Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

Αισώπειοι μύθοι.

1.«Αγαθά και κακά.
Αγαθά πάντα υπό των κακών εδιώχθη,ως ασθενή όντα•εις ουρανόν δε ανήλθον.Και ταγαθά ηρώτησαν τον Δία,πώς είναι δει μετά ανθρώπων.Ο δε είπε,μη μετ’αλλήλων πάντα,εν δε καθ’εν τοις ανθρώποις επέρχεσθαι.Διά τούτο τα μεν κακά συνεχή τοις ανθρώποις,ως πλησίον όντα,επέρχεται,τα δε αγαθά βράδιον εξ ουρανού κάτεισι.Ο λόγος δηλοί,ότι αγαθώ μεν ουδείς ταχέως επιτυγχάνει,υπό δε των κακών έκαστος καθ’εκάστην πλήττεται».
(Αγαθά και κακά.
Τα κακά κυνήγησαν τα καλά,επειδή τάχα ήταν αδύναμα•κι αυτά ανέβηκαν στον ουρανό.Τα καλά ρώτησαν τον Δία,πώς πρέπει να βρίσκονται ανάμεσα στους ανθρώπους.Αυτός τούς είπε να μην πηγαίνουν όλα μαζί στους ανθρώπους,αλλά χωριστά το καθένα.Για τον λόγο αυτό τα κακά έρχονται κοπαδιαστά στους ανθρώπους,επειδή είναι κοντά τους,ενώ τα καλά κατεβαίνουν κάπως αργά από τον ουρανό.Η διήγηση δείχνει ότι κανένας δεν βρίσκει γρήγορα το καλό,ενώ ο καθένας χτυπιέται καθημερινά από τα κακά).


2.«Αετός και Κολοιός και Ποιμήν.
Αετός καταπτάς από τινος υψηλής πέτρας άρνα ήρπασε•κολοιός δε τούτο θεασάμενος διά ζήλον τούτον μιμήσασθαι ήθελε.Και δη καθείς εαυτόν μετά πολλού του ροίζου επί κριόν ηνέχθη•εμπαρέντων δ’αυτού των ονύχων τοις μαλλοίς,εξαρθήναι μη δυνάμενος επτερύσσετο,έως ο ποιμήν,το γεγονός αισθόμενος,προσδραμών συνέλαβεν αυτόν.Και περικόψας αυτού τα οξύπτερα,ως εσπέρα κατέλαβε,τοις αυτού παισίν εκόμισε.Των δε πυνθανομένων,τί αν είη το όρνεον,έφη:«ως μεν εγώ σαφώς οίδα,κολοιός,ως δε αυτός βούλεται,αετός.Ούτως η προς τους υπερέχοντας άμιλα προς τω μηδέν ανύειν και επί συμφοραίς προσκτάται γέλωτα».
(Αετός και Κολοιός και Ποιμήν.
Ένας αετός πέταξε ορμητικά από κάποιο ψηλό βράχο και αρπαξε ένα αρνί.Μια καλιακούδα,που τον είδε,ήθελε από ζήλια να τον μιμηθεί.Έκανε λοιπόν μια βουτιά με τον έντονο συριστικό ήχο των φτερών της και όρμησε πάνω σ’ένα κριάρι•καθώς όμως χώθηκαν τα νύχια της στα μαλλιά του και δεν μπορούσε να αποσπασθεί,άρχισε να φτερουγίζει,ωσότου ο βοσκός,που αντιλήφτηκε τι γινόταν,έτρεξε και την έπιασε.Έκοψε τις άκρες των φτερών της και,μόλις βράδιασε,την πήγε στα παιδιά του.Όταν αυτά τον ρωτούσαν τι πουλί είναι,απάντησε:«Όπως εγώ ξέρω με σιγουριά,είναι καλιακούδα,όπως,όμως,θέλει η ίδια,αετός».Έτσι ο συναγωνισμός με όσους υπερέχουν,εκτός από το ότι δεν φέρνει αποτέλεσμα,καταντάει γελοίος με τα κακά που φέρνει).


3.«Αηδών και Ιέραξ.
Αηδών επί τινος υψηλής δρυός καθημένη κατά το σύνηθες ήδεν•ιέραξ δε αυτήν θεασάμενος,ως ηπόρει τροφής,επιπτάς συνέλαβεν•η δε μέλλουσα αναιρείσθαι εδέετο μεθείναι αυτήν,λέγουσα ως ουχ ικανή εστίν ιέρακος γαστέρα αυτή πληρώσαι•δειν δε αυτόν,ει τροφής απορεί,επί τα μείζονα των ορνέων τρέπεσθαι.Και ος υποτυχών είπεν:«Αλλ’έγωγε απόπληκτος αν είην,ει την εν χερσίν ετοίμην βοράν αφείς τα μηδέπω φαινόμενα διώκοιμι».Ο λόγος δηλοί,ως ούτω και των ανθρώπων αλόγιστοί εισιν οι δι’ελπίδα μειζόνων [πραγμάτων] τα εν χερσίν όντα προΐενται».
(Αηδών και Ιέραξ.
Ένα αηδόνι καθόταν πάνω σε κάποια ψηλή βελανιδιά και κατά την συνήθειά του κελαηδούσε.Όταν το είδε ένα γεράκι,καθώς τού έλειπε τροφή,πέταξε και το έπιασε.Εκείνο,καθώς ήταν να φαγωθεί,παρακαλούσε να το αφήσει λέγοντάς του ότι δεν είναι αρκετά μεγάλο να γεμίσει το στομάχι του γερακιού•τού έλεγε ότι,αν τού λείπει τροφή,πρέπει να στραφεί προς τα μεγαλύτερα πουλιά.Αυτό απαντώντας τού είπε:«Όμως θα ήμουν τρελό,αν άφηνα την τροφή που έχω έτοιμη στα χέρια μου και κυνηγούσα όσα δεν είναι ακόμη ορατά».Η διήγηση δείχνει ότι είναι έτσι απερίσκεπτοι και όσοι άνθρωποι από ελπίδα για μεγαλύτερα αφήνουν αυτά που έχουν μέσα στα χέρια τους).


