Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης και η διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων επαναστατών.


Ήδη από την αρχή της Επαναστάσεως του 1821 και τις πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες υπέβοσκε στους κόλπους των Ελλήνων,πολιτικών και στρατιωτικών,το «μικρόβιο» της διχόνοιας.Το βάρος έπεφτε κυρίως στους πολιτικούς:ισχυροί επί Τουρκοκρατίας,σημαίνοντα πρόσωπα στις επαρχίες τους,ανέλαβαν από την αρχή,κατά τις δυνάμεις τους έκαστος εξ αυτών,να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες του Αγώνα.Στις υπηρεσίες τους είχαν,ήδη προεπαναστατικά,τα στρατιωτικά τους σώματα,που υπάκουαν στους πολιτικούς τους ταγούς.Η σκληρή πραγματικότητα,όμως,του πολέμου και οι συγκρούσεις ανέδειξαν τους στρατιωτικούς ως αποφασιστικό παράγοντα για την τελική έκβαση της Επανάστασης,γεγονός που προκάλεσε τον φθόνο της πολιτικής ηγεσίας,η οποία δεν εννοούσε να χάσει τον έλεγχο των πραγμάτων.Η υπονόμευση του έργου των στρατιωτικών,λοιπόν,ξεκίνησε από πολύ νωρίς,παρά τον ολέθριο κίνδυνο που διέτρεχε η χώρα,μεσούντος ενός ολοκληρωτικού πολέμου κατά του Τούρκου κατακτητή.Ο μεγάλος εχθρός των πολιτικών έγινε από την πρώτη στιγμή,και προ ακόμη της αφίξεώς του στην Ελλάδα,ο αδερφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη Δημήτριος,ένας αγνός πατριώτης,μια ευγενής προσωπικότητα,που προτίμησε,με μεγάλη προσωπική πικρία, να ανεχθεί τους εξευτελισμούς και την υπονόμευση στο πρόσωπό του,χάριν της ευοδώσεως του Αγώνα,παρά να συγκρουστεί με τους πολιτικούς και να τους εξοντώσει,ως επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων των Επαναστατών,κάτι,όμως,που θα καταδίκαζε διά παντός την όλη εθνική προσπάθεια.
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης,από τις ευγενέστερες και πλέον ηρωικές μορφές του Εικοσιένα,έχει πάρει με την ζωή του και το έργο του μια ξεχωριστή θέση μέσα στο πάνθεο των αγωνιστών της ελληνικής ελευθερίας.Μόλις γνώριζε γραφή και ανάγνωση(«…ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά στα γραφόμενα…»,γράφει ο ίδιος) •έγραψε,όμως,τα ωραιότερα,παραστατικότερα και συναρπαστικότερα απομνημονεύματα.Στο απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην παρολίγον ολέθρια διάσταση μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας,θέμα που πικραίνει τον αγαθό αγωνιστή.Διακρίνεται και μια έντονη ειρωνεία στην αναφορά του στους πολιτικούς:


«Το 1822,τον Φλεβάρη μήνα,οι Ρουμελιώτες βιάζαν τους Πελοποννήσιους να βγούνε εις την Ρούμελη να συναγωνιστούν μαζί,ότ’ήταν πολλοί οι Τούρκοι και ήρθε και ο Δράμαλης εις το Ζιτούνι με μεγάλη δύναμη.Τότε διατάττει η Διοίκηση τον Νικήτα Σταματελόπουλον μ’ένα σώμα να βγη εις την Ρούμελη οπού’ναι ανάγκη.Ο Υψηλάντης ήταν μέλος της Κυβερνήσεως•αφού είδε τα αιστήματά τους ολουνών αυτηνών οπού κυβερνούσαν,κι ως άνθρωπος με συνείδησιν-έβλεπε τους συντρόφους του γιομάτους κακία και πάθη και ιδιοτέλειαν και αναντίον της αρετής•ό,τι άνθρωπος κι αν έρχονταν να υπερετήση την πατρίδα του,πολιτικός,στρατιωτικός,θρησκευτικός,αυτήνοι τον πολεμούσαν διά το έτσι θέλω-αποφάσισε λοιπόν δι’αυτά να παρατηθή ο Υψηλάντης από την Κυβέρνησιν και μαζί με τον Νικήτα να πάνε εις την Ρούμελη,να σμίξουν και τον Δυσσέα[σημ.τον Ανδρούτσο],να κουβεντιάσουνε και μ’άλλους αρχηγούς της Ρούμελης,ν’αγωνιστούν συμφώνως διά την πατρίδα,να μην κιντυνέψη και χαθή αδίκως.Στους συντρόφους του η παραίτηση του Υψηλάντη και να πάγη εις το στρατόπεδον δεν τους άρεσε,να μην τύχη και δοξαστή αυτός και μαρτυρήση και τους καλούς τους σκοπούς οπού’χαν διά την πατρίδα και κατεξοχή διά το στρατιωτικόν.Διά όλα αυτά,να μην ‘πιτύχη ο Υψηλάντης,λένε του Νικήτα και τον βάνουν σε σύλλογα:«Τώρα οπού θα βγης έξω με το σώμα σου,να μην πάρης και τον Υψηλάντη μαζί σου,ότι θα ειπούνε οι άνθρωποι εις την Ρούμελη ότι ο Υψηλάντης είναι αρχηγός κι εσύ εις την οδηγίαν αυτηνού και χάνεις την υπόληψή σου».Ο Νικήτας,αγαθός πατριώτης,δεν τους άκουσε•ενώθη με τον Υψηλάντη κι εβήκαν μαζί εις την Ρούμελη.Σαν δεν πέτυχαν τον σκοπόν τους οι καλοί πατριώτες να τους διαιρέσουνε,γράφουν ένα γράμμα του Δυσσέα και του λένε:«Ο Νικήτας κι ο Υψηλάντης ενώθηκαν οι δυο κι έχουν ένα σώμα κι έρχονται αναντίον σου να σε βαρέσουνε,να μείνουν αυτήνοι εις το ποδάρι σου».Αφού πήγαν εις Ρούμελη,έγραψε ο Δυσσέας και τους έβαλαν σ’ένα χωριόν μακριά από αυτόν.Ύστερα τους παράγγειλενα πάνε προς αντάμωσίν του μ’ολίγους ανθρώπους.Αφού ανταμώθηκαν οι τρεις,τους λέγει:«Εσένα,Υψηλάντη,δεν σε γνωρίζω•το Νικήτα τον είχα ακουστά,δεν είχαμεν γνωριμιά.Καθώς μού γράφουν οι φίλοι,αν είστε τοιούτοι,φευγάτε να μην σκοτωθούμεν αναμεταξύ μας αδίκως•αν είστε φίλοι μου και φίλοι της πατρίδος,ελάτε να φιληθούμεν και να γενούμεν αδέλφια,ν’αγωνιστούμεν διά την πατρίδα μας,ότι κιντυνεύει».Έβγαλε ο Δυσσέας το γράμμα και τους έδειξε,οπού το’γραφαν αναντίον τους.Έβγαλε κι ο Νικήτας το δικόν του,είπε κι ο Υψηλάντης τον πατριωτισμόν τους,των κυβερνήτων μας.Πιάστηκαν και οι τρεις και φιλήθηκαν κι’ορκίστηκαν να είναι αχώριστοι διά το καλό και στερέωσιν της πατρίδος•ν’αγωνιστούνε δι’αυτήνη και να ενωθούν και με τους άλλους.Και τους παράγγειλαν ολουνών των αρχηγών ν’ανταμωθούν σ’ένα μέρος να μιλήσουνε και να ενωθούνε και να κινηθούν αναντίον των Τούρκων».









