Σάββατο 2 Μαΐου 2009

Το ακριτικό τραγούδι και το ιστορικό πλαίσιο ανάπτυξής του.

Ακρίτες ήταν οι φύλακες των άκρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας,που διαφύλαγαν τα ανατολικά σύνορα από τις εισβολές των Σαρακηνών.Ακριτικά ονόμασαν οι φιλόλογοι τα μεσαιωνικά επικά τραγούδια που θεώρησαν πως σχετίζονταν με τις περιπέτειες των ακριτών και μάλιστα του Βασιλείου Διγενή Ακρίτα,ήρωος του γνωστού απ’την γραπτή παράδοση μυθιστορήματος.Ωστόσο πρωταγωνιστής στα ακριτικά δεν είναι μόνο ο Διγενής,αλλά μια σειρά από πρόσωπα που,όπως υποδηλώνουν τα ονόματά τους(Πορφύρης,Θεοφύλακτος,Κωνσταντίνος,Αρμούρης κλπ) συνδέονταν με τις ισχυρές τοπικές οικογένειες της Μικράς Ασίας,τους Δυνατούς.Η ιστορική έρευνα προσπάθησε να ταυτίσει τους ήρωες με πρόσωπα γνωστά απ’τις γραπτές πηγές και οδηγήθηκε σε εκπροσώπους της άρχουσας τάξεως όλης της μικράς Ασίας και όχι μονάχα των άκρων.
Το υλικό άλλωστε των τραγουδιών αυτών,όπως διασώζεται στη σημερινή τους μορφή,προδίδει-αχνά πολλές φορές-μια ‘’φεουδαλικού τύπου’’ κοινωνία.Οι πρωταγωνιστές των τραγουδιών θαυμάζονται και εξυμνούνται για την απεριόριστη δύναμή τους.Είναι ακριβώς οι τοπικοί άρχοντες που κυριαρχούν στις περιοχές τους και αποτολμούν να έλθουν σε σύγκρουση με την τοπική εξουσία,τον αυτοκράτορα.Η διαμάχη αυτή περιγράφεται στα τραγούδια:


Ο βασιλεάς επόθανε το Σάββατο το Μέγα
κι ήφηε και την Αρετή χήρα κι αγγαστρωμένη(…)
Μαντάτα πάσι κι έρκουνται στης Αρετής την πόρτα.
-«Έλα κυρά,κυρ Αρετή,κι ο βασιλεάς σε θέλει».
-«Το τι με θέλει ο βασιλεάς και συχνοπαραγγέλλει,
Τριώ μερώ λεχούσα ‘μαι,σ’παλάτι δεν εμπαίνω».
Και το παιδίν εμίλησε απού τα κωλοπάνια.
-«Λούσε με μάνα,λούσε με και μοσκοκάρφισέ με(…)
και πιάσε με στην αγκαλιά κι έπηε κι έπαρέ με».
Εκίνησεν η λιγερή στου βασιλεά και πάει.
-«Καλώς τηνε την Αρετή,με το πολύ λουγάρι»(=χρήματα)
-«Εγιώ χήρα γυναίκα ‘μια,πού το’βρα το λουγάρι ;»
Και το παιδίν εμίλησεν απού τα κωλοπάνια.
-«Μετέ μου μίλα βασιλεά,μετέ μου συντυχαίνου,
κι η μάνα μου γυναίκα ‘ναι,να μην την εξεσπάσεις(…)»