4.«Αίλουρος και Αλεκτρυών.
Αίλουρος συλλαβών αλεκτρυόνα,μετ’ευλόγου τούτον αιτίας ηβουλήθη καταφαγείν.Και δη κατηγόρει αυτού,ως οχληρός είη τοις ανθρώποις,νύκτωρ κεκραγώς και μη συγχωρών ύπνου τυγχάνειν.Του δ’απολογουμένου,επί τη εκείνων ωφελεία τούτο ποιείν,ως επί τα συνήθη των έργψν εγείρεσθαι,πάλιν ο αίλουρος αιτίαν επέφερεν,ως ασεβής είη περί την φύσιν,μητρί και αδελφαίς συμμιγνύμενος.Του δε και τούτο προς ωφέλειαν των δεσποτών πράττειν φήσαντος,πολλών αυτοίς εντεύθεν ωών τικτομένων,ο αίλουρος ειπών «Αλλ’ει συ γε πολλών ευπορείς ευπροσώπων απολογιών,έγωγε μέντοι άτροφος ου μενώ» τούτον κατεθοινήσατο.Ο μύθος δηλοί,ότι η πονηρά φύσις πλημμελείν αιρουμένη,ει μη μετ’ευλόγου δυνηθείη προσχήματος,απαρακαλύπτως γε μην πονηρεύεται».
(Αίλουρος και Αλεκτρυών.
Όταν μια γάτα έπιασε έναν κόκορα,ήθελε να τον φάει βρίσκοντας ένα εύκολο πρόσχημα.Τον κατηγόρησε λοιπόν ότι ήταν ενοχλητικός στους ανθρώπους,επειδή ξεφώνιζε την νύχτα και δεν τους άφηνε να κοιμηθούν.Όταν εκεινος απελογείτο και έλεγε ότι το κάνει αυτό για την ωφέλειά τους,ώστε να σηκώνονται και να πιάνουν τις συνηθισμένες δουλειές τους,πάλι η γάτα τον κατηγορούσε ότι ανέτρεπε την φυσική τάξη έχοντας σεξουαλική επαφή με την μητέρα του και τις αδερφές του.Όταν εκείνος είπε ότι και αυτό το κάνει για ωφέλεια των κυρίων του,επειδή έτσι τούς γεννιούνται πολλά αυγά,η γάτα είπε:«Αν εσύ έχεις άνεση να προβάλλεις πολλές εύσχημες απολογίες,εγώ δεν θα μείνω νηστική» •και τον κατέφαγε.Η διήγηση δείχνει ότι ένας κακός χαρακτήρας,όταν προτιμήσει να κάνει κάποιο κακό,αν δεν μπορέσει να το κάνει με έυλογο πρόσχημα,κάνει το κακό με απροκάλυπτο τρόπο).


5.«Αίλουρος και Όρνιθες.
Αίλουρος ακούσας ότι εν τινι επαύλει όρνιθες νοσούσι,σχηματίσας εαυτόν εις ιατρόν,και τα επιστήμης πρόσφορα αναλαβών εργαλεία,παρεγένετο και στας προ της επαύλεως επυνθάνετο αυτών πώς έχοιεν•αι δε υποτυχούσαι «καλώς» «έφασαν» «εάν συ εντεύθεν απαλλαγής».Ούτω και των ανθρώπων οι πονηροί τους φρονίμους ου λανθάνουσι,καν τα μάλιστα χρηστότητα υποκρίνωνται».
(Αίλουρος και Όρνιθες.
Μια γάτα,όταν άκουσε ότι σε κάποιο αγροτόσπιτο είναι άρρωστα τα κοτόπουλα,μεταμορφώθηκε σε γιατρό,πήρε τα κατάλληλα εργαλεία της ιατρικής επιστήμης,πήγε και στάθηκε έξω από το αγροτόσπιτο και τα ρωτούσε πώς είναι•εκείνα απαντώντας τής είπαν:«Καλά,αν εσύ φύγεις απ’εδώ».Έτσι και οι πονηροί άνθρωποι δεν ξεφεύγουν την προσοχή του μυαλωμένου ανθρώπου,ακόμη κι αν υποκρίνονται πολύ καλά ότι είναι έντιμοι άνθρωποι).


6.«Αλιεύς.
Αλιεύς εν τινι ποταμώ ηλίευε.Και δη κατατείνας τα δίκτυα ως περιέλαβεν εκατέρωθεν το ρεύμα,προσδήσας κάλω λίθον,έτυπτε το ύδωρ,όπως οι ιχθύες φεύγοντες απαραφυλάκτως τοις βρόχοις εμπέσωσι.Των δε περί τον τόπον οικούντων τις θεασάμενος αυτόν τούτο ποιούντα εμέμφετο,ως τον ποταμόν θολούντα και μη εώντα αυτούς διαυγές ύδωρ πίνειν•ο δε απεκρίνατο:«Αλλ’εάν μη ούτως ο ποταμός ταράσσηται,εμέ δεήσει λιμώττοντα αποθανείν».Ούτω και των πόλεων οι δημαγωγοί τότε μάλιστα εργάζονται,όταν τας πατρίδας εις στάσεις περιάγωσιν».
(Αλιεύς.
Κάποιος ψαράς ψάρευε σε κάποιο ποτάμι.Τέντωσε λοιπόν τα δίχτυα του,έκλεισε και από τις δύο πλευρές την ροή του,έδεσεμια πέτρα με σχοινί και άρχισε να χτυπάει το νερό,για να πέσουν τα ψάρια στα βράχια,καθώς θα έφευγαν,χωρίς να μπορούν να προφυλαχθούν.Κάποιος,όμως,απ’εκείνους που έμεναν στην περιοχή του ποταμού,όταν τον είδε να κάνει αυτό,άρχισε να τον κατηγορεί ότι θόλωνε με τον τρόπο αυτό το ποτάμι και δεν τα άφηνε να πιουν καθαρό νερό.Εκείνος απάντησε:«Όμως,αν δεν αναταραχθεί έτσι το ποτάμι,θα είναι αναπόφευκτο να λιμάξω στην πείνα και να πεθάνω».Έτσι και οι δημαγωγοί των πόλεων τότε κυρίως εργάζονται,όταν οδηγούν τις πατρίδες τους σε πολιτικές ανωμαλίες).


7.«Αλιεύς Αυλών.
Αλιεύς αυλητικής έμπειρος αναλαβών τους αυλούς και τα δίκτυα παρεγένετο εις την θάλασσαν και στας επί τινος προβλήματος πέτρας το μεν πρώτον ήδε,νομίζων αυτομάτους προς την ηδυφωνίαν τους ιχθύας εξελεύσεσθαι•ως δ’αυτού επί πολύ διατεινομένου ουδέν πέρας ηνύετο,αποθέμενος τους αυλούς ανείλετο το αμφίβληστρον και βαλών κατά του ύδατος πολλούς ιχθύας ήγρευσεν.Εκβαλών δ’αυτούς από των δικτύων επί την ηόνα,ως εθεάσατο ασπαίροντας,έφη:«Ω κάκιστα ζώα,υμείς,ότε μεν ηύλουν,ουκ ωρχείσθε•νυν δε,ότε πέπαυμαι,τούτο πράττετε».Προς τους παρά καιρόν τι πράττοντας ο λόγος εύκαιρος».
(Αλιεύς Αυλών.
Ένας ψαράς που ήξερε να παίζει αυλό πήρε τους αυλούς και τα δίχτυα του,πήγε στη θάλασσα,στάθηκε πάνω σε κάποια προεξοχή βράχου και στην αρχή έπαιζε αυλό,επειδή πίστευε ότι τα ψάρια θα βγουν έξω μόνα τους εξαιτίας του γλυκόλαλου τραγουδιού,όταν,όμως,ενώ επέμεινε πολύ,δεν έβγαινε κανένα αποτέλεσμα,απόθεσε τους αυλούς,πήρε στα χέρια του τα δίχτυα,τα έριξε στο νερό της θάλασσας και έπιασε πολλά ψάρια.Όταν τα έβγαλε από τα δίχτυα στην ακρογιαλιά και τα είδε να σπαρταρούν,είπε:«Παλιόζωα!Όταν έπαιζα τον αυλό,δεν χορεύατε•τώρα που έχω σταματήσει,χορεύετε».Η διήγηση είναι κατάλληλα ειπωμένη για όσους κάνουν κάτι παράκαιρα).


