρα κατέλαβε,τοις αυτού παισίν εκόμισε.Των δε πυνθανομένων,τί αν είη το όρνεον,έφη:«ως μεν εγώ σαφώς οίδα,κολοιός,ως δε αυτός βούλεται,αετός.Ούτως η προς τους υπερέχοντας άμιλα προς τω μηδέν ανύειν και επί συμφοραίς προσκτάται γέλωτα».
(Αετός και Κολοιός και Ποιμήν.
Ένας αετός πέταξε ορμητικά από κάποιο ψηλό βράχο και αρπαξε ένα αρνί.Μια καλιακούδα,που τον είδε,ήθελε από ζήλια να τον μιμηθεί.Έκανε λοιπόν μια βουτιά με τον έντονο συριστικό ήχο των φτερών της και όρμησε πάνω σ’ένα κριάρι•καθώς όμως χώθηκαν τα νύχια της στα μαλλιά του και δεν μπορούσε να αποσπασθεί,άρχισε να φτερουγίζει,ωσότου ο βοσκός,που αντιλήφτηκε τι γινόταν,έτρεξε και την έπιασε.Έκοψε τις άκρες των φτερών της και,μόλις βράδιασε,την πήγε στα παιδιά του.Όταν αυτά τον ρωτούσαν τι πουλί είναι,απάντησε:«Όπως εγώ ξέρω με σιγουριά,είναι καλιακούδα,όπως,όμως,θέλει η ίδια,αετός».Έτσι ο συναγωνισμός με όσους υπερέχουν,εκτός από το ότι δεν φέρνει αποτέλεσμα,καταντάει γελοίος με τα κακά που φέρνει).


3.«Αηδών και Ιέραξ.
Αηδών επί τινος υψηλής δρυός καθημένη κατά το σύνηθες ήδεν•ιέραξ δε αυτήν θεασάμενος,ως ηπόρει τροφής,επιπτάς συνέλαβεν•η δε μέλλουσα αναιρείσθαι εδέετο μεθείναι αυτήν,λέγουσα ως ουχ ικανή εστίν ιέρακος γαστέρα αυτή πληρώσαι•δειν δε αυτόν,ει τροφής απορεί,επί τα μείζονα των ορνέων τρέπεσθαι.Και ος υποτυχών είπεν:«Αλλ’έγωγε απόπληκτος αν είην,ει την εν χερσίν ετοίμην βοράν αφείς τα μηδέπω φαινόμενα διώκοιμι».Ο λόγος δηλοί,ως ούτω και των ανθρώπων αλόγιστοί εισιν οι δι’ελπίδα μειζόνων [πραγμάτων] τα εν χερσίν όντα προΐενται».
(Αηδών και Ιέραξ.
Ένα αηδόνι καθόταν πάνω σε κάποια ψηλή βελανιδιά και κατά την συνήθειά του κελαηδούσε.Όταν το είδε ένα γεράκι,καθώς τού έλειπε τροφή,πέταξε και το έπιασε.Εκείνο,καθώς ήταν να φαγωθεί,παρακαλούσε να το αφήσει λέγοντάς του ότι δεν είναι αρκετά μεγάλο να γεμίσει το στομάχι του γερακιού•τού έλεγε ότι,αν τού λείπει τροφή,πρέπει να στραφεί προς τα μεγαλύτερα πουλιά.Αυτό απαντώντας τού είπε:«Όμως θα ήμουν τρελό,αν άφηνα την τροφή που έχω έτοιμη στα χέρια μου και κυνηγούσα όσα δεν είναι ακόμη ορατά».Η διήγηση δείχνει ότι είναι έτσι απερίσκεπτοι και όσοι άνθρωποι από ελπίδα για μεγαλύτερα αφήνουν αυτά που έχουν μέσα στα χέρια τους).


4.«Αίλουρος και Αλεκτρυών.
Αίλουρος συλλαβών αλεκτρυόνα,μετ’ευλόγου τούτον αιτίας ηβουλήθη καταφαγείν.Και δη κατηγόρει αυτού,ως οχληρός είη τοις ανθρώποις,νύκτωρ κεκραγώς και μη συγχωρών ύπνου τυγχάνειν.Του δ’απολογουμένου,επί τη εκείνων ωφελεία τούτο ποιείν,ως επί τα συνήθη των έργψν εγείρεσθαι,πάλιν ο αίλουρος αιτίαν επέφερεν,ως ασεβής είη περί την φύσιν,μητρί και αδελφαίς συμμιγνύμενος.Του δε και τούτο προς ωφέλειαν των δεσποτών πράττειν φήσαντος,πολλών αυτοίς εντεύθεν ωών τικτομένων,ο αίλουρος ειπών «Αλλ’ει συ γε πολλών ευπορείς ευπροσώπων απολογιών,έγωγε μέντοι άτροφος ου μενώ» τούτον κατεθοινήσατο.Ο μύθος δηλοί,ότι η πονηρά φύσις πλημμελείν αιρουμένη,ει μη μετ’ευλόγου δυνηθείη προσχήματος,απαρακαλύπτως γε μην πονηρεύεται».
(Αίλουρος και Αλεκτρυών.
Όταν μια γάτα έπιασε έναν κόκορα,ήθελε να τον φάει βρίσκοντας ένα εύκολο πρόσχημα.Τον κατηγόρησε λοιπόν ότι ήταν ενοχλητικός στους ανθρώπους,επειδή ξεφώνιζε την νύχτα και δεν τους άφηνε να κοιμηθούν.Όταν εκεινος απελογείτο και έλεγε ότι το κάνει αυτό για την ωφέλειά τους,ώστε να σηκώνονται και να πιάνουν τις συνηθισμένες δουλειές τους,πάλι η γάτα τον κατηγορούσε ότι ανέτρεπε την φυσική τάξη έχοντας σεξουαλική επαφή με την μητέρα του και τις αδερφές του.Όταν εκείνος είπε ότι και αυτό το κάνει για ωφέλεια των κυρίων του,επειδή έτσι τούς γεννιούνται πολλά αυγά,η γάτα είπε:«Αν εσύ έχεις άνεση να προβάλλεις πολλές εύσχημες απολογίες,εγώ δεν θα μείνω νηστική» •και τον κατέφαγε.Η διήγηση δείχνει ότι ένας κακός χαρακτήρας,όταν προτιμήσει να κάνει κάποιο κακό,αν δεν μπορέσει να το κάνει με έυλογο πρόσχημα,κάνει το κακό με απροκάλυπτο τρόπο).


5.«Αίλουρος και Όρνιθες.
Αίλουρος ακούσας ότι εν τινι επαύλει όρνιθες νοσούσι,σχηματίσας εαυτόν εις ιατρόν,και τα επιστήμης πρόσφορα αναλαβών εργαλεία,παρεγένετο και στας προ της επαύλεως επυνθάνετο αυτών πώς έχοιεν•αι δε υποτυχούσαι «καλώς» «έφασαν» «εάν συ εντεύθεν απαλλαγής».Ούτω και των ανθρώπων οι πονηροί τους φρονίμους ου λανθάνουσι,καν τα μάλιστα χρηστότητα υποκρίνωνται».
(Αίλουρος και Όρνιθες.
Μια γάτα,όταν άκουσε ότι σε κάποιο αγροτόσπιτο είναι άρρωστα τα κοτόπουλα,μεταμορφώθηκε σε γιατρό,πήρε τα κατάλληλα εργαλεία της ιατρικής επιστήμης,πήγε και στάθηκε έξω από το αγροτόσπιτο και τα ρωτούσε πώς είναι•εκείνα απαντώντας τής είπαν:«Καλά,αν εσύ φύγεις απ’εδώ».Έτσι και οι πονηροί άνθρωποι δεν ξεφεύγουν την προσοχή του μυαλωμένου ανθρώπου,ακόμη κι αν υποκρίνονται πολύ καλά ότι είναι έντιμοι άνθρωποι).