(Πηγή:Τα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού Μακρυγιάννη).

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

Το ζηνώνειο παραδοξολόγημα του βέλους.

Ο φιλόσοφος Ζήνων γεννήθηκε,σύμφωνα με τις πιο αξιόπιστες μαρτυρίες,μεταξύ των ετών 490-485 π.Χ. στην Ελέα της νότιας Ιταλίας και πέθανε το 430 π.Χ.Η μέθοδός του συνίστατο «στην εξαγωγή αντιφατικών συμπερασμάτων από ταυτόσημες προκείμενες ή στην αποκάλυψη παραλογισμών,όπου καταλήγει κανείς με εξάρθρωση αντίθετων απόψεων,ξεκινώντας από αντιφατικά συμπεράσματα»(Θ.Βέικος,Οι προσωκρατικοί,Αθήνα 1988,σ.191).Χρησιμοποιούσε κατά κόρον την μαθηματική έμμεση απόδειξη,που βασίζεται στο ότι,αν μια υπόθεση έχει αντιφατικές συνέπειες,πρέπει αυτή να είναι ψευδής,άρα η αντίθετή της είναι η σωστή.Η κριτική του Ζήνωνα πρέπει να είχε δύο στόχους:να αναιρέσει την υπόθεση της πολλαπλότητας των πραγμάτων και της κίνησης.
Κατά τον Αριστοτέλη,τέσσερα ήταν τα επιχειρήματα του Ζήνωνα κατά της κίνησης,ειδικότερα το επιχείρημα της διχοτόμησης,το επιχείρημα του Αχιλλέα και της χελώνας,το επιχείρημα του εκτοξευόμενου βέλους και,τέλος,το επιχείρημα του σταδίου ή των κινούμενων ίσων σωμάτων.Τα παράδοξα αυτά του Ζήνωνα,όπως λέγονται,δεν ήταν παιχνίδια λογικής,αλλά αποσκοπούσαν να στηρίξουν ορισμένες θεμελιώδεις ελεατικές θέσεις και,λόγω της φύσης τους,άσκησαν μεγάλη επίδραση όχι τόσο στη φυσική φιλοσοφία όσο στη λογική και τα μαθηματικά.Ωστόσο,δεν είναι αμελητέα η επιρροή του Ζήνωνα στον ατομισμό του Λεύκιππου και του Δημόκριτου,αλλά και στον χώρο των σοφιστών,κυρίως στον Γοργία και τον Πρωταγόρα.Το σημαντικότερο,όμως,είναι ότι η προβληματική και η επιχειρηματολογία του Ζήνωνα γενικά είχαν ως αποτέλεσμα να διερευνηθούν περαιτέρω τα ουσιώδη ζητήματα του χώρου,του χρόνου και της κίνησης.Ακολουθεί το ζηνώνειο παραδοξολόγημα το σχετικό με το εκτοξευόμενο βέλος και η ερμηνεία του:


«Αριστοτέλους Φυσικά,Ζ 9. 239b 30.
Τρίτος δ’ο νυν ρηθείς,ότι η οιστός φερομένη έστηκεν.συμβαίνει δε παρά το λαμβάνειν τον χρόνον συγκείσθαι εκ των νυν•μη διδομένου γαρ τούτου ουκ έσται ο συλλογισμός.Πρβλ. 239b 5 Ζήνων δε παραλογίζεται•ει γαρ αεί,φησίν,ηρεμεί παν ή κινείται,<ουδέν δε κινείται>,όταν ήι κατά το ίσον,έστι δ’αεί το φερόμενον εν τωι νυν,<παν δεκατά το ίσον εν τωι νυν>,ακίνητον την φερομένην είναι οιστόν
».

