Τετάρτη 13 Μαΐου 2009

Το φρικτό τέλος του προδότη Μερτσάνη.


Ήδη από την έναρξη της επανάστασης του 1821,τον Μάρτιο του 1821,οι αρχηγοί των επαρχιών της Μάνης και της Λακωνίας βρέθηκαν αμέσως με τους ένοπλους άνδρες τους μπροστά στην γέφυρα του φρουρίου της Μονεμβασιάς.Ήταν ο Τζανετάκης μπέης Γρηγοράκης,ο Δημήτριος Τσιγκουρός ή Τσιγκουράκος Γρηγοράκης,ο Πιέρρος Μαγγιόρος Γρηγοράκης,ο Γεώργιος Αντωνάκης Γρηγοράκης και οι αδελφοί του Παναγιωτάκης και Θωμάς,ο Παν.Κοσονάκος,ο Γεώργιος Μιχαλάκης,ο Πετροπουλάκης,ο Ι.Κατσούλης,ο Θεόδωρος Γούλαλος και ο Ιωάννης Γρανίδης.Οι οπλαρχηγοί αυτοί οδηγούσαν χίλιους περίπου άνδρες και γενικός αρχηγός τους ήταν ο Τζαννετάκης Γρηγοράκης.
Η οικογένεια Γρηγοράκη ήταν μια από τις τρεις αρχοντικές οικογένειες της Μάνης.Υπήρξε μάλιστα η πλουσιότερη με δράση συνεχή κατά την διάρκεια τριών αιώνων,γνωστή και στην Ευρώπη κατά τον 18ο αιώνα και έδωσε στη Μάνη τους περισσότερους ηγεμόνες.Οι Γρηγοράκηδες μυήθηκαν στη Φιλική Εταιρία από το 1819.
Η ψεύτικη φήμη που σκόπιμα διέδωσε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης,πριν ακόμη την έναρξη της πολιορκίας του κάστρου της Μονεμβασιάς,ότι τάχα Φράγκοι είχαν υποκινήσει εξέγερση στη Μάνη και απειλούνταν σοβαρά οι Τούρκοι της ενδοχώρας της Μάνης πέτυχε τον σκοπό της.Ο Μαυρομιχάλης ήλπιζε ότι η ιδέα του θα τρόμαζε τους Τούρκους της περιοχής των Βαρδουνοχωρίων,που ήταν πολεμικότατοι,άρα υπολογίσιμος αντίπαλος εν όψει της επικειμένης πολιορκίας του φρουρίου της Μονεμβασιάς,και θα αποχωρούσαν αναζητώντας ασφαλέστερες θέσεις και πράγματι δικαιώθηκε.Οι Βαρδουνιώτες Τούρκοι αποχωρούσαν ήδη στην Τριπολιτσά.
Αλλά και η έμπνευση των προκρίτων της Μάνης,λίγο πριν την έκρηξη της επαναστάσεως, να πείσουν τους Τούρκους της πόλεως να αδειάσουν τις τότε γεμάτες σιταποθήκες,με το πρόσχημα της ανάγκης ενίσχυσης των πεινασμένων χωρικών,πριν ακόμη η παλιά σοδειά σαπίσει από την παρατεταμένη αποθήκευσή της,συνετέλεσε τα μέγιστα στην μετέπειτα,κυριολεκτικώς,λιμοκτονία των πολιορκημένων της Μονεμβασιάς.
Η πολιορκία,ιδίως μετά την αποφασιστική συνδρομή των σπετσιώτικων πλοίων που ολοκλήρωσαν,εκ θαλάσσης,τον αποκλεισμό της πόλης,με τον καιρό γινόταν όλο και πιο στενή.Οι Σπετσιώτες βοήθησαν δραστικά και στον επισιτισμό και ανεφοδιασμό των πολιορκητικών σωμάτων.
