Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Οι πικρές αλήθειες του «Ρωσοαγγλογάλλου».

Ο «Ρωσοαγγλογάλλος» είναι ένα ανώνυμο έμμετρο δραματικό έργο,το οποίο αποτελεί ένα από τα ριζοσπαστικότερα κείμενα του νεοελληνικού Διαφωτισμού.Το έργο,που σώζεται σε 6 χειρόγραφα,πρέπει να γράφτηκε πριν από το 1811,αφού τότε έχουμε την πρώτη μνεία του από τον Λόρδο Βύρωνα,και οπωσδήποτε μετά το 1799,όπως προκύπτει από εσωτερικά τεκμήρια του κειμένου.Πρόκειται για σκληρή σάτιρα των προνομιούχων και βολεμένων με το οθωμανικό καθεστώς τάξεων(Φαναριώτες,προεστοί,πλούσιοι,ανώτερος κλήρος),που αντιδρούσαν στις επαναστατικές κινήσεις για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.Το συγκεκριμένο απόσπασμα στηλιτεύει την υποκριτική στάση έναντι της Ελλάδος των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής,οι οποίες δεν δίσταζαν να ρίχνουν το ελληνικό έθνος σε μεγάλους κινδύνους,προκειμένου να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους.Ένας Ρώσσος,ένας Άγγλος και ένας Γάλλος,κάνοντας την περιήγηση της Ελλάδος και βλέποντας την άθλια κατάστασή της,ρωτούν κατ’αρχάς ένα Γραικό φιλέλληνα,για να μάθουν την αιτία,έπειτα έναν μητροπολίτη,μετά απ’αυτόν έναν βλάχμπεη,στη συνέχεια έναν πραγματευτή και έναν προεστώτα.Και στο τέλος ρωτούν και την ίδια την Ελλάδα.Εδώ συνομιλεί η Ελλάς με τους τρεις περιηγητές:


[…]«ΟΛΟΙ
Χαίρε,κυρία Ελληνίς•γιατ’είσαι πληγωμένη,άμορφη και ταλαίπωρη και τόσον τρομασμένη;Εξήγησέ μας φανερά τα τόσα βάσανά σου και κάμε μας,παρακαλώ,γνωστόν και τα’όνομά σου.

Η ΕΛΛΑΣ
Το όνομά μου είν’Ελλάς,κοινώς δε και Γραικία,η πριν λαμπρά και ένδοξος,τώρα δε παναθλία.Εσείς δε,ξένοι,τίνες εστέ,και πώς ήλθατε ώδε;Τίς η πατρίς και γένος σας ίσως παρηγορούμαι.

ΡΩΣΣΟΣ
Γάλλος ούτος,εγώ δε Ρώσσος,Εγγλέζος δ’εκείνος,Πετρουπολίτης είμαι εγώ,κ’εκείνος Παριζίνος.Από την Λόνδραν ο Άγκλος•ήλθομεν δε συμφώνως,τα πάθη σου να ιδούμεν μάλλον του νυν αιώνος.Μητροπολίτην εύρομεν και Μπέη της Βλαχίας,πραγματευτήν και προεστόν φίλους της τυραννίας.

Η ΕΛΛΑΣ
Γένη σκληρά και ύπουλα,φυλαί γεμάται δόλον,μη λέτε πρόφασες ψευδείς,με φέρετε γαρ πόνον.Αρχιερείς και μπέηδες και προεστούς τυράννους,λέτε πως τους ευρήκατε όλους Μωαμετάνους•τούτο ποσώς δεν έπρεπε για να σας ενοχλήση•και πότ’αυτοί ηγάπησαν την ανθρωπίνην φύσι;

(τω Ρώσσω)
Εάν καλούς ‘γνωρίζετε αυτούς τους καλογήρους,και από τους άρχοντας πολλούς,ωσάν αυτούς ομοίους,ποτέ δεν τους εστέλνετε να ζουν στο μοναστήρι,και άρχοντας τους δολερούς ομοίως στο Σιμπίρι.

(τω Γάλλω)
Μα κ’εσύ,Γάλλε,θαυμάζεις;Φαίνεται μοι πως με παίζεις.Αν εσείς αυτών την δόξα δεν γκρεμίζατε με τόξα,κι αν δεν στούνταν γιουλοτίνα,σεις εχάνεσθε απ’την πείνα.

(τω Άγγλω)
Εάν εσείς τον Πάπαν γνωρίζετε καλόν,γιατί τον κάθε χρόνον τον καίετε πλαστόν;Λοιπόν μην απορείτε πως είναι οπαδοί,καθένας το γνωρίζει,και μέσα τον πονεί.

