Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Η Θράκη πνευματικώς κατά την Τουρκοκρατία.


Κατά τα τέλη της βασιλείας Ανδρονίκου του Παλαιολόγου(1341),οι Τούρκοι ήταν κύριοι ολόκληρης σχεδόν της Μικράς Ασίας.Η Ανατολική Μεσόγειος και το Αιγαίο βρίσκονταν υπό την συνεχή απειλή των πειρατικών πλοίων των Σελτζούκων και των Οθωμανών Τούρκων.Η κατάσταση του χριστιανικού πληθυσμού των παραλιακών ιδίως περιοχών της Βαλκανικής χερσονήσου και των νησιών ήταν πολύ κρίσιμη και η ζωή διέτρεχε μυρίους κινδύνους.O γερμανός ιστορικός Hammer γράφει ότι κατά τις αρχές του 14ου αιώνος οι Τούρκοι επιχείρησαν περί τις 20 επιδρομές στη Θράκη,κυριεύοντας πολλές πόλεις και ερημώνοντας με λεηλασίες και εμπρησμούς την χώρα,φθάνοντας μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως,κατά το 1337.Από τις κωμοπόλεις κατέλαβαν τις Αθύρες και τους Επιβάτες.Κάθε εμπορική κίνηση είχε σταματήσει.Οι επιδρομές αυτές,όπως έγραφε ο Ν.Α.Βέης,εξανάγκασε τον μοναχό του Αγίου Όρος Αθανάσιο να μεταναστεύσει και να κατέλθει στην Θεσσαλία,όπου ίδρυσε τις περίφημες μονές των Μετεώρων.
Οι τούρκοι ήταν αποφασισμένοι να εγκατασταθούν παγίως επί ευρωπαϊκών εδαφών.Η πραγματοποίηση του σχεδίου αυτού διευκολύνθηκε,δυστυχώς,από τους εμφυλίους πολέμους στο Βυζάντιο.Η πρώτη εγκατάσταση των Τούρκων στην Ευρώπη συντελέστηκε επί Ιωάννου Καντακουζηνού(1341-1353)ο οποίος συχνά στηριζόταν στη βοήθειά τους στους αγώνες του εναντίον του Ιωάννου Παλαιολόγου(1341-1376).Έτσι πάντρεψε την κόρη του με τον Σουλτάνο Οχράν.Ο Βυζαντινός ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς(28.2) αναφέρει ότι ο Καντακουζηνός αγαπούσε τους Τούρκους,όσο μισούσε τους Έλληνες.«Είναι λίαν πιθανό,γράφει ο Α.Vasilief(Ιστορία του Βυζ.Κρ.,ΙΙ,306) ότι ο πρώτος Τουρκικός εποικισμός της χερσονήσου της Καλλιπόλεως,στον Ελλήσποντο,έγινε τη επινεύσει του Ιωάννου Καντακουζηνού».Ο ως άνω Νικηφόρος Γρηγοράς(28,40) λέγει ότι «καθ’ην στιγμήν εις την εκκλησίαν του εν Κωνσταντινουπόλει παλατίου εγίνετο μία λειτουργία,οι Οθωμανοί Τούρκοι,γενόμενοι δεκτοί εις την πρωτεύουσαν,εχόρευαν και τραγουδούσαν τους προς τον Μωάμεθ ακατανοήτους υπό των Χριστιανών ύμνους των,έμπροσθεν του παλατίου,υποχρώσαντες το πλήθος των Χριστιανών να τους ακούη».Για να ικανοποιήσει ο Καντακουζηνός τις οικονομικές απαιτήσεις των Τούρκων,κατά μία άλλη πηγή,δώρησε σ’αυτούς χρήματα από τα αποσταλέντα από τον Συμεών,τον πρίγκηπα από τον Μόσχα,για την ανακαίνιση του ναού της Αγίας Σοφίας.Οι Τούρκοι σιγά σιγά εγκαθίσταντο στην Θράκη ,εντός της χερσονήσου της Καλλιπόλεως,πιθανώς μετά τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Καντακουζηνού.Αρχικά όμως δεν εμφανίστηκαν επικίνδυνοι,γιατί παρέμεναν υποταγμένοι στις βυζαντινές αρχές,αλλά κατά τα μέσα του 14ου αιώνος,εντός της χερσονήσου και κοντά στην Καλλίπολη έγιναν κύριοι ενός μικρού φρουρίου,η δε απόπειρα του Καντακουζηνού να πείσει τους Τούρκους,με χρήματα,να το εγκαταλείψουν,απέτυχε.Το 1354 όλη σχεδόν η δυτική παραλιακή ζώνη της Θράκης κατακλύσθηκε από τους Τούρκους,οι οποίοι κατέλαβαν πολλές πόλεις και οχυρές θέσεις.Την Καλλίπολη κατέστησαν εξόχως σημαντικό κέντρο,χτίζοντας γύρω της τείχη και κατασκευάζοντας ναύσταθμο με φρουρά.Η πόλη αυτή απέβη για τους Τούρκους στρατηγικό κέντρο,για την στήριξη κάθε εκστρατείας προς τα ενδότερα της Βαλκανικής.Η είδηση για την κατάληψη και την οχύρωση της Καλλιπόλεως προκάλεσε φόβο και θρήνους στην Κωνσταντινούπολη.Την απελπισία που κατέλαβε τον χριστιανικό πληθυσμό περιέγραψε ο Δημήτριος Κυδώνης(Patrol.Graeca,154,στήλη 1013).
Επωφελούμενοι οι κατακτητές των συνεχών αναστατώσεων που συντάραζαν το Βυζάντιο,αλλά και τους Σέρβους και Βουλγάρους,συνέχισαν τις κατακτήσεις τους στην Βαλκανική χερσόνησο.Ο διάδοχος του Ορχάν Μουράτ ο Α’,αφού κατέλαβε πλείστες οχυρές θέσεις γύρω απ’την Κωνσταντινούπολη,έγινε κύριος πολύ σημαντικών κέντρων,όπως η Αδριανούπολη και η Φιλιππούπολη,και προχώρησε δυτικά απειλώντας την Θεσσαλονίκη.Η Κωνσταντινούπολη ήτα ν περικυκλωμένη από τουρκικές κτήσεις.Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία συνέχιζε να πληρώνει φόρο στον Σουλτάνο.
