Πέμπτη 28 Μαΐου 2009

Ο «Δούρειος Ίππος» της Τριπολιτσάς.

Τον Σεπτέμβριο του 1821 η πολιορκία της Τριπολιτσάς είχε μπει πια στην τελευταία φάση της.Οι επαφές(κυρίως) με τους Αλβανούς που βρίσκονταν στην πόλη και αποτελούσαν το πλέον αξιόμαχο τμήμα των πολεμιστών της συνεχίζονταν.Ο στόχος πλέον των πολιορκητών ήταν να απομακρύνουν το αλβανικό σώμα από την Τριπολιτσά,ώστε να εκλείψει και ο τελευταίος κίνδυνος.Η πόλη μετά την αποχώρησή τους θα βρισκόταν πια στο έλεος των ελληνικών στρατευμάτων.Στην πόλη η κατάσταση ήταν φρικτή:οι έγκλειστοι από την πείνα είχαν οδηγηθεί σε κατάσταση απελπιστική,σωστά φαντάσματα από την έλλειψη τροφής.Στην εξαθλίωση των πολιορκουμένων συνετέλεσαν και οι Αλβανοί που,μετά την προφορική-η οποία όμως προς δόξαν του στρατηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη τηρήθηκε κατά γράμμα-συμφωνία αναχώρησής τους από την πόλη,χωρίς να απειληθούν η σωματική ακεραιότητα και οι περιουσίες τους,ήρθαν σε διάσταση προς τους Τούρκους ως προς την διανομή των αγαθών και των οφειλομένων σ’αυτούς μισθών,καθιστάμενοι κατ’αυτόν τον τρόπο ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα για τους εγκλείστους.
Ήταν η 23η Σεπτεμβρίου 1821,ημέρα Παρασκευή.Ο Τούρκος στρατηγός Κεχαγιάμπεης είχε καλέσει όλους τους ντόπιους Τούρκους σε σύσκεψη στο σεράι κατά τις πρωϊνές ώρες,για να ληφθούν οριστικές αποφάσεις.Στη σύσκεψη εκλήθησαν και οι Αλβανοί μπέηδες.Μολονότι η προηγηθείσα προς τους Έλληνες πρόταση του Ελμάζ μπέη(του επί κεφαλής των εγκλείστων Αλβανών) να παραλάβει μαζί του τους επίσημους Τούρκους και τα χαρέμια δεν φαινόταν ότι θα γινόταν δεκτή,οι επίσημοι της Τριπολιτσάς εξακολουθούσαν να ελπίζουν ότι θα αναχωρούσαν στο τέλος μαζί με τους Αλβανούς,παρά την υπάρχουσα ψυχρότητα μεταξύ τους λόγω της χωριστής συμφωνίας,στην οποία είχαν προβεί τις προηγούμενες ημέρες οι Αλβανοί με τους πολιορκητές.Οι Τούρκοι φαντάζονταν ότι η συμπερίληψή τους σ’εκείνους που θα έφευγαν ήταν ζήτημα προσφοράς περισσοτέρων χρημάτων.Και τόση ήταν αυτή η πεποίθηση,ώστε η Εσμά χανούμ του Τούρκου στρατηγού Χουρσίτ,η κορυφαία του χαρεμιού του,που βρισκόταν και εκείνη πολιορκημένη στην Τριπολιτσά,παρήγγειλε στους Αλβανούς μπέηδες να πάρουν μαζί τους στο σεράι τον Φωτάκο,για να παρακαλέσει μέσω αυτού τον Κολοκοτρώνη να τής επιτρέψει να παραλάβει μαζί της κατά την αναχώρηση και δυο χριστιανούς υπηρέτες της,για τους οποίους ήταν αποφασισμένη να προσφέρει,όσα χρήματα θα τής ζητούσαν.Σαν να είχε εξασφαλισθεί η ίδια,φρόντιζε και για τους ανθρώπους της.Οπωσδήποτε για την ημέρα εκείνη δεν προβλεπόταν τίποτε έκτακτο.Ούτε οι Αλβανοί επρόκειτο να φύγουν ακόμη,αφού το σύμφωνο της ελεύθερης αναχώρησης δεν είχε υπογραφεί ακόμη(και δεν υπεγράφη ποτέ,παρέμεινε προφορική συμφωνία που τηρήθηκε όμως στο ακέραιο από τον συνομολογήσντα αυτήν Κολοκοτρώνη) ούτε οι όμηροι που θα παρείχαν οι Έλληνες αρχηγοί στους Αλβανούς,ως εγγύηση για την ασφαλή πορεία τους μέχρι τον Κορινθιακό κόλπο,όπου θα κατευθύνονταν,είχαν μεταβεί στην Τριπολιτσά.Επικρατούσε τόση ηρεμία,ώστε η Εσμά χανούμ νόμιζε ότι είχε καιρό για ενέργειες διευκόλυνσης κατά την αναχώρηση.