8.«Αλκυών.
Αλκυών όρνεόν εστι φιλέρημον διά παντός εν θαλάττη διαιτώμενον.Ταύτην λέγεται τας των ανθρώπων θήρας φυλαττομένην εν σκοπέλοις παραθαλαττίοις νεοττοποιείσθαι.Και δη ποτέ τίκτειν μέλλουσα παρεγένετο εις τι ακρωτήριον και θεασαμένη πέτραν επί θαλάσση ενεοττοποιείτο ενταύθα.Εξελθούσης δ’αυτής ποτέ επί νομήν συνέβη την θάλασσαν υπό λάβρων πνευμάτων κυματωθείσαν εξαρθήναι μέχρι της καλιάς και ταύτην επικλύσασαν τους νεοτούς διαφθείραι.Και η αλκυών επανελθούσα ως έγνω το γεγονός,είπεν:«Αλλ’έγωγε δειλαία,ήτις την γην ως επίβουλον φυλαττομένη επί ταύτην κατέφυγον,ή πολλώ μοι γέγονεν απιστοτέρα».Ούτω και των ανθρώπων ένιοι τους εχθρούς φυλαττόμενοι λανθάνουσι πολλώ χαλεπωτέροις των εχθρών φίλοις εμπίπτοντες».
(Αλκυών.
Η αλκυόνα είναι ένα πουλί που ζει απομοναχιασμένο διαρκώς στην θάλασσα.Λέγεται ότι μεγαλώνει τα πουλάκια της σε παραθαλάσσιους βράχους προσπαθώντας να ξεφύγει τα κυνήγια των ανθρώπων.Κάποτε,λοιπόν,που ήταν να γεννήσει τα αυγά της,πήγε σε κάποιο ακρωτήριο,είδε έναν βράχο δίπλα στην θάλασσα και εκεί άρχισε να μεγαλώνει τα πουλάκια της.Όταν κάποτε βγήκε από τη φωλιά,για να βρει τροφή,έτυχε η θάλασσα,τρικυμισμένη από δυνατούς ανέμους,να φτάσει ως την φωλιά,να την γεμίσει με νερά και να αφανίσει τα πουλάκια.Όταν η αλκυόνα γύρισε και διαπίστωσε,ό,τι έγινε,είπε:«Αλίμονό μου της δύστυχης!Προφυλαγόμουν από την στεριά με την ιδέα ότι θα μού κάνει κακό και κατέφυγα στην θάλασσα,που μού δείχτηκε πολύ πιο άπιστη».Έτσι και μερικοί άνθρωποι,ενώ προφυλάγονται από τους εχθρούς τους,χωρίς να το καταλάβουν,πέφτουν στα χέρια φίλων,που είναι πιο δυσάρεστοι από τους εχθρούς).


9.«Αλώπηξ και Βάτος.
Αλώπηξ φραγμόν αναβαίνουσα,επειδή ολισθαίνειν έμελλε,βάτου επελάβετο.Ξυσθείσα δε το πέλμα και δεινώς διατεθείσα ητιάτο αυτήν,ει γε καταφυγούσα επ’αυτήν ως επί βοηθόν χείρονι αυτή εχρήσατο και του προκειμένου.Κια η βάτος υποτυχούσα είπεν:«Αλλ’εσφάλης των φρενών,ω αύτη,εμού επιλαβέσθαι βουληθείσα,ήτις πάντων επιλαμβάνεσθαι είωθα».Ούτω και των ανθρώπων μάταιοι εισίν όσοι τούτοις ως βοηθοίς προσφεύγουσιν,οις το αδικείν μάλλον εστίν έμφυτον».
(Αλώπηξ και Βάτος.
Κάποια αλεπού που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει σ’ένα φράχτη,καθώς γλιστρούσε,πιάστηκε από έναν βάτο.Επειδή όμως τρύπησε το πέλμα της και πόνεσε πολύ,κατηγορούσε τον βάτο,επειδή,όταν κατέφυγε στην βοήθειά του,τής στάθηκε χειρότερος και από ό,τι είχε μπροστά της.Ο βάτος απαντώντας είπε:«Έχασες τα μυαλά σου,κυρά μου,και θέλησες να πιαστείς από μένα,που έχω την συνήθεια να πιάνω άλλους!».Έτσι ανόητοι είναι όσοι από τους ανθρώπους προσφεύγουν στην βοήθεια αυτών που έχουν έμφυτη πιο πολύ μέσα τους την τάση να κάνουν κακό).


10.«Αλώπηξ και Βότρυς.
Αλώπηξ λιμώττουσα ως εθεάσατο επί τινος αναδενδράδος βότρυας κρεμαμένους,ηβουλήθη αυτών περιγενέσθαι και ουκ ηδύνατο•απαλλαττομένη δε προς εαυτήν είπεν:«Όμφακες εισίν».Ούτω και των ανθρώπων ένιοι,των πραγμάτων εφικέσθαι μη δυνάμενοι δι’ασθένειαν,τους καιρούς αιτιώνται».
(Αλώπηξ και Βότρυς.
Κάποια θεονήστικη αλεπού,μόλις είδε να κρέμονται τσαμπιά σε κάποια κληματαριά,θέλησε να τα φτάσει,αλλά δεν μπορούσε•φεύγοντας είπε μέσα της:«Αγουρίδες είναι».Έτσι μερικοί άνθρωποι που δεν μπορούν από αδυναμία να πετύχουν άποια αποτελέσματα με την δράση τους προφασίζονται ότι τους εμποδίζουν οι περιστάσεις).


11.«Αλώπηξ και Δρυτόμος.
Αλώπηξ κυνηγούς φεύγουσα ως εθεάσατο τινα δρυτόμον,τούτον ικέτευε κατακρύψαι αυτήν•ο δ’αυτή παρήνεσεν εις την εαυτού καλύβην εισελθούσαν κρυβήναι.Μετ’ου πολύ δε παραγενομένων των κυνηγών και του δρυτόμου πυνθανομένων,ει τεθέαται αλώπεκα τήδε παριούσαν,εκείνος τη μεν φωνή ηρνείτο εωρακέναι,τη δε χειρί νεύων εσήμαινεν όπου κατεκέκρυπτο.Των δε ουχ οις ένευε προσσχόντων,αλλ’οις έλεγε πιστευσάντων,η αλώπηξ ιδούσα αυτούς απαλλαγέντας,εξελθούσα απροσφωνητί επορεύετο•μεμφομένου δ’αυτήν του δρυτόμου,ει γε διασωθείσα υπ’αυτού ουδέ φωνής αυτόν ηξίωσεν,έφη:«Αλλ’έγωγε ηυχαρίστησα αν σοι,ει τοις λόγοις όμοια τα έργα των χειρών και τους τρόπους είχες».Τούτω τω λόγω χρήσαιτ’αν τις προς εκείνους των αξθρώπων,οίτινες τα μεν χρηστά σαφώς επαγγέλλονται,έργα δε φαύλα δρώσιν».
(Αλώπηξ και Δρυτόμος.
Μια αλεπού που προσπαθούσε να ξεφύγει κάποιους κυνηγούς,μόλις είδε κάποιον ξυλοκόπο,τον παρακαλούσε να την κρύψει•εκείνος την συμβούλεψε να μπει στο καλύβι του και να κρυφτεί.Ύστερα από λίγο,όταν έφτασαν οι κυνηγοί και ρωτούσαν τον ξυλοκόπο,αν έχει δει αλεπού να περνάει από εκεί,ο ξυλοκόπος έλεγε ότι δεν είχε δει,αλλά κινώντας το χέρι του έδειχνε πού ήταν κρυμμένη.Επειδή εκείνοι δεν πρόσεξαν την κίνηση του χεριού του,αλλά πίστεψαν στα λόγια του,η αλεπού,όταν τους είδε να φεύγουν,βγήκε έξω και άρχισε να φεύγει,χωρίς να πει λέξη στον ξυλοκόπο•όταν ο ξυλοκόπος άρχισε να την κατηγορεί,επειδή την έσωσε κι αυτή δεν τον τίμησε μ’έναν λόγο της,τού είπε:«Θα σ’ευχαριστούσα βέβαια,αν τα έργα των χεριών σου ήταν όμοια με τα λόγια σου».Αυτόν τον μύθο θα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει κάποιος για τους ανθρώπους εκείνους που δίνουν ξεκάθαρα έντιμες υποσχέσεις,αλλά κάνουν φαύλα έργα).