6.«Αλιεύς.
Αλιεύς εν τινι ποταμώ ηλίευε.Και δη κατατείνας τα δίκτυα ως περιέλαβεν εκατέρωθεν το ρεύμα,προσδήσας κάλω λίθον,έτυπτε το ύδωρ,όπως οι ιχθύες φεύγοντες απαραφυλάκτως τοις βρόχοις εμπέσωσι.Των δε περί τον τόπον οικούντων τις θεασάμενος αυτόν τούτο ποιούντα εμέμφετο,ως τον ποταμόν θολούντα και μη εώντα αυτούς διαυγές ύδωρ πίνειν•ο δε απεκρίνατο:«Αλλ’εάν μη ούτως ο ποταμός ταράσσηται,εμέ δεήσει λιμώττοντα αποθανείν».Ούτω και των πόλεων οι δημαγωγοί τότε μάλιστα εργάζονται,όταν τας πατρίδας εις στάσεις περιάγωσιν».
(Αλιεύς.
Κάποιος ψαράς ψάρευε σε κάποιο ποτάμι.Τέντωσε λοιπόν τα δίχτυα του,έκλεισε και από τις δύο πλευρές την ροή του,έδεσεμια πέτρα με σχοινί και άρχισε να χτυπάει το νερό,για να πέσουν τα ψάρια στα βράχια,καθώς θα έφευγαν,χωρίς να μπορούν να προφυλαχθούν.Κάποιος,όμως,απ’εκείνους που έμεναν στην περιοχή του ποταμού,όταν τον είδε να κάνει αυτό,άρχισε να τον κατηγορεί ότι θόλωνε με τον τρόπο αυτό το ποτάμι και δεν τα άφηνε να πιουν καθαρό νερό.Εκείνος απάντησε:«Όμως,αν δεν αναταραχθεί έτσι το ποτάμι,θα είναι αναπόφευκτο να λιμάξω στην πείνα και να πεθάνω».Έτσι και οι δημαγωγοί των πόλεων τότε κυρίως εργάζονται,όταν οδηγούν τις πατρίδες τους σε πολιτικές ανωμαλίες).


7.«Αλιεύς Αυλών.
Αλιεύς αυλητικής έμπειρος αναλαβών τους αυλούς και τα δίκτυα παρεγένετο εις την θάλασσαν και στας επί τινος προβλήματος πέτρας το μεν πρώτον ήδε,νομίζων αυτομάτους προς την ηδυφωνίαν τους ιχθύας εξελεύσεσθαι•ως δ’αυτού επί πολύ διατεινομένου ουδέν πέρας ηνύετο,αποθέμενος τους αυλούς ανείλετο το αμφίβληστρον και βαλών κατά του ύδατος πολλούς ιχθύας ήγρευσεν.Εκβαλών δ’αυτούς από των δικτύων επί την ηόνα,ως εθεάσατο ασπαίροντας,έφη:«Ω κάκιστα ζώα,υμείς,ότε μεν ηύλουν,ουκ ωρχείσθε•νυν δε,ότε πέπαυμαι,τούτο πράττετε».Προς τους παρά καιρόν τι πράττοντας ο λόγος εύκαιρος».
(Αλιεύς Αυλών.
Ένας ψαράς που ήξερε να παίζει αυλό πήρε τους αυλούς και τα δίχτυα του,πήγε στη θάλασσα,στάθηκε πάνω σε κάποια προεξοχή βράχου και στην αρχή έπαιζε αυλό,επειδή πίστευε ότι τα ψάρια θα βγουν έξω μόνα τους εξαιτίας του γλυκόλαλου τραγουδιού,όταν,όμως,ενώ επέμεινε πολύ,δεν έβγαινε κανένα αποτέλεσμα,απόθεσε τους αυλούς,πήρε στα χέρια του τα δίχτυα,τα έριξε στο νερό της θάλασσας και έπιασε πολλά ψάρια.Όταν τα έβγαλε από τα δίχτυα στην ακρογιαλιά και τα είδε να σπαρταρούν,είπε:«Παλιόζωα!Όταν έπαιζα τον αυλό,δεν χορεύατε•τώρα που έχω σταματήσει,χορεύετε».Η διήγηση είναι κατάλληλα ειπωμένη για όσους κάνουν κάτι παράκαιρα).


8.«Αλκυών.
Αλκυών όρνεόν εστι φιλέρημον διά παντός εν θαλάττη διαιτώμενον.Ταύτην λέγεται τας των ανθρώπων θήρας φυλαττομένην εν σκοπέλοις παραθαλαττίοις νεοττοποιείσθαι.Και δη ποτέ τίκτειν μέλλουσα παρεγένετο εις τι ακρωτήριον και θεασαμένη πέτραν επί θαλάσση ενεοττοποιείτο ενταύθα.Εξελθούσης δ’αυτής ποτέ επί νομήν συνέβη την θάλασσαν υπό λάβρων πνευμάτων κυματωθείσαν εξαρθήναι μέχρι της καλιάς και ταύτην επικλύσασαν τους νεοτούς διαφθείραι.Και η αλκυών επανελθούσα ως έγνω το γεγονός,είπεν:«Αλλ’έγωγε δειλαία,ήτις την γην ως επίβουλον φυλαττομένη επί ταύτην κατέφυγον,ή πολλώ μοι γέγονεν απιστοτέρα».Ούτω και των ανθρώπων ένιοι τους εχθρούς φυλαττόμενοι λανθάνουσι πολλώ χαλεπωτέροις των εχθρών φίλοις εμπίπτοντες».
(Αλκυών.
Η αλκυόνα είναι ένα πουλί που ζει απομοναχιασμένο διαρκώς στην θάλασσα.Λέγεται ότι μεγαλώνει τα πουλάκια της σε παραθαλάσσιους βράχους προσπαθώντας να ξεφύγει τα κυνήγια των ανθρώπων.Κάποτε,λοιπόν,που ήταν να γεννήσει τα αυγά της,πήγε σε κάποιο ακρωτήριο,είδε έναν βράχο δίπλα στην θάλασσα και εκεί άρχισε να μεγαλώνει τα πουλάκια της.Όταν κάποτε βγήκε από τη φωλιά,για να βρει τροφή,έτυχε η θάλασσα,τρικυμισμένη από δυνατούς ανέμους,να φτάσει ως την φωλιά,να την γεμίσει με νερά και να αφανίσει τα πουλάκια.Όταν η αλκυόνα γύρισε και διαπίστωσε,ό,τι έγινε,είπε:«Αλίμονό μου της δύστυχης!Προφυλαγόμουν από την στεριά με την ιδέα ότι θα μού κάνει κακό και κατέφυγα στην θάλασσα,που μού δείχτηκε πολύ πιο άπιστη».Έτσι και μερικοί άνθρωποι,ενώ προφυλάγονται από τους εχθρούς τους,χωρίς να το καταλάβουν,πέφτουν στα χέρια φίλων,που είναι πιο δυσάρεστοι από τους εχθρούς).