Οι κατακτήσεις αυτές έφεραν τον Μουράτ τον Α’ μπροστά στην βουλγαρία και την Σερβία,οι οποίες την εποχή εκείνη είχαν χάσει την δύναμή τους λόγω των μεταξύ τους συνεχών πολεμικών συγκρούσεων.Στην μάχη του Κοσσυφοπεδίου,το καλοκαίρι του 1389,παρά την δολοφονία του Σουλτάνου Μουράτ από τον Σέρβο Ομπίλιτς ή Κομπίλιτς,ο σερβικός στρατός υπέστη συντριπτική ήττα από τον τουρκικό.
Τέσσερα χρόνια αργότερα,το 1393,η πρωτεύουσα των Βουλγάρων Τίρνοβο καταλήφθηκε από τους Τούρκους,λίγα δε χρόνια αργότερα υποδουλώθηκε ολόκληρη η Βουλγαρία και κατ’ακολουθία η βόρεια Ελληνική Θράκη.
Παρά τις βαρβαρικές κατακτήσεις,οι Έλληνες της Θράκης διατηρήθηκαν αμιγείς τόσο γύρω απ’την Κωνσταντινούπολη,όσο και στο εσωτερικό,όπως π.χ. γύρω απ’την Αδριανούπολη,το Ορτάκιοϊ,τις Σαράντα Εκκλησιές,το Διδυμότειχο,την Αγαθόπολη,την Βιζύη,την Τσατάλτζα και την Ραιδεστό.Εκτός απ’αυτές άκμαζαν πάντοτε η Φιλιππούπολη,η Στενήμαχος και οι παραλιακές πόλεις του Ευξείνου,Αγχίαλος,Μεσημβρία,Πύργος,Σωζόπολη,Οδησσός κοντά στην Βάρνα κ.α.
Από τα σημαντικότερα γεγονότα του 15ου αιώνα υπήρξε η μάχη της Βάρνας το 1444,κατά την οποία συνετρίβη από τον Μουράτ τον Β’ η προσπάθεια των χριστιανών ηγεμόνων να αναχαιτίσουν την ορμητική προέλαση των Οθωμανών στην Ευρώπη.Από την ιστορία γνωρίζουμε ότι ο Πάπας Ευγένιος ο Δ’ κήρυξε σταυροφορία κατά των Τούρκων και συνήσπισε για τον σκοπό αυτό τους Ουγγρους,τους Πολωνούς και τους Ρουμάνους,υπό την διοίκηση του βασιλιά της Πολωνίας και της Ουγγαρίας Βλαδισλάβο και του περίφημου ήρωα των Ούγγρων Ιωάννου Ουνυάδου.Ο ήρωας αυτός ,μαζί με τον Σκεντέρμπεη και τον Κωνσταντίνο τον Παλαιολόγο,υπήρξε ο τελευταίος πρόμαχος της ελευθερίας του Χριστιανισμού της Ανατολής,υμνήθηκε δε ποικιλοτρόπως από τους Έλληνες,διότι υπάρχει ελληνικό ποίημα σχετικό με την μάχη της Βάρνας,σωζόμενο σε δύο χειρόγραφα(του πρώτου από τον Ζωτικό Παρασπόνδυλο και το δεύτερο από τον Γεώργιο Αργυρόπουλο).
Η μάχη αυτή προαγγέλλει την άλωση της Κωνσταντινούπολης,κατά την οποία πέφτει ο Κωνταντίνος Παλαιολόγος στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού,μαχόμενος ως απλός στρατιώτης υπέρ πίστεως και πατρίδος.Με την επελθούσα συμφορά οι λόγιοι του Έθνους φεύγουν προς την Δύση,μεταξύ αυτών και Θράκες λόγιοι,οι οποίοι κατέφυγαν στην Ιταλία(μεταξύ των τελευταίων ήταν,πλην των άλλων,και οι Ιωάννης Αργυρόπουλος,Κωνστ.Λάσκαρις,Γεώργ.Φραντζής και Μιχ.Τραχανιώτης).Τα σχολεία έκλεισαν,ο δε άμβων των ναών σίγησε.
Την κατάσταση αυτή πρώτη αισθάνθηκε η Θράκη,ευρισκόμενη πλησιέστερα στην Κωνσταντινούπολη.Κάθε μεγαλοπρεπής και εξέχων χριστιανικός ναός λεηλατήθηκε και μετετράπη σε τζαμί.Κάθε μεγάλο και εύφορο κτήμα και κάθε πολυτελές οικοδόμημα περιήρχετο στον κατακτητή.
Για δύο και πλέον αιώνες η πολυπαθής Θράκη δεν είχε σχολεία,εκτός από λίγα μικρά,τα οποία λειτουργούσαν κρυφά σε μερικά μοναστήρια,από μοναχούς ή ιερείς,που δίδασκαν,ως επί το πλείστον,το ψαλτήρι και την Οκτώηχο.Ανώτερες σχολές μόνο δύο λειτουργούσαν στην Θράκη,μία στην Κωνσταντινούπολη,η καλούμενη Πατριαρχική Σχολή(σειρά ολόκληρη σοφών διδασκάλων την κατέστησαν Μεγάλη του Γένους Σχολή ή Ακαδημία,κατά την έκφραση του Μολδοβλάχου ηγεμόνα Δημητρίου Καντεμίρ,που εφοίτησε σ’αυτή) και η άλλη στην Αδριανούπολη,όπου δίδαξε ο Ιωάννης Ζυγομαλάς και άλλοι επιφανείς διδάσκαλοι.
