
Ο Φιλικός Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, έμπιστος του επί κεφαλής της επαναστάσεως στην Μολδοβλαχία Αλέξανδρου Υψηλάντη,πιστεύοντας ότι ο αγώνας για την Ανεξαρτησία δεν υπήρχε παρά μόνο ως αποτέλεσμα του έργου των Φιλικών,θεωρώντας ως ανάγκη την πειθαρχία στον αρχηγό που προήλθε από τους κόλπους της Φιλικής Εταιρίας και πιστεύοντας ότι οι Υψηλάντηδες ήταν χρήσιμοι για την επανάσταση και για τις υπηρεσίες που προσέφεραν στην πατρίδα τις τελευταίες δεκαετίες προ της εκρήξεως της επαναστάσεως,καθώς και για τους δεσμούς τους με την Ρωσία,πρότεινε στον Δημήτριο Υψηλάντη,αδελφό του αρχηγού Αλέξανδρου Υψηλάντη,να κατέβει στην Ελλάδα ως αντιπρόσωπος του αδελφού του.Παρά την αρχική άρνηση του Δημητρίου,που οφειλόταν στην επιθυμία του να βρίσκεται κοντά στους αδελφούς του Αλέξανδρο,Νικόλαο και Γεώργιο που βρίσκονταν ήδη στο μέτωπο της Μολδοβλαχίας,αλλά και για να μην εγκαταλείψει την μητέρα του,πριγκήπισσα Ελισσάβετ Υψηλάντη,η οποία πια,με τον Δημήτριο,έβλεπε τα τέσσερα από τα πέντε παιδιά της να μπαίνουν στις φλόγες του πολέμου για την πατρίδα,το σχέδιο του Αναγνωστόπουλου πραγματοποιήθηκε.Είναι χαρακτηριστική η περίφημη απάντηση της ευγενούς γυναίκας,όταν της κοινοποιήθηκε η ιδέα της καθόδου του Δημητρίου στην επαναστατημένη Ελλάδα:«-Αν είνε να ελευθερωθή η Ελλάς από την αποστολήν και αυτού του παιδιού μου,του μόνου που μού έμεινε,ας το στερηθώ και αυτό.Ας πάη με την ευχή μου».Προσέφερε δε μαζί με τις κόρες της τα κοσμήματά τους,προκειμένου να εκποιηθούν και να προσφερθεί το αντίτιμο στο ταμείο του αγώνα.
Στις 8 Ιουνίου 1821 ο Δημήτριος αποβιβάστηκε στην Ύδρα εν μέσω ενθουσιωδών αντιδράσεων από τον λαό,τον κλήρο και τους τοπικούς άρχοντες.Ωστόσο,δεν άργησε να έρθει αντιμέτωπος με την αρχικά υποβόσκουσα,αλλά και απροκάλυπτη στη συνέχεια διαφωνία των προκρίτων,οι οποίοι εναντιώνονταν στην υπαγωγή του αγώνος στην διευθυντική εξουσία του Δημητρίου,επιθυμώντας να κατευθύνουν οι ίδιοι τις εξελίξεις.Οι προσωπικές φιλοδοξίες και οι ανταγωνισμοί παρέβλεπαν την ανάγκη συστράτευσης υπό έναν ηγεμόνα,που και έμπειρος ήταν στα στρατιωτικά πράγματα και το αναγκαίο κύρος για το όλο εγχείρημα διέθετε.Όταν ανηγγέλθη ότι ο Δημήτριος έφτασε στην Ύδρα,φαντάζονταν ότι ο αρχηγός αυτός που θα βρισκόταν ανάμεσά τους θα τους συμβουλευόταν,θα λάμβανε υπ’όψιν την θέση τους ως τοπικών παραγόντων,που ωφείλετο στην υπεροχή τους κατά την Τουρκοκρατία,θα τον επηρέαζαν και κατ’ουσίαν επομένως δεν θα έχαναν την πολιτική εξουσία.Με τις αντιλήψεις αυτές κατέβηκαν στο Άστρος,για να τον υποδεχθούν(εκεί συγκεντρώθηκαν,για να υποδεχθούν τον Δημήτριο οι επιφανέστεροι αρχηγοί της Πελοποννήσου,πολιτικοί και στρατιωτικοί).