12.«Αλώπηξ και Λέων.
Αλώπηξ θεασαμένη εγκάθειρκτον λέοντα και τούτου στάσα εγγύς δεινώς αυτόν ύβριζεν.Ο δε λέων έφη προς αυτήν:«Ου συ με καθυβρίζεις,αλλ’η προσπεσούσα μοι ατυχία».Ο μύθος ούτος δηλοίως πολλοί των ενδόξων,δυσπραγίαις περιπίπτοντες,υπ’ευτελών εξουθενούνται».
(Αλώπηξ και Λέων.
Μια αλεπού που είδε ένα παγιδευμένο λιοντάρι,στάθηκε κοντά του και το κορόιδευε με φοβερό τρόπο.Τολιοντάρι τής είπε:«Δεν με κοροϊδεύεις εσύ,αλλά η ατυχία που με βρήκε».Η διήγηση αυτή δείχνει ότι πολλοί φημισμένοι άνθρωποι,όταν πέσουν σε ατυχίες,εξευτελίζονται από τιποτένιους ανθρώπους).


13.«Άνθρωπος Αριθμών τα Κύματα.
Αίσωπος έφη άνθρωπον τινα επί τη ηιόνι καθεζόμενον επί την κυματωγήν αριθμείν τα κύματα,σφαλέντα δε άχθεσθαι και ανιάσθαι,άχρι δη την κερδώ παραστάσαν ειπείν αυτώ:«Τί,ω γενναίε,ανιά των παρελθόντων ένεκα,δέον τα εντεύθεν αρξάμενον αριθμείν,αμελήσαντα εκείνων;».
(Άνθρωπος Αριθμών τα Κύματα.
Ο Αίσωπος είπε ότι κάποιος άνθρωπος καθόταν στην ακρογιαλιά στο μέρος,όπου έσπαγαν τα κύματα της θάλασσας,μετρούσε τα κύματα και,όταν έπεφτε έξω στον λογαριασμό,στενοχωριόταν και λυπόταν,ώσπου πήγε κοντά του η αλεπού και τού είπε:«Γιατί,αρχοντικέ άνθρωπε,στενοχωριέσαι για όσα πέρασαν,ενώ πρέπει να αδιαφορήσεις για εκείνα και να αρχίσεις να μετράς από εδώ και πέρα;»).


14.«Γαλή και Αφροδίτη.
Γαλή ερασθείσα νεανίσκου ευπρεπούς ηύξατο τη Αφροδίτη,όπως αυτήν μεταμορφώση εις γυναίκα.Και η θεός ελεήσασα αυτής το πάθος μετετύπωσεν αυτήν εις κόρην ευειδή•και ούτως ο νεανίσκος θεασάμενος αυτήν και ερασθείς οίκαδε ως εαυτόν απήγαγε.Καθημένων δε αυτών εν τω θαλάμω,η Αφροδίτη γνώναι βουλομένη,ει μεταβαλούσα το σώμα η γαλή και τον τρόπον κατήλλαξε,μυν εις το μέσον καθήκεν•η δε επιλαθομένη των παρόντων,εξαναστάσα από της κοίτης τον μυν εδίωκε καταφαγείν θέλουσα.Και η θεός αγανακτήσασα κατ’αυτής πάλιν αυτήν εις την αρχαίαν φύσιν αποκατέστησεν.Ούτως και των ανθρώπων οι φύσει πονηροί κατά πάντα καν την φύσιν αλλάξωσι,τον γουν τρόπον ου μεταλλάσσουσι».
(Γαλή και Αφροδίτη.
Μια γάτα που ερωτεύτηκε έναν όμορφο νεαρό κάνοντας προσευχή ζήτησε από την Αφροδίτη να την μεταμορφώσει σε γυναίκα.Η θεά ευσπλαχνίστηκε το πάθος της και την μεταμόρφωσε σε όμορφη κοπέλα.Έτσι ο νεαρός την είδε,την ερωτεύτηκε και την πήγε στο σπίτι του.Καθώς αυτοί κάθονταν στο δωμάτιο,η Αφροδίτη,θέλοντας να μάθει,αν η γάτα αλλάζοντας το σώμα της άλλαξε και την συμπεριφορά της,έριξε στην μέση έναν ποντικό.Εκείνη ξεχνώντας όσα είχε δίπλα της σηκώθηκε από το κρεβάτι και άρχισε να κυνηγά τον ποντικό θέλοντας να τον φάει.Η θεά τότε αγανάκτησε εναντίον της και την ξαναέφερε στην παλιά μορφή της.Έτσι και όσοι άνθρωποι είναι κακοί από την φύση τους σ’όλα,κι αν ακόμη αλλάξουν την φύση τους,δεν αλλάζουν την συμπεριφορά τους).


15.«Γέρων και Θάνατος.
Γέρων ποτε ξύλα κόψας [και] ταύτα φέρων πολλήν οδόν εβάδιζε.Διά δε τον κόπον της οδού αποθέμενος το φορτίον τον Θάνατο επεκαλείτο.Του δε Θανάτου φανέντος και πυθομένου,δι’ην αιτίαν αυτόν παρακαλείται,ο γέρων έφη:«ίνα το φορτίον άρης»[θανείν δε ου θέλω].Ο λόγος δηλοί,ότι πας άνθρωπος φιλόζωος εν τω βίω,καν δυστυχή».
(Γέρων και Θάνατος.
Κάποτε ένας γέροντας έκοψε ξύλα και κουβαλώντας τα έκανε πολύ δρόμο.Εξαιτίας του κόπου που ένιωσε από τον δρόμο άφησε κάτω το φορτίο του και καλούσε τον Θάνατο.Όταν,όμως,εμφανίστηκε ο Θάνατος και τον ρώτησε,για ποιον λόγο τον καλεί,ο γέροντας είπε:«Για να σηκώσεις το φορτίο•[δεν θέλω να πεθάνω]».Η διήγηση δείχνει ότι κάθε άνθρωπος αγαπά την ζωή του,όσο ζει,ακόμη κι αν είναι δυστυχισμένος).