Για δυο μήνες κατόρθωσαν οι Τούρκοι της Μονεμβασιάς να συντηρηθούν κάπως ανθρώπινα με τα υπάρχοντα τρόφιμα και με μεγάλη φειδώ στην κατανάλωση.Επιχείρησαν κάποιες φορές,περιφρονώντας την μαχητική αξία των πολορκητών τους να σπάσουν τον κλοιό,για να φέρουν τρόφιμα στην πόλη,όμως χωρίς αποτέλεσμα.Ένα γεγονός όμως τους ενθάρρυνε.Έφτασε την 15η Μαΐου,προερχόμενος από το ήδη πολιορκούμενο από τους Έλληνες Ναύπλιο,ένας Έλληνας,ονόματι Μερτσάνης,απεσταλμένος των εκεί Τούρκων με ευχάριστα για τους περικυκλωμένους στην Μονεμβασιά.Ο Μερτσάνης είχε την οικογένειά του έγκλειστη στην Μονεμβασιά και είτε από ανησυχία για την τύχη της ,είτε γιατί πληρώθηκε,δέχτηκε να μεταφέρει γράμματα των Τούρκων του Ναυπλίου προς εκείνους της Μονεμβασιάς.
Ο άνθρωπος αυτός κατόρθωσε να περάσει απαρατήρητος από την πολιορκητική γραμμή και να φτάσει στο φρούριο.Τα γράμματα που έφερε εμψύχωσαν τους πολιορκημένους.Ανήγγειλαν την κάθοδο του Κεχαγιάμπεη στην Πελοπόννησο και συνιστούσαν στους Τούρκους της Μονεμβασιάς να αντέξουν μέχρι την προέλαση έως εκεί του Τούρκου στρατηγού.Οι Τούρκοι όμως στο Ναύπλιο,όπως και ο Μερτσάνης,αγνοούσαν ότι λίγο νωρίτερα ο εμπνέων φόβο τουρκικός στρατός,που με τόσες προσδοκίες αποβιβαζόταν στην Αχαΐα λίγο καιρό πριν,σπέρνοντας την καταστροφή στο πέρασμά του και τον πόνο,είχε αποκρουσθεί νικηφόρα στο Βαλτέτσι.Ο κλοιός μάλιστα μετά την ελληνική επιτυχία έσφιγγε θανάσιμα γύρω από την πόλη της Τριπολιτσάς,αφήνοντας ουσιαστικά τους πολιορκημένους σε Ναύπλιο και Μονεμβασιά στην διάθεση των πολιορκητών.
Με την ενθάρρυνση των «ειδήσεων» από το Ναύπλιο,οι Τούρκοι της Μονεμβασιάς αποφάσισαν να ενεργήσουν επιθετική έξοδο,την νύχτα της 17ης προς 18η Μαΐου.Ο σκοπός τους ήταν να αποκομίσουν λεία τροφίμων,που τόσο απεγνωσμένα χρειάζονταν,για να μπορέσουν να αντέξουν μέχρι την ημέρα που,όπως πίστευαν,θα έφτανε ο Κεχαγιάμπεης.Αλλά η ακριτομυθία ενός εξωμότη Έλληνα και τότε φανατικού Οθωμανού,ονόματι Σπίθας,έκανε τους πολιορκητές να υποπτευθούν τα αποφασισθέντα.Μεταξύ των Ελλήνων και των Τούρκων διημείβοντο καθημερινά σαρκασμοί,ύβρεις και απειλές.Η γραμμή των Ελλήνων βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση από το φρούριο και οι Τούρκοι μεταχειρίστηκαν ως κήρυκά τους τον Σπίθα λόγω της δυνατής φωνής του και της προκλητικότητάς του.Την 17η Μαΐου ο Σπίθας ήταν πολύ εύγλωττος.