Η πρώτη επίθεσή τους προς τον νεαρό Υψηλάντη υλοποιήθηκε με την προβολή εκ μέρους τους ενστάσεως,για το εάν οι πολιορκημένοι στο κάστρο της Μονεμβασιάς Τούρκοι θα έπρεπε να παραδοθούν εν ονόματι του πρίγκηπα Υψηλάντη ή όχι.Ο Δημήτριος δεν έδωσε λόγω του μετριοπαθούς χαρακτήρος του σημασία στο περιστατικό και υποχώρησε στην θέληση των προκρίτων.Στα αμέσως επόμενα σχέδια του Υψηλάντη για την διάλυση της Γερουσίας(της πρώτης ελληνικής κυβερνήσεως ουσιαστικά που συγκροτήθηκε μετά την συνέλευση που προηγήθηκε στη μονή των Καλτεζών-στα όρια Λακωνίας Αρκαδίας-τον Μάιο του 1821,όπου οι πρόκριτοι εξέλεξαν εαυτούς μέλη της πρώτης αυτής γενικής διοικητικής επιτροπής) και την αναδιοργάνωση των πραγμάτων εν γένει αντέδρασαν έντονα οι πρόκριτοι-γερουσιαστές,απαντώντας ότι αποτελούν νόμιμη εξουσία και αντιπροτείνοντας δικά τους μέτρα,στα οποία διαφαινόταν σαφώς η πρόθεσή τους να κρατήσει ο Υψηλάντης το διακοσμητικό αξίωμα του προέδρου της Γερουσίας,ενώ η πραγματική εξουσία θα παρέμενε στους ιδίους.Και οι δύο πλευρές επέμειναν στις θέσεις τους.Απέναντι στον Υψηλάντη ήταν όλοι οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου,μεταξύ δε των υπογραφών του τελικού σχεδίου,που υποβλήθηκε στον Δημήτριο προς έγκριση,υπήρχε και εκείνη του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη(πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι λόγοι πολιτικής και στρατιωτικής σκοπιμότητας ήταν εκείνοι που ανάγκασαν τον ιθύνοντα νου των επιχειρήσεων να μην δυσαρεστήσει τους προκρίτους:διαισθανόταν ο Κολοκοτρώνης ότι το συμφέρον του αγώνα επέβαλλε να μην διαρραγούν οι καλές σχέσεις του με τους προκρίτους,οι οποίοι ήταν πολύτιμοι για την συνέχιση των επιχειρήσεων.Ωστόσο,αναγνώριζε συγχρόνως την ανάγκη της δημιουργίας ενός αρχηγού.Ήταν το στοιχείο που έλειπε από τους επαναστάτες,που πολεμούσαν ως τότε ως άτακτοι,σε μπουλούκια υπό διαφόρους αρχηγούς).
Η συνεχιζόμενη διαφωνία,η οποία σχεδόν οδήγησε σε ένοπλη ρήξη,προκάλεσε την απόφαση του Υψηλάντη να αποχωρήσει απογοητευμένος στις Καλάμες(στην περιοχή της Μεσσηνίας),όπου θα ήταν δυνατόν ή να ασχοληθεί με την σύμπηξη και την εκγύμναση τακτικού στρατού ή,αν του παρενεβάλλοντο νέα εμπόδια στο έργο του,να αποχωρήσει από την Ελλάδα.
Στα Βέρβαινα,όταν έγινε γνωστό ότι ο Υψηλάντης,ο άνθρωπος που προσωποποιούσε την ελπίδα των υποδούλων Ελλήνων για ανασύνταξη και πραγμάτωση του οράματος της ελευθερίας, αποχώρησε,προκλήθηκε αναστάτωση.Πλήθος πολύ ξεχύθηκε στους δρόμους αυθόρμητα ,αποτελούμενο από στρατιώτες και ανθρώπου του λαού,και άρχισε να κραυγάζει κατά των προκρίτων:
«-Θέλουμε τον αφέντη μας.Ήλθε να μας σώσει και αυτοί τον διώχνουν.Σκότωμα στους κοτζαμπάσηδες».
