Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Μια μαρτυρία του Κασομούλη για την ηρωική φρουρά του Μεσολογγίου.

Το καλοκαίρι του 1825 το Μεσολόγγι βρισκόταν ήδη υπό στενή τουρκική πολιορκία.Οι τροφές είχαν αρχίσει να σπανίζουν,όμως στις 23 Ιουλίου ο ελληνικός στόλος με 27 πολεμικά και 5 πυρπολικά,μετά από σύντομη,αλλά νικηφόρα,ναυμαχία με τον τουρκικό στόλο που πολιορκούσε την πόλη,άρχισε να ξεφορτώνει ζωοτροφές και πολεμοφόδια στο νησάκι Βασιλάδι από το καράβι του αντιναύαρχου των Σπετσών Ιω.Κυριακού.Μέσα στην πόλη,οι πολιορκημένοι είχαν συνεννοηθεί με τον Καραϊσκάκη και τους έξω οπλαρχηγούς για μια συντονισμένη ενέργεια.Το βράδυ της 25ης Ιουλίου πραγματοποιήθηκε καταδρομική επιχείρηση των ελληνικών δυνάμεων υπό τον Καραϊσκάκη στο τουρκικό στρατόπεδο,με σκοπό την διάλυση των στρατευμάτων του Κιουταχή(από δειλία,ωστόσο,τους επικεφαλής οπλαρχηγούς ακολούθησαν μόνο 400 άνδρες).Η σφοδρή αντίσταση που συνάντησαν από τους 2.000 άνδρες της σωματοφυλακής του Μεχμέτ Ρεσήτ Πασά και ο φόβος της κυκλώσεως ανάγκασαν τους επιδρομείς να υποχωρήσουν αφήνοντας 9 νεκρούς πίσω.Οι απώλειες των Τούρκων ήταν δυσανάλογες:2.000 περίπου νεκροί και τραυματίες.
Ο Κιουταχής παρά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες του και τον ολέθριο αντίκτυπό τους στο ηθικό του στρατεύματός του,που άρχισε να στερείται τροφές από τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις του Καραϊσκάκη εναντίον των εφοδιοπομπών,συνέχισε τις πολιορκητικές του εργασίες με επιμονή και δραστηριότητα.«Ούτε ο υπερβολικός καύσων του ηλίου,ούτε το σκότος της νυκτός,ούτε ο προφανής κίνδυνος της ζωής του»,έγραψε ο Σπυρομίλιος,«τον εμποδίζουν να περιέρχεται μόνος του ημέρα και νύκτα να παρατηρή τους προμαχώνας του,τας τάφρους και την διεύθυνσιν των εργασιών,να διορίζη επιδιορθώσεις και νέας επιχειρήσεις,ν’ανταμείβη τους αριστεύσαντας,ώστε να κεντά την άμιλλαν εις το στράτευμά του•δεν τού ήτον επαισθητή η φθορά των ανθρώπων,διότι στρατεύματα ηδύνατο να φέρη νέα και ούτως να αναπληρώνη τας θέσεις των φονευομένων».Μολαταύτα,παρά την αδάμαστη επιμονή του Κιουταχή,είχε παρατηρηθεί κάποια ύφεση στις επιχειρήσεις του με αποτέλεσμα να ενταθεί ακόμα περισσότερο το επιθετικό πνεύμα των πολιορκημένων.Πολεμούσαν στους προμαχώνες και στα χαρακώματα με κανόνια,γρανάτες και τουφέκια,έκλεβαν το χώμα που επισώρευαν οι πολιορκητές για την κάλυψη των τάφρων,έσκαβαν υπονόμους κάτω από τα πολιορκητικά έργα και τα ανατίναζαν στον αέρα μαζί με πλήθος ανύποπτων εχθρών,συντόνιζαν τις ανατινάξεις με τολμηρές εξόδους,έδιναν σκληρούς αγώνες σώμα με σώμα με μόνο όπλο το γιαταγάνι και ισοπέδωναν μέσα σε λίγες ώρες τους χωμάτινους λοφίσκους που πολλές ημέρες ύψωναν οι εχθροί,για να δεσπόσουν στις ελληνικές γραμμές.Οι μάχες αυτές κατέληγαν συχνά σε σφοδρό πετροπόλεμο,στον οποίον έπαιρναν ενεργό μέρος και τα παιδιά του Μεσολογγίου.Πρωτεύοντα ρόλο στην άμυνα έπαιξε το δαιμόνιο πνεύμα του μηχανικού Κοκκίνη και το εφευρετικό και επιχειρηματικό των υπονομοποιών(λαγουμιτζήδων) Παναγιώτη Σωτηρόπουλου από τα Κράβαρα και του ξακουστού Κώστα Χαρμοβίτη ή «λαγουμιτζή».
Το άφθαστο ηθικό της αθάνατης εκείνης φρουράς ζωγραφίζεται θαυμάσια από τον Νικόλαο Κασομούλη,που κυριεύεται από έκσταση μπροστά στο θέαμα που αντικρίζει,όταν μπαίνει στο Μεσολόγγι στις 29 Ιουλίου:

«…Η φρουρά είχε συνηθίσει να βαστά το τζαπί,το φκυάρι και το ντουφέκι εις το χέρι…να τρέχη από τον πόλεμον εις την εργασίαν,και από την εργασίαν εις τον πόλεμον.Ιδού η διασκέδασίς των,και το σπαθί εις την μέσην-ή το γιαταγάνο εις το ζωνάρι,με ταις πιστόλαις-να έχη σιμά του το πετζί(τομάρι) να ζυμώνη,να ψήνη το ψωμί,το γουδί διά την σκορδαλιάν του(να δροσίζεται),να μαγειρεύη κανένα ψαράκι,εις την θέσιν του,και νύκτα-ημέρα ακουράστως να εργάζεται.
Αξιωματικοί στρατιώται αμίμητοι διά την καρτερίαν,αμίμητοι διά την αφοβίαν,αμίμητοι διά την κακοπάθειαν και κόπους,αμίμητοι διά την ομόνοιάν των τότες,δεν ήξευρεν με τί να τους παρομοιάση κανένας.Ημπορούσες να τους παρομοιάσης με τα πλέον άγρια ζώα-τα πλέον τρομερά και σκληρά,την ώραν του πολέμου με τους εχθρούς-και αγγέλους αναμεταξύ των…Τον πληγωμένον τον έπαιρναν αμέσως πέντε-δέκα συνδρόφοι του-τον συνώδευαν χαιρόμενοι.Η μεγαλυτέρα αισχύνη ήτον να δακρύση ή να κλαύση•ή να παραπονεθή ο πληγωμένος,ή να ειπή αχ,τον πονεί.Ύβριζαν περισσότερον οι πληγωμένοι,διότι δεν ήτον εις κατάστασιν να πάρουν το δίκαιόν τους,παράγγελναν τους άλλους να το πάρουν.Αν εφονεύετο κανένας,άκουγεν όλους:-Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται…Πνιγμένοι αξιωματικοί και στρατιώται,εις τον καπνόν και εις τον κονιορτόν,εις τον ίδρωτα,και από την πυρίτιδα αλειμμένοι το πρόσωπον και χείρας•με βραχνιασμέναις φωναίς,μόλις εγνώριζες τον φίλον σου και τον διέκρινες εις τον πόλεμον…
Όλοι οι στρατιώται εφαίνοντο να γυρίζουν μέσα ατρόμητοι,ωσάν λέοντες κλεισμένοι,οι οποίοι ζητούν να ορμήσουν,να ξεσχίσουν,να απολέσουν.Όλοι ζητούσαν εξόδους•και ένας να έκαμνεν κίνημα έκτακτον,ήτον ικανός να κινήση όλους από άμιλλαν,και να γίνουν θαύματα
».

Οι περισσότεροι Έλληνες έπασχαν από δυσεντερία,αλλά αδιαφορούσαν για την κατάστασή τους και είχαν προσηλωμένη την προσοχή τους μόνο στην υπεράσπιση του φρουρίου.





(Πηγή:«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»,Τόμος ΙΒ’,σελ. 394-396).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.