(Αριστοτέλους Φυσικά,Ζ 9. 239b 30.
Τρίτο επιχείρημα είναι αυτό που ειπώθηκε τώρα,ότι δηλαδή «το βέλος που εκτοξεύεται μένει στάσιμο».Αυτό προκύπτει από το ότι ο χρόνος λαμβάνεται ως αποτελούμενος από πολλά τώρα.Αν αυτό δεν θεωρηθεί δεδομένο,ο συλλογισμός δεν θα στέκει.-Ο Ζήνων,όμως,παραλογίζεται•διότι,αν πάντοτε,λέει,ηρεμεί καθετί ή κινείται και δεν κινείται τίποτα,όταν καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του,τότε,δεδομένου ότι α)αυτό που κινείται είναι πάντοτε μες στο τώρα και β)καθετί που είναι μες στο τώρα καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του,το βέλος που κινείται είναι ακίνητο).

Ο συλλογισμός του Ζήνωνα έχει ως εξής:«Το βέλος που κινείται μένει ακίνητο,διότι,αν καθετί ηρεμεί,όταν καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του,και,αν καθετί που κινείται βρίσκεται πάντα σε μια χρονική στιγμή,σε ένα νυν,τότε το βέλος που κινείται είναι ακίνητο».Με άλλα λόγια,ένα βέλος που εκτοξεύεται,ενώ φαίνεται πως κινείται,στην πραγματικότητα μένει στάσιμο,διότι καθετί που καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του πρέπει να βρίσκεται εν στάσει στον χώρο αυτό.Επειδή,λοιπόν,η πορεία που ακολουθεί ένα βέλος αποτελείται από τέτοια μέρη του χώρου,ίσα προς τις διαστάσεις του ίδιου του βέλους,συνεπάγεται πως το βέλος «ηρεμεί» σε κάθε χρονική στιγμή που αντιστοιχεί σε κάθε τέτοιο μέρος του χώρου.Επομένως,το αντικείμενο ηρεμεί σε όλο τον χώρο,επειδή αυτός συντίθεται από αυτά τα μέρη που είναι ακριβώς ίσα με τις διαστάσεις του αντικειμένου,και καθ’όλο τον χρόνο,που συνίσταται από τις αντίστοιχες στιγμές.
Επομένως,ο χώρος και ο χρόνος παρουσιάζονται εδώ ως συγκείμενοι από αδιαίρετα minima(Βέικος,όπως ανωτέρω,σ.200),ιδέα που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ατομική θεωρία.Επιπλέον συνδέεται και με την παρμενίδεια θεώρηση του όντος ως ενός συνεχούς παρόντος.Έτσι και ο Ζήνων παίρνει ένα σώμα που κινείται,το απομονώνει στο παρόν και,ακολούθως,το θεωρεί ακίνητο.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Ο γενναίος Αρβανίτης οπλαρχηγός Μητρομάρας.

