Τρίτη 19 Μαΐου 2009

Η αυτοθυσία του Γεωργίου Παξινού.

Ήδη από την έναρξη της Επανάστασης του 1821,το ζήτημα της ανάληψης ναυτικών πρωτοβουλιών για την ενίσχυση και ανακούφιση των δοκιμαζομένων σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα αγωνιστών εθεωρείτο ως μεγάλης σπουδαιότητος.Οι αυξανόμενες ανάγκες του πολέμου και η έλλειψη οργανώσεως καθιστούσαν επιτακτική ανάγκη την δημιουργία μιας ισχυρής ναυτικής παρουσίας,η οποία αφενός μεν θα λειτουργούσε αποτρεπτικά έναντι οιασδήποτε απόπειρας των Τούρκων να σπεύσουν με το στόλο να βοηθήσουν τους συμπατριώτες τους,αφετέρου δε θα χρησίμευε στον ανεφοδιασμό και την τροφοδοσία μεταξύ των σωμάτων της Πελοποννήσου και της Στερεάς.Ο κίνδυνος ήταν θανάσιμος.Τα οχυρωμένα κάστρα του Ρίου(«το Καστέλι του Μωρέως») και του Αντιρρίου(«το Καστέλι της Ρούμελης») και η ισχυρή ναυτική βάση της Ναυπάκτου ήταν μια διαρκή απειλή για τις επαναστατικές συγκοινωνίες μεταξύ νοτίου και κεντρικής Ελλάδος.Τα τρία κάστρα αποτελούσαν ένα πραγματικό φρουριακό συγκρότημα που έπρεπε πάση θυσία να εξουδετερωθεί.
Μετά την αποτυχημένη απόπειρα,τον Μάιο του 1821,να καταληφθεί το φρούριο του Αντιρρίου με σκάλες που τοποθετήθηκαν στα τείχη,όπου σκοτώθηκε μάλιστα ο επί κεφαλής της επιχείρησης οπλαρχηγός Δημήτριος Χορμόβας,οι προσπάθειες στράφηκαν προς το ισχυρό λιμάνι της Ναυπάκτου και τον εκεί αγκυροβολημένο τουρκικό στόλο.Αποφασίστηκε η πυρπόληση των τουρκικών πλοίων με πυρπολικά.
Η υπόδειξη έγινε από την Ύδρα με έγγραφο των προκρίτων με λεπτομερείς οδηγίες και ανέλαβε την κατασκευή του πυρπολικού ο Γεώργιος Μυριαλής ,Σπετσιώτης υποπλοίαρχος στην τρικάταρτη ναβέρτα του Υδραίου Νικολάου Μπόταση.Ταυτοχρόνως οι Υδραίοι πρόκριτοι έγραψαν για την κατασκευή του πυρπολικού και στους Γαλαξιδιώτες,για να προσφέρουν τα υλικά.
Ο Μυριαλής μεταχειρίστηκε για μετασκευή σε πυρπολικό ένα γαλαξειδιώτικο πλοίο,για το οποίο δόθηκε έγγραφη απόδειξη για αποζημίωση 30.000 γροσίων,όταν το δημόσιο ταμείο θα το επέτρεπε.Μεταφέρθηκαν από την ξηρά κληματόβεργες και δαδιά και από τα πλοία θειάφι,ρετσίνι και πίσσα και ο Μυριαλής γέμισε μ’αυτά τα υποφράγματα,τα κύτη της πρώρας και της πρύμνης.Το πλοίο ετοιμάστηκε,αλλά χρειαζόταν ο τολμηρός πυρπολητής που θα διηύθυνε και θα προσκολλούσε το πυρπολικό στο εχθρικό πλοίο.Κανείς από τους ναύτες,ασυνήθιστοι ακόμη σε τέτοιες ενέργειες,δεν τολμούσε να αναλάβει την πυρπόληση.Τότε παρουσιάστηκε στους πλοιάρχους και ζήτησε να τού ανατεθεί η επιχείρηση ο 25χρονος ναύτης Γεώργιος Παξινός.Ο τολμηρός αυτός νέος ανήκε στο πλήρωμα του πλοίου της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας «Οι Σύμμαχοι»,με κυβερνήτη τον Νικόλαο Α.Λαζάρου Ορλώφ.Όταν τον ρώτησαν οι πλοίαρχοι ,τι ήθελε ως αμοιβή της πράξης του,απάντησε:

«-Δεν θέλω τώρα τίποτα.Αν δώση ο Θεός και πετύχω,τότε θα σας πάρω από δέκα τάλλαρα,για να κάμω ένα χάρισμα της αρραβωνιαστικιάς μου».
Ο γενναίος ναύτης ήταν αρραβωνιασμένος στους Παξούς,την πατρίδα του.
Το πυρπολικό ξεκίνησε.Στο τιμόνι βρισκόταν ο Παξινός,τον οποίο ακολουθούσε σε βάρκα που είχε προσδεθεί στο πυρπολικό ο Μυριαλής,φέρνοντας την φωτιά.Από απόσταση παρακολουθούσε και ο Αδριανός Σωτηρίου με το πλοίο του «Λυκούργος».
Οι Τούρκοι αντιλήφτηκαν τα ελληνικά σκάφη που πλησίαζαν και άρχισαν τον κανονιοβολισμό και τους πυροβολισμούς από τα πλοία και από το φρούριο.Όμως η πορεία των πυρπολητών δεν ανεκόπη.Κατόρθωσαν,ενώ οι σφαίρες σφύριζαν γύρω τους,να πλησιάσουν στην τουρκική κορβέτα,πάνω στην οποία θα προσκολλούσαν το πυρπολικό.Τότε ο Μυριαλής,πριν ακόμη προσεγγίσει το σκάφος στο τουρκικό,άναψε την φωτιά,έκοψε το σκοινί και ακολουθούσε με την φωτιά κωπηλατώντας.Η ανάφλεξη του πυρπολικού άρχισε.Ο Παξινός προσπαθούσε ήδη μόνος με χειρισμούς του πηδαλίου να φέρει το πυρπολικό στα πλευρά του τουρκικού πλοίου.Ο Μυριαλής αντιλήφτηκε ότι η ανάφλεξη έγινε πρόωρα και ότι επρόκειτο για αποτυχία.Φώναξε τότε στον Παξινό να πέσει στη θάλασσα,για να σωθεί.Εκείνος αρνήθηκε.Ενώ καιγόταν το μεγαλύτερο μέρος του πλοίου μπροστά,έμενε στο τιμόνι,επιχειρώντας με αγωνιώδεις προσπάθειες να το ρίξει στο τουρκικό.
Μάταια τού φώναζαν από την βάρκα ότι θα χαθεί.Όταν η φωτιά πλησίασε στην πρύμνη,ο Παξινός,ενώ οι φλόγες τον πλησίαζαν απειλητικά,κρεμάστηκε από το παλάγκο(ανυψωτικός μηχανισμός του πλοίου) προς τα πίσω,στηριζόμενος στους αγκώνες και με το σώμα στο κενό,χωρίς να αφήνει το τιμόνι.Τέλος,γλίστρησε προς την θάλασσα,στην οποία βυθισμένος με το κεφάλι μόνο και τα χέρια έξω από την επιφάνεια,προσπαθούσε ακόμα να γυρίσει το τιμόνι.Τότε έφτασαν βάρκες από τα τουρκικά πλοία,τον συνέλαβαν και κατόρθωσαν να απομακρύνουν το φλεγόμενο πυρπολικό.
Ο Παξινός οδηγήθηκε στο φρούριο της Ναυπάκτου,σουβλίστηκε και κάηκε ζωντανός.
Για την ηρωϊκή αυτοθυσία του άτυχου πυρπολητή υπάρχει η ακόλουθη αφήγηση αυτόπτη μάρτυρα:

«Ο Γεώργιος Παξινός,ερρίφθη ως ήρως από κάτω εις τον Έπαχτον με το μπουρλότο,όπου έμενε μοναχός μέσα.Το μπουρλότο ορτζάριζε και η λάβρα της φωτιάς τον εκατσάρισεν από την κουβέρτα.Κι αυτός με την τρουμπέτα:«Ελευθερία,μάς έλεγε,ζητάτε μωρ’αδέρφια.Κι εγώ για την πίστι μας θελ’αποθάνη πρώτος,μα τη χρυσή πατρίδα μας,αν δια μας καή ο φλόκος».Απόξω από την κουρβέρτα ετράβα και κυβέρναγε να πέση στην τούρκικη κουρβέτα.Μη δυνηθείς να διευθύνη το τιμόνι από τας λάβρας του μπουρλότου,έπεσεν εις την θάλασσαν και με το μαχαίρι εις το χέρι τον έπιασαν οι άπιστοι και τον εσούβλισαν.Ταύτα έγραψα ευρεθείς τότε εντός με τον «Λυκούργον» και με τον καπετάν Αδριανόν Σωτηρίου Σπετσιώτην.
Ι.Θανασόπουλος».





(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου)

Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Σμύρνη,1922:Οι Μεγάλες Δυνάμεις παρακολουθούν απαθείς την σφαγή.


Σε γενικές γραμμές,οι επίσημες κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων,καθώς και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής,δεν έκαναν τίποτα,για να βοηθήσουν τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας στις τραγικές εκείνες μέρες της καταστροφής.Όχι μόνο έδειξαν αδιαφορία,αλλά συχνά κράτησαν εχθρική στάση,καταφεύγοντας σε ψεύδη ή δείχνοντας απάνθρωπο κυνισμό.Σχετικά με τον εμπρησμό της Σμύρνης ο Γάλλος Franklin-Bouillon είπε ότι «οι Έλληνες πυρπόλησαν τη Σμύρνη».Χαρακτηριστικό του κυνισμού πολλών επισήμων εκπροσώπων των ευρωπαϊκών δυνάμεων είναι και το παρακάτω συμβάν που αναφέρει ο Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη Horton:Ο Γάλλος γενικός πρόξενος,«ευφυολογώντας» για την καθυστέρησή του σ’ένα γεύμα,όπου παρευρισκόταν και ο ίδιος ο Horton,δήλωσε ότι :

«Η ατμάκατος,με την οποία ερχόμουν από το γαλλικόν πολεμικόν, προσέκρουε,συνεχώς,επί επιπλέοντα πτώματα Ελληνίδων».
Σε άλλο σημείο ο Horton ανέφερε:

«Η πυρπόλησις της Σμύρνης και η σφαγή και κακοποίησις του πληθυσμού κατέστη δυνατή κατά το σωτήριον έτος του 1922 εκ των ανταγωνισμών και των αντιτιθεμένων εμπορικών συμφερόντων μερικών χριστιανικών δυνάμεων και της παρασχεθείσης υπό τινών εξ αυτών ηθικής και υλικής βοηθείας εις τους Τούρκους.Οι Τούρκοι διέπραξαν τας φοβεράς των πράξεις εν τη πεποιθήσει ότι δεν θα εύρισκον αντίδρασιν ή επίκρισιν από μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών.Έφθασαν δε να πιστεύουν τούτο χάρις εις μίαν έντονον προπαγάνδαν διεξαγόμενην εις τον αμερικανικόν τύπον υπό μερικών που επεδίωκαν ν’ αποκτήσουν παραχωρήσεις από μέρους των Τούρκων και υπό ενδιαφερομένων συγγραφέων.Καμμία ακόμη γλαδστώνειος δεν υψώθη φωνή,από οιανδήποτε αμερικανικήν πηγήν,μολονότι οι Τούρκοι υπερέβησαν εαυτούς εις τας θηριωδίας των.Η απόκρυψις παρομοίων γεγονότων,ως τα ιστορηθέντα εις τα προηγηθέντα,ή παρερμηνεία αποκαλύπτει χαμηλόν αίσθημα ηθικής αντιλήψεως,συνεπές προς το πνεύμα της εμπορικής μας εποχής».