Κατά συγκυρία ιστορική και μοιραία,ο πρώτος Πατριάρχης μετά την άλωση του 1453 ήταν Θράκας,ο Γεώργιος Κουρτέσης,ο ονομασθείς Γεννάδιος Σχολάριος,που έγινε με τον καιρό σφοδρότερος ανθενωτικός,διάδοχος τόπον τινα του Μάρκου του Ευγενικού,και κλήθηκε από τον Σουλτάνο Μωάμεθ τον Β’ να καταλάβει τον Πατριαρχικό Θρόνο,πιθανώς με την μεσολάβηση των Ελλήνων,που ήθελαν την προσέγγιση με τους Τούρκους,αλλά παρέμεινε Πατριάρχης για σύντομο χρονικό διάστημα(1454-1456,1462-1467).Αυτό δείχνει ότι,παρά την παραχώρηση των γνωστών προνομίων,δεν μπορούσε να συνεργασθεί εύκολα με τους Τούρκους.Γι’αυτό δεν είναι περίεργο ότι πιθανώς μετά την πρώτη Πατριαρχία έγραψε «Ευχή» και «Παράκληση» υπέρ σωτηρίας της Πελοποννήσου.
Ο Γεννάδιος,αφού ανήλθε στον Πατριαρχικό Θρόνο,προσκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη τους φυγάδες λογίους του Έθνους,μετεκάλεσε από τον Πόντο,και δη από την Τραπεζούντα,καθώς και από τις μεσογειακές και παραλιακές πόλεις της Θράκης,πολλές ελληνικές οικογένειες και ό,τι έξοχο και επίσημο λείψανο του Έθνος.Παραιτήθηκε από την Πατριαρχία το 1467 και αποσύρθηκε στην Μονή του Τιμίου Προδρόμου,στην περιοχή των Σερρών,όπου και πέθανε το 1472 ή λίγο αργότερα.Αφιέρωσε ολόκληρη την ζωή του στα γράμματα και αναδείχθηκε ένας από τους σοφότερους και πολυγραφότερους συγγραφείς,εφάμιλλος προς τον Φώτιο,τον Ψελλό και τον Πλήθωνα Γεμιστό.Ο Γεννάδιος ήταν φίλος και συνεργάτης ενός ατυχούς περιφανούς τέκνου της Θράκης,του Λουκά Νοταρά,ο οποίος,αφού είδε με καρτεροψυχία να αποκεφαλίζονται ενώπιόν του τα δυο παιδιά του,απεσφάγη και ο ίδιος από τον δήμιο,λίγο μετά την άλωση.Ο Νοταράς υπήρξε γαμπρός της αδελφής του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου,επαινείται δε εξόχως από τους συγχρόνους του:Ο Πατριάρχης Γεννάδιος τον ονομάζει «μοναδικόν του Γένους έρεισμα»,ο δε σοφός Ιωάννης Αργυρόπουλος τον θεωρεί «πατέρα και κηδεμόνα του Γένους».Ο ιστορικός Κριτόβουλος ο Ίμβριος λέγει γι’αυτόν ότι «εκράτει πάντων φρονήματος μεγαλείω και γνώμης οξύτητι και ψυχής ελευθερία»,ο δε Ιωάννης Μόσχος,ο συγγραφέας του «Επιτάφιος εις τον Λουκάν Νοταράν»,δεν επιβεβαιώνει τις φήμες που συνέλεξε ο Δούκας.Ο Νοταράς συνετέλεσε να εκλεγεί Αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος,ως ικανότερος των αδελφών του,πολέμησε γενναιότατα κατά την άλωση και συνεισέφερε από την περιουσία του υπέρ του αγώνα κατά των Τούρκων.Ο ιστορικός Δούκας έγραψε για τον Νοταρά,πρωθυπουργό,κατά την άλωση,ότι είπε:«Κρειττότερον εστί ιδέναι εν μέσει τη Πόλει φακιόλιον βασιλεύον ή καλύπτραν Λατινικήν»(ωστόσο έχει αμφισβητηθεί το βάσιμον της μαρτυρίας του Δούκα,χωρίς πάντως να αμφισβητηθεί ότι ο Νοταράς ήταν πράγματι ανθενωτικός και πρέσβευε ότι η παράδοση στους Φράγκους θα επέφερε την εξαφάνιση του Γένους των Ελλήνων).
Πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας παρέχει ο Matin Kraus(Μαρτίνος Κρούσιος,για τους Έλληνες),καθηγητής της Ελληνικής και της Λατινικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης(Tuebingen) στην «Turcograecia » για την Φιλιππούπολη στην Βόρεια Θράκη,της οποίας το όνομα άλλαξαν οι Βούλγαροι σε Πλόβντιφ,διηγούμενος ότι ο μαθητής και φίλος του ιερωμένος Στέφανος Γκέρλαχ(και επιφορτισμένος με το έργο της προσέγγισης Ορθοδόξων και Προτεσταντών),«μεταβαίνων εκ Sigidunum(Σιγγηδόνος),που έκειτο παρά το σημερινόν Βελιγράδιον,εις την Κωνσταντινούπολιν,διήλθε διά της πόλεως,η οποία ,λέγει,εκτίσθη το πάλαι υπό του Φιλίππου,βασιλέως της Μακεδονίας».«Η τοποθεσία,προσθέτει,είναι ωραιοτάτη,περιοριζομένη υπό τριών λόφων» ότι δ’«επί ενός τούτων είδε λείψανα των ανακτόρων και τον γλυπτόν επί του αυτοφυούς βράχου θρόνον,επί του οποίου καθήμενος ο Φίλιππος,επεθεώρει,ως λέγεται,τον στρατόν του»(«Turcograecia»,Βιβλ.7,σελ.485).