(εις τους τρεις)
Τας πληγάς και τραύματά μου,που μού δίδουν τα παιδιά μου,ίσως έχουν και αιτίαν ότι γίνονται με βίαν.Πώς δε να αλησμονήσω και παντού να μη κηρύσσω ότι είσθ’εσείς αιτία όπου φέρω ‘γω μυρία;
Βλέπετε τούτας τας πληγάς,που έχω στο κεφάλι,και άλλας πάνω στην καρδιά,μία κοντά στην άλλη;Όλας ‘πο σας τας έλαβα χωρίς φιλανθρωπίαν.Σ’εμέ την ευεργέτιν σας δείξατ’αχαριστίαν.Τρεις μάχες Ρώσσος κήρυξεν ενάντιον Τουρκίας,τα τέκνα μου εσύναξεν από πολλάς οικίας,εγγράφως τα υπέσχετο για να τα λευθερώση,μα ο σκοπός του απέβλεπε σκληρά να τα σκλαβώση.Δεν έφθασε που ‘σφάγησαν τόσ’Έλληνες μαζί του,αλλ’έσβησε κι άλλους πολλούς ησύχως το σπαθί του.
Άρχισε και η Γαλλία να κηρύττη ελευθερία•έφθασε στα σύνορά μου,κ’ηύξησε τα βάσανά μου.Ύβριζε την τυραννία,μα διψούσε για σολδία.Η Ρωσσία κ’η Αγγλία,βλέποντάς τους στην Τουρκία,έτρεξαν να τους εξώσουν,για να μη με λευθερώσουν.Τρέχει η μία πληρωμένη και η άλλη κομπασμένη τους Αγαρηνούς να σώσουν και εμέ να θανατώσουν.
Δεν είσθ’εσείς που λάβετε τόσα μεγάλα φώτα από τας βίβλους των σοφών,που’ταν παιδιά μου πρώτα;Και αν εσείς δεν είχετε κείνων τας ερμηνείας,ακόμη ήθελ’ευρίσκεστε δούλοι της αμαθείας.Και πάλιν αν με βγάζετε από την τυραννίαν,ευθύς αι Μούσαι άσουσι νέαν φιλοσοφίαν•και τότ’εσείς μανθάνετε πολλά,που δεν νοείτε,από τα τέκνα μου αυτά,που τώρα τυραννείτε.
Μα πού φιλανθρωπία;Λείπει από σας φιλία.Τρέφεται η κακία.Άρχ’ η μισανθρωπία.Λόγω φωνείτε πως με πονείτε,έργω δε τον χαμόν μου ποθείτε.Ω της κακίας κι αχαριστίας και της υμών άκρας απονίας!»






(Πηγή:«Νεοελληνική Λογοτεχνία από τις αρχές έως την Επανάσταση,Συγχρονική Ανθολογία Κειμένων» του Κ.Γ.Κασίνη).

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Μαθήματα αδελφικής αγάπης.