16.«Γεωργός και Αετός.
Γεωργός αετόν ευρών αγρευόμενον,το κάλλος αυτού θαυμάσας,απέλυσεν αυτόν ελεύθερον.Ο δε ουκ άμοιρος αυτώ χάριτος κατεφάνη,αλλ’υπό τείχος σαθρόν καθήμενον ιδών,προσπετάσας τοις ποσίν ήρε τον επί της κεφαλής αυτού φάκελον.Ο δε εξαναστάς εδίωκε•τούτον δε ο αετός έρριψε.Και αναλαβόμενος αυτόν και υποστρέψας,εύρε το τείχος συμπεπτωκός,ένθα εκάθητο,και την αμοιβήν εθαυμάσατο.Ότι τους αγαθόν τι πεπονθότας αντευεργετείν χρη».
(Γεωργός και Αετός.
Κάποιος γεωργός που έπιασε έναν αετό που κυνηγούσε θαύμασε την ομορφιά του και τον άφησε ελεύθερο.Αυτός δεν φάνηκε να δείχνει αγνωμοσύνη,αλλά,όταν τον είδε να κάθεται κάτω από ένα ετοιμόρροπο τείχος,πέταξε και άρπαξε με τα πόδια του το δεμάτι που ήταν πάνω από το κεφάλι του γεωργού.Εκείνος σηκώθηκε και άρχισε να τον κυνηγά•ο αετός έριξε το δεμάτι.Ο γεωργός το ξαναπήρε,γύρισε πίσω,βρήκε γκρεμισμένο το τείχος,όπου καθόταν,και θαύμασε την ανταπόδοση της χάρης που έκανε.Πρέπει όσοι δοκιμάζουν κάποια ευεργεσία να την ανταποδίδουν).


17.«Γεωργός και Παίδες αυτού.
Γεωργός τις,μέλλων καταλύειν τον βίον και βουλόμενος τους εαυτού παίδας πείραν λαβείν της γεωργίας,προσκαλεσάμενος αυτούς έφη:«Παίδες εμοί,εγώ μεν ήδη του βίου υπέξειμι,υμείς δ’,άπερ εν τη αμπέλω μοι κέκρυπται,ζητήσαντες,ευρήσετε πάντα».Οι μεν ουν οιηθέντες θησαυρόν εκεί που κατορωρύχθαι,πάσαν την της αμπέλου γην μετά την αποβίωσιν του πατρός κατέσκαψαν•και θησαυρώ μεν ου περιέτυχον,η δε άμπελος,καλώς σκαφείσα,πολλαπλασίονα τον καρπόν ανέδωκεν.Ο μύθος δηλοί,ότι ο κάματος θησαυρός εστί τοις ανθρώποις».
(Γεωργός και Παίδες αυτού.
Κάποιος γεωργός,επειδή βρισκόταν στο τέλος της ζωής του και ήθελε να αποκτήσουν τα παιδιά του πείρα της γεωργίας,τα κάλεσε και τούς είπε:«Παιδιά μου,εγώ πια φεύγω από την ζωή•εσείς,αν αναζητήσετε όσα έχω κρύψει στο αμπέλι,θα τα βρείτε όλα».Αυτά,λοιπόν,επειδή φαντάστηκαν ότι εκεί κάπου είχε θαφτεί κάποιος θησαυρός,μετά τον θάνατο του πατέρα τους έσκαψαν όλη την έκταση του αμπελιού•θησαυρό βέβαια δεν βρήκαν,το αμπέλι,όμως,επειδή σκάφτηκε καλά,έδωσε πολλαπλάσιο καρπό.Η διήγηση δείχνει ότι ο κόπος είναι θησαυρός για τους ανθρώπους).


18.«Γεωργού Παίδες.
Γεωργού παίδες εστασίαζον•ο δ’,ως πολλά παραινών ουκ ηδύνατο πείσαι αυτούς λόγοις μεταβάλλεσθαι,έγνω δειν πράγμα τούτο πράξαι.Και παρήνεσεν αυτοίς ράβδων δέσμην κομίσαι.Των δε το προσταχθέν ποιησάντων το μεν πρώτον δους αυτοίς αθρόας τας ράβδους εκέλευσε κατεάσσειν•επειδή δε και περιβιαζόμενοι ουκ ηδύναντο,εκ δευτέρου λύσας την δέσμην ανά μίαν αυτοίς ράβδον εδίδου•των δε ραδίως κατακλώντων έφη:«Ατά ρουν και υμείς,ω παίδες,εάν μεν ομοφρονήτε,αχείρωτοι τοις εχθροίς έσεσθε•εάν δε στασιάζητε,ευάλωτοι».Ολόγος δηλοί,ότι τοσούτον ισχυρότερον εστίν η ομόνοια,όσον ευκαταγώνιστος η στάσις».
(Γεωργού Παίδες.
Τα παιδιά κάποιου γεωργού μάλωναν.Αυτός,επειδή,αν και τούς έδινε πολλές συμβουλές,δεν μπορούσε με τα λόγια του να τα πείσει ν’αλλάξουν συμπεριφορά,έκρινε ότι πρέπει να κάνει κάτι πρακτικό.Τούς ζήτησε,λοιπόν,να τού φέρουν ένα δεμάτι ξύλα.Όταν αυτά εκτέλεσαν την εντολή του,στην αρχή τούς έδωσε δεμένα μαζί τα ξύλα και τούς πρόσταξε να τα σπάσουν•κι όταν,παρά την δύναμη που έβαζαν,δεν μπορούσαν να τα σπάσουν,την δεύτερη φορά έλυσε το δεμάτι και τούς έδινε τα ξύλα ένα-ένα•όταν αυτά τα έσπαγαν με ευκολία,τούς είπε:«Λοιπόν,και σεις,παιδιάμου,αν είστε μονοιασμένα,θα είσαστε ακατανίκητοι από τους εχθρούς σας•αν,όμως,μαλώνετε,θα είσαστε ευκολονίκητοι».Η διήγηση δείχνει ότι η ομόνοια είναι τόσο πιο δυνατή,όσο ευκολονίκητη είναι η διχόνοια).


19.«Έλαφος και Άμπελος.
Έλαφος,κυνηγούς φεύγουσα υπ’αμπέλω εκρύβη.Παρελθόντων δ’ολίγον εκείνων,η έλαφος τελέως ήδη λαθείν δόξασα,των της αμπέλου φύλλων εσθίειν ήρξατο.Τούτων δε σειομένων οι κυνηγοί επιστραφέντες και,όπερ ην αληθές,νομίσαντες,των ζώων υπό τοις φύλλοις τι κρύπτεσθαι,βέλεσιν ανείλον την έλαφον.Η δε θνήσκουσα τοιαύτ’έλεγε:«Δίκαια πέπονθα•ου γαρ έδει την σώσασάν με λυμαίνεσθαι».Ο μύθος δηλοί,ότι οι αδικούντες τους ευεργέτας υπό θεού κολάζονται».
(Έλαφος και Άμπελος.
Ένα ελάφι,προσπαθώντας να ξεφύγει κυνηγούς,κρύφτηκε κάτω από ένα κλήμα.Όταν εκείνοι προχώρησαν λίγο,το ελάφι νόμισε ότι πια ξέφυγε τελείως την προσοχή τους και άρχισε να τρώει τα φύλλα του κλήματος.Καθώς αυτά κουνιούνταν,γύρισαν οι κυνηγοί και,επειδή νόμισαν-κάτι που ήταν αληθινό-ότι κάποιο ζώο κρύβεται κάτω από τα φύλλα,με τα βέλη τους σκότωσαν το ελάφι.Πεθαίνοντας αυτό έλεγε τέτοια λόγια:«Έχω πάθει,ό,τι ήταν δίκαιο•διότι δεν έπρεπε να ζημιώσω αυτό που με έσωσε».Η διήγηση δείχνει ότι όσοι ζημιώνουν τους ευεργέτες τους τιμωρούνται από τον θεό).