Αξίζει ακόμη να αναφερθεί η στάση των γαλλικών δυνάμεων στα Μουδανιά,όπου αφόπλιζαν τους Έλληνες στρατιώτες και τους παρέδιδαν στους Τούρκους.Οι Άγγλοι,οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί αποβίβασαν μικρές φρουρές ναυτών και τις τοποθέτησαν μπροστά στα Προξενεία και στα άλλα κτήρια των αποστολών τους,για να προστατέψουν τους συμπατριώτες τους,ενώ την ίδια ώρα τα ξένα πολεμικά που βρίσκονταν έξω από την Σμύρνη(11 αγγλικά,5 γαλλικά,2 ιταλικά και 3 αμερικανικά) και που θα μπορούσαν να σώσουν χιλιάδες από τους ανθρώπους που έσπευδαν στην προκυμαία αναζητώντας ένα μέσο διαφυγής,περιορίζονταν απλά στο να παρακολουθούν τα γεγονότα.

Αν όμως οι επίσημες κυβερνήσεις κράτησαν αυτή τη στάση,πολλά άτομα,μεμονωμένα,βοήθησαν συχνά να σωθούν πολλοί Μικρασιάτες.Αναφέρεται ότι στο Κορδελιό ένας Γάλλος,φορώντας την παλιά στολή του του υπολιμενικού του γαλλικού στρατού,έσωσε τη ζωή πολλών κατοίκων.Η Αμερικανίδα γιατρός Esther Lovejoy φρόντισε για την παροχή ιατρικής βοήθειας σε πολλούς πάσχοντες,ενώ ο Ιταλός πλοίαρχος του πλοίου «Μεγκ» παρέλαβε πλήθος προσφύγων και τους μετέφερε στην Ελλάδα.Ακόμη πρέπει να αναφερθεί ότι πολλοί Αμερικανοί ιδιώτες,με ατομική πρωτοβουλία,βοήθησαν στη σωτηρία μεγάλου αριθμού προσφύγων,παραλαμβάνοντάς τους σε πλοία εμπορικά ή ακόμη και πολεμικά.Χαρακτηριστικά μόνο αναφέρονται τα ονόματα της διευθύντριας του Αμερικανικού Κολλεγίου στη Σμύρνη M.Mills,καθώς και του Asa Jennings,υποδιευθυντή της ΧΑΝ στο προάστιο της Σμύρνης Παράδεισο.Ο Αγγελομάτης γράφει ότι «οι Αμερικανοί ήσαν πράγματι οι μόνοι που θα μπορούσαν να σώσουν τον σμυρναϊκόν πληθυσμόν,αλλά ημποδίζοντο από τας οδηγίας της κυβερνήσεώς τους».Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τον Αμερικανό πρόξενο στη Σμύρνη G.Horton,ο οποίος με την ανθρωπιστική στάση του απέναντι στους πρόσφυγες αποτέλεσε μοναδική εξαίρεση ανάμεσα στους επίσημους εκπροσώπους των ξένων Δυνάμεων.Τέλος,αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι και ορισμένοι Τούρκοι πολίτες και στρατιωτικοί,που δεν είχαν τυφλωθεί από τον εθνικιστικό φανατισμό,έσωσαν αρκετούς Έλληνες,πληρώνοντας σε μερικές περιπτώσεις το τόλμημά τους και με την ίδια τη ζωή τους.




(Πηγή:«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»,Τόμος ΙΕ',σελ.235,244 και 245).

Χαΐνηδες,οι αδάμαστοι αντάρτες της Κρήτης.

Η Κρήτη,μετά την κατάκτησή της από τους Τούρκους το 1669,δεν γνώρισε την ανακούφιση των προνομίων και της σχετικής αυτοδιοίκησης με τις δημογεροντίες,που είχαν δοθεί στις περισσότερες υπόδουλες ελληνικές περιοχές.Τέτοια προνόμια στο νησί δεν δόθηκαν παρά μόνο στα Σφακιά,που είχαν άλλωστε την αυτοδιοίκησή τους και υπό τους Ενετούς.Αλλά και αυτό δεν οφειλόταν σε εύνοια προς την επαρχία εκείνη,αλλά στην επιβολή ανάγκης.Οι Τούρκοι ήθελαν να απαλλαγούν από την ενόχληση των Σφακιανών που ήταν οι πολεμικότεροι από όλους τους Κρήτες και που τα καταφύγιά τους,ορεινά και ισχυρά,ήταν δύσκολο να προσβληθούν.
Όλο το υπόλοιπο νησί έμεινε στη χειρότερη δουλεία.Η ελληνική κοινότητα δεν αποτελούσε εκεί νομίμως αναγνωρισμένο οργανισμό,αφού δεν είχε δημογέροντες,και επομένως ούτε αρματωλοί δημιουργήθηκαν.Οι ραγιάδες εξαρτώνταν απ’ευθείας από την τουρκική διοίκηση.
Αλλά,αν έλειψαν από την Κρήτη και τα μικρότερα διοικητικά προνόμια,που ελάφρωναν αλλού το βάρος της δουλείας για πολλούς τουλάχιστον,αν όχι για όλους τους ραγιάδες,δεν έλειψε όμως και το αίσθημα της ελευθερίας.Εκείνοι που δεν υπέφεραν τον ζυγό ήταν πολλοί και,αφού άλλη διέξοδος δεν υπήρχε γι’αυτούς ούτε τρόπος να βρουν τα δίκαιά τους έναντι των αγάδων και των γενιτσάρων,πήραν τα βουνά,αντάρτες αδιάλλακτοι έναντι των Τούρκων μέχρι το τέλος της ζωής τους,αφού δεν υπήρχαν αρματωλίκια,στα οποία να καταταχθούν κατόπιν συνδιαλλαγής,όπως συνέβαινε στις άλλες τουρκοκρατούμενες περιοχές.Από τους αυθόρμητους αυτούς επαναστάτες προήλθαν οι λεγόμενοι «αδελφοπητοί» από τους Κρήτες και «χαΐνηδες» από τους Τούρκους,που ήταν για την Κρήτη,ό,τι οι κλέφτες για την άλλη Ελλάδα.Τους ύμνησαν και αυτούς,όπως και τους κλέφτες της Ρούμελης και της Πελοποννήσου τα δημοτικά τραγούδια.Δεν ήταν κακοποιοί-αυτό σήμαινε χαΐνηδες-όπως τους χαρακτήριζαν οι Τούρκοι.Ήταν πραγματικοί επαναστάτες.Και άρχισαν να σχηματίζονται τα σώματά τους στα βουνά της Κρήτης αμέσως μετά την τουρκική κατάκτηση,απαράλλακτα όπως συνέβη και με τους κλέφτες στην ηπειρωτική Ελλάδα.Ο Τουρνεφόρ αναφέρεται σ’αυτούς και τους χαρακτηρίζει όχι ως ληστές ή αντάρτες απλώς,αλλά ως «Έλληνες επαναστάτες» και λέει ότι επιτίθονταν στους Τούρκους,έκαιγαν,άρπαζαν,σκότωναν και μεταχειρίζονταν εκείνους που συνελάμβαναν με τόση σκληρότητα,ώστε είχαν αποβεί ο τρόμος των Τούρκων.Βοηθοί κατ’αρχάς των Ενετών στις απόπειρές τους,έως το 1715,για την ανάκτηση της Κρήτης,συνέχισαν έπειτα την επαναστατική ζωή τους όχι με την ελπίδα να απελευθερώσουν την πατρίδα τους,αλλά μόνο για να μην υποκύψουν στους Τούρκους και να τους τιμωρούν για τα εγκλήματά τους κατά των ομογενών τους.Η παραμονή τους στα βουνά και οι πράξεις τους ήταν μια άγρια διαμαρτυρία κατά της έλλειψης των στοιχειωδών παραγόντων της ομαλής ζωής,της διοίκησης και της δικαιοσύνης.Είχαν την συνείδηση της επαναστατικης ανάγκης και της εθνικής και ανθρώπινης αποστολής τους.
Οι γενναίοι αυτοί άνδρες απέβησαν οι μοναδικοί προασπιστές του ελληνικού πληθυσμού σε όλο το νησί.Εκδικητές των τουρκικών εγκλημάτων και τιμωροί τους ήταν μια ισχυρή αντίδραση στην φοβερή δράση των «ξεκουκούλωτων»,των φανατικών εκείνων γενιτσάρων,που οργανωμένοι σε ληστρικές ομάδες,περιέτρεχαν την κρητική ύπαιθρο τρομοκρατώντας τον εγχώριο πληθυσμό.Όπου υπήρχαν πολλοί από αυτούς τους αντάρτες,οι επιθέσεις εναντίον των ελληνικών χωριών ήταν λιγότερες και διαβατικές.
Αλλά για κανένα από αυτούς τους ηρωϊκούς ανθρωπους δεν υπήρχε έλεος,όταν συλλαμβάνονταν.Οι κλέφτες της υπόλοιπης Ελλάδας συμβιβάζονταν ενίοτε και γίνονταν αρματωλοί και μερικοί τιμωρούνταν μόνο με φυλάκιση,από την οποία συχνά σώζονταν.Αλλά οι χαΐνηδες της Κρήτης,όταν έπεφταν στα χέρια της εξουσίας,ήταν χαμένοι.Η μανία των Τούρκων εναντίον τους δεν έβρισκε άλλη ικανοποίηση παρά την θανάτωση με μαρτύρια.Ένας από αυτούς που είχε συλληφθεί κατά το 1699 προσέφερε 2.000 χρυσά,για να τού χαρίσουν την ζωή,αλλά ο πασσάς εξαγριωμένος εναντίον του διέταξε να τού κρεμάσουν στο λαιμό τα χρυσά αυτά νομίσματα και να τον πνίξουν μ’αυτά.Λειτουργούσε γι’αυτούς στην Κρήτη ειδικό μηχάνημα για θανάτωση με διαμελισμό.Και η εκτέλεση γινόταν δημοσίως προς παραδειγματισμό.Αλλά αυτό δεν εμπόδισε να πληθύνουν οι χαΐνηδες και να σχηματισθούν ολόκληρα καπετανάτα,που αποτέλεσαν τους μεγάλους πυρήνες των διαφόρων επαναστάσεων της Κρήτης.
Τα χωριά Κάμπος,Θέρισσον,Λάκκοι και Μεσσαλά έγιναν τα πρώτακαταφύγια των υπερήφανων Κρητών που συνεπολέμησαν μαζί με τους τελευταίους Ενετούς κατά των Τούρκων και διασκορπίστηκαν μετά την αναχώρησή τους.Εκεί εξακολούθησαν να προσφεύγουν και όσοι είχαν ήδη υποστεί τις πρώτες επιθέσεις των γενιτσάρων και προτίμησαν από το να μείνουν στους τόπους τους με την αμφίβολη ελπίδα της διασώσεως μέρους της περιουσίας τους να εγκαταλείψουν,ό,τι είχαν, και να ζήσουν την σκληρή,αλλά ελεύθερη ζωή των βουνών.Τα φαράγγια και τα φοβερά ανάμεσα σε τιτανώδεις απρόσιτους βράχους οροπέδια των Λευκών Ορέων έγιναν τα φρούριά τους.Τα Σφακιά,που διατήρησαν την αυτονομία τους,όχι από σεβασμό των Τούρκων προς το καθεστώς των Ενετών,αλλά λόγω της οχυρής τους θέσης,των κινδύνων που διέτρεχαν οι Τούρκοι από ενδεχόμενη επίθεση των ανταρτών και του ανυποτάκτου των κατοίκων,ήταν ήδη μια πυκνή εστία πολεμιστών.Η ζωή στα απρόσιτα εκείνα μέρη των ανθρώπων αυτών,η γεμάτη από στερήσεις και κινδύνους ζωή,υπήρξε η φοβερή γυμναστική που παρεσκεύασε πυρήνες επαναστατικούς και η απόδειξη της ζωτικότητας του κρητικού λαού.Οι αντάρτες αυτοί προέρχονταν από όλες τις τάξεις.Υπήρχαν μεταξύ τους ζωηροί άνθρωποι του λαού και απόγονοι επιφανών επί Ενετοκρατίας οικογενειών,που προτίμησαν,αντί να διατηρήσουν την περιουσία και την δύναμή τους εξισλαμιζόμενοι,φαινόμενο σύνηθες στην τότε Κρήτη,να πάρουν ένα όπλο και να ανέβουν στα βουνά.Από αυτούς σχηματίστηκαν σώματα ολόκληρα,καπετανάτα με αρχηγούς,που η επιβολή τους επί των άλλων οφειλόταν μόνο στα φυσικά τους πλεονεκτήματα και στην πολεμική τους ικανότητα.
Η ιστορία των ανθρώπων αυτών των Λευκών Ορέων,που ήταν ανάλογοι προς εκείνους της Πίνδου,του Ολύμπου,του Παρνασσού,της Οίτης ,του Ταϋγέτου και των αρκαδικών βουνών δεν είναι ιστορία προσώπων.Είναι η ιστορία της αντιδράσεως της ζωτικότητας του κρητικού λαού κατά της τουρκικής βίας,η ιστορία του πνεύματος της ελευθερίας,που δεν έπαψε σε καμμία εποχή να πνέει στην Κρήτη.