9.«Αλώπηξ και Βάτος.
Αλώπηξ φραγμόν αναβαίνουσα,επειδή ολισθαίνειν έμελλε,βάτου επελάβετο.Ξυσθείσα δε το πέλμα και δεινώς διατεθείσα ητιάτο αυτήν,ει γε καταφυγούσα επ’αυτήν ως επί βοηθόν χείρονι αυτή εχρήσατο και του προκειμένου.Κια η βάτος υποτυχούσα είπεν:«Αλλ’εσφάλης των φρενών,ω αύτη,εμού επιλαβέσθαι βουληθείσα,ήτις πάντων επιλαμβάνεσθαι είωθα».Ούτω και των ανθρώπων μάταιοι εισίν όσοι τούτοις ως βοηθοίς προσφεύγουσιν,οις το αδικείν μάλλον εστίν έμφυτον».
(Αλώπηξ και Βάτος.
Κάποια αλεπού που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει σ’ένα φράχτη,καθώς γλιστρούσε,πιάστηκε από έναν βάτο.Επειδή όμως τρύπησε το πέλμα της και πόνεσε πολύ,κατηγορούσε τον βάτο,επειδή,όταν κατέφυγε στην βοήθειά του,τής στάθηκε χειρότερος και από ό,τι είχε μπροστά της.Ο βάτος απαντώντας είπε:«Έχασες τα μυαλά σου,κυρά μου,και θέλησες να πιαστείς από μένα,που έχω την συνήθεια να πιάνω άλλους!».Έτσι ανόητοι είναι όσοι από τους ανθρώπους προσφεύγουν στην βοήθεια αυτών που έχουν έμφυτη πιο πολύ μέσα τους την τάση να κάνουν κακό).


10.«Αλώπηξ και Βότρυς.
Αλώπηξ λιμώττουσα ως εθεάσατο επί τινος αναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους,ηβουλήθη αυτών περιγενέσθαι και ουκ ηδύνατο•απαλλαττομένη δε προς εαυτήν είπεν:«Όμφακες εισίν».Ούτω και των ανθρώπων ένιοι,των πραγμάτων εφικέσθαι μη δυνάμενοι δι’ασθένειαν,τους καιρούς αιτιώνται».
(Αλώπηξ και Βότρυς.
Κάποια θεονήστικη αλεπού,μόλις είδε να κρέμονται τσαμπιά σε κάποια κληματαριά,θέλησε να τα φτάσει,αλλά δεν μπορούσε•φεύγοντας είπε μέσα της:«Αγουρίδες είναι».Έτσι μερικοί άνθρωποι που δεν μπορούν από αδυναμία να πετύχουν άποια αποτελέσματα με την δράση τους προφασίζονται ότι τους εμποδίζουν οι περιστάσεις).


11.«Αλώπηξ και Δρυτόμος.
Αλώπηξ κυνηγούς φεύγουσα ως εθεάσατο τινα δρυτόμον,τούτον ικέτευε κατακρύψαι αυτήν•ο δ’αυτή παρήνεσεν εις την εαυτού καλύβην εισελθούσαν κρυβήναι.Μετ’ου πολύ δε παραγενομένων των κυνηγών και του δρυτόμου πυνθανομένων,ει τεθέαται αλώπεκα τήδε παριούσαν,εκείνος τη μεν φωνή ηρνείτο εωρακέναι,τη δε χειρί νεύων εσήμαινεν όπου κατεκέκρυπτο.Των δε ουχ οις ένευε προσσχόντων,αλλ’οις έλεγε πιστευσάντων,η αλώπηξ ιδούσα αυτούς απαλλαγέντας,εξελθούσα απροσφωνητί επορεύετο•μεμφομένου δ’αυτήν του δρυτόμου,ει γε διασωθείσα υπ’αυτού ουδέ φωνής αυτόν ηξίωσεν,έφη:«Αλλ’έγωγε ηυχαρίστησα αν σοι,ει τοις λόγοις όμοια τα έργα των χειρών και τους τρόπους είχες».Τούτω τω λόγω χρήσαιτ’αν τις προς εκείνους των αξθρώπων,οίτινες τα μεν χρηστά σαφώς επαγγέλλονται,έργα δε φαύλα δρώσιν».
(Αλώπηξ και Δρυτόμος.
Μια αλεπού που προσπαθούσε να ξεφύγει κάποιους κυνηγούς,μόλις είδε κάποιον ξυλοκόπο,τον παρακαλούσε να την κρύψει•εκείνος την συμβούλεψε να μπει στο καλύβι του και να κρυφτεί.Ύστερα από λίγο,όταν έφτασαν οι κυνηγοί και ρωτούσαν τον ξυλοκόπο,αν έχει δει αλεπού να περνάει από εκεί,ο ξυλοκόπος έλεγε ότι δεν είχε δει,αλλά κινώντας το χέρι του έδειχνε πού ήταν κρυμμένη.Επειδή εκείνοι δεν πρόσεξαν την κίνηση του χεριού του,αλλά πίστεψαν στα λόγια του,η αλεπού,όταν τους είδε να φεύγουν,βγήκε έξω και άρχισε να φεύγει,χωρίς να πει λέξη στον ξυλοκόπο•όταν ο ξυλοκόπος άρχισε να την κατηγορεί,επειδή την έσωσε κι αυτή δεν τον τίμησε μ’έναν λόγο της,τού είπε:«Θα σ’ευχαριστούσα βέβαια,αν τα έργα των χεριών σου ήταν όμοια με τα λόγια σου».Αυτόν τον μύθο θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει κάποιος για τους ανθρώπους εκείνους που δίνουν ξεκάθαρα έντιμες υποσχέσεις,αλλά κάνουν φαύλα έργα).


12.«Αλώπηξ και Λέων.
Αλώπηξ θεασαμένη εγκάθειρκτον λέοντα και τούτου στάσα εγγύς δεινώς αυτόν ύβριζεν.Ο δε λέων έφη προς αυτήν:«Ου συ με καθυβρίζεις,αλλ’η προσπεσούσα μοι ατυχία».Ο μύθος ούτος δηλοίως πολλοί των ενδόξων,δυσπραγίαις περιπίπτοντες,υπ’ευτελών εξουθενούνται».
(Αλώπηξ και Λέων.
Μια αλεπού που είδε ένα παγιδευμένο λιοντάρι,στάθηκε κοντά του και το κορόιδευε με φοβερό τρόπο.Τολιοντάρι τής είπε:«Δεν με κοροϊδεύεις εσύ,αλλά η ατυχία που με βρήκε».Η διήγηση αυτή δείχνει ότι πολλοί φημισμένοι άνθρωποι,όταν πέσουν σε ατυχίες,εξευτελίζονται από τιποτένιους ανθρώπους).


13.«Άνθρωπος Αριθμών τα Κύματα.
Αίσωπος έφη άνθρωπον τινα επί τη ηιόνι καθεζόμενον επί την κυματωγήν αριθμείν τα κύματα,σφαλέντα δε άχθεσθαι και ανιάσθαι,άχρι δη την κερδώ παραστάσαν ειπείν αυτώ:«Τί,ω γενναίε,ανιά των παρελθόντων ένεκα,δέον τα εντεύθεν αρξάμενον αριθμείν,αμελήσαντα εκείνων;».
(Άνθρωπος Αριθμών τα Κύματα.
Ο Αίσωπος είπε ότι κάποιος άνθρωπος καθόταν στην ακρογιαλιά στο μέρος,όπου έσπαγαν τα κύματα της θάλασσας,μετρούσε τα κύματα και,όταν έπεφτε έξω στον λογαριασμό,στενοχωριόταν και λυπόταν,ώσπου πήγε κοντά του η αλεπού και τού είπε:«Γιατί,αρχοντικέ άνθρωπε,στενοχωριέσαι για όσα πέρασαν,ενώ πρέπει να αδιαφορήσεις για εκείνα και να αρχίσεις να μετράς από εδώ και πέρα;»).