«-Θάνατος στους Τουρκοκοτζαμπάσηδες».
Οι πρόκριτοι κλείστηκαν στο σπίτι,όπου κατέλυε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης,χωρίς να διαθέτουν φρουρά,καθώς οι στρατιώτες τους τους είχαν εγκαταλείψει,ενώ το πλήθος χτυπούσε με τα κοντάκια των όπλων και ρόπαλα την κλειστή εξώπορτα,για να εισέλθει.Οι οπλαρχηγοί δεν κινήθηκαν για την αποτροπή του μοιραίου από συμπάθεια προς τον Υψηλάντη,που είχε το δίκιο με το μέρος του,και τον όγκο του μαινόμενου πλήθους.Ο Κολοκοτρώνης που βρισκόταν και ο ίδιος έγκλειστος αποφάσισε να βγει θαρραλέα και να συνομιλήσει με το εξαγριωμένο πλήθος.Ο μεγάλος αρχηγός γνώριζε την γλώσσα του πλήθους.Ο λόγος του,όπως συνέβαινε πάντα,θαυματούργησε.Και το πλήθος διαλύθηκε.
Ο Κολοκοτρώνης,προκειμένου να καθησυχάσει τον όχλο,υποσχέθηκε την επάνοδο του Δημητρίου,ο οποίος τελικά πείστηκε στις παρακλήσεις του,και επέστρεψε(η επιτυχία αυτή του Κολοκοτρώνη τον εξύψωσε ακόμη περισσότερο στα μάτια του απλού λαού).Ο Υψηλάντης επέστρεψε,όχι όμως στην Ζαράκοβα( στην Αρκαδία),όπου τον καλούσαν οι πρόκριτοι,αλλά στα Τρίκορφα(στην Αρκαδία,βορειδυτικώς της Τρίπολης).Οι γερουσιαστές τότε εφήρμοσαν παρελκυστική πολιτική στις διαπραγματεύσεις ως προς την τελική μορφή της μεταξύ Δημητρίου και Γερουσίας συνύπαρξης,η οποία προκάλεσε νέα έξαψη των πνευμάτων και νέα οχλαγωγία,αυτή τη φορά όμως περισσότερο ταραχώδη από εκείνη που είχε διαδραματισθεί στα Βέρβαινα.
Το πλήθος όρμησε κατά του υψηλού πύργου της Ζαράκοβας,όπου βρίσκονταν οι συσκεπτόμενοι διαρκώς γερουσιαστές και άλλοι πρόκριτοι,με κραυγές εναντίον τους και με σειόμενα τα όπλα,τα σπαθιά και τα ρόπαλα.Η κυριαρχούσα κραυγή ήταν :
«-Θάνατος».
Την κατάσταση έσωσε και τότε ο Κολοκοτρώνης με προσωπική επέμβαση και πάλι διά λόγου.Είχε βρεθεί στη Ζαράκοβα,για να επιταχύνει την λήξη των διαπραγματεύσεων,και,μόλις πληροφορήθηκε την έφοδο του λαού,κατέβηκε στη σκάλα του πύργου και από εκεί με χειρονομίες και την βροντώδη φωνή του κατόρθωσε να αναχαιτίσει το ερεθισμένο πλήθος,που ήταν έτοιμο να ανέβει στον πύργο και να σκοτώσει τους προκρίτους.Το μαινόμενο πλήθος,μόλις τον είδε,ησύχασε,για να τον ακούσει.Ο λόγος εκείνος του Κολοκοτρώνη από το ύψος της σκάλας του πύργου της Ζαράκοβας προς τον εξαγριωμένο λαό είναι από τους μνημειώδεις του μεγάλου αρχηγού.Τον διέσωσε ο γραμματέας του Μιχαήλ Οικονόμου:
«Έλληνες.Γιατί εμαζωχτήκατε;Τι ζητείτε;Να σκοτώσετε τους άρχοντας θέλετε πάλι;Ακούστε με πρώτα και αν δεν εγκρίνετε τη γνώμη μου,σκοτώστε κι αυτούς κι εμένα,ή ενώνομαι κι εγώ μαζί σας και τους σκοτώνουμε,αν το ευρήτε σωστό.Κλεισμένους τους έχουμε στον πύργο,σαν τα πουλιά στο κλουβί.Μη φοβόσαστε,δεν έχουν φτερά να πετάξουν από τα παράθυρα ,σαν πουλιά,να φύγουν.Ησυχάστε λοιπόν να μ’ακούστε.Και αντί να τους σκοτώσουμε πριν σκεφθούμε,τους σκοτώνουμε μετά μίαν ώραν αφού σκεφθούμε,αν το εύρουμε και σωστόν να σκοτωθούν.Εδώ τους έχουμε.Εγώ σας τους παραδίδω.Έχετε λοιπόν υπομονή.