Άξιες δε σημειώσεως είναι οι ειδήσεις,τις οποίες μας παρέχει στο Ημερολόγιό του για την Φιλιππούπολη ο Στέφανος Γκέρλαχ.Από αυτόν μαθαίνουμε ότι κατά τα μέσα του 16ου αιώνος ότι η πόλη είχε εκτουρκισθεί και ότι οι εναπομείναντες σ’αυτήν Χριστιανοί,πλην ευαρίθμων Ραγουσαίων εμπόρων,ήταν όλοι ανεξαιρέτως Έλληνες,οι οποίοι απετέλεσαν τον πυρήνα στις μελλοντικές προσπάθειες τόνωσης του ελληνικού στοιχείου.Από την διήγηση δε περί των βασιλέων Φιλίππου και Μεγάλου Αλεξάνδρου,την οποία άκουσε από τους Χριστιανούς της Φιλιππούπολης,εικάζεται αναντίρρητα ότι αυτοί όχι μόνο αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι(Έλληνες),αλλά είχαν και σαφή συνείδηση της εθνικής τους καταγωγής και της μεγάλης σπουδαιότητας της ιστορικής τους πόλης.Τα μνημονευόμενα από τον Γκέρλαχ βασιλικά ανάκτορα ήταν επάνω στους δυο λόφους της πόλης,τον λόφο της Ευμολπιάδος και τον λόφο των Σχοινοβατών.Και ο Τούρκος Evlia Tcheleby αναφέρει τον πρώτο με την τουρκική προσωνυμία Sarai-tepe=λόφος ανακτόρων(οι ανασκαφές του 1850 στον λόφο της Ευμολπιάδος αποκαλύφθηκε δάπεδο,στρωμένο με μαρμάρινες τετράγωνες πλάκες,το οποίο ήταν συνήθως από ελληνικά και ρωμαϊκά κτήρια,που σκεπάστηκε λόγω της δυσκολίας που ανέκυψε κατά την εξαγωγή των πλακών).
Κατά το έτος 1578 διήλθε από την Φιλιππούπολη ο S.Schweiger που έγραψε στο Οδοιπορικό του(σελ.47):«Εν τη πόλει υπάρχουν τρεις υψηλοί λόφοι,επί των οποίων,κατά τους αρχαίους χρόνους,ίσταντο βασιλικά ανάκτορα και κτήρια,ως φαίνεται,εκ των κατεστραμμένων τοίχων αυτού».
Κατά τον 16ο αιώνα στην Κωνσταντινούπολη,μετά τον Γεννάδιο Σχολάριο,διετέλεσε άλλος Θράκας Πατριάρχης,ο Ιερεμίας ο Β’ από την Αγχίαλο,ο λεγόμενος Τρανός.Εκλεγείς στον Οικουμενικό Θρόνο το 1572 βρήκε την Εκκλησία και το ποίμνιό του σε οικτρή πνευματική κατάσταση.Για να αντιστρέψει την κατάσταση,αλλά και για να αναρριπίσει εκ νέου στις ψυχές ων Ελλήνων τον πόθο για την ελευθερία,συγκάλεσε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη,στην οποία έλαβαν μέρος όχι μόνο οι Μητροπολίτες και οι Επίσκοποι του Οικουμενικού Θρόνου,αλλά και ι Πατριάρχες Αλεξανδρείας,Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.Στους συνελθόντες ανακοίνωσε τον σκοπό της Συνόδου και τους προέτρεψε να φροντίσουν να ιδρύσουν,αλλά και να συντηρούν σχολεία,στα οποία να διαφυλάσσονται αδιάφθορα και αμόλυντα τα κύρια στοιχεία της εθνικής συνειδήσεως,της θρησκείας,της γλώσσας και της πατρίδας.Ο υπέρμαχος αυτός θεματοφύλακας της Ορθοδοξίας δύο φορές εξεβλήθη από τον θρόνο από ραδιουργίες των εχθρών του.Εκοιμήθη το έτος 1594.
Κατά τον 16ο επίσης αιώνα ονομαστοί υπήρξαν ο Αίνου Ματθαίος,ο Αδριανουπόλεως Ιερεμίας,ο Σηλυβρίας Αθανάσιος,ο Βιζύης Διονύσιος και ο Γάνου Παχώμιος.
Στην ύπαιθρο χώρα της Θράκης,εκτός από την Αδριανούπολη,σχεδόν πουθενά δεν απαντώνται κατά τον 15ο και 16ο αιώνα σχολεία,με την σημερινή έννοια της λέξεως,ό,τι δε γινόταν από απόψεως παιδείας ήταν έργο αποκλειστικώς ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ευπορίας.Όσοι δηλαδή από τους εύπορους ήθελαν να μορφωθούν,μετέβαιναν σε μεγάλες πόλεις,όπου λειτουργούσαν ελληνικά εκπαιδευτήρια,ή και σε ξένες χώρες,απ’όπου επανέρχονταν στις εστίες τους μεταδίδοντας τα φώτα τους στους συμπατριώτες τους.Υπήρχαν όμως και πολλοί άποροι,οι οποίοι ,με πολλούς κόπους και μόχθους αυτοδιδασκόμενοι,διακρίνονταν στην κοινωνία,αλλά αυτοί ήταν λίγοι.Εκτός από τις φωτεινές αυτές εξαιρέσεις,σκότος και αμάθεια επικρατούσε όλη την θρακική ύπαιθρο κατά τον 15ο και 16ο αιώνα της Τουρκοκρατίας.
Δεν είχε περάσει ένας αιώνας από την πτώση της Κωνσταντινούπολης και οι Έλληνες ραγιάδες άρχισαν,διά του υπέρτερου πολιτισμού τους και του εμπορίου,να επιβάλλονται επί των κατακτητών και να έχουν πολλές φορές αποφασιστικό λόγο ακόμα και στην εξωτερική πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.Οι Τούρκοι στις πολιτικές τους σχέσεις με τις δυτικές δυνάμεις,έχοντας ανάγκη ανθρώπων ικανών και κατόχων ξένων γλωσσών,κατέφευγαν στους υπόδουλους Έλληνες,εμπιστευόμενοι και παρέχοντάς τους διάφορες θέσεις και ειδικώτερα το αξίωμα του δραγομάνου(διερμηνέως),το οποίο μπορούμε να πούμε ότι αντιστοιχεί προς το αξίωμα του Υπουργού των Εξωτερικών.Πρώτοι επίσημοι διερμηνείς υπήρξαν ο Θράκας Παναγιωτάκης Νικούσιος (δεν λησμονούσε την ελληνική καταγωγή του και έπραττε ό,τι ήταν δυνατόν υπέρ του Έθνους,δυο φορές δε έσωσε από τα χέρια των ετεροδόξων τους Αγίους Τόπους,πετυχαίνοντας υπέρ του Γένους την έκδοση Χάτι-Σερίφ,δηλ.διαταγής,με βάση το οποίο αργότερα εκδόθηκε βεράτιον,προνομιακός δηλ.ορισμός,με το οποίο απονεμήθηκε στους Έλληνες η κατοχή του Αγίου Τάφου της Βηθλεέμ) και ο Χίος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος,ο εξ απορρήτων του Σουλτάνου.Από τους διερμηνείς εξελέγονταν αργότερα οι ηγεμόνες των παρά τον Δούναβη ρουμανικών Πριγκηπάτων της Μολδοβλαχίας,όπως π.χ.οι Μαυροκορδάτοι,Γκίκες κ.α.Οι θρόνοι των Πριγκηπάτων ήταν ένα είδος αμοιβής και αναγνώρισης των υπηρεσιών των δραγουμάνων προς την Τουρκική Αυτοκρατορία.