14.«Γαλή και Αφροδίτη.
Γαλή ερασθείσα νεανίσκου ευπρεπούς ηύξατο τη Αφροδίτη,όπως αυτήν μεταμορφώση εις γυναίκα.Και η θεός ελεήσασα αυτής το πάθος μετετύπωσεν αυτήν εις κόρην ευειδή•και ούτως ο νεανίσκος θεασάμενος αυτήν και ερασθείς οίκαδε ως εαυτόν απήγαγε.Καθημένων δε αυτών εν τω θαλάμω,η Αφροδίτη γνώναι βουλομένη,ει μεταβαλούσα το σώμα η γαλή και τον τρόπον κατήλλαξε,μυν εις το μέσον καθήκεν•η δε επιλαθομένη των παρόντων,εξαναστάσα από της κοίτης τον μυν εδίωκε καταφαγείν θέλουσα.Και η θεός αγανακτήσασα κατ’αυτής πάλιν αυτήν εις την αρχαίαν φύσιν αποκατέστησεν.Ούτως και των ανθρώπων οι φύσει πονηροί κατά πάντα καν την φύσιν αλλάξωσι,τον γουν τρόπον ου μεταλλάσσουσι».
(Γαλή και Αφροδίτη.
Μια γάτα που ερωτεύτηκε έναν όμορφο νεαρό κάνοντας προσευχή ζήτησε από την Αφροδίτη να την μεταμορφώσει σε γυναίκα.Η θεά ευσπλαχνίστηκε το πάθος της και την μεταμόρφωσε σε όμορφη κοπέλα.Έτσι ο νεαρός την είδε,την ερωτεύτηκε και την πήγε στο σπίτι του.Καθώς αυτοί κάθονταν στο δωμάτιο,η Αφροδίτη,θέλοντας να μάθει,αν η γάτα αλλάζοντας το σώμα της άλλαξε και την συμπεριφορά της,έριξε στην μέση έναν ποντικό.Εκείνη ξεχνώντας όσα είχε δίπλα της σηκώθηκε από το κρεβάτι και άρχισε να κυνηγά τον ποντικό θέλοντας να τον φάει.Η θεά τότε αγανάκτησε εναντίον της και την ξαναέφερε στην παλιά μορφή της.Έτσι και όσοι άνθρωποι είναι κακοί από την φύση τους σ’όλα,κι αν ακόμη αλλάξουν την φύση τους,δεν αλλάζουν την συμπεριφορά τους).


15.«Γέρων και Θάνατος.
Γέρων ποτε ξύλα κόψας [και] ταύτα φέρων πολλήν οδόν εβάδιζε.Διά δε τον κόπον της οδού αποθέμενος το φορτίον τον Θάνατο επεκαλείτο.Του δε Θανάτου φανέντος και πυθομένου,δι’ην αιτίαν αυτόν παρακαλείται,ο γέρων έφη:«ίνα το φορτίον άρης»[θανείν δε ου θέλω].Ο λόγος δηλοί,ότι πας άνθρωπος φιλόζωος εν τω βίω,καν δυστυχή».
(Γέρων και Θάνατος.
Κάποτε ένας γέροντας έκοψε ξύλα και κουβαλώντας τα έκανε πολύ δρόμο.Εξαιτίας του κόπου που ένιωσε από τον δρόμο άφησε κάτω το φορτίο του και καλούσε τον Θάνατο.Όταν,όμως,εμφανίστηκε ο Θάνατος και τον ρώτησε,για ποιον λόγο τον καλεί,ο γέροντας είπε:«Για να σηκώσεις το φορτίο•[δεν θέλω να πεθάνω]».Η διήγηση δείχνει ότι κάθε άνθρωπος αγαπά την ζωή του,όσο ζει,ακόμη κι αν είναι δυστυχισμένος).


16.«Γεωργός και Αετός.
Γεωργός αετόν ευρών αγρευόμενον,το κάλλος αυτού θαυμάσας,απέλυσεν αυτόν ελεύθερον.Ο δε ουκ άμοιρος αυτώ χάριτος κατεφάνη,αλλ’υπό τείχος σαθρόν καθήμενον ιδών,προσπετάσας τοις ποσίν ήρε τον επί της κεφαλής αυτού φάκελον.Ο δε εξαναστάς εδίωκε•τούτον δε ο αετός έρριψε.Και αναλαβόμενος αυτόν και υποστρέψας,εύρε το τείχος συμπεπτωκός,ένθα εκάθητο,και την αμοιβήν εθαυμάσατο.Ότι τους αγαθόν τι πεπονθότας αντευεργετείν χρη».
(Γεωργός και Αετός.
Κάποιος γεωργός που έπιασε έναν αετό που κυνηγούσε θαύμασε την ομορφιά του και τον άφησε ελεύθερο.Αυτός δεν φάνηκε να δείχνει αγνωμοσύνη,αλλά,όταν τον είδε να κάθεται κάτω από ένα ετοιμόρροπο τείχος,πέταξε και άρπαξε με τα πόδια του το δεμάτι που ήταν πάνω από το κεφάλι του γεωργού.Εκείνος σηκώθηκε και άρχισε να τον κυνηγά•ο αετός έριξε το δεμάτι.Ο γεωργός το ξαναπήρε,γύρισε πίσω,βρήκε γκρεμισμένο το τείχος,όπου καθόταν,και θαύμασε την ανταπόδοση της χάρης που έκανε.Πρέπει όσοι δοκιμάζουν κάποια ευεργεσία να την ανταποδίδουν).


17.«Γεωργός και Παίδες αυτού.
Γεωργός τις,μέλλων καταλύειν τον βίον και βουλόμενος τους εαυτού παίδας πείραν λαβείν της γεωργίας,προσκαλεσάμενος αυτούς έφη:«Παίδες εμοί,εγώ μεν ήδη του βίου υπέξειμι,υμείς δ’,άπερ εν τη αμπέλω μοι κέκρυπται,ζητήσαντες,ευρήσετε πάντα».Οι μεν ουν οιηθέντες θησαυρόν εκεί που κατορωρύχθαι,πάσαν την της αμπέλου γην μετά την αποβίωσιν του πατρός κατέσκαψαν•και θησαυρώ μεν ου περιέτυχον,η δε άμπελος,καλώς σκαφείσα,πολλαπλασίονα τον καρπόν ανέδωκεν.Ο μύθος δηλοί,ότι ο κάματος θησαυρός εστί τοις ανθρώποις».
(Γεωργός και Παίδες αυτού.
Κάποιος γεωργός,επειδή βρισκόταν στο τέλος της ζωής του και ήθελε να αποκτήσουν τα παιδιά του πείρα της γεωργίας,τα κάλεσε και τούς είπε:«Παιδιά μου,εγώ πια φεύγω από την ζωή•εσείς,αν αναζητήσετε όσα έχω κρύψει στο αμπέλι,θα τα βρείτε όλα».Αυτά,λοιπόν,επειδή φαντάστηκαν ότι εκεί κάπου είχε θαφτεί κάποιος θησαυρός,μετά τον θάνατο του πατέρα τους έσκαψαν όλη την έκταση του αμπελιού•θησαυρό βέβαια δεν βρήκαν,το αμπέλι,όμως,επειδή σκάφτηκε καλά,έδωσε πολλαπλάσιο καρπό.Η διήγηση δείχνει ότι ο κόπος είναι θησαυρός για τους ανθρώπους).