Ξέρετε ,Έλληνες,ότι αφού εχάλασαν τον πατέρα μου στη Μάνη,εγώ παιδί,εγλύτωσα με τη μάννα μου κι εδώ εκεί αποκαταστάθηκα στα Σιαμπάζικα,στον Άκωβο.Επανδρεύθηκα εκεί κι έγινα νοικοκύρης.Εκεί ήτον τότε ένας προεστός ονομαζόμενος Κάρτσονας.Είχε πολύ φίλο τον Μπουλούμπαση της επαρχίας.Εκεί τότε ήτον ακόμη κι ένα παλληκάρι περήφανο και ανυπόταχτο.Γιάννη τώλεγαν.Και δεν το’ριχνε κάτω του προεστού και τούμπαινε και στη μύτη κι έβαλε σκοπό ο Κάρτσονας να βάλη να σκοτώσουν τον Γιάννη να βγη από την αράδα γιατί δεν μπορούσε να τον βλέπη.
Μια φορά λοιπόν περνώντας από κει ο Μπουλούμπασης εκόνεψε στο σπίτι του προεστού και διά την πολλή φιλία που είχανε τον παρακάλεσε να σκοτώση τον Γιάννη,το παλληκάρι εκείνο.Διότι τάχα ήτο άταχτο,ανυπόταχτο κι εχθρός του επίφοβος.Ο Μπουλούμπασης ακούοντας χωρίς να ειπή τίποτ’άλλο έκλινε το κεφάλι κι είπε τέλος:
«-Καλά σαν ξαναπεράσω εδώ θα βλέπουμε» και τότε ανεχώρησε.Σε καιρό εγύρισε εκείθε με περισσότερους κι εκόνεψε πάλι στο σπίτι του φίλου του Κάρτσονα,του προεστού.Αλλά τότε δεν εφέρθηκε ως φίλος,επροσποιήθηκε τον μεθυσμένο και ωργισμένο και με το άγριο τού εγύρευε πράγματα που δεν ετύχαινε.Τού γύρευε γυναίκα να κοιμηθή.Και αφού τού είπε ότι δεν βρίσκεται εκεί καμμιά τέτοια,του είπε να του φέρη την νοικοκυρά του.Τούτο του φάνηκε του Κάρτσονα θάνατος.Υπωψιάστηκε ότι κάτι διαβολή και συκοφαντία τού έγινε και ήθελε να τον ατιμάση,ή και αιτία κακού εγύρευε.Εβγήκε τότε σιωπώντας και αμίλητος,και επροσκάλεσε τους γερόντους και λίγους πρόκριτους του χωριού,τους διηγήθηκε τι του συμβαίνει και τους εζήτησε γνώμη πώς να κάμη.Μετά πολλά ένας γέρος από εκείνους είπε:«Τούρκος είνε,ήπιε κι εμέθυσε.Εδώ είνε τρεις ορφανές,φτωχές αδερφάδες,η Καρουτσοπούλες.Η μια από αυτές,η μικρότερη μάλιστα,είνε σαν ξεπεσμένη και είνε κι ωμορφούλα,κι έχει και το μπόϊ της γυναίκας σου.Τι να κάμουμε,να της δώσουμε μια πενηνταριά,ή εκατοστή γρόσια,να πάη αυτή,αφού λουστή,χτενισθή,της στέλνεις και τα φορέματα της γυναικός σου να στολισθή και το βράδυ μπαίνει εκεί όπου θα κοιμηθή ο Μπουλούμπασης.Το λυχνάρι ολίγο φως και γυρισμένο στον τοίχο ως και το πρόσωπό της.Και η νοικοκυρά σου να φύγη από το σπίτι.Θα πάη εκεί να ιδή γυναίκα που τον περιμένει,σβύνει αυτή το φως,δεν θα την γνωρίση,θα βγάλη τον κόρακα,και θα περάση κι αυτό».