«Δει δε τουναντίον,όπου μεν οργή,συνεκδέχεσθαι και συνυποδύεσθαι καθάπερ τω συνεργείν ποιούντα κουφοτέραν,υπουργίαις δε και χάρισι συνεισποιείν αμωσγέπως τον αδελφόν•ελλείποντος δε που,καιρόν ή πράξιν ετέραν <ή> την φύσιν αιτιάσθαι,προς άλλα χρησιμωτέραν και σεμνοτέραν ούσαν•ευ δ’έχει και το του Αγαμέμνονος,ως
«ούτ’όκνω είκων ούτ’αφραδίησι νόοιο,αλλ’εμέ τα’εισορόων»
καμοί τούτο παραδούς το καθήκον.ηδέως δε και των ονομάτων τας μεταθέσεις οι πατέρες προσδέχονται και πιστεύουσι τοις υιοίς απλότητα μεν την ραθυμίαν των αδελφών ονομάζουσιν ορθότητα δε την σκαιότητα,το δε φιλόνεικον ακαταφρόνητον•ώστε τω διαλλάσσοντι περίεστι την προς τον αδελφόν οργήν ελαττούν άμα και την προς εαυτόν εύνοιαν αύξειν του πατρός.
Ούτω δ’απολογησάμενον ήδη προς εκείνον δει τρέπεσθαι και καθάπτεσθαι σφοδρότερον,το αμάρτημα και το έλλειμμα μετά παρρησίας ενδεικνύμενον.ούτε γαρ εφιέναι δει τοις αδελφοίς ούτ’ αυ πάλιν επεμβαίνειν αμαρτάνουσιν αυτοίς (το μεν γαρ επιχαίροντός εστιν εκείνο δε συνεξαμαρτάνοντος),αλλά κηδομένω και συναχθομένω χρήσθαι τω νουθετούντι.γίνεται δε κατήγορος αδελφού σφοδρότατος προς αυτόν ο προθυμότατος υπέρ αυτού συνήγορος προς τους γονείς γενόμενος.αν δε μηδέν αμαρτάνων αδελφός εν αιτία γένηται,τάλλα μεν υπουργείν γονεύσι και φέρειν οργήν τε πάσαν αυτών και δυσχέρειαν επιεικές,αι δ’υπέρ αδελφού παρ’αξίαν κακώς ακούοντος ή πάσχοντος αντιδικίαι και δικαιολογίαι προς αυτούς άμεμπτοι και καλαί•και ου φοβητέον ακούσαι το Σοφόκλειον
«ω παι κάκιστε,διά δίκης ιών πατρί;»
παρρησιαζόμενον υπέρ αδελφού δοκούντος αγνωμονείσθαι•και γαρ αυτοίς η τοιαύτη δίκη τος ελεγχομένοις ποιεί την ήτταν ηδίω της νίκης.
[…]Τω μεν ουν υπερέχοντι παραινέσειεν αν τις,πρώτον μεν εν οις δοκεί διαφέρειν,ταύτα κοινά ποιείν τοις αδελφοίς,συνεπικοσμούντα τη δόξη και συνεισποιούντα ταις φιλίαις,καν λέγειν δεινότερος η,χρήσθαι παρέχοντα την δύναμιν ως εκείνων μηθέν ήττον ούσαν•έπειτα μητ’όγκον εμφαίνειν τινα μηθ’υπεροψίαν,αλλά μόνον ενδιδόντα και συγκαθιέντα τω ήθει την υπεροχήν ανεπίφθονον ποιείν και την της τύχης ανωμαλίαν επανισούν,ως ανυστόν εστι,τη μετριότητι του φρονήματος.
[…]Αδελφώ δε χρη μη καθάπερ πλάστιγγα ρέπειν επί τουναντίον,υψουμένου ταπεινούμενον αυτόν,αλλ’,ώσπερ των αριθμών οι ελάττονες τους μείζονας πολλαπλασιάζοντες και πολλαπλασιαζόμενοι,συναύξειν άμα και συναύξεσθαι τοις αγαθοίς.ουδέ γαρ των δακτύλων έλαττον έχει του γράφοντος ή ψάλλοντος ομη δυνάμενος τούτο ποιείν μηδέ πεφυκώς,αλλά συγκινούνται και συνεργούσιν άπαντες αμωσγέπως αλλήλοις,ώσπερ επίτηδες άνισοι γεγονότες και το συλληπτικόν εξ αντιθέσεως προς τον μέγιστον και ρωμαλεώτατον έχοντες.
[…]Επεί δε τω μεν πρεσβυτέρω,το κήδεσθαι και καθηγείσθαι και νουθετείν προσήκον εστιν τω δε νεωτέρω το τιμάν και ζηλούν και ακολουθείν,η μεν εκείνου κηδεμονία το εταιρικόν μάλλον ή το πατρικόν εχέτω και το πείθον ή το επιτάττον και το χαίρον επί τοις κατορθώμασι και κατευφημούν του ψέγοντος αν αμάρτη και κολούοντος μη μόνον προθυμότερον αλλά και φιλανθρωπότερον,τω δε του νεωτέρου ζήλω το μιμούμενον ενέστω μη το αμιλλώμενον•θαυμάζοντος γαρ η μίμησις η δ’άμιλλα φθονούντος εστι.διό τους μεν εξομοιούσθαι βουλομένους αγαπώσι τους δ’εξισούσθαι πιέζουσι και χαλέπτουσιν.εν πολλαίς δε τιμαίς,ας πρέπει παρά των νέων αποδίδοσθαι τοις πρεσβυτέροις,το πειθαρχείν ευδοκιμεί μάλιστα και κατεργάζεται μετ’αιδούς εύνοιαν ισχυράν και χάριν ανθυπείκουσαν
».