18.«Γεωργού Παίδες.
Γεωργού παίδες εστασίαζον•ο δ’,ως πολλά παραινών ουκ ηδύνατο πείσαι αυτούς λόγοις μεταβάλλεσθαι,έγνω δειν πράγμα τούτο πράξαι.Και παρήνεσεν αυτοίς ράβδων δέσμην κομίσαι.Των δε το προσταχθέν ποιησάντων το μεν πρώτον δους αυτοίς αθρόας τας ράβδους εκέλευσε κατεάσσειν•επειδή δε και περιβιαζόμενοι ουκ ηδύναντο,εκ δευτέρου λύσας την δέσμην ανά μίαν αυτοίς ράβδον εδίδου•των δε ραδίως κατακλώντων έφη:«Ατά ρουν και υμείς,ω παίδες,εάν μεν ομοφρονήτε,αχείρωτοι τοις εχθροίς έσεσθε•εάν δε στασιάζητε,ευάλωτοι».Ολόγος δηλοί,ότι τοσούτον ισχυρότερον εστίν η ομόνοια,όσον ευκαταγώνιστος η στάσις».
(Γεωργού Παίδες.
Τα παιδιά κάποιου γεωργού μάλωναν.Αυτός,επειδή,αν και τούς έδινε πολλές συμβουλές,δεν μπορούσε με τα λόγια του να τα πείσει ν’αλλάξουν συμπεριφορά,έκρινε ότι πρέπει να κάνει κάτι πρακτικό.Τούς ζήτησε,λοιπόν,να τού φέρουν ένα δεμάτι ξύλα.Όταν αυτά εκτέλεσαν την εντολή του,στην αρχή τούς έδωσε δεμένα μαζί τα ξύλα και τούς πρόσταξε να τα σπάσουν•κι όταν,παρά την δύναμη που έβαζαν,δεν μπορούσαν να τα σπάσουν,την δεύτερη φορά έλυσε το δεμάτι και τούς έδινε τα ξύλα ένα-ένα•όταν αυτά τα έσπαγαν με ευκολία,τούς είπε:«Λοιπόν,και σεις,παιδιάμου,αν είστε μονοιασμένα,θα είσαστε ακατανίκητοι από τους εχθρούς σας•αν,όμως,μαλώνετε,θα είσαστε ευκολονίκητοι».Η διήγηση δείχνει ότι η ομόνοια είναι τόσο πιο δυνατή,όσο ευκολονίκητη είναι η διχόνοια).


19.«Έλαφος και Άμπελος.
Έλαφος,κυνηγούς φεύγουσα υπ’αμπέλω εκρύβη.Παρελθόντων δ’ολίγον εκείνων,η έλαφος τελέως ήδη λαθείν δόξασα,των της αμπέλου φύλλων εσθίειν ήρξατο.Τούτων δε σειομένων οι κυνηγοί επιστραφέντες και,όπερ ην αληθές,νομίσαντες,των ζώων υπό τοις φύλλοις τι κρύπτεσθαι,βέλεσιν ανείλον την έλαφον.Η δε θνήσκουσα τοιαύτ’έλεγε:«Δίκαια πέπονθα•ου γαρ έδει την σώσασάν με λυμαίνεσθαι».Ο μύθος δηλοί,ότι οι αδικούντες τους ευεργέτας υπό θεού κολάζονται».
(Έλαφος και Άμπελος.
Ένα ελάφι,προσπαθώντας να ξεφύγει κυνηγούς,κρύφτηκε κάτω από ένα κλήμα.Όταν εκείνοι προχώρησαν λίγο,το ελάφι νόμισε ότι πια ξέφυγε τελείως την προσοχή τους και άρχισε να τρώει τα φύλλα του κλήματος.Καθώς αυτά κουνιούνταν,γύρισαν οι κυνηγοί και,επειδή νόμισαν-κάτι που ήταν αληθινό-ότι κάποιο ζώο κρύβεται κάτω από τα φύλλα,με τα βέλη τους σκότωσαν το ελάφι.Πεθαίνοντας αυτό έλεγε τέτοια λόγια:«Έχω πάθει,ό,τι ήταν δίκαιο•διότι δεν έπρεπε να ζημιώσω αυτό που με έσωσε».Η διήγηση δείχνει ότι όσοι ζημιώνουν τους ευεργέτες τους τιμωρούνται από τον θεό).


20.«Ελπίς εν Ανθρώποις.
Ζευς εν πίθω τα χρηστά πάντα συλλέξας έθηκεν αυτόν πωμάσας παρ’ανθρώπω.Ο δ’ακρατής άνθρωπος ειδέναι σπεύδων,τι ποτ’ην αυτώ,και το πώμα κινήσας,διήκ’απελθείν αυτά προς θεών οίκους,κακεί πέτεσθαι της τε γης άνω φεύγειν.Μόνη δ’έμεινεν Ελπίς,ην κατειλήφει τεθέν το πώμα.Τοιγάρ Ελπίς ανθρώποις μόνη σύνεστι,των πεφευγότων ημάς αγαθών έκαστον εγγυωμένη δώσειν».
(Ελπίς εν Ανθρώποις.
Συγκέντρωσε όλα τα καλά ο Δίας σε πιθάρι•το σφράγισε και το’βαλε σ’έναν άνθρωπο πλάι.Ακράτητος ο άνθρωπος θέλοντας να γνωρίσει,τι υπήρχε μέσα σ’αυτό ξεσφράγισε το πώμα κι άφησε να φύγουν αυτά στα θεϊκά παλάτια,να πετούν εκεί και πάνω από την γη να φεύγουν.Μόνη έμεινε η Ελπίδα,που μέσα είχε μείνει,όταν έβαλε το πώμα.Έτσι η Ελπίδα μένει μόνη για τους ανθρώπους κι υπόσχεται να δώσει καθένα από τ’αγαθά που μάς έχουν αφήσει).


21.«Ζευς και Αισχύνη.
Ζευς πλάσας ανθρώπους τας μεν άλλας διαθέσεις ευθύς αυτοίς ενέθηκε,μόνης δε αισχύνης επελάθετο.Διόπερ αμηχανών,πόθεν αυτήν εισαγάγη,εκέλευσεν αυτήν διά του αρχού εισελθείν.Η δε το μεν πρώτον αντέλεγε και ηναξιοπάθει•επεί δε σφόδρα αυτή ενέκειτο,έφη:«Αλλ’έγωγε επί τοιαύταις ομολογίαις είσειμι,ως,αν έτερον μοι επεισέλθη,ευθέως εξελεύσομαι».Από τούτου συνέβη πάντας τους πόρνους αναισχύντους είναι.Τούτω τω λόγω χρήσαιτο αν τις προς άνδρα πόρνον».
(Ζευς και Αισχύνη.
Όταν ο Δίας έπλασε τους ανθρώπους,αμέσως έβαλε μέσα τους τις άλλες διαθέσεις,λησμόνησε,όμως,μόνο την ντροπή.Γι’αυτό,καθώς βρισκόταν σε αμηχανία από πού να την βάλει μέσα τους,την πρόσταξε να μπει από τον κώλο.Αυτή στην αρχή είχε αντιρρήσεις και δυσανασχετούσε•επειδή,όμως,αυτός την πίεζε πολύ,είπε:«Θα μπω βέβαια,αλλά με τέτοια συμφωνία,δηλαδή ότι,αν κάτι άλλο μπει μέσα,αμέσως θα φύγω».Από αυτό το περιστατικό συνέβη να είναι αδιάντροποι όλοι οι πόρνοι.Την διήγηση αυτή θα μπορούσε κάποιος να την χρησιμοποιήσει για άντρα πορνευόμενο).


22.«Θεών Γάμοι.
».
Θεοί πάντες έγημαν ην έκαστος ειλήχει κλήρω.Πόλεμος παρήν εσχάτω κλήρω•Ύβριν δε μόνην κατέλαβε και ταύτης περισσώς ερασθείς έγημεν.Επακολουθεί δε αυτή πανταχού βαδιζούση».
(Θεών Γάμοι.
Όλοι οι θεοί παντρεύτηκαν,όποια γυναίκα είχε πέσει με κλήρο στον καθένα.Ο Πόλεμος είχε μείνει στον τελευταίο κλήρο•βρήκε μόνη της την Ύβρη•αυτήν ερωτεύθηκε πολύ και την παντρεύτηκε.Και την ακολουθεί παντού,όπου βαδίζει).