(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).

Κυριακή 17 Μαΐου 2009

Πάργα,1819:το αιώνιο στίγμα της αγγλικής πολιτικής.


Στην αυγή του 15ου αιώνος μ.Χ. οι οιωνοί για την άλλοτε κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν πολύ σκοτεινοί.Οι Τούρκοι προήλαυναν σε όλα τα μέτωπα περιορίζοντας πια τους Βυζαντινούς σε κατάσταση άμυνας.Πέρα από τα στενά πλαίσια της πόλεως του Βυζαντίου,οι υπόλοιπες ελληνικές περιοχές βρίσκονταν σε θανάσιμο κίνδυνο,καθώς το ισχυρό «ανάχωμα» της Μικράς Ασίας είχε ήδη καταρρεύσει προ πολλού και τα βυζαντινά όπλα ήταν ανήμπορα να αντιστρέψουν την κατάσταση.Την ίδια εποχή,νέες δυνάμεις διεκδικούν ερείσματα στην Μεσόγειο και τις ελληνικές χώρες και προσπαθούν να αποσπάσουν ό,τι μπορούν από την παραπαίουσα Αυτοκρατορία.Μία πό αυτές είναι η πόλη της Βενετίας.
Στο Ιόνιο Πέλαγος,η Πάργα αποτέλεσε από νωρίς φιλόδοξος στόχος των Βενετών.Και όχι άδικα.Η πόλη λόγω της αξιοζήλευτης θέσης της,απέναντι από την ήδη υπό την κατοχή των Βενετών Κέρκυρα,μπορούσε με κατάλληλη πρόνοια να αποτελέσει ισχυρότατη βάση τους,εξασφαλίζοντας τον έλεγχο του Ιονίου Πελάγους,αλλά και των ορμητικών Τούρκων που σχεδίαζαν κατακτητικές εκστρατείες σε όλη την ελληνική επικράτεια.Τα σχέδια των Βενετών διευκόλυναν οι ίδιοι οι Πάργιοι,οι οποίοι διαισθανόμενοι την καταστροφή που τους πλησίαζε,ζήτησαν να υπαχθούν υπό την ισχυρή δημοκρατία της Βενετίας,όπως και τελικώς έγινε.
Η προσάρτηση της Πράγας στη Βενετία κυρώθηκε με πράξη το 1447 από τον Δόγη Φραγκίσκο Φοσκαρίνι,την ίδια ώρα που οι Τούρκοι είχαν πλημμυρίσει πια την Βόρεια Ελλάδα και ο Σκεντέρμπεης αμυνόταν απεγνωσμένα στην Αλβανία.Η σημαία της ημισέληνου,η οποία μετά από λίγο πλημμύρισε την Ήπειρο,στάθηκε σε μικρή απόσταση από την Πάργα.Πάνω στον υπερήφανο βράχο της κυμάτιζε η σημαία του λέοντος του Αγίου Μάρκου.Οι Τούρκοι επιχείρησαν πολλές φορές να ανέβουν τους γκρεμούς της,αλλά συνετρίβησαν.Υπεράσπιζε την Πάργα η γενναιότητα των κατοίκων της και οι βοήθειες σε πολεμικό υλικό εκ μέρους της Βενετίας.Οι Βενετοί ονόμαζαν την Πάργα «το αυτί και το μάτι των Κορφών».Αποτέλεσμα αυτής της ανάγκης ήταν να χτισθεί από το 1571 μέχρι το 1575 το ισχυρό της φρούριο.Αναφέρεται μια πολιορκία της Πάργας από 6.000 Τούρκους υπό ένα πασσά.Κράτησε 5 μήνες,μετά από τους οποίους οι εχθροί αποχώρησαν.
Η Πάργα με τις δυνάμεις της και την ισχυρή συνδρομή της Βενετίας κατόρθωσε να μη γίνει τουρκική μέχρι τον 19ο αιώνα.Τούτο ήταν πολύ σημαντικό,γιατί δεν ήταν νησί•βρισκόταν στην τουρκική Ήπειρο και άλλα ισχυρά βενετικά κάστρα είχαν ήδη υποκύψει στους Τούρκους από τις αρχές του 18ου αιώνος.Αλλά κατόρθωσε και κάτι άλλο σπουδαιότερο:υπό την βενετοκρατία τόσων αιώνων κράτησε ανεπηρέαστο τον εθνισμό της.Τον βρίσκουμε στην διατήρηση των αγνών ηπειρωτικών ηθών,της γλώσσας και του ελληνικού αισθήματος.
Οι περιπέτειες της Επτανήσου,από το 1797 και μετά,από τις αλληλοδιάδοχες κυριότητες των Ευρωπαίων προκάλεσαν την τραγωδία της Πάργας.Η Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο,βάσει της οποίας η Γαλλία και η Αυστρία μοιράζονταν τις κτήσεις της Βενετίας,έδωσε στην πρώτη τα Επτάνησα με την Πρέβεζα,την Βόνιτσα,το Βουθρωτό και την Πάργα.Η ρωσοτουρκική συνθήκη του 1800 παρέδωσε την «προστασία της δημοκρατίας της Επτανήσου» στη Ρωσία,η οποία και μεταβίβασε τα «εξαρτήματα»,όπως ορίζονταν τα επί του ηπειρωτικού εδάφους φρούρια,στην Τουρκία,εκτός από την Πάργα.Η συνθήκη του Τιλσίτ επανέφερε την κτήση στους Γάλλους και το 1809 ο αγγλικός στόλος άρχισε την κατάληψη των νησιών.Οι Άγγλοι θεώρησαν την Πάργα στρατηγικώς απαραίτητη για την ασφάλεια της Κέρκυρας.Εν τούτοις,κατά την τελική συνθήκη για τον διακανονισμό της κυριότητας των Επτανήσων στο Παρίσι,δεν έγινε μνεία της Πάργας και των άλλων φρουρίων στην Ήπειρο και την Στερεά,παρά μόνο υπό τον γενικό όρο «εξαρτήματα»,παρά τις προσπάθειες του Ιωάννη Καποδίστρια να θεωρηθούν,με σαφή διατύπωση,συνενωμένες και η Πάργα,Βόνιτσα κλπ. με τα Επτάνησα.Επρόκειτο πλέον κατ’ουσίαν μόνο για την Πάργα,αφού τα άλλα φρούρια είχαν παραχωρηθεί στην Τουρκία.Οι Πάργιοι ανησύχησαν έκτοτε και όχι άδικα.Η αγγλική πολιτική με τον ασαφή εκείνο όρο για τα ηπειρωτικά φρούρια(«εξαρτήματα») είχε αφήσει ανοιχτή πόρτα για τις παραχωρήσεις της προς την Τουρκία ή τον Αλή Πασά απ’ευθείας.
Ο δυνάστης της Ηπείρου από πολύ καιρό είχε τα βλέμματα όχι μόνο προς τα φρούρια εκείνα,αλλά και προς τα ίδια τα Επτάνησα.Το καλοκαίρι του 1806 μάλιστα λίγο έλειψε να καταλάβει την Λευκάδα,όμως απετράπη χάρη στις ενέργειες του Ιωάννη Καποδίστρια,που διατελούσε τότε γραμματεύς της Ιονίου επικρατείας.Αφού,λοιπόν,ο Αλής απέτυχε να καταλάβει τα Ιόνια νησιά,στράφηκε πλέον προς την Πάργα.Δεν ήταν δυνατόν να ανεχθεί την ύπαρξη της Πάργας υπό άλλη σημαία,σε χώρα που του ανήκε εξ ολοκλήρου.Και εκείνο που τον ερέθιζε περισσότερο δεν ήταν τόσο η δίψα της κτήσεως,αλλά η θέση της Πάργας.Η εναντίον του ελληνική αντίσταση,που είχε το ένα της πόδι στο Σούλι,στηριζόταν και με το άλλο στην Πάργα.Εκεί κατέφευγαν οι Σουλιώτες,όταν υφίσταντο τις επιθέσεις του Αλή.Η Πάργα ήταν καταφύγιο και ορμητήριο ταυτοχρόνως ελληνικό.Ο Αλής είχε αρχίσει τις πλάγιες ενέργειές του για την Πάργα πριν από την υπογραφή της αγγλοτουρκικής συνθήκης.Η Πύλη δυστρόπησε,όπως πάντοτε,στην αναγνώριση της αγγλικής προστασίας επί των Επτανήσων και ο Αλής,ευρισκόμενος σε μυστικές συνεννοήσεις με τους Άγγλους,ανέλαβε να πείσει την Πύλη να αναγνωρίσει την αγγλική κατοχή στα νησιά,με τον όρο να παραδοθεί η Πάργα στην Πύλη.Εξ άλλου με μυστική συνθήκη η Πύλη θα αναγνώριζε στον Αλή την κυριότητα της Πάργας,όταν θα του την παρέδιδαν οι Άγγλοι.
Αυτός ήταν ο λόγος,για τον οποίο δεν αναφέρθηκε η Πάργα στην μεταξύ Αγγλίας και Τουρκίας συνθήκη.Τίποτα δεν ήταν ευκολότερο στους Άγγλους από το να την κρατήσουν.Οι υποσχέσεις που είχαν δώσει στον Αλή για την παράδοσή της ήταν μυστικές και άγραφες και δεν είχαν σημασία.Ούτε φόβος εκστρατείας των Τούρκων κατά της Πάργας υπήρχε,διότι η Αγγλία δεν βρισκόταν στα Επτάνησα και στην Πάργα κατ’ανοχή και από σεβασμό προς την συνθήκη,αλλά με την δύναμή της.Αλλά οι ευρισκόμενοι τότε στην εξουσία Άγγλοι απέβλεπαν στην Πάργα ως μέσο,για να πλησιάσουν στον θησαυρό του Αλή.Άρχισαν τότε διαπραγματεύσεις μεταξύ των πρακτόρων του Αρμοστή των Επτανήσων Θωμά Μαίτλαντ και του Αλή για την πώληση της Πάργας,παζάρια άξια πειρατών σωματεμπόρων.Εστάλησαν εκτιμητές των περιουσιών,οι οποίες θα εγκαταλείπονταν από τους κατοίκους,γιατί η πώληση θα γινόταν με την μορφή δήθεν αποζημιώσεως των υποχρεωμένων να φύγουν από την πόλη τους Παργίων.Συγχρόνως ο Αλής είχε αρχίσει να απειλεί την Πάργα με συγκεντρώσεις στρατιωτικών δυνάμεων γύρω απ’αυτή.Αλλά οι Άγγλοι δεν έπαιζαν και τον κράτησαν σε απόσταση.Θα τού παρέδιδαν την Πάργα,όχι γιατί δεν μπορούσαν να την κρατήσουν,αλλά για να την πουλήσουν.Τα μεταξύ των εκτιμητών των Άγγλων αφ’ενός και του Αλή αφ’ετέρου παζάρια προχωρούσαν αξιοθρήνητα.Οι πρώτοι ζητούσαν 500.000 λίρες στερλίνες και οι άνθρωποι του Αλή προσέφεραν μόνο 50.Αλλά οι Άγγλοι,που δεν πουλούσαν πράγματα που τους στοίχιζαν,συμβιβάστηκαν στις 150.000 λίρες,χωρίς να ρωτήσουν καν τους Πάργιους.Εκείνοι γνώριζαν πια την τύχη που τους περίμενε και είχαν πάρει την απόφαση του εκπατρισμού,αλλά με την ελπίδα ότι θα αποζημιώνονταν για τις περιουσίες τους.
Τέλος,την 15η Μαρτίου 1819 μια αγγλική φρεγάτα απεβίβασε στην Πάργα 150 Άγγλους στρατιώτες και ο φρούραρχος ανήγγειλε στους προκρίτους ότι,κατόπιν συνομολογηθείσης συμφωνίας μεταξύ του Αλή και του Άγγλου Αρμοστή,θα έμπαινε στην Πάργα στρατός Τουρκαλβανών.Οι Πύργιοι,στους οποίους είχε δοθεί υπόσχεση από τους Άγγλους ότι δεν θα έμπαιναν Τούρκοι στην πόλη τους,πριν αποζημιωθούν για τις περιουσίες τους στην πραγματική τους αξία και πριν φύγουν,κατεπλάγησαν.Απηύθυναν τότε αναφορά σε ικετευτικό ύφος προς τον Μαίτλαντ,ζητώντας να μην μπουν οι Τούρκοι στην Πάργα,πριν αναχωρήσουν όλοι με τις οικογένειές τους.Ο Μιτλαντ τούς το υποσχέθηκε,αλλά την 4η Απριλίου ανακοίνωσε ότι αποφάσισε να επιτρέψει να μπει στην πόλη απόσπασμα του στρατού του Αλή,ότι η είσοδος των τουρκικών στρατευμάτων δεν έπρεπε να τους βιάσει να εγκαταλείψουν τον τόπο τους και ότι η αγγλική φρουρά ήταν εγγύηση για την ασφάλειά τους.
Αλλά οι Πάργιοι δεν εννοούσαν να δουν Τούρκους στην πόλη τους,εφ’όσον έμεναν εκεί,ούτε να φύγουν,πριν τούς δοθεί αποζημίωση.Πού θα πήγαιναν και με τί θα ζούσαν,όταν θα τους έλειπε κάθε πόρος ζωής;Εξακολουθούσε η αγωνία στην Πάργα από την ανακοίνωση του Μαίτλαντ,όταν αναγγέλθηκε ότι οι Τούρκοι πλησίασαν στο βουνό Πετζέβολο.Έγινε ταραχή.Οι πρόκριτοι έτρεξαν αμέσως στον φρούραρχο και τού δήλωσαν την απόφασή τους να εμποδίσουν τους Τούρκους με τα ακόλουθα λόγια:

«-Θάνατος καλύτερα και τάφος παρά ν’αφήσουμε τους Τούρκους να μπουν στην πατρίδα μας».
Ο φρούραρχος φοβήθηκε και ειδοποίησε αμέσως τον Μαίτλαντ κι εκείνος έστειλε αμέσως στην Πάργα τον στρατηγό Φρειδερίκο Άνταμ.Ο απεσταλμένος στρατηγός προσπάθησε να πείσει τους Παργίους να συγκατατεθούν να κατασκηνώσουν οι Τούρκοι κοντά στο μοναστήρι της Βλαχέραινας,που βρισκόταν λίγο έξω από την πόλη,έως ότου πληρωθεί η αποζημίωση από τον Αλή πασσά.Αλλά οι πρόκριτοι των Παργίων έκριναν ύποπτη αυτή την προσέγγιση των Τούρκων και διαμαρτύρονταν.

«-Είσθε ισχυρείς σεις οι Άγγλοι,είπαν,και μπορείτε να μας βιάσετε.Αλλά να ξέρετε ότι και αν όλοι οι στόλοι της Αγγλίας έλθουν και μας φοβερίσουν,Τούρκου ποδάρι δεν θα πατήση τον τόπο μας,αν δεν φύγουμε πρώτα και αν δεν πάρουμε την αξίαν των κτημάτων μας».
Ο Άνταμ κατόρθωσε φαίνεται να συγκρατήσει τους Τούρκους έξω από την πόλη και να μη μπουν αμέσως στην Πάργα,όπως σκόπευαν,και έπειτα έφυγε για την Κέρκυρα.Οι Πάργιοι στήριζαν λίγες ελπίδες στον Άνταμ.Γνώριζαν ότι ήταν ευμενής έναντι των Ελλήνων και ότι ένας συναισθηματικός δεσμός του τον έκανε να συμπαθεί τους Πυργίους.Ο Άνταμ είχε ερωμένη μια γυναίκα από την Πάργα.Και οι Πάργιοι φαντάζονταν ότι ο Άνταμ θα μετέπειθε τον Μαίτλαντ και θα λαμβάνονταν αποφάσεις ευνοϊκότερες γι’αυτούς.Αλλά τα αισθήματα,και τα ανθρωπιστικά και τα ερωτικά,του Άνταμ δεν ήταν ικανά να μετατρέψουν μια υπόθεση αγοραπωλησίας,όπως αυτή της Πάργας,και πέρασαν 4 μέρες αγωνίας για τους ταλαίπωρους ανθρώπους,χωρίς να έλθη καμμιά είδηση από την Κέρκυρα.
Τότε αποφάσισαν να επιτεθούν κατά των Τούρκων,που είχαν κατασκηνώσει έξω από την πόλη,και πήραν τα όπλα.Οι Άγγλοι αντιλήφτηκαν τις κινήσεις τους και τους εμπόδισαν.Και οι Πάριοι,αποφασισμένοι πλέον να φύγουν,έτρεξαν στις εκκλησίες και άρχισαν να βγάζουν από τα τέμπλα τις άγιες εικόνες και να συναθροίζουν τα ιερά σκεύη,τα κειμήλια και τα αφιερώματα,για να τα πάρουν μαζί τους.Αλλά οι Άγγλοι έσπευσαν μαζί τους στις εκκλησίες και τους εμπόδισαν να τα πάρουν,λέγοντας ότι οι εκκλησίες,μαζί με όσα περιείχαν,ανήκαν στους Τούρκους,αφού η πόλη όλη εξαγοράστηκε από αυτούς.Δεν ανήκαν πλέον στους δυστυχείς ανθρώπους ούτε τα άγιά τους.Έπειτα μερικοί Πάργιοι επιχείρησαν να κόψουν ξύλα και καρπούς από τους κήπους για την συντήρησή τους στον δρόμο,αλλά δεν τους επετράπη ούτε αυτό από τους Άγγλους,που τους δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν να θίξουν ούτε ένα φύλλο δέντρου,αφού όλα θα πληρώνονταν από τους Τούρκους(βεβαίως,η συνέχεια ήταν κωμική:οι αποζημιώσεις,που ανέρχονταν φυσιολογικά σε 750.000 λίρες περίπου και που πληρώθηκαν αδικαιολόγητα 7 μήνες μετά,παρά την έκδηλη εξαθλίωση των προσφύγων,περιορίστηκαν στο ευτελές,εκ της συγκρίσεως,ποσό των 150.000 λιρών,από το οποίο παρακρατήθηκαν από την αγγλική διοίκηση των Επτανήσων 40.000 περίπου λίρες,με το πρόσχημα της καταβολής των ναύλων μεταφοράς των προσφύγων από την Πάργα στην Κέρκυρα,έδρα της αγγλικής διοικήσεως.Σημειωτέον ότι οι ακτές απέχουν μεταξύ τους ελάχιστα,στοιχείο που καταδεικνύει το φαιδρόν της παρακράτησης.Τέτοια ναύλα θα δικαιολογούνταν μόνο για πολύ μακρινά ταξίδια και όχι φυσικά για το πέρασμα Πάργας-Κέρκυρας).
Στην απελπισία τους τότε οι Πάργιοι στράφηκαν προς το νεκροταφείο και ξέθαψαν τα κόκαλα των νεκρών τους,φωνάζοντας ότι οι Άγγλοι που πούλησαν τα σπίτια τους,τις εκκλησίες τους και ό,τι τους ανήκε,ξέχασαν ασφαλώς να πουλήσουν και τα κόκαλα των νεκρών και ότι αυτά τουλάχιστον τούς ανήκαν.Τα έφεραν όλα στην πλατεία και τα έκαψαν μπροστά στους Άγγλους.Τότε στην απελπισία τους σκέφτηκαν να σφάξουν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και να ορμήσουν κατά των Τούρκων και να πέσουν μέχρις ενός.Αλλά ο Άνταμ είχε έλθει από την Κέρκυρα κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή,κατόρθωσε να τους κατευνάσει με υποσχέσεις εξασφαλίσεως για το μέλλον και το τραγικό εκείνο διάβημα απετράπη.
Τότε φόρτωσαν σε σάκους την στάχτη των νεκρών τους και άρχισαν να φεύγουν προς επιβίβαση στα πλοία που περίμεναν στην ακτή,για να τους μεταφέρουν στην Κέρκυρα.Πέρασαν σπαρακτικές στιγμές.Οι γυναίκες ξεσπούσαν σε συνταρακτικούς θρήνους,οι γέροι ξεστόμιζαν φοβερές κατάρες,οι άντρες μόλις συγκρατούσαν τους λυγμούς τους και έσφιγγαν τα χείλη,ωχροί και ισχνοί από την αγωνία τόσου καιρού,βαδίζοντας σαν ζωντανοί νεκροί.Πολλοί στην ακτή έπεφταν στη γη και φιλούσαν το έδαφος της πατρίδας που ήταν υποχρεωμένοι να εγκαταλείψουν διά παντός.Οι Άγγλοι φέρθηκαν σκληρά και κατά την ιερή εκείνη ώρα της μεγάλης τους συγκίνησης.Πήραν μερικούς από τους Παργίους,για να τους μεταχειριστούν για αγγαρείες.Τα πλοία τέλος τους παρέλαβαν.Ήταν συνολικά 4.000 άτομα.
Η τραγική εκείνη ημέρα ήταν η 15η Απριλίου του 1819.
Στην Κέρκυρα,όπου αποβιβάστηκαν οι πρόσφυγες,έζησαν σε μεγάλη ένδεια,υπό την απάνθρωπη και μισελληνική απάθεια του Αρμοστή Μαίτλαντ,που,αν και πέτυχε το σκοπό του,να λεηλατήσει δηλαδή τους θησαυρούς των Παργίων,μένοντας αιώνιο στίγμα της αγγλικής πολιτικής εκείνης της εποχής,αδιαφόρησε προκλητικά ακόμη και για την επιβίωση των εξαθλιωμένων ανθρώπων.Με μεγάλη σπουδή όμως φρόντισε να τους πολιτογραφήσει πολίτες του Ιονίου κράτους(όχι φυσικά για να ενισχύσει την θέση τους,αλλά για να δεσμεύσει οποιαδήποτε μελλοντικώς ενδεχόμενη απόπειρα συμμετοχής των Παργίων στον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα.Μια τέτοια συμμετοχή τους θα ισοδυναμούσε με παραβίαση της αγγλικής νομοθεσίας του Ιονίου κράτους,μιας και οι Πάργιοι πρόσφυγες είχαν αποκτήσει την ιδιότητα του πολίτη ,κι έτσι η τιμωρία τους θα ήταν σκληρή).