Η πλέον σημαντική φυσιογνωμία μεταξύ των Ελλήνων,οι οποιοι διεκρίθησαν κατά τον 16ο αιώνα για την ευφυΐα και τον υλικό πλούτο,ήταν ο Μιχαήλ Καντακουζηνός,από την Αγχίαλο του Ευξείνου Πόντου,στη Βόρεια Θράκη,που έζησε γύρω στο 1579,στενός φίλος του μεγάλου βεζύρη Σόκολη,επονομαζόμενος από τους Τούρκους διάβολος ή παιδί του διαβόλου(Σεϊτάνογλου).Αυτός ασκούσε,με δωροδοκίες,πολύ μεγάλη επίδραση στους Τούρκους αξιωματούχους,προμήθευε στα ανάκτορα του Σουλτάνου γουναρικά,μεταξωτά,παντός είδους,και άλλα πολύτιμα αντικείμενα,είχε δε πρωτεύοντα λόγο για την ανάρρηση στους ηγεμονικούς θρόνους της Μολδοβλαχίας των ευνοουμένων του προσώπων.Ο στιχοπλόκος της εποχής του Γεώργιος ο Αιτωλός,χωρίς να έχει την παραμικρή ποιητική αξία,διασκεύασε εμμέτρως τους αισώπειους μύθους,έγραψε δε και ένα ποίημα επαινετικό για τον Μιχαήλ Καντακουζηνό κι άλλο όμοιο για τον γιο του Μιχαήλ Ανδρόνικο,από το οποίο όμως δεν αλιεύουμε καμμία ενδιαφέρουσα είδηση για τα πρόσωπά τους.
Κατά τον 17ο αιώνα άρχισε να βελτιώνεται η πνευματική κατάσταση στη Θράκη,με την ίδρυση σχολείων και σε μικρότερες πόλεις,όπως π.χ. στην Καλλίπολη,στην Αίνο,στην Φιλιππούπολη και αλλού.Η σχολή της Καλλίπολης ιδρύθηκε στις αρχές του 17ου αιώνος.Πρώτοι διδάσκαλοί της έγιναν οι Καλλιπολίτες Κύριλλος Οικονόμου και ο γιος του Αλέξανδρος.Η Σχολή αυτή λειτούργησε μέχρι την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821,οπότε ανεκόπη η λειτουργία της,λόγω του εγγυτάτου της θέσεώς της προς τον Ελλήσποντο και των επαπειλούντων τους Έλληνες κατοίκους κινδύνων.Οι διδάσκαλοι της Σχολής,καταδιωκόμενοι από τους εξαγριωμένους Τούρκους,κατέφυγαν στην αγωνιζόμενη Στερεά Ελλάδα.Η Σχολή ανασυστήθηκε το 1830,διατηρήθηκε δε έως το 1922,οπότε εκκενώθηκε η Θράκη.Η Σχολή της Αίνου ιδρύθηκε κατά πάσα πιθανότητα το 1652 και εγκαταστάθηκε στη Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου.Πρώτος διδάσκαλός της αναφέρεται ο ιερομόναχος Νικηφόρος από την Δρυϊνούπολη.Από την ίδρυσή της η Σχολή αυτή μέχρι το 1769 λειτουργούσε κανονικά,αλλά έκτοτε μέχρι το 1796 δεν είναι βέβαιη η λειτουργία της.Η Σχολή της Φιλιππούπολης δεν είναι γνωστό πότε ιδρύθηκε ακριβώς,είναι όμως γνωστό ότι αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η Φιλιππούπολη έγινε έδρα Μητροπολίτου,του Διονυσίου από την Πελοπόννησο.Άλλοι διδάσκαλοι της Σχολής υπήρξαν ο ρήτωρ Ανδρόνικος,με δαπάνη του οποίου χτίστηκε το 1698 ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στον λόφο της Ευμολπιάδος,ο Λεονταράκης Αρτηνός,κατά τα έτη 1726-1738,και άλλοι.
Συν τω χρόνω,λοιπόν,ο κύκλος των ιδρυομένων ελληνικών σχολείων διευρύνεται στην Θράκη.Αυτό υποδηλώνει την ,κατά κάποιο τρόπο,χαλάρωση της βίας και καταπίεσης με την οπωσδήποτε ενθάρρυνση του ελληνικού στοιχείου,διότι καταργήθηκε,επί Μουράτ του Δ’ πια,το φοβερό μέτρο του παιδομαζώματος.Η βελτίωση αυτή οφείλεται κατά πρώτον στον μέγα βεζίρη Μουσταφά-Κιουπρουλή,ο οποιος διέταξε τους διοικητές των επαρχιών να φείδονται των υπόδουλων Ελλήνων και να μην απαιτούν απ’αυτούς άλλους φόρους πέρα απ’το χαράτσι(κεφαλικού).Τότε άρχισαν να γίνονται δεκτοί Έλληνες Χριστιανοί σε αξιώματα κρατικά,όπως του μεγάλου διερμηνέως.