(Αντίθετα,όμως,ο σωστός τρόπος είναι,όταν ο γιος βλέπει πως ο πατέρας του έχει θυμώσει με τον αδελφό του,να δέχεται κι αυτός μερίδιο και να συμμετέχει κι αυτός στην ευθύνη με τον αδελφό του,κάνοντας έτσι την οργή ελαφρότερη για κείνον,και μετά,με καλές υπηρεσίες και σωστές πράξεις,να βοηθάει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον αδελφό του να ξανακερδίσει την πατρική εύνοια.Αν υπάρχει κάποια παράλειψη,μπορεί να ισχυρισθεί υπέρ του αδελφού του ότι δεν βρήκε την ευκαιρία ή ότι ήταν απασχολημένος με άλλη δουλειά ή να το αποδώσει στην φύση του,που είναι ικανότερη και καταλληλότερη για άλλα ζητήματα.Σωστός είναι και ο λόγος του Αγαμέμνονα,ότι
«δεν είναι οκνός ούτε ανόητος,αλλά προσβλέπει σε μένα»,
και σε μένα ανέθεσε το καθήκον τούτο.Οι πατέρες είναι πολύ πρόθυμοι να δεχθούν αντικατάσταση των λέξεων και να πιστέψουν τους γιους τους,όταν ονομάζουν την αμεριμνησία των αδελφών τους «απλότητα»,την αδεξιότητά τους «ευθύτητα» και την εριστικότητά τους ως «δεν σηκώνουν προσβολές» •το αποτέλεσμα είναι ότι εκείνος που δρα ως μεσολαβητής πετυχαίνει να μειώσει την οργή ενάντια στον αδελφό του και ταυτόχρονα αυξάνει την εύνοια του πατέρα προς το πρόσωπό του.
Μόνο αφού έχει κατ’αυτόν τον τρόπο υπερασπισθεί τον αδελφό του που έσφαλε,θα πρέπει ο άλλος να στραφεί προς αυτόν και να τον μαλώσει με κάποια δριμύτητα,επισημαίνοντάς του με ειλικρίνεια τα σφάλματα και τις παραλείψεις του.Δεν πρέπει,δηλαδή,κανείς ν’αφήνει τους αδελφούς να κάνουν,ό,τι θέλουν,ούτε πάλι να τους ποδοπατάει,όταν σφάλλουν(γιατί το δεύτερο είναι πράξη χαιρέκακου,ενώ το πρώτο πράξη κάποιου που συμμετέχει και παρακινεί στο κακό),αλλά πρέπει να νουθετεί σαν άνθρωπος που νοιάζεται για τον αδελφό του και πονάει μαζί του.Διαφορετικά,αυτός που υπήρξε ο πιο πρόθυμος συνήγορος μπροστά στους γονείς,γίνεται μπροστά στον ίδιο τον αδελφό του ο πιο σφοδρός κατήγορος.Αν,όμως,ο αδελφός είναι αθώος και τον κατηγορούν,μολονότι είναι σωστό να υποτάσσεται στους γονείς ως προς καθετί άλλο και να υπομένει όλη την οργή τους και την δυσαρέσκεια,ωστόσο οι ενστάσεις προς τους γονείς και η δικαιολόγηση του αδελφού που κατηγορείται ή τιμωρείται άδικα είναι έντιμες και όχι κατακριτέες•ούτε πρέπει κανείς να φοβάται ότι θα τού απευθύνουν τα λόγια του Σοφοκλή:
«Γιε ξεδιάντροπε,που πας να κρίνεις τον πατέρα σου»,
όταν μιλάει κάποιος με ειλικρίνεια υπέρ αδελφού,ο οποίος φαίνεται να δέχεται άδικη μεταχείριση.Και στους ίδιους τους γονείς,άλλωστε,όταν αποδειχθεί ότι είχαν άδικο,τέτοια δίκη κάνει την ήττα πιο γλυκιά από νίκη.
[…]Πρέπει,λοιπόν,κατ’αρχάς κάποιος να συμβουλεύει τον αδελφό που υπερέχει να κάνει τους αδελφούς του συμμετόχους ως προς αυτά,στα οποία θεωρείται ανώτερος,κοσμώντας τους με κάποιο μερίδιο της φήμης του και κάνοντας τους φίλους του φίλους τους και,αν είναι πιο καλός ομιλητής από αυτούς ,να τούς παρέχει την ευφράδειά του προς όφελός τους,σαν να ήταν εξίσου δική τους•δεύτερον,να μην εκδηλώνει απέναντί τους έπαρση ή περιφρόνηση,αλλά μάλλον με υποχωρητικότητα και προσαρμόζοντας τον χαρακτήρα του στον δικό τους να προφυλάσσει την ανωτερότητά του από τον φθόνο και να εξισώνει,στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν,την ανισότητα της τύχης του με την μετριοπάθεια του φρονήματός του.
[…]Ο αδελφός,όμως,δεν πρέπει να γέρνει,σαν ζυγαριά,από την αντίθετη πλευρά και να χαμηλώνει,όταν ο αδελφός του ανεβαίνει ψηλά,αλλά,όπως οι μικρότεροι αριθμοί πολλαπλασιάζουν τους μεγαλυτέρους και πολλαπλασιάζονται από αυτούς,έτσι κι αυτός πρέπει να προσδίδει μέγεθος στον αδελφό του και ταυτόχρονα ν’αποκτά ο ίδιος μέγεθος μαζί του με τα αγαθά τους.Ούτε για τα δάκτυλα,άλλωστε,αληθεύει ότι το ένα που γράφει και παίζει μουσικά όργανα είναι ανώτερο από κείνο που δεν μπορεί ούτε είναι φτιαγμένο από την φύση,για να μπορεί να το κάνει,αλλά κατά κάποιο τρόπο καταφέρνουν όλα να κινούνται μαζί και ν’αλληλοβοηθούνται,σαν να έχουν σκόπιμα γίνει άνισα και ν‘αντλούν όλα την δύναμή τους να πιάνουν από την θέση τους αντίθετα προς το μεγαλύτερο και δυνατότερο δάκτυλο απ’όλα.
[…]Αφού στον μεγαλύτερο αρμόζει να φροντίζει τον νεότερο,να τον καθοδηγεί και να τον νουθετεί και στον νεότερο να τιμά,να μιμείται και να ακολουθεί τον μεγαλύτερο,ας είναι η φροντίδα του πρώτου σαν συντροφική μάλλον παρά πατρική και σαν να προσπαθεί να πείσει μάλλον παρά να διατάζει,με χαρά για τις επιτυχίες του αδελφού και με ενίσχυσή τους περισσότερο από επίκριση και περιορισμό για τα σφάλματά του•η στάση αυτή θα δείχνει όχι μόνο μεγαλύτερη επιθυμία βοήθειας,αλλά και μεγαλύτερη καλοσύνη.Στην άμιλλα,πάλι,του νεότερου ας υπάρχει μίμηση και όχι ανταγωνισμός,γιατί η μίμηση είναι πράξη κάποιου που θαυμάζει και ο ανταγωνισμός κάποιου που φθονεί.Για τον λόγο τούτο οι άνθρωποι αγαπούν,όσους επιθυμούν να γίνουν όμοιοι μ’αυτούς,ενώ καταπιέζουν και συντρίβουν,όσους θέλουν να γίνουν ίσοι τους.Μεταξύ των πολλών τιμών που αρμόζει ν’αποδίδουν οι νέοι στους μεγαλυτέρους τους η υπακοή είναι αυτή που εκτιμάται περισσότερο και,μαζί με τον σεβασμό,δημιουργεί μεγάλη εύνοια και ευγνωμοσύνη,που με την σειρά της οδηγεί στην αποδοχή).