«-Βρε Ρωμηοί,φώναζε,ακόμη τα σπαθιά μας αχνίζουν από τα αίματά σας και σεις ετολμήσατε να σηκώστε τουφέκι κατεπάνω μας;Δεν θα βγούμε όξω;Θα σας παστρέψουμε όλους.Εκατό χρόνους θα κάμη να λαλήση πέρδικα στα βουνά σας».
Από το στρατόπεδο των Ελλήνων τού απαντούσε ο Μανιάτης Μπουτσελάς:

«-Αμή κυττάξετε να βγήτε πρώτα,και τότε ας μη λαλήση μήτε κούκος.Και πότε βρε Τούρκοι έλειψαν από τα ρωμέικα βουνά οι αετοί και η πέρδικες,που θα λείψουν και τώρα;»
Αλλά ο Σπίθας είχε τον αέρα της ληφθείσης αποφάσεως για την έξοδο και παρασυρμένος είπε:

«-Αι,Ρωμηοί.Απόψε η νύχτα είνε γκαστρωμένη».
«-Μα να ιδούμε τι παιδί θα κάμη»,απάντησε ο Μπουτσελάς.
Αυτό που είπε ο Σπίθας με την φράση εκείνη ήταν για τους Έλληνες μια προειδοποίηση.Και την νύχτα εκείνη δεν κοιμήθηκαν.
Ένας Έλληνας από τους εγκλείστους της Μονεμβασιάς,ο Χατζη-Κυριάκος Ιατρόπουλος, κατόρθωσε να ειδοποιήσει με μια γυναίκα τους πολιορκητές για την επίθεση της νύχτας.Η πληροφορία αυτή επιβεβαίωσε τις υποψίες,που προκάλεσαν οι υπαινιγμοί του εξωμότη Σπίθα.Οι Τούρκοι σκόπευαν να καταλάβουν τα νώτα των Ελλήνων με μικρή δύναμη που θα αποβιβαζόταν και θα εισχωρούσε πίσω από τις ελληνικές γραμμές,ενώ ταυτοχρόνως θα επεχειρείτο η έξοδος της φρουράς της Μονεμβασιάς.Οι Έλληνες θα βρίσκονταν μεταξύ δυο πυρών.Και αν ακόμη δεν κατορθωνόταν να καταστραφεί εντελώς η ελληνική δύναμη,θα διαλυόταν όμως προς το παρόν το ελληνικό στρατόπεδο και οι Τούρκοι θα κατόρθωναν να πραγματοποιήσουν επισιτισμό του φρουρίου.
Την ώρα που είχε ορισθεί,72 Τούρκοι,οι τολμηρότεροι και ικανότεροι όλων,αποβιβάστηκαν σε μια γολέττα που βρισκόταν κάτω από το φρούριο και κατευθύνθηκαν προς την απέναντι ακτή σε απόσταση από το ελληνικό στρατόπεδο και σε μη φυλασσόμενη θέση,κοντά στο λιμάνι.Τα πλοία τους αντιλήφτηκαν κατά την αποβίβαση και άρχισαν τον κανονιοβολισμό.Από τους κανονιοβολισμούς αυτούς οδηγήθηκαν οι του στρατοπέδου και έσπευσαν αμέσως εκεί με αρκετή δύναμη.Αλλά ήδη οι Τούρκοι είχαν φύγει από εκεί,κατευθυνόμενοι προς τα γειτονικά ορεινά χωριά.Αμέσως αποβιβάστηκε απόσπασμα από τα πληρώματα των πλοίων υπό τον Αντώνιο Πάνοζα.Οι Σπετσιώτες ενώθηκαν με τους Μανιάτες και έσπευσαν να βρουν τους αφανείς ακόμη Τούρκους.Η νύχτα πέρασε,χωρίς να έλθουν σε επαφή οι αντίπαλοι.Μόλις την επόμενη ημέρα οι Έλληνες κατόρθωσαν να βρουν τους Τούρκους να αναπαύονται κάτω από δέντρα κοντά σε ένα χωριό,όπου είχαν καταφύγει,για να βρουν τροφή.Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν,διότι δεν είχαν αντιληφθεί την καταδίωξη,και οι Μανιάτες και οι Σπετσιώτες τους περικύκλωσαν και τους κάλεσαν να παραδοθούν.Λίγοι προσπάθησαν να αντισταθούν,αλλά σκοτώθηκαν.Οι άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο.Μεταξύ αυτών βρισκόταν και ο Μερτσάνης που είχε μεταφέρει από το Ναύπλιο τα γράμματα των Τούρκων του Ναυπλίου.Η πράξη του είχε γίνει γνωστή και τιμωρήθηκε αμέσως.Τον έδεσαν στο στόμιο ενός πυροβόλου.Με την εκπυρσοκρότηση τα ματωμένα μέλη του Μερτσάνη βρέθηκαν στην ακτή του φρουρίου.Ταυτοχρόνως ο Μπουτσελάς,ο κήρυκας του στρατοπέδου,φώναζε προς τους απέναντι,απαντώντας στον χτεσινό υπαινιγμό του Σπίθα:

«-Αι,Σπίθα,καλημέρα.Η νύχτα εγέννησε κι έκαμε σερνικό.Το βαφτίσαμε και το βγάλαμε σκλάβο».
Ο Σπίθας αντιλήφτηκε τον υπαινιγμό.Ο Έλληνας κήρυκας μιλούσε για Τούρκους αιχμαλώτους.
«-Δεν σε πιστεύουμε»,απάντησε.
Τότε ο Μπουτσελάς κάλεσε μερικούς από τους αιχμαλώτους και τους έβαλε να φωνάξουν προς τους συμπολίτες τους,για να τους πιστοποιήσουν την ατυχία τους.Εκείνοι όχι μόνο το επιβεβαίωσαν,αλλά και ζητούσαν να τους στείλουν τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και συνιστούσαν στους άλλους να παραδοθούν.

«-Δεν κάνουμε τίποτε,φώναζαν.Είναι το κισμέτι να το πάρουν οι Ρωμηοί το κάστρο».
Οι πολιορκημένοι απελπίστηκαν.Μόνη τους ελπίδα ήταν ο τουρκικός στόλος,αλλά δεν ήλθε ποτέ.Συνέχισαν την απεγνωσμένη αντίστασή τους,ώσπου τελικά οι τελευταίοι,ράκη αληθινά,Τούρκοι που επέζησαν,σωστά φαντάσματα από την φρικτή πείνα,παρέδωσαν την Μονεμβασιά στους πολιορκητές,την 22α Ιουλίου 1821.




(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.