20.«Ελπίς εν Ανθρώποις.
Ζευς εν πίθω τα χρηστά πάντα συλλέξας έθηκεν αυτόν πωμάσας παρ’ανθρώπω.Ο δ’ακρατής άνθρωπος ειδέναι σπεύδων,τι ποτ’ην αυτώ,και το πώμα κινήσας,διήκ’απελθείν αυτά προς θεών οίκους,κακεί πέτεσθαι της τε γης άνω φεύγειν.Μόνη δ’έμεινεν Ελπίς,ην κατειλήφει τεθέν το πώμα.Τοιγάρ Ελπίς ανθρώποις μόνη σύνεστι,των πεφευγότων ημάς αγαθών έκαστον εγγυωμένη δώσειν».
(Ελπίς εν Ανθρώποις.
Συγκέντρωσε όλα τα καλά ο Δίας σε πιθάρι•το σφράγισε και το’βαλε σ’έναν άνθρωπο πλάι.Ακράτητος ο άνθρωπος θέλοντας να γνωρίσει,τι υπήρχε μέσα σ’αυτό ξεσφράγισε το πώμα κι άφησε να φύγουν αυτά στα θεϊκά παλάτια,να πετούν εκεί και πάνω από την γη να φεύγουν.Μόνη έμεινε η Ελπίδα,που μέσα είχε μείνει,όταν έβαλε το πώμα.Έτσι η Ελπίδα μένει μόνη για τους ανθρώπους κι υπόσχεται να δώσει καθένα από τ’αγαθά που μάς έχουν αφήσει).


21.«Ζευς και Αισχύνη.
Ζευς πλάσας ανθρώπους τας μεν άλλας διαθέσεις ευθύς αυτοίς ενέθηκε,μόνης δε αισχύνης επελάθετο.Διόπερ αμηχανών,πόθεν αυτήν εισαγάγη,εκέλευσεν αυτήν διά του αρχού εισελθείν.Η δε το μεν πρώτον αντέλεγε και ηναξιοπάθει•επεί δε σφόδρα αυτή ενέκειτο,έφη:«Αλλ’έγωγε επί τοιαύταις ομολογίαις είσειμι,ως,αν έτερον μοι επεισέλθη,ευθέως εξελεύσομαι».Από τούτου συνέβη πάντας τους πόρνους αναισχύντους είναι.Τούτω τω λόγω χρήσαιτο αν τις προς άνδρα πόρνον».
(Ζευς και Αισχύνη.
Όταν ο Δίας έπλασε τους ανθρώπους,αμέσως έβαλε μέσα τους τις άλλες διαθέσεις,λησμόνησε,όμως,μόνο την ντροπή.Γι’αυτό,καθώς βρισκόταν σε αμηχανία από πού να την βάλει μέσα τους,την πρόσταξε να μπει από τον κώλο.Αυτή στην αρχή είχε αντιρρήσεις και δυσανασχετούσε•επειδή,όμως,αυτός την πίεζε πολύ,είπε:«Θα μπω βέβαια,αλλά με τέτοια συμφωνία,δηλαδή ότι,αν κάτι άλλο μπει μέσα,αμέσως θα φύγω».Από αυτό το περιστατικό συνέβη να είναι αδιάντροποι όλοι οι πόρνοι.Την διήγηση αυτή θα μπορούσε κάποιος να την χρησιμοποιήσει για άντρα πορνευόμενο).


22.«Θεών Γάμοι.
».
Θεοί πάντες έγημαν ην έκαστος ειλήχει κλήρω.Πόλεμος παρήν εσχάτω κλήρω•Ύβριν δε μόνην κατέλαβε και ταύτης περισσώς ερασθείς έγημεν.Επακολουθεί δε αυτή πανταχού βαδιζούση».
(Θεών Γάμοι.
Όλοι οι θεοί παντρεύτηκαν,όποια γυναίκα είχε πέσει με κλήρο στον καθένα.Ο Πόλεμος είχε μείνει στον τελευταίο κλήρο•βρήκε μόνη της την Ύβρη•αυτήν ερωτεύθηκε πολύ και την παντρεύτηκε.Και την ακολουθεί παντού,όπου βαδίζει).


23.«Ιατρός Άτεχνος.
Ιατρός ην άτεχνος.Ούτως αρρώστω παρακολουθών,πάντων ιατρών λεγόντων αυτώ μη κινδυνεύειν,αλλά χρονίσειν εν τη νόσω,ούτος μόνος έφη αυτώ πάντα τα αυτού ετοιμάσαι•«την αύριον γαρ ουχ υπερβήση».Ταύτα ειπών υπεχώρησε.Μετά χρόνον δε τινα αναστάς ο νοσών προήλθεν,ωχρός και μόλις βαδίζων.Ο δε ιατρός εκείνος συναντήσας αυτώ «χαίρε» έφη:«πώς έχουσιν οι κάτω;».Κακείνος είπεν:«Ηρεμούσι πιόντες το της λήθης ύδωρ.Προ ολίγου δε ο Θάνατος και ο Άιδης δεινόν ηπείλουν τους ιατρούς πάντας,ότι τους νοσούντας ουκ εώσιν αποθνήσκειν,και κατεγράφοντο πάντας.Έμελλον δε και σε γράψαι,αλλ’εγώ προσπεσών αυτοίς και δυσωπήσας εξωμοσάμην αυτοίς μη αληθή ιατρόν είναι σε,αλλά μάτην διαβληθήναι».Ότι τους απαιδεύτους και αμαθείς και κομψολόγους ιατρούς ο παρών μύθος ελέγχει και στηλιτεύει».
(Ιατρός Άτεχνος.
Ένας γιατρός ήταν ανίκανος στην τέχνη του.Αυτός παρακολουθώντας έναν άρρωστο,ενώ όλοι οι γιατροί τού έλεγαν ότι δεν κινδυνεύει,αλλά θα μείνει για πολύ καιρό άρρωστος,μόνο τού είπε να ετοιμάσει όλα τα πράγματά του•«διότι δεν θα ξεπεράσεις την αυριανή μέρα».Είπε αυτά και έφυγε.Ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα σηκώθηκε ο άρρωστος και βγήκε έξω ωχρός και βαδίζοντας με δυσκολία.Ο γιατρός εκείνος τον συνάντησε και τού είπε:«Γεια σου!Πώς πανε οι κάτω;».Αυτός τού απάντησε:«Είναι ήρεμοι έχοντας πιει το νερό της λήθης.Πριν από λίγο,όμως,ο Θάνατος και ο Άδης απειλούσαν έντονα τους γιατρούς όλους,επειδή δεν αφήνουν τους αρρώστους να πεθάνουν,και τους κατέγραφαν όλους.Ήταν να γράψουν και σένα,αλλ’εγώ έπεσα στα πόδια τους και τους ικέτευσα και ορκίστηκα σ’αυτούς ότι εσύ δεν είσαι αληθινός γιατρός,αλλ’ότι άδικα συκοφαντήθηκες ότι είσαι».Η διήγηση αυτή κατακρίνει και στηλιτεύει τους απαίδευτους,αμαθείς και κομψολόγους γιατρούς).