23.«Ιατρός Άτεχνος.
Ιατρός ην άτεχνος.Ούτως αρρώστω παρακολουθών,πάντων ιατρών λεγόντων αυτώ μη κινδυνεύειν,αλλά χρονίσειν εν τη νόσω,ούτος μόνος έφη αυτώ πάντα τα αυτού ετοιμάσαι•«την αύριον γαρ ουχ υπερβήση».Ταύτα ειπών υπεχώρησε.Μετά χρόνον δε τινα αναστάς ο νοσών προήλθεν,ωχρός και μόλις βαδίζων.Ο δε ιατρός εκείνος συναντήσας αυτώ «χαίρε» έφη:«πώς έχουσιν οι κάτω;».Κακείνος είπεν:«Ηρεμούσι πιόντες το της λήθης ύδωρ.Προ ολίγου δε ο Θάνατος και ο Άιδης δεινόν ηπείλουν τους ιατρούς πάντας,ότι τους νοσούντας ουκ εώσιν αποθνήσκειν,και κατεγράφοντο πάντας.Έμελλον δε και σε γράψαι,αλλ’εγώ προσπεσών αυτοίς και δυσωπήσας εξωμοσάμην αυτοίς μη αληθή ιατρόν είναι σε,αλλά μάτην διαβληθήναι».Ότι τους απαιδεύτους και αμαθείς και κομψολόγους ιατρούς ο παρών μύθος ελέγχει και στηλιτεύει».
(Ιατρός Άτεχνος.
Ένας γιατρός ήταν ανίκανος στην τέχνη του.Αυτός παρακολουθώντας έναν άρρωστο,ενώ όλοι οι γιατροί τού έλεγαν ότι δεν κινδυνεύει,αλλά θα μείνει για πολύ καιρό άρρωστος,μόνο τού είπε να ετοιμάσει όλα τα πράγματά του•«διότι δεν θα ξεπεράσεις την αυριανή μέρα».Είπε αυτά και έφυγε.Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα σηκώθηκε ο άρρωστος και βγήκε έξω ωχρός και βαδίζοντας με δυσκολία.Ο γιατρός εκείνος τον συνάντησε και τού είπε:«Γεια σου!Πώς πανε οι κάτω;».Αυτός τού απάντησε:«Είναι ήρεμοι έχοντας πιει το νερό της λήθης.Πριν από λίγο,όμως,ο Θάνατος και ο Άδης απειλούσαν έντονα τους γιατρούς όλους,επειδή δεν αφήνουν τους αρρώστους να πεθάνουν,και τους κατέγραφαν όλους.Ήταν να γράψουν και σένα,αλλ’εγώ έπεσα στα πόδια τους και τους ικέτευσα και ορκίστηκα σ’αυτούς ότι εσύ δεν είσαι αληθινός γιατρός,αλλ’ότι άδικα συκοφαντήθηκες ότι είσαι».Η διήγηση αυτή κατακρίνει και στηλιτεύει τους απαίδευτους,αμαθείς και κομψολόγους γιατρούς).


24.«Ίππος,Βους,Κύων και Άνθρωπος.
Ίππος και βους και κύων,υπό ψύχους στενούμενοι,ήλθον εις ανθρώπου τινός οικίαν.Ο δε δεξάμενος αυτούς και πυρ ανάψας έθαλψε.Και τω μεν ίππω κριθάς παρετίθει,τω δε ταύρα άχυρα,τω δε κυνί τα επί της τραπέζης εδίδου.Διά δε την τοιαύτην φιλοξενίαν αντημείψαντο αυτώ χάριτας,μερίσαντες και χαρισάμενοι αυτώ των ετών αφ’ων έζων.Και ο μεν ίππος ευθύς τους πρώτους χρόνους•διά τούτο έκαστος θερμός και γαύρος εστί τη γνώμη.Ο δε βους μετ’αυτόν τους μέσους χρόνους•διά τούτο μοχθηρός και φίλεργος εστί πλούτον αθροίζων.Τρίτον δε ο κύων τους τελευταίους χρόνους•διά τούτο πας γηράσκων δύσκολος εστί τη γνώμη και τον διδόντα μόνον τροφήν αγαπά και σαίνει και επιχαίρει,τοις δε μη διδούσι καθυλακτεί και καθάπτεται.Ότι τινές των ανθρώπων,φαύλοι όντες και κακοί,μόνους ειώθασι φιλείν τους διατρέφοντας αυτούς».
(Ίππος,Βους,Κύων και Άνθρωπος.
Ένα άλογο,ένα βόδι και ένα σκυλί που υπέφεραν από το ψύχος πήγαν στο σπίτι κάποιου ανθρώπου.Εκείνος τους δέχτηκε και ανάβοντας φωτιά τούς ζέστανε.Δίπλα στο άλογο έβαζε κριθάρια και δίπλα στον ταύρο άχυρα,ενώ στο σκυλί έδινε,όσα είχε στο τραπέζι.Εξαιτίας της φιλοξενίας του αυτής τον αντάμειψαν με ευγνωμοσύνη χωρίζοντας και χαρίζοντας σ’αυτόν από τα χρόνια της προσωπικής ζωής τους.Το άλογο τού έδωσε αμέσως τα πρώτα χρόνια•γι’αυτό καθένας είναι θερμός και αλαζονικός στην σκέψη του.Το βόδι μετά απ’αυτό τού έδωσε τα μεσαία χρόνια•γι’αυτό είναι γεμάτος μόχθους και φίλεργος συγκεντρώνοντας πλούτο.Τρίτο το σκυλί τού έδωσε τα τελευταία χρόνια•γι’αυτό καθένας που γερνάει είναι δύσκολος στη σκέψη,αγαπάει μόνο όποιον τού δίνει τροφή,τον χαϊδεύει και χαίρεται μαζί του,ενώ γαβγίζει και ορμά σ’όσους δεν τού δίνουν.Μερικοί άνθρωποι που είναι ασήμαντοι και κακοί συνήθως αγαπούν μόνο εκείνους που τούς τρέφουν).


25.«Κύων και Μάγειρος.
Κύων εισπηδήσας εις μαγειρείον και του μαγείρου ασχολουμένου καρδίαν αρπάσας,έφυγεν.Ο δε μάγειρος επιστραφείς,ως είδεν αυτόν φεύγοντα,είπεν:«Ω όύτος,ίσθι ως,όπουπερ αν ης,φυλάξομαι σε•ου γαρ απ’εμού καρδίαν είληφας,αλλ’εμοί καρδίαν δέδωκας».Ο μύθος δηλοί,ότι πολλάκις τα παθήματα τοις ανθρώποις μαθήματα γίνονται».
(Κύων και Μάγειρος.
Ένα σκυλί πήδησε μέσα σ’ένα μαγειρείο και,καθώς ο μάγειρος ήταν απασχολημένος,άρπαξε μια καρδιά και έφυγε.Ο μάγειρος γυρίζοντας,μόλις τον είδε να φεύγει,είπε:«Φίλε μου,ξέρε ότι,όπου κι αν είσαι,θα προφυλάγομαι από σένα•διότι δεν έχεις πάρει καρδιά από μένα,αλλά μού έχεις δώσει καρδιά».Η διήγηση δείχνει ότι πολλές φορές τα παθήματα γίνονται μαθήματα στους ανθρώπους).


26.«Λέων και Κάπρος.
Θέρους εν ώρα,ότε το καύμα δίψει λυπεί,εις μικράν πηγήν λέων και κάπρος ήλθον πιείν.Ήριζον δε,τίς πρώτος αυτών πίη•εκ τούτου δε προς φόνον αλλήλων διηγέρθησαν.Άφνω δε επιστραφέντες προς το αναπνεύσαι,είδον γύπας εκδεχομένους,ος αυτών πέση,τούτον καταφαγείν.Διά τούτον λύσαντες την έχθραν είπον:«Κρείσσον εστί ημάς φίλους γενέσθαι ή βρώμα γυψί και κόραξιν».Ότι τας πονηράς έριδας και τας φιλονεικίας καλόν εστί διαλύειν,επειδή πάσιν επικίνδυνον τέλος άγουσιν».
(Λέων και Κάπρος.
Σε περίοδο καλοκαιριού,όταν η μεγάλη ζέστη με την δίψα που φέρνει στενοχωρεί,ένα λιοντάρι κι ένας τράγος πήγαν να πιουν νερό σε μια μικρή πηγή.Και μάλωναν ποιος θα πιει πρώτος•από αυτό ξεσηκώθηκαν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο.Ξαφνικά γύρισαν να πάρουν μια αναπνοή και είδαν γύπες που περίμεναν,ποιος απ’αυτούς θα πέσει,για να τον καταφάγουν.Γι’αυτό σταμάτησαν την έχθρα τους και είπαν:«Είναι καλύτερο να γίνουμε φίλοι παρά τροφή στους γύπες και στα κοράκια».Είναι καλό να σταματούμε τις κακές έριδες και τις φιλονικίες,επειδή φέρνουν τέλος επικίνδυνο σε όλους).