Αφ’ότου,κατά τα τέλη του 16ου αιώνος,φάνηκε να κλονίζεται το γόητρο της Βενετικής Δημοκρατίας,οι Έλληνες είχαν αρχίσει να αποβλέπουν,με αόριστες ακόμη ελπίδες,προς τους Ρώσους.Στο μοιρολόγι που συνέθεσε ο Αρβανίτης ευγενής Μανώλης Μπλέσης το 1571,για την άλωση της Λευκωσίας από τους Τούρκους,πολλές φορές αναφέρεται η Μοσκοβία ως εστία τέτοιων ελπίδων.Ύστερα από το τέλος που είχε η δεύτερη Βενετοκρατία της Πελοποννήσου(1715),όταν κατάλαβαν πια καλά οι Έλληνες ότι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από την Δύση για την απελευθέρωσή τους,συγκέντρωσαν όλες τις ελπίδες τους στην ομόθρησκη δύναμη του Βορρά.Δεν έλειψε,όμως,και από την ρωσική πλευρά η σχετική καλλιέργεια του πράγματος:Από την αρχή του 18ου αιώνος,ο Μέγας Πέτρος είχε συλλάβει το όνειρο να απλώσει τα όρια της επικρατείας του έως το Αιγαίο και το Αδριατικό Πέλαγος,παίρνοντας από τα χέρια των Τούρκων τις χώρες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.Το μυστικό κήρυγμα,λοιπόν,που από την εποχή του δεν ειχε πάψει να απευθύνεται στους υπόδουλους χριστιανούς του Αίμου,ακουγόταν με περισσότερη πίστη από τους Έλληνες.Στα χρόνια της Αικατερίνης της Μεγάλης(1763-1796) στην συνείδησή τους είχε πια αποκρυσταλλωθεί η πεποίθηση ότι,όπου να’ναι,θα κατεβούν οι Ρώσοι,για να δώσουν στον τόπο την περιπόθητη ελευθερία.
Και πραγματικά,αρχίζει το 1767,με υποκίνηση τω Ρώσων,στο Μαυροβούνιο η επανάσταση από κάποιον καλόγερο Στέφανο.Από το Μαυροβούνιο η επαναστατική φλόγα μεταδίδεται στην Ήπειρο και πρώτοι-πρώτοι ξεσηκώνονται οι Ελληνοαρβανίτες της Χιμάρας,ενώ συγχρόνως στέλνουν εκπροσώπους τους στον στρατηγό Αλέξιο Ορλώφ τους Πάνο Μπιτσίλη και Ηλία Χριστοφόρου.Εν τω μεταξύ,άλλος από τους πρωτεργάτες της επαναστάσεως,ο Γεώργιος Παπάζολης,σταλμένος από την Αικατερίνη και τον Αλέξιο Ορλώφ,δίνει το σύνθημα της εξεγέρσεως στους υπόλοιπους Έλληνες.Ο ρωσικός στόλος με πλοηγό τον Μυκονιάτη καπετάνιο Αντώνη Ψαρό μπαίνει τον Νοέμβριο του 1769 στη Μεσόγειο και πυροδοτεί την ενθουσιώδη αντίδραση του ελληνικού στοιχείου.
Κατά την διάρκεια της επαναστάσεως του Ορλώφ,πολλοί Έλληνες καπετανέοι,απελπισμένοι από την απραξία του ρωσικού παράγοντα(πέρα από την αξιοσημείωτη νωθρότητα και αδεξιότητα του ρωσικού στόλου,ο οποίος σημειωτέον προκάλεσε την θυμηδία των Άγγλων με τα χάλια του,κατά το πέρασμά του από την Μάγχη το 1768,ο ίδιος ο στρατηγός Ορλώφ πανικόβλητος αποχώρησε τον Οκτώβριο του 1770 σε μια φρεγάτα και με όλο το στόλο του στην Ιταλία),είχαν ριχθεί στον αγώνα κατά των Τούρκων ως πειρατές-ως θαλασσινοί κλέφτες.Δυναμικότερος από αυτούς ήταν ο Αρβανίτης Μήτρος Λέκκας ή Μητρομάρας(Τρελλοδημήτρης),που καταγόταν από το Μενίδι της Αττικής,αλλά ως θαλασσινός είχε ορμητήριό του την Κούλουρη(τοπική ονομασία της Σαλαμίνας).Ο τρομερός αυτός αρματολός,που με την έκρηξη των Ορλωφικών πρωτοστατεί στην Μεγαρίδα και την Αττική,σφάζοντας Τούρκους,αλλά και μερικούς Χριστιανούς που δεν ήθελαν να ξεσηκωθούν,όταν είδε ότι απέτυχε η επανάσταση στη Ρούμελη και την Πελοπόννησο,ήλθε,τον Φεβρουάριο του 1771,με την ρωσική σημαία της επανάστασης στην Κούλουρη.Εξόπλισε εκεί το καΐκι του,μάζεψε γύρω του όλους τους καπετανέους του νησιού,καθώς και άλλους από τα πλησιόχωρα παράλια της Πελοποννήσου και άρχισε πειρατικές καταδρομές.Αποβιβάζεται με 32 άνδρες του στην Σύρο,με σκοπό να την λεηλατήσει,επειδή οι καθολικοί κάτοικοί της είχαν διώξει τον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο και είχαν εγκαθιδρύσει δικό τους,γενικά δε,ως γαλλόφιλοι που ήταν,είχαν δείξει εχθρική στάση κατά του ρωσικού κινήματος.Ο πρόκριτος των Συριανών,όμως,Αντώνιος Ρώσσης,όπως αναφέρει γαλλική πηγή(Della Rocca,Traite complet sur les abeilles,τόμ.I,Paris),πρόβαλε γενναία αντίσταση και κατόρθωσε να αποκρούσει τους Αρβανίτες επιδρομείς.Εκτός από τους συντρόφους που είχε στον ναυτικό του αγώνα ο Μητρομάρας,είχε καταρτίσει στην Κούλουρη και αντάρτικο σώμα από πλήθος ανδρών που ήλθαν σ’αυτόν από την Μεγαρίδα,από την Αθήνα και από τα αρβανιτοχώρια της Αττικής και γειτονικών περιοχών της Πελοποννήσου.Οι αντάρτες του αναφέρονται στα χρονικά της εποχής με το προσηγορικό «λεμπέσηδες»,που στην αρβανίτικη γλώσσα παράγεται από το λιέ(=αφήνω) και μπέσα(=πίστη),σημαίνει δε εκείνον που άφησε την πίστη του προς το ντοβλέτι(δηλ.το κράτος τουρκιστί),που έπαψε να είναι ραγιάς,δηλαδή πιστός υπήκοος.Με άλλους λόγους,ο όρος λεμπέσης είναι αντίστοιχος με τον όρο κλέφτης στην ελληνική γλώσσα.Παρέμεινε δε ως επώνυμο σε οικογένειες Αρβανιτών αγωνιστών στις Σπέτσες,στο Κρανίδι,στην Κούλουρη,ασφαλώς δε και σε άλλους τόπους.
Οι Αθηναίοι δεν έμειναν ασυγκίνητοι από το κίνημα του Μητρομάρα.Πολλοί από αυτούς-οι Αρβανίτες μάλλον-άφησαν την πόλη και πήγαν να ενωθούν μαζί του,ενώ άλλοι τον βοηθούσαν με πληροφορίες και με εφόδια.Υπήρξαν,όμως,και οι συντηρητικοί,ιδίως από την τάξη των αρχόντων,που έβλεπαν το πράγμα με ανησυχία,λογαριάζοντας τις συνέπειες που μπορούσε να έχει από μέρους των Τούρκων εις βάρος των κατοίκων.Αυτός δε ήταν ο λόγος,για τον οποίο από το ένα μέρος οι Αρβανίτες του Μητρομάρα δεν εξαιρούσαν τους χριστιανούς από τις διαρπαγές που έκαναν κατά τις επιδρομές τους,από το άλλο δε,οι Τούρκοι,ύστερα από κάθε επιδρομή,έπιαναν Αθηναίους,για τους οποίους είχαν υποψίες ότι ήταν συνεννοημένοι με τους επαναστάτες,και τους τιμωρούσαν με ξύλο,με φυλάκιση και με θάνατο ακόμη.Επανειλημμένως οι Τούρκοι και οι Αθηναίοι έκαναν αναφορές στον αρχηγό του στρατού της Πελοποννήσου Μισίρογλου,ζητώντας την προστασία του,και,πραγματικά,εκείνος τούς έστειλε από το Ναύπλιο ένα σώμα από 100 Τουρκαλβανούς,με επικεφαλής κάποιον Ισλάμη.Ενώ περνούσαν τον δρόμο από το Κερατσίνι προς το Πέραμα,ο Μητρομάρας,που τούς είχε στήσει καρτέρι στον Κερατόπυργο(στην περιοχή του Περάματος),τους επιτέθηκε με τους άνδρες του και τους έκανε μεγάλη φθορά.Λίγο αργότερα,οι λεμπέσηδες του Μητρομάρα έμαθαν ότι οι φοροεισπράκτορες του βοεβόδα της Αθήνας βγήκαν στα χωριά της Αττικής,για να εισπράξουν το χαράτσι.Ήλθαν,λοιπόν,και έστησαν καρτέρι κάπου έξω από την πόλη και,στον γυρισμό των Τούρκων υπαλλήλων,τους έπιασαν και τους πήραν το ταμείο,τον μποχτζά,όπως γράφει ο συγγραφέας Ιωάννης Μπενιζέλος.Το πραξικόπημα εκείνο τόσο εξαγρίωσε τους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς στην Αθήνα,ώστε ετοιμάστηκαν να σφάξουν όλους τους χριστιανούς κατοίκους.Τους καθησύχασαν,όμως,για λίγο ο μουφτής της πόλης και ο ίδιος ο βοεβόδας και έλαβαν καιρό οι προεστώτες της πόλης να στείλουν πρεσβεία στην Κούλουρη και να παρακαλέσουν τον Μητρομάρα να δώσει πίσω την λεία της επιδρομής του.Πραγματικά δε εκείνος,ως φιλότιμος Αρβανίτης,αρκέστηκε στην δόξα που κέρδισε από το κατόρθωμά του και ξαναέδωσε τον μποχτζά,για να σώσει τους Αθηναίους που κινδύνευαν,αν όχι να σφαγούν από τους Τούρκους,τουλάχιστον να πληρώσουν αυτοί ολόκληρο το ποσό που είχε αρπάξει.
Αλά οι Αθηαίοι δεν υπέφεραν μόνο από τις επιδρομές του Μητρομάρα.Και χωρίς τις αφορμές που εκείνος έδινε,οι Τουρκαλβανοί του Ισλάμη κάθε τόσο τους έδερναν και τους λήστευαν,δεν παρέλειπαν δε να φερθούν με τον ίδιο τρόπο και προς τους Τούρκους κατοίκους.Έγραψαν πάλι,Τούρκοι και Χριστιανοί,στον αρχηγό του στρατού της Πελοποννήσου παράπονα,κατά του Ισλάμη αυτή την φορά.Πραγματικά δε,ο Μισίρογλου τον ανακάλεσε και έστειλε τον Μπεκήρ με άλλους 100 Τουρκαλβανούς,για να τον αντικαταστήσει.Και αυτούς,όμως,οι λεμπέσηδες του Μητρομάρα τους υποδέχτηκαν με καρτέρι που τους έστησαν στο Κατηφόρι.Σκοτώθηκαν και κατά το περιστατικό εκείνο 8 παλικάρια του Μητρομάρα,κινδύνευσε δε να πιαστεί και ο ίδιος αιχμάλωτος.Ο δε Μπεκήρ έβαλε και έκοψαν τα κεφάλια των νεκρών και τα έφερε στην Αθήνα,όπου τα εξέθεσε για καύχημά του και για παραδειγματισμό των Χριστιανών.
Δεν έδειξαν βέβαια διαφορετική συμπεριφορά προς τους κατοίκους οι νέοι Τουρκαλβανοί από τους προηγούμενους.Αλλά και οι Αθηναίοι δεν έπαψαν να βρίσκονται σε μυστική επαφή με τον Μητρομάρα και να τον ενισχύουν.Το πράγμα είχε τόσο παραγίνει,ώστε ο πασάς του Ευρίπου τους κατήγγειλε στην Κωνσταντινούπολη ως αποστάτες και συνενόχους στην ρωσική επανάσταση.Ο Σουλτάνος έστειλε τότε διαταγή στον Τζατάλ Αλή να έλθει στην Αθήνα και να τους κατασφάξει,πρόλαβε όμως ο ταμίας του χαρεμιού Ισμαήλ αγάς και τον έπεισε να ανακαλέσει την διαταγή εκείνη.Ήλθε,πάντως,ο Τζατάλ στην Αθήνα και φυλάκισε προκρίτους,σκότωσε δε έναν γέρο ψαρά και τον γιο του,για τους οποίους υπήρχε κατηγορία ότι τροφοδοτούσαν τον Μητρομάρα.Έπιασε,επίσης,κι έναν φτωχό νέο,τον Μιχαήλ Μπακνανά με παρόμοια κατηγορία και τον καταδίκασε,επίσης,σε θάνατο.Επειδή δε δεν είχε να καταβάλει στους Τούρκους λύτρα,για να τού χαρίσουν την ζωή,τού πρότειναν να γίνει Μωαμεθανός.Εκείνος,όμως,προτίμησε τον θάνατο και,γονατιστός,έσκυψε το κεφάλι φωνάζοντας στους δημίους:«Κτυπάτε για την πίστι».Η Εκκλησία τον ανεκήρυξε Άγιο.
Ο Τζατάλ άρχισε δραστήριο διωγμό κατά του Μητρομάρα,τόσο,ώστε τον ανάγκασε να αφήσει την Αττική και την Κούλουρη και να καταφύγει πληγωμένος στο νησάκι Αγκίστρι.Ο διώκτης του,που το έμαθε,έστειλε εκεί ένα μέρος του στρατού του και,στην σύγκρουση που έγινε,ο γενναίος Αρβανίτης πληγώθηκε και πάλι.Ύστερα δε από λίγες μέρες,τον Φεβρουάριο του 1772,πέθανε από τις πληγές του.Έπιασαν οι Τούρκοι στο Αγκίστρι πολλούς αιχμαλώτους από τους λεμπέσηδες Αρβανίτες,και γυναίκες ακόμη,μαζί με τις οποίες την σύζυγο του Μητρομάρα.Και τους μεν άνδρες τους θανάτωσε ο Τζατάλ με μαρτυρικό θάνατο,ρίχνοντάς τους σε τσιγκέλια,τις δε γυναίκες τις πούλησε σκλάβες.Την γυναίκα,όμως,του Μητρομάρα ήλθαν συγγενείς της από το Μενίδι και την εξαγόρασαν.Οι κάτοικοι της Μεγαρίδας και της Αθήνας,καθώς και οι Αρβανίτες της Κούλουρης και της Αττικής,έκλαψαν με πόνο τον γενναίο οπλαρχηγό.Φύλαξαν το σπαθί του στην εκκλησία της Φανερωμένης και έψαλε τον θάνατό του η λαϊκή μούσα:


«Ένα πουλί,θαλασσινό πουλί,κι ένα Μοραϊτάκι,
τα δυο εκουβεντιάζανε,κρυφή κουβέντα ελέγαν.
Πες μου πουλί,καλό πουλί,κανέν’καλό χαμπέρι.
-Καλή αρμάδα σκόρπισε και τα καράβια φύγαν,
κι ο Μητρομάρας άρρωστος βαρειά για να πεθάνη.
Τον κλαίνε χώρες και χωριά,χωριά και βιλαέτια,
τον κλαίν’τα παλληκάρια του,τον κλαίν’κι οι ψυχογιοί του.
Όπως τον κλαίει ο Στεφανής,όχι κανένας άλλος.
Για σήκω πάνω Μήτρο μου και καπετάν Δημήτρη,
για να βαφτίσης ένα παιδί,να βγάλης τ’όνομά σου.
-Φωτιά να κάψη το παιδί και λαύρα την κουμπάρα.
Εγώ σάς λέω δεν μπορώ και σεις μού λέτε σήκω.
Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
και δέστε το κεφάλι μου μ’ένα χρυσό μαντήλι,
και φέρτε μου κι έναν παπά να με ξεμολογήση,
να ξέρη από λόγου του,να μού τα συγχωρήση.
Αφήνω το ντουφέκι μου στην Παναγιά στην Τήνο,
αφήνω τα κουμπούρια μου πάνω στον Άη Μελέτη,
αφήν’το θλιβερό σπαθί μέσ’την Φανερωμένη
».