Κατά τους ίδιους χρόνους ο σοφός Κύριλλος Λούκαρις,γενόμενος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως,ίδρυσε το πρώτο στα ελληνικά Πατριαρχεία τυπογραφείο,το οποίο λειτούργησε για κάποιο χρόνο προς φωτισμό των Ορθοδόξων χριστιανών,αλλά οι Ιησουΐτες με τις ραδιουργίες και τις συκοφαντίες τους,πέτυχαν να κλείσουν το τυπογραφείο και να απομακρύνουν τον Κύριλλο από τον θρόνο του.
Όπως σχετική φτώχεια επικρατούσε στην πνευματική ζωή της Θράκης κατά τους δύο μετά το 1453 αιώνες,έτσι συνέβαινε και στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο.Δυστυχώς δεν υπάρχουν ειδήσεις διαφωτιστικές από τους Έλληνες συγγραφείς και γι’αυτό ανατρέχουμε στα όσα γράφτηκαν από ευρωπαίους περιηγητές.Ο Robert de Breux π.χ. ως πνευματικός της Γαλλικής Πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη συνόδευσε τον Γάλλο πρέσβη το 1666 στην Αδριανούπολη και κράτησε σημειώσεις για όσα είδε και άκουσε κατά το ταξίδι αυτό.Λέγει,λοιπόν,ότι η Θράκη ήταν αραιοκατοικημένη και μας δίνει λίγες πληροφορίες για τις πόλεις Άθυραι,Επιβάται,Σηλυβρία και Ραιδεστό.Για την τελευταία λέγει ότι είναι πόλη παραθαλάσσια,πολύ ωραία,έχουσα 15.000 κατοίκους,πολλοί από τους οποίους ασχολούνται με το εμπόριο.Τον Έβρο ποταμό,λέγει,τον πέρασαν με λέμβους και έφτασαν στην μικρή και παλιά πόλη Φεραί,από κει στην Μάκρη και μετά στην Γκιουμουλτζίνα,δηλαδή την Κομοτηνή.Για τον λαό αυτών των περιοχών έγραψε ότι ήταν φτωχός όχι μόνο εξαιτίας των κατακτητών,αλλά και εξαιτίας των πειρατικών επιδρομών.
Άλλος Ευρωπαίος κατά τον ίδιο αιώνα,ο Γάλλος Ιωάννης Φραγκίσκος,επισκέφθηκε την Θράκη το 1693.Αυτός περιγράφει λέγοντας ότι έχει 6.000 κατοίκους Έλληνες,Εβραίους και Τούρκους.Από την Καλλίπολη έφτασε στην Αδριανούπολη,που είχε κατά την μαρτυρία του 100.000 κατοίκους,Έλληνες,Εβραίους,Τούρκους και Βλάχους.
Από τις λίγες ειδήσεις αυτών των δύο ξένων περιηγητών συνάγουμε ότι κατά τον 16ο και 17ο αιώνα τα χωριά και οι πόλεις της Θράκης βρίσκονταν μακριά η μία από την άλλη,η μεταξύ τους επικοινωνία ήταν έργο δύσκολο,οι χριστιανοί δεν τολμούσαν να μεταβούν από το ένα μέρος στο άλλο,γιατί φοβούνταν τους Γενίτσαρους και τους πειρατές,ο δε ελληνικός πληθυσμός της υπαίθρου μαστιζόταν από φτώχεια,επιδρομές και απαιδευσία,αλλά διατηρούσε την γλώσσα,τον πατριωτισμό,τις παραδόσεις και τα έθιμά του.
Κατά τον 17ο αιώνα,εκτός από τους μνημονευθέντες λόγιους άνδρες της Θράκης,δεν πρέπει να παραλείψουμε τον Ιωάννη Καρυοφύλλη,από τις Καρυές της επαρχίας Δέρκων,εξ ου και το όνομά του,που γεννήθηκε κατά τις αρχές του 17ου αιώνος.Ενίοτε ονομάζεται και Βυζάντιος.Σπούδασε στην Πατριαρχική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως,έχοντς διδάσκαλο τον νεοαριστοτελικό φιλόσοφο Θεόφιλο Κορυδαλλέα,τον Αθηναίο.Αφού συνήψε συγγένειαμε εξέχουες οικογένειες του Φαναρίου,διακρίθηκε ως μέγας ρήτωρ,χαρτοφύλαξ και μέγας λογοθέτης του Πατριαρχείου.Πάρα πολλοί μαθητές του διακρίθηκαν στα γράμματα και στις επιστήμες.Πολλοί λόγιοι της εποχής του τον αναφέρουν και εξαίρουν την σοφία του,όπως οι Άνθιμος ο εξ Ιβηρίας,Δημήτριος Προκοπίου Πάμπερης,Δημήτριος Καντεμίρ και άλλοι.Χαρακτηρίστηκε από την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1691 αιρετικός,κατηγορηθείς ότι δέχτηκε τον Καλβινισμό,του αφαιρέθηκε το αξίωμα του μεγάλου λογοθέτου και αποσύρθηκε στο μοναστήρι Ράντου-Βόντα,στη Βλαχία.Πέθανε στο Βουκουρέστι το 1692.
Κατά τον 18ο αιώνα τα ελληνικά σχολεία στην Θράκη πολλαπλασιάζονται και διαδίδονται σε ευρύτερους κύκλους τα γράμματα.Από τον Αθανάσιο Αδριανουπολίτη ιδρύθηκε το 1711 στην Αδριανούπολη,έναντι της Μητροπόλεως,Σχολείο,στοοποίο δίδαξαν ο Αθανάσιος Βουθρωτής από τα Ιωάννινα,ο Αλέξιος Σπανός από τα Ιωάννινα,ο εκ Κορνοφωλέας του Έβρου Σταμάτιος Παπάς,γύρω στο 1738,ο Ιερόθεος από την Σμύρνη το 1760-1780,ο Γεώργιος Ουζούμογλους,Αδριανουπολίτης,1789-1805.Το 1809 η Σχολή μεταρρυθμίστηκε σε Γυμνάσιο,στο οποίο προέστη μέχρι το 1821 ο Στέφανος Καραθεοδωρής από την Αδριανούπολη.Και άλλοι πολλοί διδάσκαλοι κόσμησαν με το έργο τους την Σχολή αυτή.