27.«Οδοιπόροι και Άρκτος.
Δύο φίλοι την αυτήν οδόν εβάδιζον.Άρκτου δε αυτοίς επιφανείσης ο μεν εις φθάσας ανέβη επί τι δένδρον και ενταύθα εκρύπτετο•ο δε έτερος,μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι,πεσών επί του εδάφους εαυτόν νεκρόν προσεποιείτο.Της δε άρκτου προσενεγκούσης αυτώ το ρύγχος και περιοσφραινομένης τας αναπνοάς συνείχε•φασί γαρ νεκρού μη άπτεσθαι το ζώον.Απαλλαγείσης δε,ο από του δένδρου καταβάς επυνθάνετο του ετέρου,τι η άρκτος προς το ους ειρήκει.Ο δε είπε του λοιπού τοιούτοις μη συνοδοιπορείν φίλοις,οι εν κινδύνοις ου παραμένουσιν.Ο λόγος δηλοί ότι τους γνησίους των φίλων αι συμφοραί δοκιμάζουσιν».
(Οδοιπόροι και Άρκτος.
Δυο φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο.Όταν εμφανίστηκε μπροστά τους μια αρκούδα,ο ένας πρόφτασε κι ανέβηκε πάνω σε κάποιο δέντρο και εκεί κρυβόταν•ο άλλος,καθώς κόντευε να πιαστεί,έπεσε καταγής και προσεποιείτο ότι ήταν νεκρός.Όταν η αρκούδα πλησίασε πάνω του το ρύγχος της και τον μυριζόταν γύρω-γύρω,κρατούσε την αναπνοή του•διότι λένε ότι το ζώο αυτό δεν αγγίζει νεκρό.Όταν η αρκούδα έφυγε,αυτός που κρυβόταν στο δέντρο κατέβηκε και ρωτούσε τον άλλο,τι του είχε πει η αρκούδα στο αυτί.Αυτός τού είπε ότι τον συμβούλεψε να μη συνοδοιπορεί με τέτοιους φίλους που δεν μένουν δίπλα σου στους κινδύνους.Η διήγηση δείχνει ότι οι συμφορές δοκιμάζουν τους γνήσιους φίλους).


28.«Παις Λουόμενος.
Παις ποτέ λουόμενος εν τινί ποταμώ εκινδύνευσεν αποπνιγήναι.Ιδών δε τινά οδοιπόρον,τούτον επί βοηθεία εκάλει•ο δ εμέμφετο τω παιδί ως ρολμηρώ.Το δε μειράκιον είπε προς αυτόν:«Αλλά νυν μοι βοήθει,ύστερον δε σωθέντι μέμψαι».Ο μύθος δηλοί τούτο•«μη μέμφου,πλην ελέησον».
(Παις Λουόμενος.
Κάποτε ένα παιδί που λουζόταν σε κάποιο ποτάμι κινδύνεψε να πνιγεί.Όταν είδε κάποιον οδοιπόρο,τον καλούσε για βοήθεια•αυτός όμως κατηγορούσε το παιδί για την τόλμη του.Το παλικαράκι τού είπε:«Βοήθησέ με τώρα και κατηγόρησέ με αργότερα,όταν σωθώ».Η διήγηση δηλώνει αυτό:«μην κατηγορείς,αλλά ευσπλαχνίσου»).


29.«Παις Ψεύστης.
Παιδία πρόβατα νέμον,ως λύκον ερχόμενον προς διαφθοράν ορών,επικαλούμενον τους αγρότας έλεγε:«Βοηθείτε ώδε•έρχεται λύκος».Οι δε αγρόται τρέχοντες τούτον εύρισκον μη αληθεύειν.Τούτο δε ποιήσαντος πολλάκις εύρισκον ψευδόμενον.Μετά δε ταύτα του λύκου προσελθόντος και του παιδός βοώντος «δεύτε,λύκος» ουκέτι τις επίστευε προσδραμείν αυτώ και βοηθήσαι.Ο δε λύκος ευρηκώς άδειαν την ποίμνην πάσαν διέφθειρε ευκόλως.Ότι τοσούτον όφελος τω ψεύστη,ότι και αληθή λέγων πολλάκις ου πιστεύεται».
(Παις Ψεύστης.
Ένα παιδί που έβοσκε πρόβατα,επειδή τάχα έβλεπε λύκο να έρχεται,για να προκαλέσει καταστροφή,καλούσε τους αγρότες και έλεγε:«Βοηθείτε εδώ•έρχεται λύκος».Οι αγρότες έτρεχαν και διεπίστωναν ότι δεν λέει την αλήθεια.Αυτό το έκανε πολλές φορές και διεπίστωναν ότι λέει ψέματα.Αργότερα,όταν ήρθε κοντά ένας λύκος και το παιδί φώναζε «ελάτε,λύκος»,κανείς πια δεν το πίστευε,ώστε να τρέξει και να το βοηθήσει.Ο λύκος,καθώς είχε βρει αφρούρητο το κοπάδι,εύκολα το κατέστρεψε ολόκληρο.Τόση είναι η ωφέλεια του ψεύτη,ότι δηλαδή δεν γίνεται πιστευτός πολλές φορές,και όταν λέει την αλήθεια).


30.«Πήραι δύο.
Ανθρώπων έκαστος δύοπήρας φέρει,την μεν έμπροσθεν,την δε όπισθεν,γέμει δε κακών εκατέρα•αλλ’η μεν έμπροσθεν αλλοτρίων,η δε όπισθεν των αυτού του φέροντος.Και διά τούτο οι άνθρωποι τα μεν εξ αυτών κακά ουχ ορώσι,τα δε αλλότρια πάνυ ακριβώς θεώνται».
(Πήραι δύο.
Καθένας από τους ανθρώπους κουβαλάει δύο σακκούλια,το ένα μπροστά του και το άλλο πίσω του•το καθένα από τα δύο είναι γεμάτο κακά,το μπροστινό από ξένα και το πισινό από τα κακά αυτού που τα κουβαλάει.Και γι’αυτό οι άνθρωποι δεν βλέπουν τα κακά που προέρχονται από τους εαυτούς τους,ενώ παρατηρούν με ακρίβεια μεγάλη τα ξένα κακά).


31.«Ψύλλα.
Ψύλλα ποτέ πηδήσασα επί πόδα ανδρός εκάθισεν•ο δε τον Ηρακλήν επί συμμαχίαν εκάλει.Της δε εκείθεν αύθις αφαλομένης,στενάξας είπεν:«Ω Ηράκλεις,ει επί ψύλλη ου συνεμάχησας,πώς επί μείζοσιν ανταγωνισταίς συνεργήσεις;».Ο μύθος δηλοί μη δειν επί των ελαχίστων του θείου δείσθαι,αλλ’επί των αναγκαίων».
(Ψύλλα.
Κάποτε ένας ψύλλος πήδησε στο πόδι ενός άντρα και κάθισε εκεί•αυτός καλούσε τον Ηρακλή για σύμμαχό του.Όταν αυτός αμέσως πηδώντας έφυγε απ’εκεί,αναστέναξε και είπε:«Ηρακλή,αν δεν στάθηκες σύμμαχός μου εναντίον ενός ψύλλου,πώς θα με βοηθήσεις εναντίον μεγαλύτερων ανταγωνιστών;».Η διήγηση δείχνει ότι δεν πρέπει να ζητούμε την βοήθεια της θεότητας για ελάχιστα πράγματα,αλλά για αναγκαία).