Η γνώμη αυτή άρεσε κι εβάλθη ευθύς σ’ενέργεια.Επέστρεψε ο Κάρτσονας στο σπίτι του ζαρωμένος κι ο Μπουλούμπασης με προσποιητή ανυπομονησία τον ερώτησε τι έκαμε κι εκείνος τού αποκρίθηκε:«Θα γίνη».Αλλ’ο Μπουλούμπασης επιτηρούσε και καταλάβαινε όλα τα γινόμενα.Το βράδυ τού έδειξαν πού τού ετοίμασαν να κοιμηθή,επήγε ως την πόρτα,την άνοιξε λίγο,έρριξε μια ματιά μέσα,είδε ένα λυχνάρι που ξεψύχαγε κι αυτό γυρισμένο στον τοίχο,είδε και το πλευρό γυναίκας στολισμένης ορθής,ετράβηξε κι εσφάλισε πάλι την πόρτα κι έφυγε και πήγε και κοιμήθηκε με τους συντρόφους του.Η δύστυχη Καρουτσοπούλα επερίμενε άγρυπνη όλη τη νύχτα-φοβούμενη μη χάση τα εκατό γρόσια-πρωΐ εβγήκε εκείθε και την ρώτησαν και αποκρίθηκε ότι δεν τη ζύγωσε.Έζησε και πέθανε η δύστυχη καλόγρηα.Ο Κάρτσονας υπωπτεύθηκε πως ο Μπουλούμπασης εκατάλαβε πώς τον εγέλασε,και φοβήθηκε νέα βάσανα,νέους πειρασμούς.Αλλά ο Μπουλούμπασης εξύπνησε,ενίφτηκε κι εκάθησε και τότε εμπήκε κι ο Κάρτσονας δειλιασμένος κι εκαλημέρησε.Ο Μπουλούμπασης τον αντιχαιρέτησε φιλικά κι εύθυμα,ως σαν να μην είχε γίνει τίποτα.Έπειτα τον επήρε κι εβγήκαν περίπατο οι δύο φίλοι σαν πρώτα κι εκεί τού λέει:«-Αι φίλε μου πώς σού φάνηκαν τα χθεβραδυσινά;».«Αμ ξέρω κι εγώ;»,λέει ο Κάρτσονας.«Υποπτεύω καμμιά διαβολή,καμμιά συκοφαντία από κανέναν οχτρό».«-Όχι φίλε μου»,λέει ο Μπουλούμπασης,«αυτό ήτονε να σού κάμω απόκρισι με πράγματα και όχι με λόγια,για κείνο που με παρακάλεσες για τον Γιάννη,για να νοήσης ότι θα σου μιλήσω ως φίλος αληθινός και όχι ότι αποφεύγω.Εκατάλαβα και ξεύρω τι και πώς εκάματε.Εις κάθε χωριό φίλε μου,είνε καλό να βρίσκωνται από όλα,κι ένας παληός γέρος για μια γνωστική συμβουλή και καμμιά ξεπεσμένη για να γλυτώνη την τιμή των τίμιων νοικοκυράδων,και ένα δυο και περισσότερα παλληκάρια,να φυλάνε το χωριό,σαν οι σκύλλοι το μαντρί,και τα τέτοια παλληκάρια ο προεστός να τα έχη φίλους,και να τα ταΐζη σαν ο τσοπάνης τα σκυλλιά της στάνης.Δεν θάρχωμαι εδώ πάντα εγώ ο φίλος σου,θα έρθουν και άλλοι που να μην είνε φίλοι σου και αν κανένας θελήση να κάμη καμμιά κατάχρησι,θα εξετάση πρώτα και αν αγροικάη πώς έχεις φίλο ένα ή και περισσότερους Γιάννηδες,δεν θα τολμήση να κάμη την κατάχρησι,από φόβο,όχι από σένα,αλλ’από τον Γιάννη το φίλο σου.Παρά να γυρεύης,φίλε μου,τον σκοτωμό του Γιάννη,δεν είνε κάλλιο να τον κάμης φίλο;Να τον έχης όταν σού χρειασθή;Δεν είνε δύσκολο.Μπορεί νάρθη ώρα χρείας και να λυπάσαι γιατί δεν έχεις έναν τέτοιο και να μετανοής γιατί τον είχες και τον εσκότωσες».