(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

Η πολιτική φιλοσοφία του Πλάτωνος


Ο Πλάτων λόγω της αριστοκρατικής του καταγωγής θεωρούσε τον εαυτό του ως προορισμένο για πολιτική δράση.Εμβαθύνοντας,όμως,στις δυνατότητες και στο νόημα της πολιτικής δράσεως διέγνωσε ότι πολιτικός δεν είναι εκείνος που κατορθώνει να κατακτήσει την πολιτική εξουσία,αλλά μόνο εκείνος που κατανοεί τι είναι ο πολιτικός βίος και πώς μπορεί να θεμελιωθεί σε σταθερές βάσεις.Η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα δεν τον ικανοποιεί καθόλου,καθώς η πόλη έχει καταντήσει έρμαιο των δημαγωγών και πιστεύει ότι χρειάζονται ριζικά μέτρα,για να αποκατασταθεί υγιής πολιτικός βίος.Στην «Πολιτεία» λέγει ότι η πολιτική κοινότητα είναι η απαραίτητη προϋπόθεση,για να υπάρξει και να αναπτυχθεί ο άνθρωπος.Επίσης ότι η άριστη πολιτεία μπορεί να θεμελιωθεί μόνο στην δικαιοσύνη,η οποία, όμως, προϋποθέτει την ύπαρξη των τριών άλλων,κατά Πλάτωνα,αρετών ,δηλαδή της σοφίας-λογιστικόν,της ανδρείας-θυμοειδές και της σωφροσύνης-επιθυμητικόν.Πώς θα γίνουν οι άνθρωποι μέτοχοι αυτών των αρετών;Με την παιδεία,απαντά ο φιλόσοφος.Η πρώτη προϋπόθεση για την δημιουργία της αρίστης πολιτείας είναι η παιδεία.Ωστόσο ο Πλάτων διευκρινίζει ότι δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να γίνουν φορείς όλων των ανωτέρω αρετών,αλλά ο βαθμός πρόσκτησης των αρετών αυτών βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με τις φυσικές και πνευματικές καταβολές κάθε ανθρώπου.Διακρίνει τους ανθρώπους σε τρεις τάξεις:στην πρώτη είναι ανεπτυγμένο το λογιστικόν μέρος της ψυχής,στην άλλη το θυμοειδές και στην τρίτη το επιθυμητικόν.Οι τρεις αυτές τάξεις θα πρέπει να λειτουργήσουν με δικαιοσύνη,δηλαδή να αναγνωρίσει η κάθε μία τις δυνατότητές της και να αποφασίσει να αφοσιωθεί στον χώρο δράσης της,αλλά και να συνεργασθεί με τις υπόλοιπες στην ύφανση του κοινωνικού ιστού.Οι έχοντες ανεπτυγμένο το λογιστικόν θα αποτελέσουν τους φιλοσόφους και θα ασχολούνται με την επιστημονική έρευνα,ως φρονιμότεροι των άλλων και γι’αυτό θα είναι και οι άρχοντες της πόλεως.Οι έχοντες ανεπτυγμένον το θυμοειδές θα ταχθούν στην κατηγορία των φυλάκων της πόλεως και επικούρων.Οι έχοντες ανεπτυγμένο το επιθυμητικόν θα αποτελέσουν την κατηγορία των γεωργών και δημιουργών(θα είναι απαλλαγμένοι των στρατιωτικών υποχρεώσεων).Οι ανήκοντες στις τάξεις των φιλοσόφων και των φυλάκων δεν θα έχουν ούτε περιουσία ούτε οικογένεια.Γι’αυτούς τα τέκνα και οι γυναίκες θα είναι κοινά.Τις συζεύξεις ανδρών και γυναικών θα τις καθορίζουν οι άρχοντες,λαμβάνοντες μέτρα,για να αποφεύγονται οι αιμομιξίες και να προάγεται ο ευγονισμός.Τα τέκνα θα ανατρέφονται και θα εκπαιδεύονται με μέριμνα της πολιτείας,με σαφή διάκριση στην παιδαγωγική διαδικασία ανάμεσα σε φιλοσόφους και φύλακες.Οι γυναίκες θα έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους άντρες.Για την τάξη των γεωργών και δημιουργών δεν ισχύουν οι υποχρεώσεις της κοινότητας των αγαθών,των γυναικών και των τέκνων.Ο Πλάτων γνώριζε ότι το σχέδιο της αρίστης πολιτείας που πρότεινε ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί υπό τις συνήθεις συνθήκες του πολιτικού βίου.Ο φιλόσοφος διακρίνεται από βαθιά περιφρόνηση προς την οικονομία ως παράγοντα συνδιαμόρφωσης της αρίστης πολιτείας.Προβαίνει στην κατάργηση της ατομικής περιουσίας,επειδή πιστεύει ότι η επίδραση που ασκεί η επιθυμία απόκτησης υλικών αγαθών διαφθείρει την ανθρώπινη ψυχή.Η κατάργηση της οικογένειας δεν σημαίνει για τον Πλάτωνα παραγνώριση της ιερότητος των οικογενειακών θεσμών.Στο γεροντικό του έργο,στους «Νόμους» ο φιλόσοφος απομακρύνεται οριστικά από την αρχική σύλληψη της αρίστης πολιτείας της «Πολιτείας» και προτείνει έναν νέο τρόπο συντάξεως της πολιτείας επί τη βάσει των υπαρχουσών κοινωνικών και πολιτειακών θεσμών.Μένει πιστός στο ελληνικό ιδεώδες της κατά μεμονωμένες πόλεις οργανώσεως της πολιτικής ζωής.Έτσι η πόλη θα πρέπει να έχει 5040 κατοίκους και να στηρίζεται κυρίως στην καλλιέργεια της γης,το εμπόριο και η χειροτεχνία θα είναι στα χέρια μόνο των μετοίκων και των δούλων,θα ασκούνται μόνο έως τον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο για την κάλυψη των τρεχουσών αναγκών,όλοι οι πολίτες θα έχουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και της δημιουργίας ιδίας οικογένειας,η βασική μέριμνα της πολιτείας θα είναι η παιδεία των πολιτών,οι διάφορες κρατικές λειτουργίες θα καθορίζονται με λεπτομερείς νομικές διατάξεις,ενώ ακόμη θα πρέπει να λαμβάνονται νομοθετικά μέτρα για τους αθέους και να επιβάλλονται βαριές ποινές σε όσους συνιστούν θρησκευτικές εταιρίες παρά τους νόμους της πόλεως,καθώς και σε όσους ασκούν μαγικές αγυρτικές μαγγανείες.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

Το φρικτό τέλος του προδότη Μερτσάνη.