Η παράδοση περιέβαλε με μυθική αίγλη την προσωπικότητα του Μητρομάρα στην μνήμη του λαού της Κούλουρης,της Μεγαρίδας και των χωριών του Καταδέματος(παλιά ονομασία της περιοχής μεταξύ Βραυρώνας και Ωρωπίας,στην βορειδυτική Αττική).Κατά τον σχετικό θρύλο,ο Μητρομάρας ήταν τσοπάνης και έβοσκε βόδια.Μια μέρα συνάντησε κάποιον Αγιορείτη καλόγερο,ο οποίος,πηγαίνοντας να πιει νερό σε μια πηγή,ξέχασε εκεί το μαχαίρι του.Το βρήκε κατά σύμπτωση ο Μητρομάρας και τρέχοντας πρόλαβε τον καλόγερο και τού το έδωσε.Για να τον ευχαριστήσει εκείνος,τού χάρισε ένα κομμάτι Τίμιο Ξύλο.Από τότε ο γενναίος Αρβανίτης έγινε τρομερός και άτρωτος•τόσο πολύ,ώστε,όταν πήγαινε να ξυριστεί και είχε πάνω του το Τίμιο Ξύλο,έσπαζαν τα ξυράφια.Πήγε,έπειτα,στον Πειραιά και τού έκαναν εκεί ένα σπαθί,που ήταν τόσο βαρύ,ώστε δεν μπορούσε κανείς να το βγάλει από το θηκάρι του.Όταν δε κάποτε επρόκειτο να πολεμήσει με τους Τούρκους,το τράβηξε κι έκοψε μπροστά τους μια μαρμαρένια κολώνα.Εκείνοι,άμα το είδαν αυτό,σηκώθηκαν κι έφυγαν.Το σπαθί,όπως και η κομμένη κολώνα,υπήρχαν κάποτε,όπως έλεγαν οι παλιοί,στην Φανερωμένη.Άλλος θρύλος πάλι βεβαιώνει για το σπαθί του Μητρομάρα ότι δόθηκε στον Κολοκοτρώνη,λέγεται δε σχετικά στην Κούλουρη το δίστιχο:


«Του Μητρομάρα το σπαθί
Κολοκοτρώνης το φορεί
».






(Πηγή:«Αρβανίτες,οι Δωριείς του Νεώτερου Ελληνισμού» του Κώστα Μπίρη).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Η προέλευση της φράσης «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».

Οι «Νεκρικοί Διάλογοι» είναι ίσως το πιο γνωστό έργο του αρχαίου σοφιστή και συγγραφέα Λουκιανού,ένα από αυτά που άσκησαν μεγάλη επίδραση στη μεταγενέστερη λογοτεχνία.Πρόκειται για 30 σύντομους διαλόγους μεταξύ γνωστών μυθικών και ιστορικών προσώπων,τα οποία συζητούν στον κάτω κόσμο διάφορα θέματα από την οπτική γωνία της μεταθανάτιας ζωής.Το ακόλουθο απόσπασμα προέρχεται από τον διάλογο «Χάρωνος και Μενίππου» •ο Μένιππος,κυνικός φιλόσοφος του 3ου π.Χ.αιώνος από τα Γάδαρα της Παλαιστίνης,συντετριμμένος από την οικονομική ανέχεια,στην οποία περιήλθε,απαγχονίζεται.Η ψυχή του,συνοδευόμενη από τον Ερμή,τον οδηγό θεό των ψυχών στην κάθοδό τους στον κάτω κόσμο,συναντά τον γέροντα Χάροντα στην όχθη της Αχερουσίας λίμνης,ο οποίος-έναντι της καταβολής του οβολού,που απαραιτήτως,κατά τις αρχαίες δοξασίες,πρέπει να φέρει μαζί του κάθε νεκρός-διαπορθμεύει τις νεκρές ψυχές στην άλλη όχθη,όπου βρίσκεται η είσοδος του Άδη(γι’αυτό στην αρχαία Ελλάδα τοποθετούσαν οι συγγενείς κάτω από την γλώσσα των νεκρών τους έναν οβολό,προκειμένου να πληρώσουν τα ναύλα του «ταξιδιού» τους).Ο Μένιππος,ωστόσο,ευρισκόμενος σε πραγματική οικονομική δυσπραγία,αρνείται να καταβάλει στον Χάροντα τα οφειλόμενα,αν και πέρασε με την βάρκα στην όχθη του Άδη,γεγονός που εξοργίζει τον γέροντα πορθμέα•τελικά τα ναύλα δεν καταβλήθηκαν ποτέ.Ο διάλογος που επινοεί ο Λουκιανός ξεχωρίζει για το γλαφυρό του ύφος και τον εύθυμο χαρακτήρα του(παρατίθεται ένα απόσπασμα του διαλόγου,συγκεκριμένα το περιέχον την ακόλουθη γνωστή έκφραση που λέγεται αυτούσια ως τις μέρες μας):

«ΧΑΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΝΙΠΠΟΥ

ΧΑΡΩΝ
Απόδος,ω κατάρατε,τα πορθμεία.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Βόα,ει τούτο σοι,,ω Χάρων,ήδιον.
ΧΑΡΩΝ
Απόδος,φημί,ανθ’ων σε διεπορθμεύσαμεν.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος.
ΧΑΡΩΝ
Έστι δε τις οβολόν μη έχων;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Ει μεν και άλλος τις ουκ οίδα,εγώ δ’ουκ έχω.
ΧΑΡΩΝ
Και μην άγξω σε νη τον Πλούτωνα,ω μιαρέ,ην μη αποδώς»….




( ΧΑΡΟΝΤΑ ΚΑΙ ΜΕΝΙΠΠΟΥ

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Πλήρωσέ μου,καταραμένε,τα ναύλα.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Συνέχισε να φωνάζεις,Χάροντα,αν αυτό σού είναι τόσο ευχάριστο.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Πλήρωσέ με,είπα,που σε πέρασα στην απέναντι όχθη.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Δεν υπάρχει περίπτωση να πάρεις από κάποιον που δεν έχει.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Και υπάρχει κάποιος που να μην έχει ούτε έναν οβολό;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Δεν ξέρω,αν υπάρχει και κάποιος άλλος,εγώ πάντως δεν έχω.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Ε,λοιπόν,μα τον Πλούτωνα,θα σε πνίξω,παλιάνθρωπε,αν δεν με πληρώσεις)…






(Πηγή:«Νεκρικοί Διάλογοι» του Λουκιανού).