Κατά το 1790 ιδρύθηκε Σχολείο στους Γενοχώρους,όπου δίδαξε πρώτος ο Ματθαίος ο Γανοχωρίτης.Ο ίδιος δίδαξε και στη Σχολή Μυριοφύτου το 1795.Στην κωμόπολη Επιβάτες ιδρύθηκε Σχολείο το 1796,που λειτούργησε μέχρι το 1861(καταστράφηκε από πυρκαγιά),ανασυστήθηκε δε το 1866 με την συνεισφορά πολλών απ’τους κατοίκους και ιδίως του ιατρού Σαράντη Αρχιγένους,από το όνομα του οποίου ονομάστηκε «Αρχιγένεια Εκπαιδευτήρια».Την ίδια εποχή Σχολεία ιδρύθηκαν και στο Μυριόφυτον,την Ραιδεστό,την Σηλυβρία,την Τυρολόη,την Χώρα,την Μάδυτο,την Αγχίαλο,το Διδυμότειχο,καθώς ακόμη και στη βουλγαρική Τίρναβο,όπου ο Κρητικός λόγιος Ιλαρίων συνέστησε ελληνική Σχολή προς φωτισμό και των Βουλγάρων.
Η πνευματική δραστηριότητα αυτή δεν οφείλεται μόνο στην στερεά ελληνική εθνική συνείδηση των Θρακών,αλλά και διότι το πολίτευμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έγινε από τον 18ο αιώνα και εξής ηπιότερο έναντι των ραγιάδων,επιτρέποντας όχι μόνο την ίδρυση Σχολείων,αλλά ακόμη και Βιβλιοθηκών.ΟΙ Τούρκοι,μετά την Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή(1774) και του Αϊναλή(1779),εφάρμοσαν μεταρρυθμίσεις,οι οποίες έδωσαν την ευκαιρία στους Έλληνες να ιδρύσουν παντού Σχολεία.Αλλά σ’αυτό συνέβαλαν και πολλοί λόγιοι,όπως π.χ. ο Θεόκλητος ο Πολυειδής,από την Αδριανούπολη,γνώστης της Ελληνικής,Λατινικής και Γερμανικής γλώσσας και συγγραφέας του δημώδους πολυθρύλητου βιβλίου «Αγαθάγγελος»,στο οποίο προφητευόταν η ανάσταση του Γένους των Ελλήνων.Η Εκκλησία ανέπτυσσε ζωηρή δράση προς την κατεύθυνση της πνευματικής ανατάσεως του Έθνους.
Καθ’όλους τους αιώνες της Τουρκοκρατίας επραγματοποιείτο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξελληνισμός αλόφυλων χριστιανών στην Θράκη,και μάλιστα των Βουλγάρων.Έτσι,βορειανατολικώς των Σαράντα Εκκλησιών βρισκόταν το χωριό Ευκάρυον,στο οποίο,κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνος κατοικούσαν 700 περίπου κάτοικοι,απ’τους οποίους οι μισοί ήταν Έλληνες και οι υπόλοιποι Βούλγαροι.Κατά το 1806-1807 το χωρό αυτό ληστεύθηκε από τους εκ Ροδόπης επιδραμόντες κιρτζαλήδες(άτακτοι Τούρκοι πολεμιστές,οργανωμένοι σε συμμορίες και υποστηριζόμενοι από τον επαναστάτη κατά του Σουλτάνου Πασά του Βιδινίου Πασβάνογλου).
Κατά τον 19ο αιώνα ιδρύθηκαν πολλά Σχολεία ελληνικά στην Κωνσταντινούπολη και την περιοχή της,από την Σχολή Θεραπειών δε προήλθε ο Πατριάρχης Σαμουήλ ο Α’,ο από Δέρκων,ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός,ο Αλέξανδρος Ραγκαβής,ο Σωτήριος ο Καλλιάδης και άλλοι.Κατά το 1811 ιδρύθηκε Σχολή στο Παγκαλοχώριον,κατά το έτος δε 1820 στον Γαλατά.Επίσης το 1824 στο Τζουμπάλιον.Το 1831 Έλληνες φιλόμουσοι έμποροι ίδρυσαν την Ελληνική Εμπορική Σχολή στην Χάλκη,απέναντι δε απ’αυτήν μεταφέρθηκε το 1844 η Θεολογική Σχολή του Φαναρίου,που ιδρύθηκε το 1839.
Εκτός από τα ανωτέρω μνημονευθέντα πνευματικά ιδρύματα,Σχολεία ιδρύονται,κατά τον 19ο αιώνα,και στο Δεδε-Αγάτς(Αλεξανδρούπολη) το 1860,στην Λίτιστα,στην Μεσημβρία,στην Σωζόπολη,στην Στενήμαχο κ.α.Από τις Σαράντα Εκκλησιές προήλθε ένας διαπρεπής εκπαιδευτικός,που διετέλεσε διευθυντής της Ελληνικής Σχολής της Νοβοροσίσκης,στον Ρωσσικό Καύκασο,αλλά και ο τελευταίος διευθυντής της περίφημης Ευαγγελικής Σχολής της Σμύρνης,ο Νικόλαος Λιθοξόος.
Κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 πάρα πολλοί Θράκες συνεισέφεραν την υλική συνδρομή τους,πολλοί δε προθύμως έτρεξαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας,παίρνοντας μέρος στην μάχη του Φαλήρου,υπό τον Καραϊσκάκη,στην Στερεά Ελλάδα υπό τον Θεοχάρην και αλλού.Έτσι,πολλοί κληρικοί και πρόκριτοι λαϊκοί εσφάγησαν στην Αδριανούπολη,όπως ο Ιάκωβος Αξουμενίδης,ο Κωνσταντίνος Ιωάννου και άλλα 25 άτομα.Η ίδια αιματηρή θυσία επαναλήφθηκε στην Βάρνα,όπου 8 πρόκριτοι απαγχονίστηκαν.Σε πολλές περιοχές της Θράκης έγιναν σφαγές Ελλήνων,λίγοι δε κατόρθωσαν να διαφύγουν στην Οδησσό της Ρωσίας,όπου βρήκαν καταφύγιο και προστασία από την ανθούσα τότε ελληνική κοινότητα της πόλης.Από την Οδησσό,το Ιάσιο και το Βουκουρέστι κατέβηκαν στην Ελλάδα πολλοί από τους εγκαταστημένους στις πόλεις αυτές Έλληνες,μεταξύ των οποίων και ο διδάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος,ο οποίος,σύμφωνα με μερικούς,είχε πατέρα τον ιερέα Αναστάσιο από την Σηλυβρία και μητέρα από το Ζαγόρι της Ηπείρου.
Αξιοσημείωτο γεγονός φιλοπατρίας και αυτοθυσίας σημειώθηκε στην Αίνο,πόλη της Θρακικής παραλίας,κοντά στις εκβολές του ποταμού Έβρου(Μαρίτσα),με ήρωα τον καπετάν Α.Βισβίζη,ο οποίος με το ιδιόκτητο πλοίο του προσέφερε στον Αγώνα της ε λευθερίας,όπως καταδεικνύεται από πολλά διασωθέντα επίσημα έγγραφα.Και η σύζυγος αυτού Δόμνα ή Χατζή Βισβίζαινα διακρίθηκε για την αυτοθυσία της.Ο καπετάν Βισβίζης εγκατέλειψε όλη την κολοσσιαία περιουσία του στην Αίνο,παρέλαβε την σύζυγο,τα παιδιά του,τις εικόνες από το εικονοστάσιο της οικίας του και όσα χρήματα και κοσμήματα είχε,επιβιβάστηκε με όλη την οικογένειά του στο μπρίκι του,ενώθηκε με τους Ψαριανούς ναυτικούς και έλαβε μέρος σε πάρα πολλές επιχειρήσεις του Αγώνος.Μετά τον θάνατό του,την 21η Ιουνίου 1822,την διοίκηση του πλοίου του ανέλαβε η σύζυγός του Δόμνα,η οποία,καθ’όλη την διάρκεια του Αγώνα,έσπευδε σε βοήθεια παντού,όπου υπήρχε ανάγκη.Το παράδειγμα του ζεύγους Βισβίζη μιμήθηκαν άλλοι 73 κάτοικοι της Αίνου,οι οποίοι πολέμησαν και έπεσαν σε διάφορες μάχες.
Κατά την περίοδο αυτή ο θρακικός Ελληνισμός υπέστη όχι μόνο σφαγές,αλλά και εξισλαμίσεις.Φλόγες πολεμικού καπνού είδαν οι Έλληνες της Θράκης το 1878,κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο,όταν οι Ρώσοι προήασαν νικηφόρα μέχρι την Αδριανούπολη,κατά δε τα έτη 1878-1879 μέχρι τον Άγιο Στέφανο.
Κατά το 1906 οι Βούλγαροι προέβησαν σε ολική σχεδόν εξόντωση του ανθηρού υλικώς και πνευματικώς-πολιτιστικώς Ελληνισμού της βόρειας Θράκης.Στα συγγράμματα του Μυρτίλου Αποστολίδη για την Φιλιππούπολη και τν Στενήμαχο,καθώς και στην ιστορία της Μεσημβρίας του Μαργαρίτη Κωσταντινίδη μπορεί να βρει κάποιος πληροφορίες για τα γεγονότα εκείνα.
Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 οι Τούρκοι υποχρεώθηκαν από την Συνθήκη του Λονδίνου(17 Μαΐου 1913) να παραχωρήσουν την δυτικώς του Έβρου Θράκη και το βορειότερο της γρμμής Εβρου-Μηδείας τμήμα της Ανατολικής Θράκης στην Βουλγαρία,κατά την διάρκεια όμως του ελληνοβουλγαρικού πολεμου,κατά τον οποίο ηττήθηκαν οι Βούλγαροι,οι Τούρκοι ανακατέλαβαν αμαχητί την παραχωρηθείσα στους Βούλγαρους Ανατολική Θράκη,την οποία και διατήρησαν και μετά την Συνθήκη του Βουκουρεστίου(1913) και υποχρεώθηκαν μόνο να αναγνωρίσουν την κατοχή της Δυτικής Θράκης από τους Βούλγαρους.Κατά την διάρκεια του πρώτου παγκοσμίου πολέμου(1914-1918) οι Έλληνες με τους συμμάχους έγιναν κύριοι της Δυτικής Θράκης,κατέλαβαν δε και την Ανατολική Θράκη(1920) μέχρι τα Μέτρα(Τσατάλτζα),αλά μετά την καταστροφή στην Μικρά Ασία(1922) οι Έλληνες εξαναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν,διατηρώντας μόνο την Δυτική Θράκη.
Κατά το πρώτον δέκατο του εικοστού αιώνος στην Νομαρχία Κωνσταντινουπόλεως και στην Τσατάλτζα υπήρχαν 172 Σχολεία,απ’τα οποία λίγα ήταν Γυμνάσια,τα περισσότερα δημοτικά,στην περιφέρεια Αδριανουπόλεως 30,στις Σαράντα Εκκλησιές 27,στο Διδυμότειχο 73,στην Κομοτηνή 33,στο Ορτάκιοϊ 23,στην Καλλίπολη 50,στην Βιζύη-Μήδεια 24,στην Αγαθούπολη 10,στην Ραιδεστό 11,στην Κεσσάνη 27,στα Μάλγαρα 24,στην Τυρολόη 12,στο Μουσταφά-Πασά 10,στο Βαβά-Εσκί 8,στο Λουλέ Μπουργάζ 6 και στη Χαφσά 12,δηλαδή συνολικά 482.


(Πηγή:«Εθνολογικά-Λαογραφικά,Τόμος Α'» του Δημητρίου Β.Οικονομίδη,ομοτίμου Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.