Ήδη από την έναρξη της επανάστασης του 1821,τον Μάρτιο του 1821,οι αρχηγοί των επαρχιών της Μάνης και της Λακωνίας βρέθηκαν αμέσως με τους ένοπλους άνδρες τους μπροστά στην γέφυρα του φρουρίου της Μονεμβασιάς.Ήταν ο Τζανετάκης μπέης Γρηγοράκης,ο Δημήτριος Τσιγκουρός ή Τσιγκουράκος Γρηγοράκης,ο Πιέρρος Μαγγιόρος Γρηγοράκης,ο Γεώργιος Αντωνάκης Γρηγοράκης και οι αδελφοί του Παναγιωτάκης και Θωμάς,ο Παν.Κοσονάκος,ο Γεώργιος Μιχαλάκης,ο Πετροπουλάκης,ο Ι.Κατσούλης,ο Θεόδωρος Γούλαλος και ο Ιωάννης Γρανίδης.Οι οπλαρχηγοί αυτοί οδηγούσαν χίλιους περίπου άνδρες και γενικός αρχηγός τους ήταν ο Τζαννετάκης Γρηγοράκης.
Η οικογένεια Γρηγοράκη ήταν μια από τις τρεις αρχοντικές οικογένειες της Μάνης.Υπήρξε μάλιστα η πλουσιότερη με δράση συνεχή κατά την διάρκεια τριών αιώνων,γνωστή και στην Ευρώπη κατά τον 18ο αιώνα και έδωσε στη Μάνη τους περισσότερους ηγεμόνες.Οι Γρηγοράκηδες μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρία από το 1819.
Η ψεύτικη φήμη που σκόπιμα διέδωσε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης,πριν ακόμη την έναρξη της πολιορκίας του κάστρου της Μονεμβασιάς,ότι τάχα Φράγκοι είχαν υποκινήσει εξέγερση στη Μάνη και απειλούνταν σοβαρά οι Τούρκοι της ενδοχώρας της Μάνης πέτυχε τον σκοπό της.Ο Μαυρομιχάλης ήλπιζε ότι η ιδέα του θα τρόμαζε τους Τούρκους της περιοχής των Βαρδουνοχωρίων,που ήταν πολεμικότατοι,άρα υπολογίσιμος αντίπαλος εν όψει της επικειμένης πολιορκίας του φρουρίου της Μονεμβασιάς,και θα αποχωρούσαν αναζητώντας ασφαλέστερες θέσεις και πράγματι δικαιώθηκε.Οι Βαρδουνιώτες Τούρκοι αποχωρούσαν ήδη στην Τριπολιτσά.
Αλλά και η έμπνευση των προκρίτων της Μάνης,λίγο πριν την έκρηξη της επαναστάσεως, να πείσουν τους Τούρκους της πόλεως να αδειάσουν τις τότε γεμάτες σιταποθήκες,με το πρόσχημα της ανάγκης ενίσχυσης των πεινασμένων χωρικών,πριν ακόμη η παλιά σοδειά σαπίσει από την παρατεταμένη αποθήκευσή της,συνετέλεσε τα μέγιστα στην μετέπειτα,κυριολεκτικώς,λιμοκτονία των πολιορκημένων της Μονεμβασιάς.
Η πολιορκία,ιδίως μετά την αποφασιστική συνδρομή των σπετσιώτικων πλοίων που ολοκλήρωσαν,εκ θαλάσσης,τον αποκλεισμό της πόλης,με τον καιρό γινόταν όλο και πιο στενή.Οι Σπετσιώτες βοήθησαν δραστικά και στον επισιτισμό και ανεφοδιασμό των πολιορκητικών σωμάτων.
Για δυο μήνες κατόρθωσαν οι Τούρκοι της Μονεμβασιάς να συντηρηθούν κάπως ανθρώπινα με τα υπάρχοντα τρόφιμα και με μεγάλη φειδώ στην κατανάλωση.Επιχείρησαν κάποιες φορές,περιφρονώντας την μαχητική αξία των πολορκητών τους να σπάσουν τον κλοιό,για να φέρουν τρόφιμα στην πόλη,όμως χωρίς αποτέλεσμα.Ένα γεγονός όμως τους ενθάρρυνε.Έφτασε την 15η Μαΐου,προερχόμενος από το ήδη πολιορκούμενο από τους Έλληνες Ναύπλιο,ένας Έλληνας,ονόματι Μερτσάνης,απεσταλμένος των εκεί Τούρκων με ευχάριστα για τους περικυκλωμένους στην Μονεμβασιά.Ο Μερτσάνης είχε την οικογένειά του έγκλειστη στην Μονεμβασιά και είτε από ανησυχία για την τύχη της ,είτε γιατί πληρώθηκε,δέχτηκε να μεταφέρει γράμματα των Τούρκων του Ναυπλίου προς εκείνους της Μονεμβασιάς.
Ο άνθρωπος αυτός κατόρθωσε να περάσει απαρατήρητος από την πολιορκητική γραμμή και να φτάσει στο φρούριο.Τα γράμματα που έφερε εμψύχωσαν τους πολιορκημένους.Ανήγγειλαν την κάθοδο του Κεχαγιάμπεη στην Πελοπόννησο και συνιστούσαν στους Τούρκους της Μονεμβασιάς να αντέξουν μέχρι την προέλαση έως εκεί του Τούρκου στρατηγού.Οι Τούρκοι όμως στο Ναύπλιο,όπως και ο Μερτσάνης,αγνοούσαν ότι λίγο νωρίτερα ο εμπνέων φόβο τουρκικός στρατός,που με τόσες προσδοκίες αποβιβαζόταν στην Αχαΐα λίγο καιρό πριν,σπέρνοντας την καταστροφή στο πέρασμά του και τον πόνο,είχε αποκρουσθεί νικηφόρα στο Βαλτέτσι.Ο κλοιός μάλιστα μετά την ελληνική επιτυχία έσφιγγε θανάσιμα γύρω από την πόλη της Τριπολιτσάς,αφήνοντας ουσιαστικά τους πολιορκημένους σε Ναύπλιο και Μονεμβασιά στην διάθεση των πολιορκητών.
Με την ενθάρρυνση των «ειδήσεων» από το Ναύπλιο,οι Τούρκοι της Μονεμβασιάς αποφάσισαν να ενεργήσουν επιθετική έξοδο,την νύχτα της 17ης προς 18η Μαΐου.Ο σκοπός τους ήταν να αποκομίσουν λεία τροφίμων,που τόσο απεγνωσμένα χρειάζονταν,για να μπορέσουν να αντέξουν μέχρι την ημέρα που,όπως πίστευαν,θα έφτανε ο Κεχαγιάμπεης.Αλλά η ακριτομυθία ενός εξωμότη Έλληνα και τότε φανατικού Οθωμανού,ονόματι Σπίθας,έκανε τους πολιορκητές να υποπτευθούν τα αποφασισθέντα.Μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων διημείβοντο καθημερινά σαρκασμοί,ύβρεις και απειλές.Η γραμμή των Ελλήνων βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το φρούριο και οι Τούρκοι μεταχειρίστηκαν ως κήρυκά τους τον Σπίθα λόγω της δυνατής φωνής του και της προκλητικότητάς του.Την 17η Μαΐου ο Σπίθας ήταν πολύ εύγλωττος.

«-Βρε Ρωμηοί,φώναζε,ακόμη τα σπαθιά μας αχνίζουν από τα αίματά σας και σεις ετολμήσατε να σηκώστε τουφέκι κατεπάνω μας;Δεν θα βγούμε όξω;Θα σας παστρέψουμε όλους.Εκατό χρόνους θα κάμη να λαλήση πέρδικα στα βουνά σας».
Από το στρατόπεδο των Ελλήνων τού απαντούσε ο Μανιάτης Μπουτσελάς:

«-Αμή κυττάξετε να βγήτε πρώτα,και τότε ας μη λαλήση μήτε κούκος.Και πότε βρε Τούρκοι έλειψαν από τα ρωμέικα βουνά οι αετοί και η πέρδικες,που θα λείψουν και τώρα;»
Αλλά ο Σπίθας είχε τον αέρα της ληφθείσης αποφάσεως για την έξοδο και παρασυρμένος είπε:

«-Αι,Ρωμηοί.Απόψε η νύχτα είνε γκαστρωμένη».
«-Μα να ιδούμε τι παιδί θα κάμη»,απάντησε ο Μπουτσελάς.
Αυτό που είπε ο Σπίθας με την φράση εκείνη ήταν για τους Έλληνες μια προειδοποίηση.Και την νύχτα εκείνη δεν κοιμήθηκαν.
Ένας Έλληνας από τους εγκλείστους της Μονεμβασιάς,ο Χατζη-Κυριάκος Ιατρόπουλος, κατόρθωσε να ειδοποιήσει με μια γυναίκα τους πολιορκητές για την επίθεση της νύχτας.Η πληροφορία αυτή επιβεβαίωσε τις υποψίες,που προκάλεσαν οι υπαινιγμοί του εξωμότη Σπίθα.Οι Τούρκοι σκόπευαν να καταλάβουν τα νώτα των Ελλήνων με μικρή δύναμη που θα αποβιβαζόταν και θα εισχωρούσε πίσω από τις ελληνικές γραμμές,ενώ ταυτοχρόνως θα επεχειρείτο η έξοδος της φρουράς της Μονεμβασιάς.Οι Έλληνες θα βρίσκονταν μεταξύ δυο πυρών.Και αν ακόμη δεν κατορθωνόταν να καταστραφεί εντελώς η ελληνική δύναμη,θα διαλυόταν όμως προς το παρόν το ελληνικό στρατόπεδο και οι Τούρκοι θα κατόρθωναν να πραγματοποιήσουν επισιτισμό του φρουρίου.
Την ώρα που είχε ορισθεί,72 Τούρκοι,οι τολμηρότεροι και ικανότεροι όλων,αποβιβάστηκαν σε μια γολέττα που βρισκόταν κάτω από το φρούριο και κατευθύνθηκαν προς την απέναντι ακτή σε απόσταση από το ελληνικό στρατόπεδο και σε μη φυλασσόμενη θέση,κοντά στο λιμάνι.Τα πλοία τους αντιλήφτηκαν κατά την αποβίβαση και άρχισαν τον κανονιοβολισμό.Από τους κανονιοβολισμούς αυτούς οδηγήθηκαν οι του στρατοπέδου και έσπευσαν αμέσως εκεί με αρκετή δύναμη.Αλλά ήδη οι Τούρκοι είχαν φύγει από εκεί,κατευθυνόμενοι προς τα γειτονικά ορεινά χωριά.Αμέσως αποβιβάστηκε απόσπασμα από τα πληρώματα των πλοίων υπό τον Αντώνιο Πάνοζα.Οι Σπετσιώτες ενώθηκαν με τους Μανιάτες και έσπευσαν να βρουν τους αφανείς ακόμη Τούρκους.Η νύχτα πέρασε,χωρίς να έλθουν σε επαφή οι αντίπαλοι.Μόλις την επόμενη ημέρα οι Έλληνες κατόρθωσαν να βρουν τους Τούρκους να αναπαύονται κάτω από δέντρα κοντά σε ένα χωριό,όπου είχαν καταφύγει,για να βρουν τροφή.Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν,διότι δεν είχαν αντιληφθεί την καταδίωξη,και οι Μανιάτες και οι Σπετσιώτες τους περικύκλωσαν και τους κάλεσαν να παραδοθούν.Λίγοι προσπάθησαν να αντισταθούν,αλλά σκοτώθηκαν.Οι άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο.Μεταξύ αυτών βρισκόταν και ο Μερτσάνης που είχε μεταφέρει από το Ναύπλιο τα γράμματα των Τούρκων του Ναυπλίου.Η πράξη του είχε γίνει γνωστή και τιμωρήθηκε αμέσως.Τον έδεσαν στο στόμιο ενός πυροβόλου.Με την εκπυρσοκρότηση τα ματωμένα μέλη του Μερτσάνη βρέθηκαν στην ακτή του φρουρίου.Ταυτοχρόνως ο Μπουτσελάς,ο κήρυκας του στρατοπέδου,φώναζε προς τους απέναντι,απαντώντας στον χτεσινό υπαινιγμό του Σπίθα:

«-Αι,Σπίθα,καλημέρα.Η νύχτα εγέννησε κι έκαμε σερνικό.Το βαφτίσαμε και το βγάλαμε σκλάβο».
Ο Σπίθας αντιλήφτηκε τον υπαινιγμό.Ο Έλληνας κήρυκας μιλούσε για Τούρκους αιχμαλώτους.
«-Δεν σε πιστεύουμε»,απάντησε.
Τότε ο Μπουτσελάς κάλεσε μερικούς από τους αιχμαλώτους και τους έβαλε να φωνάξουν προς τους συμπολίτες τους,για να τους πιστοποιήσουν την ατυχία τους.Εκείνοι όχι μόνο το επιβεβαίωσαν,αλλά και ζητούσαν να τους στείλουν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και συνιστούσαν στους άλλους να παραδοθούν.

«-Δεν κάνουμε τίποτε,φώναζαν.Είναι το κισμέτι να το πάρουν οι Ρωμηοί το κάστρο».
Οι πολιορκημένοι απελπίστηκαν.Μόνη τους ελπίδα ήταν ο τουρκικός στόλος,αλλά δεν ήλθε ποτέ.Συνέχισαν την απεγνωσμένη αντίστασή τους,ώσπου τελικά οι τελευταίοι,ράκη αληθινά,Τούρκοι που επέζησαν,σωστά φαντάσματα από την φρικτή πείνα,παρέδωσαν την Μονεμβασιά στους πολιορκητές,την 22α Ιουλίου 1821.




(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).

Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Ζαράκοβα,1821:Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης διδάσκει την εθνική ενότητα.