Ακούστε,Έλληνες,ένας Τούρκος,αλλά φίλος αληθινός και φρόνιμος,τι εσυμβούλευε σ’ένα φίλο του ραγιά χριστιανό.
Ως φίλος της πατρίδος,ως φίλος σας,σάς λέγω κι εγώ:Ό,τι κι αν είνε τούτοι που γυρεύετε να σκοτώσουμε,θάρθη ώρα να μας χρειασθούνε και αν τους σκοτώσουμε δεν θα τους έχουμε όταν θα χρειασθούνε και θα λυπόμαστε γιατί τους είχαμε και τους εσκοτώσαμε.Δεν ξέρουμε εμείς όσα ξέρουν τούτοι ψέματα.Έρχεται ώρα που χρειάζονται και τα ψέματα.
Έπειτα όμως λέμε ότι επιάσαμε τ’άρματα να ελευθερώσουμε την πατρίδα και να γίνουμε κι εμείς έθνος σαν και πρώτα,σαν και τ’άλλα της Ευρώπης.Τί θα πη η Ευρώπη αν ακούση ότι σκοτωνόμαστε συναμεταξύ μας και ότι σκοτώσαμε μάλιστα εκείνους οπού είχαμε ως τώρα ως καλύτερους και φρονιμώτερους και αξιώτερούς μας;Ποιος θα μας βοηθήση ή θα γυρίση να μας ιδή πια;Θα λάβουν μάλιστα αφορμή οι εχθροί μας να μας κατατρέξουν.
Αυτή είναι η γνώμη η δική μου,να απέχουμε από τέτοια πράματα και αν είναι και καμμιά ασυμφωνία,να αφίνουμε με την υπομονή να συμβιβασθή.Αφήστε μας,δόστε μας καιρό και θα βρεθή και τώρα τρόπος να συμφωνήσουμε.Μην είσθε ανυπόμονοι,μη βιάζεσθε.Και αν είναι και κανείς που να θέλη το κακό της πατρίδος,που δεν το πιστεύω,πάλι μάτια έχουμε,νου έχουμε,δεν τον αφίνουμε εμείς οι άλλοι να το κάμη.Τώρα πέστε μου και σεις τη δική σας γνώμη.Κι αν είνε καλύτερη θα συμφωνήσω κι εγώ με σας».
Ο Κολοκοτρώνης ανευφημήθη από τους περισσότερους.Το πλήθος συμμορφώθηκε και διελύθη.Τον αγώνα έσωσε για άλλη μια φορά η ιδιοφυΐα του αρχηγού και συγχρόνως,με τον λόγο,αλλά και με το όλο έργο του,δίδαξε στους συμπατριώτες του,ως διδαχή αθάνατη στους αιώνες και χρησιμότατη για το ιδιαιτέρως επιρρεπές στη διχόνοια γένος των Ελλήνων,την εθνική ομοψυχία και συμπόρευση.
(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.