(Πηγή:«Περί φιλαδελφείας» από τα «Ηθικά» του Πλουτάρχου).

Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Οι Στωικοί και ο ένας Θεός.

Ο συγγραφεύς του 3ου αι. μ.Χ. Διογένης Λαέρτιος,αφού ολοκληρώνει την παρουσίαση του βίου και της διδασκαλίας του θεμελιωτή της στωικής φιλοσοφίας Ζήνωνος του Κιτιέως(από το Κίτιον της Κύπρου),κατατοπίζει τον αναγνώστη του ως προς τις βασικές συνιστώσες της ευρύτερης στωικής κοσμοθεωρίας.Μεταξύ άλλων,μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ακόλουθο χωρίο:

«Θεόν δ’είναι ζώον αθάνατον,λογικόν,τέλειον ή νοερόν εν ευδαιμονία,κακού παντός ανεπίδεκτον,προνοητικόν κόσμου τε και των εν κόσμω•μη είναι μέντοι ανθρωπόμορφον.είναι δε τον μεν δημιουργόν των όλων και ώσπερ πατέρα πάντων κοινώς τε και το μέρος αυτού το διήκον διά πάντων,ο πολλαίς προσηγορίαις προσονομάζεται κατά τας δυνάμεις.Δία μεν γαρ φασι δι’ον τα πάντα,Ζήνα δε καλούσι παρ’όσον του ζην αίτιός εστιν ή διά του ζην κεχώρηκεν,Αθηνάν δε κατά την εις αιθέρα διάτασιν του ηγεμονικού αυτού,Ήραν δε κατά την εις αέρα,και Ήφαιστον κατά την εις το τεχνικόν πυρ,και Ποσειδώνα κατά την εις το υγρόν,και Δήμητραν κατά την εις γην•ομοίως δε και τας άλλας προσηγορίας εχόμενοί τινος οικειότητος απέδοσαν».

(Ο θεός είναι ζωντανός,αθάνατος,λογικός και τέλειος ή νοερός στην ευδαιμονία.Δεν επιδέχεται κανένα κακό και φροντίζει τον κόσμο και όσα βρίσκονται μέσα σ’αυτόν.Δεν είναι ανθρωπόμορφος.Είναι δημιουργός του σύμπαντος και σαν πατέρας φροντίζει τα πάντα από κοινού και το καθένα χωριστά.Τού αποδίδονται πολλά ονόματα ανάλογα με τις ιδιότητές του.Τον ονομάζουν Δία,γιατί τα πάντα υπάρχουν «διά αυτού»,Ζήνα επειδή είναι αίτιος της ζωής ή συντηρεί την ζωή,Αθηνά επειδή το ηγεμονικό του μέρος εκτείνεται μέχρι τον αιθέρα,Ήρα επειδή εκτείνεται στον αέρα,Ήφαιστο επειδή εκτείνεται στην τεχνική φωτιά,Ποσειδώνα επειδή εκτείνεται στο υγρό και Δήμητρα επειδή εκτείνεται στη γη.Με παρόμοιο τρόπο τού αποδόθηκαν και οι άλλες προσωνυμίες σύμφωνα με κάποια από τις ιδιότητές του).








(Πηγή:«Ζήνων» από το «Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή» του Διογένη Λαερτίου).

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2009

Ρήσεις του Διογένους.


α.«Σπουδαιολογουμένω ποτέ ως ουδείς προσήει,επέβαλε τερετίζειν•αθροισθέντων δε,ωνείδισεν ως επί μεν τους φληνάφους αφικνουμένων σπουδαίως,επί δε τα σπουδαία βραδυνόντων ολιγώρως».
(Κάποτε που μιλούσε για σπουδαία θέματα,επειδή κανείς δεν πήγαινε να τον ακούσει,άρχισε να μιμείται την φωνή του τζιτζικιού.Μαζεύτηκαν τότε πολλοί και τους κατηγόρησε ότι για τις ανοησίες δείχνουν ενδιαφέρον,ενώ για τα σπουδαία αδιαφορούν).