Αλλά συνέβη γεγονός,οφειλόμενο στην πρωτοβουλία και το κατόρθωμα Έλληνα οπλίτη,που ανέτρεψε όλα τα σχέδια και που ούτε οι Τούρκοι το περίμεναν ούτε οι Έλληνες αρχηγοί το είχαν προβλέψει για την ημέρα εκείνη.Ο Μανώλης Δούνιας από τον Πραστό,που ανήκε στο σώμα των Αγιοπετριτών,οι οποίοι κατείχαν την Βολιμή σε απόσταση ενός τετάρτου ώρας από την πύλη του Ναυπλίου(μιας από τις πύλες της Τριπολιτσάς),είχε αναπτύξει κατά τις τελευταίες εκείνες ημέρες σχέσεις με Τούρκους που βρίσκονταν στον προμαχώνα εκείνης της πύλης.Τέτοιες επικοινωνίες μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων στρατιωτών είχαν αναπτυχθεί από τις αρχές του Σεπτεμβρίου.Από την πύλη του Ναυπλίου έβγαιναν καθημερινά Τούρκοι πυροβολητές,Αλβανοί και αφελείς Ανατολίτες,από τους τοποθετημένους στον προμαχώνα,και συναντούσαν τον Δούνια,που γνώριζε τα τουρκικά,και τους Σπετσιώτες Αυραντίνη και Γκίκα Ρουμάνη.
Ο Δούνιας είχε αναγνωρίσει μεταξύ των Τούρκων πυροβολητών κάποιον που τον είχε δει άλλοτε στην Κωνσταντινούπολη,όπου είχε ζήσει και εκείνος.Φρόντισε να συναντηθούν στα σπίτια που βρίσκονταν μπροστά στην πύλη του Ναυπλίου,τα λεγόμενα Αρμενέικα,μίλησε στον Τούρκο για την παλιά τους γνωριμία ή τον έπεισε ότι είχαν γνωρισθεί,χωρίς πράγματι αυτό να έχει συμβεί,και τού κέρδισε την εμπιστοσύνη με τους εγκάρδιους τρόπους του και την καλή γνώση της τουρκικής.Τού προσέφερε τότε γεύμα στο στρατόπεδο των Αγιοπετριτών και έπειτα τον οδήγησε πάλι μέχρι την πύλη.Τού χρειαζόταν όλη η εμπιστοσύνη του Τούρκου.Κατά την 22α Σεπτεμβρίου πήγε πάλι μέχρι την πύλη και όχι μόνο τού προσέφερε ψωμί και άλλα τρόφιμα,αλλά και τού υποσχέθηκε ότι,αν καταλαμβανόταν η πόλη ή αν οπωσδήποτε ήθελε να φύγει,θα τον έπαιρνε υπό την προστασία του και θα τον έστελνε με ασφάλεια στο Λεωνίδιο,για να μεταβεί από εκεί στην πατρίδα του.Είναι πολύ πιθανό ότι κατά την συνάντηση αυτή ο Τούρκος πυροβολητής εμπιστεύτηκε στον Δούνια ότι ο Κεχαγιάμπεης είχε προσκαλέσει όλους τους Τούρκους σε συνέλευση για την επομένη ημέρα,24η Σεπτεμβρίου,το πρωί στο σεράι και ότι αυτός κατά την ώρα εκείνη θα έμενε φρουρός της πύλης εκείνης.Οπωσδήποτε ο Δούνιας αποφάσισε να ενεργήσει εισβολή διά της πύλης του Ναυπλίου κατά την ώρα που οι Τούρκοι,όχι μόνο οι κάτοικοι,αλλά και οι περισσότεροι στρατιωτικοί θα ήταν συγκεντρωμένοι στο σεράι.