Ο λόγος και η σκέψη ως προάγγελοι του κακού,κατά την αρχαία ελληνική σκέψη.

α.Μουσωνίου:
«Αρχή του μη κατοκνείν τα ασχήμονα [πράττειν] το μη κατοκνείν τα ασχήμονα λέγειν».
(Μουσωνίου:
Αφετηρία να μη διστάζει κανείς να κάνει απρέπειες είναι το να μη διστάζει να λέει απρέπειες).


β.Κλεάνθους:
«Όστις επιθυμών ανέχετ’αισχρού πράγματος,ούτος ποιήσει τούτ’εάν καιρόν λάβη».
(Κλεάνθους:
Όποιος ανέχεται να επιθυμεί κάτι αισχρό,αυτός,αν βρει ευκαιρία,θα το κάνει).





(Πηγή:«Περί ακολασίας» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννου Στοβαίου).

Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Δημώναξ και Καζαντζάκης.

Ο Δημώναξ υπήρξε Κύπριος Κυνικός φιλόσοφος του 2ου μ.Χ.αιώνα,ιδιαίτερα δημοφιλής και σεβαστός στους συγχρόνους του•μολονότι τήρησε εκλεκτική στάση απέναντι στις φιλοσοφικές σχολές της εποχής του,ακολούθησε τον τρόπο ζωής του Διογένη του Σινωπέα,ενώ εξέφραζε θαυμασμό για τον Σωκράτη και τον Αρίστιππο.Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα.Έμεινε γνωστός κυρίως για τα έργα του «Ο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»,«Ο Τελευταίος Πειρασμός» και «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»,που μεταφράστηκαν σε πλήθος γλωσσών .Τους δύο άντρες συνδέει,σαν ένα αόρατο νήμα,μια ρήση,η οποία παρατίθεται από τον περίφημο σοφιστή και συγγραφέα Λουκιανό και αποδίδεται από τον ίδιο στον φιλόσοφο Δημώνακτα:


«Ερωτήσαντος δε τινος,τίς αυτώ όρος ευδαιμονίας είναι δοκεί,μόνον ευδαίμονα έφη τον ελεύθερον•εκείνου δε φήσαντος πολλούς ελευθέρους είναι,Αλλ’εκείνον νομίζω τον μήτε ελπίζοντά τι μήτε δεδιότα•ο δε,Και πώς αν,έφη,τούτο τις δύναιτο;άπαντες γαρ ως το πολύ τούτοις δεδουλώμεθα.Και μην ει κατανοήσεις τα των ανθρώπων πράγματα,εύροις αν αυτά ούτε ελπίδος ούτε φόβου άξια,παυσομένων πάντως και των ανιαρών και των ηδέων».

(Όταν κάποιος τον ρώτησε ποιος είναι κατά την γνώμη του ο ορισμός της ευτυχίας,εκείνος απάντησε ότι ευτυχισμένος είναι μόνο ο ελεύθερος.Όταν ο άλλος παρατήρησε ότι υπάρχουν πολλοί ελεύθεροι,απάντησε:«Εκείνον θεωρώ ελεύθερο,όποιον δεν ελπίζει τίποτα και δεν φοβάται τίποτα».Και εκείνος τον ρώτησε:«Και πώς μπορεί κανείς να το καταφέρει αυτό;Γιατί όλοι ως επί το πλείστον είμαστε δούλοι σε τούτα τα δύο».«Και όμως,αν κατανοήσεις τα ανθρώπινα,θα ανακαλύψεις ότι αυτά δεν είναι άξια ούτε ελπίδας ούτε φόβου,αφού οι πόνοι και οι ηδονές θα τερματιστούν στο τέλος οπωσδήποτε»).




(Πηγή:«Δημώνακτος Βίος» του Λουκιανού).

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Ο Σωκράτης καυτηριάζει την υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας.

«Σωκράτης έλεγεν,ει τις εν θεάτρω υποκηρύττοι ανίστασθαι τους σκυτοτόμους,εκείνους μόνους αναστήσεσθαι,ομοίως ει τους χαλκοτύπους,τους υφάντας,τους άλλους κατά γένος·ει δε τους φρονίμους ή δικαίους,πάντας αναστήσεσθαι.και έστιν εν βίω βλάπτον μάλιστα το ανοήτους όντας τους πολλούς οίεσθαι φρονίμους είναι».

(Ο Σωκράτης έλεγε ότι,αν κάποιος μέσα σ'ένα θέατρο βάλει κήρυκα να πει να σηκωθούν οι υποδηματοποιοί,θα σηκωθούν μόνο εκείνοι,το ίδιο αν πει για τους χαλκουργούς,για τους υφαντές,για τους άλλους κατά επαγγελματική ειδικότητα·αν,όμως,πει να σηκωθούν οι συνετοί ή οι δίκαιοι,έλεγε ότι θα σηκωθούν όλοι.Και στη ζωή βλάπτει πάρα πολύ το να φαντάζονται οι περισσότεροι ότι είναι συνετοί,ενώ είναι ανόητοι).



(Πηγή:«Περί φιλαυτίας» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννου Στοβαίου).