β.«Κατεγίνωσκε δε και των επαινούντων μεν τους δικαίους,ότι χρημάτων επάνω είεν,ζηλούντων δε τους πολυχρημάτους».
(Κατέκρινε και αυτούς που επαινούσαν τους δικαίους,επειδή είναι υπεράνω χρημάτων,ενώ συγχρόνως ζήλευαν τους πλουσίους).


γ.«Θαυμάζειν τ’έφη ει χύτραν μεν και λοπάδα ωνούμενοι κομπούμεν•άνθρωπον δε μόνη τη όψει αρκείσθαι».
(Απορεί,είπε,που,όταν πρόκειται να αγοράσουμε χύτρα ή γαβάθα,το κάνουμε θέμα,ενώ,όταν πρόκειται για άνθρωπο,αρκούμαστε στην εξωτερική εμφάνιση).


δ.«Ένθα και πυνθανομένου του Ξενιάδου πώς αυτόν θάψειεν,έφη,«επί πρόσωπον» •του δ’ερομένου «διά τί;» «ότι μετ’ολίγον»,είπε,«μέλλει τα κάτω αναστρέφεσθαι»
(Όταν τον είχε ρωτήσει ο Ξενιάδης,πώς θα ήθελε να τον θάψουν,τού απάντησε:«Με το πρόσωπο προς τα κάτω».«Γιατί;»«Επειδή σύντομα θα’ρθουν τα πάνω κάτω»).


ε.«Εν Μεγάροις ιδών τα μεν πρόβατα τοις δέρμασιν εσκεπασμένα,τους δε παίδας αυτών γυμνούς,έφη,«λυσιτελέστερον εστί Μεγαρέως είναι κριόν ή υιόν».
(Όταν είδε στα Μέγαρα τα πρόβατα σκεπασμένα με δέρματα και τα παιδιά γυμνά,είπε:«Στα Μέγαρα συμφέρει καλύτερα να είσαι κριάρι παρά παιδί»).


στ.«Θεασάμενος ποτέ τους ιερομνήμονας των ταμιών τινα φιάλην υφηρημένον άγοντας έφη,«οι μεγάλοι κλέπται τον μικρόν άγουσι».
(Όταν είδε κάποτε τους υπεύθυνους της περιουσίας ενός ιερού να οδηγούν στη φυλακή κάποιον που είχε κλέψει μια φιάλη,είπε:«οι μεγάλοι κλέφτες οδηγούν τον μικρό»).


ζ.«Και πάλιν ειπόντος τινός,«Σινωπείς σου φυγήν κατέγνωσαν»,«εγώ δε γε»,είπεν,«εκείνων μονήν».
(Κι όταν πάλι κάποιος τού είπε:«οι Σινωπείς σε καταδίκασαν σε εξορία»,απάντησε:«Και εγώ εκείνους τους καταδίκασα να μείνουν στον τόπο τους»).


η.«Ερωτηθείς διά τι το χρυσίον χλωρόν εστίν,έφη,«ότι πολλούς έχει τους επιβουλεύοντας».
(‘Όταν τον ρώτησαν,γιατί το χρυσάφι έχει χρώμα κιτρινωπό,είπε:«Επειδή έχει πολλούς που το επιβουλεύονται»).


θ.«Προς τον ειπόντα,«πολλοί σου καταγελώσιν»,«αλλ’εγώ»,έφη,«ου καταγελώμαι».
(Σ’αυτόν που τού είπε:«Πολλοί σε κοροϊδεύουν»,απάντησε:«Εγώ,όμως,δεν κοροϊδεύομαι»).


ι.«Ερωτηθείς διά τι προσαίταις μεν επιδιδόασι,φιλοσόφοις δε ου,έφη,«ότι χωλοί μεν και τυφλοί γενέσθαι ελπίζουσι,φιλοσοφήσαι δ’ουδέποτε»
(Όταν ρωτήθηκε,γιατί οι άνθρωποι ελεούν τους ζητιάνους,όχι,όμως,τους φιλοσόφους,είπε:«Γιατί κουτσοί και τυφλοί υπάρχει περίπτωση να γίνουν,φιλόσοφοι,όμως,αποκλείεται»).


κ.«Αναξιμένει τω ρήτοριπαχεί όντι προελθών,«επίδος και ημίν»,έφη,«τοις πτωχοίς της γαστρός•και γαρ αυτός κουφισθήση και ημάς ωφελήσεις».
(Πήγε στον ρήτορα Αναξιμένη που ήταν χοντρός και τού είπε:«Δώσε και σε μας τους φτωχούς λίγη από την κοιλιά σου•και εσύ θα ξαλαφρώσεις και εμάς θα ωφελήσεις»).


λ.«Θαυμάζοντος τινος τα εν Σαμοθράκη αναθήματα,έφη,«πολλώ αν είη πλείω ει και οι μη σωθέντες ανετίθεσαν».
(Σε κάποιον που θαύμαζε τα αφιερώματα στη Σαμοθράκη είπε:«Θα ήταν πολύ περισσότερα,αν έστελναν αφιερώματα και αυτοί που δεν σώθηκαν»).