Σάββατο 4 Ιουλίου 2009

Είναι δύσκολο να είμαστε δίκαιοι,κατά τον Αριστοτέλη.

«Οι δ’άνθρωποι εφ’εαυτοίς οίονται είναι το αδικείν•διό και το δίκαιον είναι ράδιον.το δ’ουκ εστίν•συγγένεσθαι μεν γαρ τη του γείτονος και πατάξαι τον πλησίον και δούναι τη χειρί το αργύριον ράδιον και επ’αυτοίς,αλλά το ωδί έχοντας ταύτα ποιείν ούτε ράδιον ούτ’επ’αυτοίς.ομοίως δε και το γνώναι τα δίκαια και τα άδικα ουδέν οίονται σοφόν είναι,ότι περί ων οι νόμοι λέγουσιν ου χαλεπόν συνιέναι(αλλ’ου ταύτ’εστί τα δίκαια αλλ’ή κατά σθμβεβηκός) •αλλά πώς πραττόμενα και πώς νεμόμενα δίκαια,τούτο δη πλέον έργον ή τα υγιεινά ειδέναι•επεί κακεί μέλι και οίνον και ελλέβορον και καύσιν και τομήν ειδέναι ράδιον,αλλάπώς δει νείμαιμπρος υγιείαν και τινί και πότε,τοσούτον έργον όσον ιατρόν είναι.δι’αυτό δε τούτο και του δικαίου οίονται είναι ουδέν ήττον το αδικείν,ότι ουχ ήττον ο δίκαιος αλλά και μάλλον δύναιτ’αν έκαστον πράξαι τούτων•και γαρ συγγενέσθαι γυναικί και πατάξαι•και ο ανδρείος την ασπίδα αφείναι και στραφείς εφ’οποτεραούν τρέχειν,αλλά το δειλαίειν και αδικείν ου το ταύτα ποιείν εστί,πλην κατά συμβεβηκός,αλλά το ωδί έχοντα ταύτα ποιείν,ώσπερ και το ιατρεύειν και το υγιάζειν ου το τέμνειν ή μη τέμνειν ή φαρμακεύειν ή μη φαρμακεύειν εστίν,αλλά το ωδί.έστι δε τα δίκαια εν τούτοις οις μέτεστι των απλώς αγαθών,έχουσι δ’υπερβολήν εν τούτοις και έλλειψιν•τοις μεν γαρ ουκ έστιν υπερβολή αυτών,οίον ίσως τοις θεοίς,τοις δ’ουδέν μόριον ωφέλιμον,τοις ανιάτως κακοίς,αλλά πάντα βλάπτει,τοις δε μέχρι του•διά τούτ’ανθρώπινον εστίν».


(Οι άνθρωποι νομίζουν ότι εξαρτάται απ’αυτούς τους ίδιους το να πράττουν άδικες πράξεις και να είναι άδικοι•γι’αυτό νομίζουν ότι και το να είναι δίκαιοι είναι εύκολο πράγμα.Αλλά δεν είναι τούτο αληθές•διότι είναι μεν εύκολο και εξαρτάται πράγματι από αυτούς να συνευρεθούν με την γυναίκα του γείτονα και να χτυπήσουν τον ευρισκόμενο κοντά τους και να δώσουν στο χέρι ενός ανθρώπου χρήματα,αλλά το να πράττουν αυτά καθ’υπαγόρευσιν μιας σταθερής ψυχικής διάθεσης ούτε εύκολο είναι ούτε εξαρτάται απ’αυτούς.
Επίσης νομίζουν οι άνθρωποι ότι δεν είναι καμμιά ιδιαίτερη σοφία το να γνωρίζουν τα δίκαια και τα άδικα,διότι δεν είναι δύσκολο να αντιλαμβάνονται εκείνα,τα οποία καθορίζουν οι νόμοι•αλλά όσα διαλαμβάνουν οι νόμοι δεν είναι δίκαια,αλλά μόνο καθ’εκάστη περίπτωση.Αλλά δίκαια είναι να γνωρίζουμε πώς πρέπει να διεξάγονται οι πράξεις και πώς να γίνονται οι διανομές και το πράγμα αυτό είναι βεβαίως περισσότερο δύσκολο να γνωρίζουμε παρ’όσο εκείνα,τα οποία συντελούν στην υγεία.Διότι και στο θέμα της υγιεινής είναι εύκολο να γνωρίζει κανείς,ποια σημασία θεραπευτική έχουν το μέλι και ο οίνος και ο ελλέβορος(σημ.θεραπευτικό βότανο των αρχαίων) και η καυτηρίαση και η εγχείρηση,αλλά με ποιον τρόπο πρέπει να γίνει η κατανομή αυτών προς το συμφέρον της υγείας και σε ποιον ασθενή και πότε,τούτο είναι τόσο πολύ δύσκολο όσο και το να είναι κανείς γιατρός.
Για τον λόγο ακριβώς αυτό νομίζουν οι άνθρωποι ότι και ο δίκαιος άνθρωπος είναι δυνατόν να πράττει όχι λιγότερο άδικες πράξεις,διότι ο δίκαιος όχι λιγότερο,αλλά και σε μεγαλύτερο βαθμό μπορεί να διαπράξει κάθε μία από αυτές τις άδικες πράξεις•ότι δηλαδή είναι δυνατόν να έλθει σε επαφή με μια ξένη γυναίκα και να χτυπήσει έναν άλλο•και ότι επίσης και ο ανδρείος είναι δυνατόν να πετάξει την ασπίδα του και,αφού στρέψει τα νώτα του,να τρέχει προς τα εδώ ή προς τα εκεί.Αλλά το να είναι κάποιος δειλός και το να είναι άδικος δεν έγκειται στο να πράττει αυτά,αν λάβουμε υπ’όψιν ότι αυτά γίνονται και συμπτωματικά,αλλά το να πράττει αυτά,όταν έχει κάποια τέτοια ψυχική διάθεση,καθώς ακριβώς το να είναι κάποιος γιατρός και το να αποκαθιστά την υγεία του ασθενούς δεν έγκειται στο να κάνει ή να μην κάνει εγχείρηση ή στο να παρέχει ή να μην παρέχει φάρμακα στον ασθενή,αλλά στον τρόπο,με τον οποίο πραγματοποιεί αυτά.
Τα δίκαια έχουν σχέση προς εκείνους,οι οποίοι μετέχουν στα γενικώς θεωρούμενα ως αγαθά,και οι οποίοι έχουν αυτά σε υπερβολικό βαθμό ή αντίθετα σε βαθμό μικρότερο του δέοντος•διότι άλλοι μεν δεν είναι δυνατόν να έχουν αυτά σε υπερβολικό βαθμό,όπως είναι ίσως οι θεοί,σε άλλους δε κανένα μέρος από αυτά τα αγαθά δεν είναι ωφέλιμο,αλλά όλα τα αγαθά είναι σ’αυτούς επιβλαβή•και αυτοί είναι οι αθεράπευτα κακοί•σε άλλους,τέλος,αυτά τα αγαθά είναι ωφέλιμα μέχρι ενός ορίου•γι’αυτό είναι τούτο σύμφωνο προς την φυσική ιδιοσυστασία του ανθρώπου).






(Πηγή:«Ηθικά Νικομάχεια» του Αριστοτέλους).