Την επομένη το πρωΐ,αφού συνεννοήθηκε με πολλούς συναδέλφους του,χωρίς να ανακοινώσει τίποτε σε κανέναν από τους αρχηγούς,πήγε με δυο συντρόφους του μπροστά στην πύλη και ζήτησε από τον γνώριμό του Τούρκο να τον ανεβάσει στα τείχη,για να δει το τηλεβολοστάσιο.Πενήντα Έλληνες στρατιώτες,τους οποίους είχε συγκεντρώσει ο Δούνιας από τα κυνουριακά σώματα του Αναγνώστη Κονδάκη,του Γεωργίου Μιχαλάκη,του Σαράντη,του Π.Ζαφειρόπουλου,του αρχιμανδρίτη Ιερόθεου Αθανασόπουλου και από το σώμα του Π.Κεφάλα ενέδρευαν κοντά στην πύλη.Ο Τούρκος πυροβολητής ανύποπτος,και αφού από μέρες έμπαιναν στην πόλη Έλληνες,χωρίς να αποδίδεται σ’αυτό εξαιρετική σημασία,καθώς συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις παράδοσης της πόλης,δέχτηκε να ευχαριστήσει τον Δούνια και τους δυο συντρόφους του,τον Αυραντίνη και τον Ρουμάνη.Τους κρέμασε σχοινιά,με τα οποία οι Έλληνες εκείνοι,ναυτικοί και οι τρεις,αναρριχήθηκαν.Αλλά μόλις βρέθηκαν πάνω και πείστηκαν ότι δεν υπήρχαν εκεί άλλοι πυροβολητές ούτε φρουροί,συνέλαβαν αμέσως τον Τούρκο,τον έδεσαν και έκαναν σινιάλο σε εκείνους που παραμόνευαν έξω από την πύλη να ανεβούν.Αμέσως έσπευσαν όλοι,ο ένας μετά τον άλλο,να αναρριχηθούν από τα κρεμασμένα έξω από τα τείχη σχοινιά και δεμένα από τα κανόνια(από αυτό πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο Δούνιας είχε εκλέξει ναυτικούς από εκείνους που υπηρετούσαν στα κυνουριακά σώματα που μπορούσαν να αναρριχηθούν).Κατέβηκαν στην πύλη,έσπασαν τα σίδερά της και την άνοιξαν,ενώ στο σπίτι του Μουσταφά μπέη που βρισκόταν δίπλα στην πύλη υψωνόταν η ελληνική σημαία και ο Αυραντίνης έστρεφε προς την πόλη ένα κανόνι.Αμέσως μπροστά στην εκπληκτική αυτή επιτυχία τα σώματα υπό τους Ζαφειρόπουλο,Βαλσαμή,Κονδάκη,Μιχαλάκη και Αθανασόπουλο,που βρίσκονταν στην Βολιμή,όρμησαν ταχύτατα προς την ανοιχτή πύλη του Ναυπλίου.Ήταν 9 το πρωΐ.Αμέσως ανοίχτηκε και η πύλη του Μιστρά και μπήκαν από εκεί τα σώματα υπό τους επίσκοπο Βρεσθένης,Κεφάλα,Παπαντώνη,Κρεββατά και Γιατράκο,ενώ οι υπό τον Δημήτριο Δηληγιάννη Γορτύνιοι ανεβηκαν στον προμαχώνα έξω από το σεράι.Στη συνέχεια ανοίχτηκε και η πύλη του Αγίου Αθανασίου,από την οποία μπήκαν και άλλοι Γορτύνιοι,Μανιάτες,Ολύμπιοι,Τριπολιτσιώτες και Μεγαλοπολίτες.Μετά από λίγο όλες οι πύλες είχαν ανοιχθεί και η εισόρμηση των ελληνικών σωμάτων γινόταν από όλα τα σημεία.Η μοίρα της πόλης είχε πια σφραγισθεί.







(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.