μ.«Τους ασώτους είπε παραπλησίους είναι συκαίς επί κρημνώ πεφυκυίαις,ων του καρπού μεν άνθρωπος ουκ απογεύεται,κόρακες δε και γύπες εσθίουσι».
(Παρομοίαζε τους ασώτους με συκιές φυτρωμένες στην άκρη γκρεμού,που τον καρπό τους δεν τον δοκιμάζουν οι άνθρωποι,αλλά τον τρώνε οι γύπες και τα κοράκια).


ν.«Ερωτηθείς τι αυτώ περιγέγονεν εκ φιλοσοφίας,έφη,«και ει μηδέν άλλο,το γουν προς πάσαν τύχην παρεσκευάσθαι».
(Όταν ρωτήθηκε,τι κέρδισε από την φιλοσοφία,είπε:«Αν μη τι άλλο,σίγουρα το να είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω ο,τιδήποτε μού τύχει»).


ξ.«Τους ερώντας έφη προς ηδονήν ατυχείν».
(Οι ερωτευμένοι,έλεγε,ανλούν την ηδονή από την ατυχία).


ο.«Ουδέν γε μην έλεγε το παράπαν εν τω βίω χωρίς ασκήσεως κατορθούσθαι,δυνατήν δε ταύτην παν εκνικήσαι.δέον ουν αντί των αχρήστων πόνων τους κατά φύσιν ελομένους ζην ευδαιμόνως».
(Χωρίς εξάσκηση,έλεγε,τίποτε δεν μπορούμε να καταφέρουμε,ενώ με την αξάσκηση μπορεί να ξεπερασθεί κάθε εμπόδιο.Πρέπει,λοιπόν,να επιλέγουμε όχι τους άχρηστους κόπους,αλλά αυτούς που επιβάλλει η φύση,για να ζούμε ευτυχισμένα).


π.«Θεασάμενος υιόν εταίρας λίθον εις όχλον βάλλοντα,«πρόσεχε»,έφη,«μη τον πατέρα πλήξης».
(Στον γιο μιας εταίρας που έριχνε πέτρες στο πλήθος,είπε:«Πρόσεχε,μήπως χτυπήσεις τον πατέρα σου»).


ρ.«Ειπόντος τινος αυτώ,«επίταττε ημίν,Διόγενες»,απαγαγών αυτόν ημιωβολίου τυρόν εδίδου φέρειν•αρνησαμένου δε,«την σην»,έφη,«και εμήν φιλίαν ημιωβολίου τυρίδιον διαλέλυκε».
(Κάποιος τού είπε:«Διογένη,πες μας,τι να κάνουμε»,τότε ο Διογένης τού έδωσε να κρατά ένα κομμάτι τυρί αξίας μισού οβολού.Επειδή ο άλλος αρνήθηκε,τού είπε:«Η φιλία μας διαλύθηκε από ένα κομματάκι τυρί»).






(Πηγή:«Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή» του Διογένη Λαερτίου).

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2009

Οι άδικες επιθέσεις των άλλων μας κάνουν καλύτερους!

«Τοις δε των Αθηναίων δημαγωγοίς έφη χάριν έχειν,ότι λοιδορούντες αυτόν βελτίονα ποιούσι και τω λόγω και τω ήθει•«πειρώμαι γαρ αυτούς άμα και τοις λόγοις και τοις έργοις ψευδομένους ελέγχειν».


(Είπε [ο Φίλιππος,ο πατέρας του Μεγ.Αλεξάνδρου] ότι χρωστάει ευγνωμοσύνη στους πολιτικούς των Αθηναίων,γιατί,κατηγορώντας τον,τον κάνουν καλύτερο και στον λόγο και στον χαρακτήρα.«Προσπαθώ,δηλαδή,και με τα λόγια μου και με τα έργα μου να αποδείξω ότι ψεύδονται»).






(Πηγή:«Βασιλέων αποφθέγματα και στρατηγών» του Πλουτάρχου).

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

Πώς πρέπει να φερόμαστε στους γονείς μας,κατά τον Πλάτωνα.