24.«Ίππος,Βους,Κύων και Άνθρωπος.
Ίππος και βους και κύων,υπό ψύχους στενούμενοι,ήλθον εις ανθρώπου τινός οικίαν.Ο δε δεξάμενος αυτούς και πυρ ανάψας έθαλψε.Και τω μεν ίππω κριθάς παρετίθει,τω δε ταύρα άχυρα,τω δε κυνί τα επί της τραπέζης εδίδου.Διά δε την τοιαύτην φιλοξενίαν αντημείψαντο αυτώ χάριτας,μερίσαντες και χαρισάμενοι αυτώ των ετών αφ’ων έζων.Και ο μεν ίππος ευθύς τους πρώτους χρόνους•διά τούτο έκαστος θερμός και γαύρος εστί τη γνώμη.Ο δε βους μετ’αυτόν τους μέσους χρόνους•διά τούτο μοχθηρός και φίλεργος εστί πλούτον αθροίζων.Τρίτον δε ο κύων τους τελευταίους χρόνους•διά τούτο πας γηράσκων δύσκολος εστί τη γνώμη και τον διδόντα μόνον τροφήν αγαπά και σαίνει και επιχαίρει,τοις δε μη διδούσι καθυλακτεί και καθάπτεται.Ότι τινές των ανθρώπων,φαύλοι όντες και κακοί,μόνους ειώθασι φιλείν τους διατρέφοντας αυτούς».
(Ίππος,Βους,Κύων και Άνθρωπος.
Ένα άλογο,ένα βόδι και ένα σκυλί που υπέφεραν από το ψύχος πήγαν στο σπίτι κάποιου ανθρώπου.Εκείνος τους δέχτηκε και ανάβοντας φωτιά τούς ζέστανε.Δίπλα στο άλογο έβαζε κριθάρια και δίπλα στον ταύρο άχυρα,ενώ στο σκυλί έδινε,όσα είχε στο τραπέζι.Εξαιτίας της φιλοξενίας του αυτής τον αντάμειψαν με ευγνωμοσύνη χωρίζοντας και χαρίζοντας σ’αυτόν από τα χρόνια της προσωπικής ζωής τους.Το άλογο τού έδωσε αμέσως τα πρώτα χρόνια•γι’αυτό καθένας είναι θερμός και αλαζονικός στην σκέψη του.Το βόδι μετά απ’αυτό τού έδωσε τα μεσαία χρόνια•γι’αυτό είναι γεμάτος μόχθους και φίλεργος συγκεντρώνοντας πλούτο.Τρίτο το σκυλί τού έδωσε τα τελευταία χρόνια•γι’αυτό καθένας που γερνάει είναι δύσκολος στη σκέψη,αγαπάει μόνο όποιον τού δίνει τροφή,τον χαϊδεύει και χαίρεται μαζί του,ενώ γαβγίζει και ορμά σ’όσους δεν τού δίνουν.Μερικοί άνθρωποι που είναι ασήμαντοι και κακοί συνήθως αγαπούν μόνο εκείνους που τούς τρέφουν).


25.«Κύων και Μάγειρος.
Κύων εισπηδήσας εις μαγειρείον και του μαγείρου ασχολουμένου καρδίαν αρπάσας,έφυγεν.Ο δε μάγειρος επιστραφείς,ως είδεν αυτόν φεύγοντα,είπεν:«Ω όύτος,ίσθι ως,όπουπερ αν ης,φυλάξομαι σε•ου γαρ απ’εμού καρδίαν είληφας,αλλ’εμοί καρδίαν δέδωκας».Ο μύθος δηλοί,ότι πολλάκις τα παθήματα τοις ανθρώποις μαθήματα γίνονται».
(Κύων και Μάγειρος.
Ένα σκυλί πήδησε μέσα σ’ένα μαγειρείο και,καθώς ο μάγειρος ήταν απασχολημένος,άρπαξε μια καρδιά και έφυγε.Ο μάγειρος γυρίζοντας,μόλις τον είδε να φεύγει,είπε:«Φίλε μου,ξέρε ότι,όπου κι αν είσαι,θα προφυλάγομαι από σένα•διότι δεν έχεις πάρει καρδιά από μένα,αλλά μού έχεις δώσει καρδιά».Η διήγηση δείχνει ότι πολλές φορές τα παθήματα γίνονται μαθήματα στους ανθρώπους).


26.«Λέων και Κάπρος.
Θέρους εν ώρα,ότε το καύμα δίψει λυπεί,εις μικράν πηγήν λέων και κάπρος ήλθον πιείν.Ήριζον δε,τίς πρώτος αυτών πίη•εκ τούτου δε προς φόνον αλλήλων διηγέρθησαν.Άφνω δε επιστραφέντες προς το αναπνεύσαι,είδον γύπας εκδεχομένους,ος αυτών πέση,τούτον καταφαγείν.Διά τούτον λύσαντες την έχθραν είπον:«Κρείσσον εστί ημάς φίλους γενέσθαι ή βρώμα γυψί και κόραξιν».Ότι τας πονηράς έριδας και τας φιλονεικίας καλόν εστί διαλύειν,επειδή πάσιν επικίνδυνον τέλος άγουσιν».
(Λέων και Κάπρος.
Σε περίοδο καλοκαιριού,όταν η μεγάλη ζέστη με την δίψα που φέρνει στενοχωρεί,ένα λιοντάρι κι ένας τράγος πήγαν να πιουν νερό σε μια μικρή πηγή.Και μάλωναν ποιος θα πιει πρώτος•από αυτό ξεσηκώθηκαν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλο.Ξαφνικά γύρισαν να πάρουν μια αναπνοή και είδαν γύπες που περίμεναν,ποιος απ’αυτούς θα πέσει,για να τον καταφάγουν.Γι’αυτό σταμάτησαν την έχθρα τους και είπαν:«Είναι καλύτερο να γίνουμε φίλοι παρά τροφή στους γύπες και στα κοράκια».Είναι καλό να σταματούμε τις κακές έριδες και τις φιλονικίες,επειδή φέρνουν τέλος επικίνδυνο σε όλους).