Ο Φιλικός Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, έμπιστος του επί κεφαλής της επαναστάσεως στην Μολδοβλαχία Αλέξανδρου Υψηλάντη,πιστεύοντας ότι ο αγώνας για την Ανεξαρτησία δεν υπήρχε παρά μόνο ως αποτέλεσμα του έργου των Φιλικών,θεωρώντας ως ανάγκη την πειθαρχία στον αρχηγό που προήλθε από τους κόλπους της Φιλικής Εταιρίας και πιστεύοντας ότι οι Υψηλάντηδες ήταν χρήσιμοι για την επανάσταση και για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στην πατρίδα τις τελευταίες δεκαετίες προ της εκρήξεως της επαναστάσεως,καθώς και για τους δεσμούς τους με την Ρωσία,πρότεινε στον Δημήτριο Υψηλάντη,αδελφό του αρχηγού Αλέξανδρου Υψηλάντη,να κατέβει στην Ελλάδα ως αντιπρόσωπος του αδελφού του.Παρά την αρχική άρνηση του Δημητρίου,που οφειλόταν στην επιθυμία του να βρίσκεται κοντά στους αδελφούς του Αλέξανδρο,Νικόλαο και Γεώργιο που βρίσκονταν ήδη στο μέτωπο της Μολδοβλαχίας,αλλά και για να μην εγκαταλείψει την μητέρα του,πριγκήπισσα Ελισσάβετ Υψηλάντη,η οποία πια,με τον Δημήτριο,έβλεπε τα τέσσερα από τα πέντε παιδιά της να μπαίνουν στις φλόγες του πολέμου για την πατρίδα,το σχέδιο του Αναγνωστόπουλου πραγματοποιήθηκε.Είναι χαρακτηριστική η περίφημη απάντηση της ευγενούς γυναίκας,όταν της κοινοποιήθηκε η ιδέα της καθόδου του Δημητρίου στην επαναστατημένη Ελλάδα:«-Αν είνε να ελευθερωθή η Ελλάς από την αποστολήν και αυτού του παιδιού μου,του μόνου που μού έμεινε,ας το στερηθώ και αυτό.Ας πάη με την ευχή μου».Προσέφερε δε μαζί με τις κόρες της τα κοσμήματά τους,προκειμένου να εκποιηθούν και να προσφερθεί το αντίτιμο στο ταμείο του αγώνα.
Στις 8 Ιουνίου 1821 ο Δημήτριος αποβιβάστηκε στην Ύδρα εν μέσω ενθουσιωδών αντιδράσεων από τον λαό,τον κλήρο και τους τοπικούς άρχοντες.Ωστόσο,δεν άργησε να έρθει αντιμέτωπος με την αρχικά υποβόσκουσα,αλλά και απροκάλυπτη στη συνέχεια διαφωνία των προκρίτων,οι οποίοι εναντιώνονταν στην υπαγωγή του αγώνος στην διευθυντική εξουσία του Δημητρίου,επιθυμώντας να κατευθύνουν οι ίδιοι τις εξελίξεις.Οι προσωπικές φιλοδοξίες και οι ανταγωνισμοί παρέβλεπαν την ανάγκη συστράτευσης υπό έναν ηγεμόνα,που και έμπειρος ήταν στα στρατιωτικά πράγματα και το αναγκαίο κύρος για το όλο εγχείρημα διέθετε.Όταν ανηγγέλθη ότι ο Δημήτριος έφτασε στην Ύδρα,φαντάζονταν ότι ο αρχηγός αυτός που θα βρισκόταν ανάμεσά τους θα τους συμβουλευόταν,θα λάμβανε υπ’όψιν την θέση τους ως τοπικών παραγόντων,που ωφείλετο στην υπεροχή τους κατά την Τουρκοκρατία,θα τον επηρέαζαν και κατ’ουσίαν επομένως δεν θα έχαναν την πολιτική εξουσία.Με τις αντιλήψεις αυτές κατέβηκαν στο Άστρος,για να τον υποδεχθούν(εκεί συγκεντρώθηκαν,για να υποδεχθούν τον Δημήτριο οι επιφανέστεροι αρχηγοί της Πελοποννήσου,πολιτικοί και στρατιωτικοί).Η πρώτη επίθεσή τους προς τον νεαρό Υψηλάντη υλοποιήθηκε με την προβολή εκ μέρους τους ενστάσεως,για το εάν οι πολιορκημένοι στο κάστρο της Μονεμβασιάς Τούρκοι θα έπρεπε να παραδοθούν εν ονόματι του πρίγκηπα Υψηλάντη ή όχι.Ο Δημήτριος δεν έδωσε λόγω του μετριοπαθούς χαρακτήρος του σημασία στο περιστατικό και υποχώρησε στην θέληση των προκρίτων.Στα αμέσως επόμενα σχέδια του Υψηλάντη για την διάλυση της Γερουσίας(της πρώτης ελληνικής κυβερνήσεως ουσιαστικά που συγκροτήθηκε μετά την συνέλευση που προηγήθηκε στη μονή των Καλτεζών-στα όρια Λακωνίας Αρκαδίας-τον Μάιο του 1821,όπου οι πρόκριτοι εξέλεξαν εαυτούς μέλη της πρώτης αυτής γενικής διοικητικής επιτροπής) και την αναδιοργάνωση των πραγμάτων εν γένει αντέδρασαν έντονα οι πρόκριτοι-γερουσιαστές,απαντώντας ότι αποτελούν νόμιμη εξουσία και αντιπροτείνοντας δικά τους μέτρα,στα οποία διαφαινόταν σαφώς η πρόθεσή τους να κρατήσει ο Υψηλάντης το διακοσμητικό αξίωμα του προέδρου της Γερουσίας,ενώ η πραγματική εξουσία θα παρέμενε στους ιδίους.Και οι δύο πλευρές επέμειναν στις θέσεις τους.Απέναντι στον Υψηλάντη ήταν όλοι οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου,μεταξύ δε των υπογραφών του τελικού σχεδίου,που υποβλήθηκε στον Δημήτριο προς έγκριση,υπήρχε και εκείνη του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη(πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι λόγοι πολιτικής και στρατιωτικής σκοπιμότητας ήταν εκείνοι που ανάγκασαν τον ιθύνοντα νου των επιχειρήσεων να μην δυσαρεστήσει τους προκρίτους:διαισθανόταν ο Κολοκοτρώνης ότι το συμφέρον του αγώνα επέβαλλε να μην διαρραγούν οι καλές σχέσεις του με τους προκρίτους,οι οποίοι ήταν πολύτιμοι για την συνέχιση των επιχειρήσεων.Ωστόσο,αναγνώριζε συγχρόνως την ανάγκη της δημιουργίας ενός αρχηγού.Ήταν το στοιχείο που έλειπε από τους επαναστάτες,που πολεμούσαν ως τότε ως άτακτοι,σε μπουλούκια υπό διαφόρους αρχηγούς).
Η συνεχιζόμενη διαφωνία,η οποία σχεδόν οδήγησε σε ένοπλη ρήξη,προκάλεσε την απόφαση του Υψηλάντη να αποχωρήσει απογοητευμένος στις Καλάμες(στην περιοχή της Μεσσηνίας),όπου θα ήταν δυνατόν ή να ασχοληθεί με την σύμπηξη και την εκγύμναση τακτικού στρατού ή,αν του παρενεβάλλοντο νέα εμπόδια στο έργο του,να αποχωρήσει από την Ελλάδα.
Στα Βέρβαινα,όταν έγινε γνωστό ότι ο Υψηλάντης,ο άνθρωπος που προσωποποιούσε την ελπίδα των υποδούλων Ελλήνων για ανασύνταξη και πραγμάτωση του οράματος της ελευθερίας, αποχώρησε,προκλήθηκε αναστάτωση.Πλήθος πολύ ξεχύθηκε στους δρόμους αυθόρμητα ,αποτελούμενο από στρατιώτες και ανθρώπου του λαού,και άρχισε να κραυγάζει κατά των προκρίτων:
«-Θέλουμε τον αφέντη μας.Ήλθε να μας σώσει και αυτοί τον διώχνουν.Σκότωμα στους κοτζαμπάσηδες».
«-Θάνατος στους Τουρκοκοτζαμπάσηδες».
Οι πρόκριτοι κλείστηκαν στο σπίτι,όπου κατέλυε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης,χωρίς να διαθέτουν φρουρά,καθώς οι στρατιώτες τους τους είχαν εγκαταλείψει,ενώ το πλήθος χτυπούσε με τα κοντάκια των όπλων και ρόπαλα την κλειστή εξώπορτα,για να εισέλθει.Οι οπλαρχηγοί δεν κινήθηκαν για την αποτροπή του μοιραίου από συμπάθεια προς τον Υψηλάντη,που είχε το δίκιο με το μέρος του,και τον όγκο του μαινόμενου πλήθους.Ο Κολοκοτρώνης που βρισκόταν και ο ίδιος έγκλειστος αποφάσισε να βγει θαρραλέα και να συνομιλήσει με το εξαγριωμένο πλήθος.Ο μεγάλος αρχηγός γνώριζε την γλώσσα του πλήθους.Ο λόγος του,όπως συνέβαινε πάντα,θαυματούργησε.Και το πλήθος διαλύθηκε.
Ο Κολοκοτρώνης,προκειμένου να καθησυχάσει τον όχλο,υποσχέθηκε την επάνοδο του Δημητρίου,ο οποίος τελικά πείστηκε στις παρακλήσεις του,και επέστρεψε(η επιτυχία αυτή του Κολοκοτρώνη τον εξύψωσε ακόμη περισσότερο στα μάτια του απλού λαού).Ο Υψηλάντης επέστρεψε,όχι όμως στην Ζαράκοβα( στην Αρκαδία),όπου τον καλούσαν οι πρόκριτοι,αλλά στα Τρίκορφα(στην Αρκαδία,βορειδυτικώς της Τρίπολης).Οι γερουσιαστές τότε εφήρμοσαν παρελκυστική πολιτική στις διαπραγματεύσεις ως προς την τελική μορφή της μεταξύ Δημητρίου και Γερουσίας συνύπαρξης,η οποία προκάλεσε νέα έξαψη των πνευμάτων και νέα οχλαγωγία,αυτή τη φορά όμως περισσότερο ταραχώδη από εκείνη που είχε διαδραματισθεί στα Βέρβαινα.
Το πλήθος όρμησε κατά του υψηλού πύργου της Ζαράκοβας,όπου βρίσκονταν οι συσκεπτόμενοι διαρκώς γερουσιαστές και άλλοι πρόκριτοι,με κραυγές εναντίον τους και με σειόμενα τα όπλα,τα σπαθιά και τα ρόπαλα.Η κυριαρχούσα κραυγή ήταν :
«-Θάνατος».
Την κατάσταση έσωσε και τότε ο Κολοκοτρώνης με προσωπική επέμβαση και πάλι διά λόγου.Είχε βρεθεί στη Ζαράκοβα,για να επιταχύνει την λήξη των διαπραγματεύσεων,και,μόλις πληροφορήθηκε την έφοδο του λαού,κατέβηκε στη σκάλα του πύργου και από εκεί με χειρονομίες και την βροντώδη φωνή του κατόρθωσε να αναχαιτίσει το ερεθισμένο πλήθος,που ήταν έτοιμο να ανέβει στον πύργο και να σκοτώσει τους προκρίτους.Το μαινόμενο πλήθος,μόλις τον είδε,ησύχασε,για να τον ακούσει.Ο λόγος εκείνος του Κολοκοτρώνη από το ύψος της σκάλας του πύργου της Ζαράκοβας προς τον εξαγριωμένο λαό είναι από τους μνημειώδεις του μεγάλου αρχηγού.Τον διέσωσε ο γραμματέας του Μιχαήλ Οικονόμου:


«Έλληνες.Γιατί εμαζωχτήκατε;Τι ζητείτε;Να σκοτώσετε τους άρχοντας θέλετε πάλι;Ακούστε με πρώτα και αν δεν εγκρίνετε τη γνώμη μου,σκοτώστε κι αυτούς κι εμένα,ή ενώνομαι κι εγώ μαζί σας και τους σκοτώνουμε,αν το ευρήτε σωστό.Κλεισμένους τους έχουμε στον πύργο,σαν τα πουλιά στο κλουβί.Μη φοβόσαστε,δεν έχουν φτερά να πετάξουν από τα παράθυρα ,σαν πουλιά,να φύγουν.Ησυχάστε λοιπόν να μ’ακούστε.Και αντί να τους σκοτώσουμε πριν σκεφθούμε,τους σκοτώνουμε μετά μίαν ώραν αφού σκεφθούμε,αν το εύρουμε και σωστόν να σκοτωθούν.Εδώ τους έχουμε.Εγώ σας τους παραδίδω.Έχετε λοιπόν υπομονή.
Ξέρετε ,Έλληνες,ότι αφού εχάλασαν τον πατέρα μου στη Μάνη,εγώ παιδί,εγλύτωσα με τη μάννα μου κι εδώ εκεί αποκαταστάθηκα στα Σιαμπάζικα,στον Άκωβο.Επανδρεύθηκα εκεί κι έγινα νοικοκύρης.Εκεί ήτον τότε ένας προεστός ονομαζόμενος Κάρτσονας.Είχε πολύ φίλο τον Μπουλούμπαση της επαρχίας.Εκεί τότε ήτον ακόμη κι ένα παλληκάρι περήφανο και ανυπόταχτο.Γιάννη τώλεγαν.Και δεν το’ριχνε κάτω του προεστού και τούμπαινε και στη μύτη κι έβαλε σκοπό ο Κάρτσονας να βάλη να σκοτώσουν τον Γιάννη να βγη από την αράδα γιατί δεν μπορούσε να τον βλέπη.
Μια φορά λοιπόν περνώντας από κει ο Μπουλούμπασης εκόνεψε στο σπίτι του προεστού και διά την πολλή φιλία που είχανε τον παρακάλεσε να σκοτώση τον Γιάννη,το παλληκάρι εκείνο.Διότι τάχα ήτο άταχτο,ανυπόταχτο κι εχθρός του επίφοβος.Ο Μπουλούμπασης ακούοντας χωρίς να ειπή τίποτ’άλλο έκλινε το κεφάλι κι είπε τέλος:
«-Καλά σαν ξαναπεράσω εδώ θα βλέπουμε» και τότε ανεχώρησε.Σε καιρό εγύρισε εκείθε με περισσότερους κι εκόνεψε πάλι στο σπίτι του φίλου του Κάρτσονα,του προεστού.Αλλά τότε δεν εφέρθηκε ως φίλος,επροσποιήθηκε τον μεθυσμένο και ωργισμένο και με το άγριο τού εγύρευε πράγματα που δεν ετύχαινε.Τού γύρευε γυναίκα να κοιμηθή.Και αφού τού είπε ότι δεν βρίσκεται εκεί καμμιά τέτοια,του είπε να του φέρη την νοικοκυρά του.Τούτο του φάνηκε του Κάρτσονα θάνατος.Υπωψιάστηκε ότι κάτι διαβολή και συκοφαντία τού έγινε και ήθελε να τον ατιμάση,ή και αιτία κακού εγύρευε.Εβγήκε τότε σιωπώντας και αμίλητος,και επροσκάλεσε τους γερόντους και λίγους πρόκριτους του χωριού,τους διηγήθηκε τι του συμβαίνει και τους εζήτησε γνώμη πώς να κάμη.Μετά πολλά ένας γέρος από εκείνους είπε:«Τούρκος είνε,ήπιε κι εμέθυσε.Εδώ είνε τρεις ορφανές,φτωχές αδερφάδες,η Καρουτσοπούλες.Η μια από αυτές,η μικρότερη μάλιστα,είνε σαν ξεπεσμένη και είνε κι ωμορφούλα,κι έχει και το μπόϊ της γυναίκας σου.Τι να κάμουμε,να της δώσουμε μια πενηνταριά,ή εκατοστή γρόσια,να πάη αυτή,αφού λουστή,χτενισθή,της στέλνεις και τα φορέματα της γυναικός σου να στολισθή και το βράδυ μπαίνει εκεί όπου θα κοιμηθή ο Μπουλούμπασης.Το λυχνάρι ολίγο φως και γυρισμένο στον τοίχο ως και το πρόσωπό της.Και η νοικοκυρά σου να φύγη από το σπίτι.Θα πάη εκεί να ιδή γυναίκα που τον περιμένει,σβύνει αυτή το φως,δεν θα την γνωρίση,θα βγάλη τον κόρακα,και θα περάση κι αυτό».
Η γνώμη αυτή άρεσε κι εβάλθη ευθύς σ’ενέργεια.Επέστρεψε ο Κάρτσονας στο σπίτι του ζαρωμένος κι ο Μπουλούμπασης με προσποιητή ανυπομονησία τον ερώτησε τι έκαμε κι εκείνος τού αποκρίθηκε:«Θα γίνη».Αλλ’ο Μπουλούμπασης επιτηρούσε και καταλάβαινε όλα τα γινόμενα.Το βράδυ τού έδειξαν πού τού ετοίμασαν να κοιμηθή,επήγε ως την πόρτα,την άνοιξε λίγο,έρριξε μια ματιά μέσα,είδε ένα λυχνάρι που ξεψύχαγε κι αυτό γυρισμένο στον τοίχο,είδε και το πλευρό γυναίκας στολισμένης ορθής,ετράβηξε κι εσφάλισε πάλι την πόρτα κι έφυγε και πήγε και κοιμήθηκε με τους συντρόφους του.Η δύστυχη Καρουτσοπούλα επερίμενε άγρυπνη όλη τη νύχτα-φοβούμενη μη χάση τα εκατό γρόσια-πρωΐ εβγήκε εκείθε και την ρώτησαν και αποκρίθηκε ότι δεν τη ζύγωσε.Έζησε και πέθανε η δύστυχη καλόγρηα.Ο Κάρτσονας υπωπτεύθηκε πως ο Μπουλούμπασης εκατάλαβε πώς τον εγέλασε,και φοβήθηκε νέα βάσανα,νέους πειρασμούς.Αλλά ο Μπουλούμπασης εξύπνησε,ενίφτηκε κι εκάθησε και τότε εμπήκε κι ο Κάρτσονας δειλιασμένος κι εκαλημέρησε.Ο Μπουλούμπασης τον αντιχαιρέτησε φιλικά κι εύθυμα,ως σαν να μην είχε γίνει τίποτα.Έπειτα τον επήρε κι εβγήκαν περίπατο οι δύο φίλοι σαν πρώτα κι εκεί τού λέει:«-Αι φίλε μου πώς σού φάνηκαν τα χθεβραδυσινά;».«Αμ ξέρω κι εγώ;»,λέει ο Κάρτσονας.«Υποπτεύω καμμιά διαβολή,καμμιά συκοφαντία από κανέναν οχτρό».«-Όχι φίλε μου»,λέει ο Μπουλούμπασης,«αυτό ήτονε να σού κάμω απόκρισι με πράγματα και όχι με λόγια,για κείνο που με παρακάλεσες για τον Γιάννη,για να νοήσης ότι θα σου μιλήσω ως φίλος αληθινός και όχι ότι αποφεύγω.Εκατάλαβα και ξεύρω τι και πώς εκάματε.Εις κάθε χωριό φίλε μου,είνε καλό να βρίσκωνται από όλα,κι ένας παληός γέρος για μια γνωστική συμβουλή και καμμιά ξεπεσμένη για να γλυτώνη την τιμή των τίμιων νοικοκυράδων,και ένα δυο και περισσότερα παλληκάρια,να φυλάνε το χωριό,σαν οι σκύλλοι το μαντρί,και τα τέτοια παλληκάρια ο προεστός να τα έχη φίλους,και να τα ταΐζη σαν ο τσοπάνης τα σκυλλιά της στάνης.Δεν θάρχωμαι εδώ πάντα εγώ ο φίλος σου,θα έρθουν και άλλοι που να μην είνε φίλοι σου και αν κανένας θελήση να κάμη καμμιά κατάχρησι,θα εξετάση πρώτα και αν αγροικάη πώς έχεις φίλο ένα ή και περισσότερους Γιάννηδες,δεν θα τολμήση να κάμη την κατάχρησι,από φόβο,όχι από σένα,αλλ’από τον Γιάννη το φίλο σου.Παρά να γυρεύης,φίλε μου,τον σκοτωμό του Γιάννη,δεν είνε κάλλιο να τον κάμης φίλο;Να τον έχης όταν σού χρειασθή;Δεν είνε δύσκολο.Μπορεί νάρθη ώρα χρείας και να λυπάσαι γιατί δεν έχεις έναν τέτοιο και να μετανοής γιατί τον είχες και τον εσκότωσες».
Ακούστε,Έλληνες,ένας Τούρκος,αλλά φίλος αληθινός και φρόνιμος,τι εσυμβούλευε σ’ένα φίλο του ραγιά χριστιανό.
Ως φίλος της πατρίδος,ως φίλος σας,σάς λέγω κι εγώ:Ό,τι κι αν είνε τούτοι που γυρεύετε να σκοτώσουμε,θάρθη ώρα να μας χρειασθούνε και αν τους σκοτώσουμε δεν θα τους έχουμε όταν θα χρειασθούνε και θα λυπόμαστε γιατί τους είχαμε και τους εσκοτώσαμε.Δεν ξέρουμε εμείς όσα ξέρουν τούτοι ψέματα.Έρχεται ώρα που χρειάζονται και τα ψέματα.
Έπειτα όμως λέμε ότι επιάσαμε τ’άρματα να ελευθερώσουμε την πατρίδα και να γίνουμε κι εμείς έθνος σαν και πρώτα,σαν και τ’άλλα της Ευρώπης.Τί θα πη η Ευρώπη αν ακούση ότι σκοτωνόμαστε συναμεταξύ μας και ότι σκοτώσαμε μάλιστα εκείνους οπού είχαμε ως τώρα ως καλύτερους και φρονιμώτερους και αξιώτερούς μας;Ποιος θα μας βοηθήση ή θα γυρίση να μας ιδή πια;Θα λάβουν μάλιστα αφορμή οι εχθροί μας να μας κατατρέξουν.
Αυτή είναι η γνώμη η δική μου,να απέχουμε από τέτοια πράματα και αν είναι και καμμιά ασυμφωνία,να αφίνουμε με την υπομονή να συμβιβασθή.Αφήστε μας,δόστε μας καιρό και θα βρεθή και τώρα τρόπος να συμφωνήσουμε.Μην είσθε ανυπόμονοι,μη βιάζεσθε.Και αν είναι και κανείς που να θέλη το κακό της πατρίδος,που δεν το πιστεύω,πάλι μάτια έχουμε,νου έχουμε,δεν τον αφίνουμε εμείς οι άλλοι να το κάμη.Τώρα πέστε μου και σεις τη δική σας γνώμη.Κι αν είνε καλύτερη θα συμφωνήσω κι εγώ με σας».

Ο Κολοκοτρώνης ανευφημήθη από τους περισσότερους.Το πλήθος συμμορφώθηκε και διελύθη.Τον αγώνα έσωσε για άλλη μια φορά η ιδιοφυΐα του αρχηγού και συγχρόνως,με τον λόγο,αλλά και με το όλο έργο του,δίδαξε στους συμπατριώτες του,ως διδαχή αθάνατη στους αιώνες και χρησιμότατη για το ιδιαιτέρως επιρρεπές στη διχόνοια γένος των Ελλήνων,την εθνική ομοψυχία και συμπόρευση.



(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).