«…Νομίζειν δε,α κέκτηται και έχει,πάντα είναι των γεννησάντων και θρεψαμένων προς το παρέχειν αυτά εις υπηρεσίαν εκείνοις κατά δύναμιν πάσαν,αρχόμενον από της ουσίας,δεύτερα τα του σώματος,τρίτα τα της ψυχής,αποτίνοντα δανείσματα επιμελείας τε και υπερπονούντων ωδίνας παλαιάς επί νέοις δανεισθείσας,αποδιδόντα δε παλαιοίς εν τω γήρα σφόδρα κεχρημένοις.παρά δε πάντα τον βίον έχειν τε και εσχηκέναι χρη προς αυτού γονέας ευφημίαν διαφερόντως,διότι κούφων και πτηνών λόγων βαρυτάτη ζημία-πάσι γαρ επίσκοπος τοις περί τα τοιαύτα ετάχθη Δίκης Νέμεσις άγγελος-θυμουμένοις τε ουν υπείκειν δει και αποπιμπλάσι τον θυμόν,εάντ’εν λόγοις εάντ’εν έργοις δρώσιν το τοιούτον,συγγιγνώσκοντα,ως εικότως μάλιστα πατήρ υεί δοξάζων αδικείσθαι θυμοίτ’αν διαφερόντως.τελευτησάντων δε γονέων ταφή μεν η σωφρονεστάτη καλλίστη,μήτε υπεραίροντα των ειθισμένων όγκων μήτ’ελλείποντα ων οι προπάτορες τους εαυτών γεννητάς ετίθεσαν,τας τε αυ κατ’ενιαυτόν των ήδη τέλος εχόντων ωσαύτως επιμελείας τας κόσμον φερούσας αποδιδόναι•τω δε μη παραλείπειν μνήμην ενδελεχή παρεχόμενον,τούτω μάλιστ’αεί πρεσβεύειν,δαπάνης τε της διδομένης υπό τύχης το μέτριον τοις κεκμηκόσιν νέμοντα.ταύτ’αν ποιούντες και κατά ταύτα ζώντες εκάστοτε έκαστοι την αξίαν αν παρά θεών και όσοι κρείττονες ημών κομιζοίμεθα,εν ελπίσιν αγαθαίς διάγοντες το πλείστον του βίου».


(Πρέπει [ο ευσεβής] να θεωρεί ότι όλα,όσα απέκτησε και διαθέτει,τα χρωστά σ’εκείνους που τον γέννησαν και τον μεγάλωσαν,ώστε να τα χρησιμοποιεί πρόθυμα για την εξυπηρέτησή τους.Πρέπει να τους βοηθά με την περιουσία του,με την σωματική του δύναμη και με όλη την δύναμη της ψυχής του.Έτσι ξεπληρώνει τις φροντίδες και τους κόπους που κατέβαλαν γι’αυτόν,το δάνειο,δηλαδή,που τού έδωσαν,όταν ήταν νέος,το οποίο έχουν μεγάλη ανάγκη στα γεράματά τους.Σε όλη του τη ζωή ο άνθρωπος οφείλει να μιλά με σεβασμό στους γονείς του,γιατί τα άστοχα και επιπόλαια λόγια τιμωρούνται αυστηρά.Όλες οι πράξεις μας παρακολουθούνται από την Νέμεση,την αγγελιαφόρο της Δίκης.Αν οι γονείς οργισθούν,ο νέος πρέπει να υποχωρεί και να τους αφήνει να ξεσπούν με λόγια ή με έργα,χωρίς να τούς κρατά κακία•πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι είναι φυσικό να θυμώνει ένας πατέρας,όταν πιστεύει ότι το παιδί του τον αδικεί.Κι όταν πεθάνουν οι γονείς μας,πρέπει να τούς κάνουμε την κατάλληλη κηδεία και τα μνημόσυνα που απαιτεί η συνήθεια,χωρίς να ξεπερνάμε τα όρια,αλλά και χωρίς να υστερούμε σε όσα έφτιαχναν οι πρόγονοί μας για τους δικούς τους γονείς.Κάθε χρόνο οφείλουμε να τιμάμε την διαιώνιση της μνήμης τους και να τούς προσφέρουμε το μερίδιο που τούς ανήκει από τα αγαθά που διαθέτουμε.Αν το κάνουμε αυτό και ζήσουμε σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέραμε,καθένας θα πάρει την αμοιβή που τού αξίζει απ’τους θεούς κι από τους δαίμονες,έτσι ώστε να περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ευτυχισμένος).






(Πηγή:«Νόμοι» του Πλάτωνος).

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009

Η ζωή μας...μια ζαριά!

«…Για μας τα ντόρτια και οι διπλές και γι’άλλους οι εξάρες…».

Σε αυτόν τον ευφάνταστο στίχο η λαΐκή Μούσα έχει συμπυκνώσει το απρόβλεπτο και άγνωστο της ανθρώπινης μοίρας,τις διακυμάνσεις και τους κλυδωνισμούς της.Η ζωή δεν είναι παρά ένα ζάρι,που ποτέ κανείς δεν γνωρίζει τι θα δείξει.Πόσο σύγχρονο είναι,όμως,αυτό το μοτίβο;Ο Ιωάννης Στοβαίος μάς διασώζει μία πολύ ενδιαφέρουσα ρήση του Σωκράτη,που ίσως απηχεί και την στωική αντίληψη για την στάση του ανθρώπου έναντι της ζωής:


«Πεττεία τινί έοικεν ο βίος,και δει ώσπερ ψήφον τινά τίθεσθαι το συμβαίνον.ου γαρ έστιν άνωθεν βαλείν ουδέ αναθέσθαι την ψήφον».

(Η ζωή μοιάζει με κάποιο παιχνίδι με ζάρια•και πρέπει κάποιος,ό,τι τού συμβαίνει,να το λογαριάζει σαν ζαριά•διότι δεν είναι δυνατόν να ξαναρίξει και να ξαναβάλει σε διαφορετική θέση τα ζάρια).





(Πηγή:«Παρηγορικά» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).