27.«Οδοιπόροι και Άρκτος.
Δύο φίλοι την αυτήν οδόν εβάδιζον.Άρκτου δε αυτοίς επιφανείσης ο μεν εις φθάσας ανέβη επί τι δένδρον και ενταύθα εκρύπτετο•ο δε έτερος,μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι,πεσών επί του εδάφους εαυτόν νεκρόν προσεποιείτο.Της δε άρκτου προσενεγκούσης αυτώ το ρύγχος και περιοσφραινομένης τας αναπνοάς συνείχε•φασί γαρ νεκρού μη άπτεσθαι το ζώον.Απαλλαγείσης δε,ο από του δένδρου καταβάς επυνθάνετο του ετέρου,τι η άρκτος προς το ους ειρήκει.Ο δε είπε του λοιπού τοιούτοις μη συνοδοιπορείν φίλοις,οι εν κινδύνοις ου παραμένουσιν.Ο λόγος δηλοί ότι τους γνησίους των φίλων αι συμφοραί δοκιμάζουσιν».
(Οδοιπόροι και Άρκτος.
Δυο φίλοι βάδιζαν στον ίδιο δρόμο.Όταν εμφανίστηκε μπροστά τους μια αρκούδα,ο ένας πρόφτασε κι ανέβηκε πάνω σε κάποιο δέντρο και εκεί κρυβόταν•ο άλλος,καθώς κόντευε να πιαστεί,έπεσε καταγής και προσεποιείτο ότι ήταν νεκρός.Όταν η αρκούδα πλησίασε πάνω του το ρύγχος της και τον μυριζόταν γύρω-γύρω,κρατούσε την αναπνοή του•διότι λένε ότι το ζώο αυτό δεν αγγίζει νεκρό.Όταν η αρκούδα έφυγε,αυτός που κρυβόταν στο δέντρο κατέβηκε και ρωτούσε τον άλλο,τι του είχε πει η αρκούδα στο αυτί.Αυτός τού είπε ότι τον συμβούλεψε να μη συνοδοιπορεί με τέτοιους φίλους που δεν μένουν δίπλα σου στους κινδύνους.Η διήγηση δείχνει ότι οι συμφορές δοκιμάζουν τους γνήσιους φίλους).


28.«Παις Λουόμενος.
Παις ποτέ λουόμενος εν τινί ποταμώ εκινδύνευσεν αποπνιγήναι.Ιδών δε τινά οδοιπόρον,τούτον επί βοηθεία εκάλει•ο δ εμέμφετο τω παιδί ως ρολμηρώ.Το δε μειράκιον είπε προς αυτόν:«Αλλά νυν μοι βοήθει,ύστερον δε σωθέντι μέμψαι».Ο μύθος δηλοί τούτο•«μη μέμφου,πλην ελέησον».
(Παις Λουόμενος.
Κάποτε ένα παιδί που λουζόταν σε κάποιο ποτάμι κινδύνεψε να πνιγεί.Όταν είδε κάποιον οδοιπόρο,τον καλούσε για βοήθεια•αυτός όμως κατηγορούσε το παιδί για την τόλμη του.Το παλικαράκι τού είπε:«Βοήθησέ με τώρα και κατηγόρησέ με αργότερα,όταν σωθώ».Η διήγηση δηλώνει αυτό:«μην κατηγορείς,αλλά ευσπλαχνίσου»).


29.«Παις Ψεύστης.
Παιδία πρόβατα νέμον,ως λύκον ερχόμενον προς διαφθοράν ορών,επικαλούμενον τους αγρότας έλεγε:«Βοηθείτε ώδε•έρχεται λύκος».Οι δε αγρόται τρέχοντες τούτον εύρισκον μη αληθεύειν.Τούτο δε ποιήσαντος πολλάκις εύρισκον ψευδόμενον.Μετά δε ταύτα του λύκου προσελθόντος και του παιδός βοώντος «δεύτε,λύκος» ουκέτι τις επίστευε προσδραμείν αυτώ και βοηθήσαι.Ο δε λύκος ευρηκώς άδειαν την ποίμνην πάσαν διέφθειρε ευκόλως.Ότι τοσούτον όφελος τω ψεύστη,ότι και αληθή λέγων πολλάκις ου πιστεύεται».
(Παις Ψεύστης.
Ένα παιδί που έβοσκε πρόβατα,επειδή τάχα έβλεπε λύκο να έρχεται,για να προκαλέσει καταστροφή,καλούσε τους αγρότες και έλεγε:«Βοηθείτε εδώ•έρχεται λύκος».Οι αγρότες έτρεχαν και διεπίστωναν ότι δεν λέει την αλήθεια.Αυτό το έκανε πολλές φορές και διεπίστωναν ότι λέει ψέματα.Αργότερα,όταν ήρθε κοντά ένας λύκος και το παιδί φώναζε «ελάτε,λύκος»,κανείς πια δεν το πίστευε,ώστε να τρέξει και να το βοηθήσει.Ο λύκος,καθώς είχε βρει αφρούρητο το κοπάδι,εύκολα το κατέστρεψε ολόκληρο.Τόση είναι η ωφέλεια του ψεύτη,ότι δηλαδή δεν γίνεται πιστευτός πολλές φορές,και όταν λέει την αλήθεια).


30.«Πήραι δύο.
Ανθρώπων έκαστος δύοπήρας φέρει,την μεν έμπροσθεν,την δε όπισθεν,γέμει δε κακών εκατέρα•αλλ’η μεν έμπροσθεν αλλοτρίων,η δε όπισθεν των αυτού του φέροντος.Και διά τούτο οι άνθρωποι τα μεν εξ αυτών κακά ουχ ορώσι,τα δε αλλότρια πάνυ ακριβώς θεώνται».
(Πήραι δύο.
Καθένας από τους ανθρώπους κουβαλάει δύο σακκούλια,το ένα μπροστά του και το άλλο πίσω του•το καθένα από τα δύο είναι γεμάτο κακά,το μπροστινό από ξένα και το πισινό από τα κακά αυτού που τα κουβαλάει.Και γι’αυτό οι άνθρωποι δεν βλέπουν τα κακά που προέρχονται από τους εαυτούς τους,ενώ παρατηρούν με ακρίβεια μεγάλη τα ξένα κακά).


31.«Ψύλλα.
Ψύλλα ποτέ πηδήσασα επί πόδα ανδρός εκάθισεν•ο δε τον Ηρακλήν επί συμμαχίαν εκάλει.Της δε εκείθεν αύθις αφαλομένης,στενάξας είπεν:«Ω Ηράκλεις,ει επί ψύλλη ου συνεμάχησας,πώς επί μείζοσιν ανταγωνισταίς συνεργήσεις;».Ο μύθος δηλοί μη δειν επί των ελαχίστων του θείου δείσθαι,αλλ’επί των αναγκαίων».
(Ψύλλα.
Κάποτε ένας ψύλλος πήδησε στο πόδι ενός άντρα και κάθισε εκεί•αυτός καλούσε τον Ηρακλή για σύμμαχό του.Όταν αυτός αμέσως πηδώντας έφυγε απ’εκεί,αναστέναξε και είπε:«Ηρακλή,αν δεν στάθηκες σύμμαχός μου εναντίον ενός ψύλλου,πώς θα με βοηθήσεις εναντίον μεγαλύτερων ανταγωνιστών;».Η διήγηση δείχνει ότι δεν πρέπει να ζητούμε την βοήθεια της θεότητας για ελάχιστα πράγματα,αλλά για αναγκαία).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.