Παρά την παρανόηση του πρώτου στίχου,το νόημα είναι φανερό.Ο βασιλιάς προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την ευνοϊκή στιγμή που το προσέφερε η πρόωρη χηρεία της Αρετής,για να κάμψει την ισχυρή επαρχιακή οικογένεια,ωστόσο η εξασφαλισμένη διαδοχή της πατρογονικής σειράς στάθηκε τελικά εμπόδιο.Το τραγούδι τελειώνει με τον αρραβώνα του νεαρού γόνου και ης βασιλοπούλας,την επισφράγιση δηλαδή της νίκης της επαρχιακής οικογένειας.Στην ίδια γραμμή της εξυμνήσεως της πατρογονικής σειράς μας οδηγούν και τα τραγούδια που έχουν για θέμα τους την διαμάχη πατέρα και γιου,όπως το τραγούδι του Τσαμαδού ή του γιου του Ανδρονίκου.Άξιος να καταβάλη τον Τσαμαδό ή τον Ανδρόνικο δεν είναι κανένας άλλος εκτός από τον ίδιο τον γιο του.Η οικογένεια του άρχοντος είναι το κέντρο της κοινωνίας.
Η εξύμνηση του άρχοντος και των περιπετειών του είναι το θέμα των ακριτικών τραγουδιών.Ο πρωταγωνιστής καταπολεμά είτε τους Σαρακηνούς είτε κάποιον ανταγωνιστή του(όπως στο τραγούδι «Η αρπαγή της γυναίκας του Ακρίτα») είτε θεριά και δράκους.Τέλος τολμά να αντισταθεί και στον ίδιο τον Χάρο.Η πάλη αυτή αποτελεί και το οριακό σημείο της εξυμνήσεως του ήρωος.Οριακό από πολλές απόψεις.Δείχνει βέβαια την δύναμη και την λεβεντιά του παλικαριού,παράλληλα όμως και την δύναμη της χριστιανικής θρησκείας που δεν ανεχόταν ημίθεους,όπως η αρχαία,και αντίθετα την εμμονή μιας αντιχριστιανικής αντιλήψεως που δεν δέχθηκε ποτέ με πίστη και καρτερία τον θάνατο• η ίδια αντίληψη με το μοιρολόγια.
Σύμφωνα λοιπόν με το περιεχόμενό τους τα ακριτικά τραγούδια πρέπει να χρονολογηθούν στην ακμή της βυζαντινής «φεουδαλικής» τάξεως στη Μικρά Ασία,δηλαδή από τον 9ο περίπου έως τον 14ο αιώνα,οπότε οι Δυνατοί επικράτησαν και κατέλαβαν τον αυτοκρατορικό θρόνο.Μια μαρτυρία άλλωστε των αρχών του 10ου αιώνος διασταυρώνεται με το εσωτερικό αυτό τεκμήριο.Ο επίσκοπος Καισαρίας,στην Καππαδοκία,Αρέθας μνημονεύει πως υπήρχαν τραγουδιστές που «ωδάς τινας συμπλάσαντες,πάθη περιεχούσας ενδόξων ανδρών» τριγύριζαν «προς οβολόν άδοντες καθ’εκάστην οικίαν».Σωστά ερμηνεύθηκε πως αναφέρεται στους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών.
Το πρόβλημα των σχέσεων των ακριτικών τραγουδιών με το γραπτό μυθιστόρημα Βασίλειος Διγενής Ακρίτας απασχόλησε και περιέπλεξε τους ερευνητές.Παλαιότερα υποστηρίχθηκε πως το μυθιστόρημα δεν είναι παρά συναγωγή και διασκευή των δημοτικών τραγουδιών.Σήμερα θεωρούμε πως έχουμε δύο παράλληλα δημιουργήματα,που το ένα επέδρασε στο άλλο σε λεπτομερειακές περιπτώσεις,οι οποίες δεν είναι ούτε πολλές ούτε πάντοτε εξακριβωμένες.Ολόκληρο το όνομα Διγενής Ακρίτας βρίσκεται σε ένα μόνο τραγούδι καταγραμμένο στον 17ο αιώνα.Διγενής ονομάζεται ο ήρωας στις κρητικές,στις κυπριώτικες και σε λιγοστές αιγαιοπελαγίτικες παραλλαγές,και εδώ έχουμε ίσως μια επίδραση του γραπτού μυθιστορήματος,που πιθανώτατα τραγουδιόταν στην Κρήτη τουλάχιστον.Το Ακρίτας πάλι,ως κύριο όνομα,το συναντάμε στις παραλλαγές του Πόντου και της Καππαδοκίας.Τα δημοτικά τραγούδια παρουσιάζουν ωστόσο μια διαφορετική αντιμετώπιση των περιπετειών του ήρωος από εκείνη του γραπτού κειμένου,τα τραγούδια κινούνται σε μια πραγματικότητα ολότελα διαφορετική από την φυσιολογική,την «επική πραματικότητα».Οι πράξεις και οι ιδιότητες των ηρώων ξεπερνούν τους νόμους της φύσεως και υπακούουν σε μια διαφορετική λογική,την επική.«Χρονιός(ενός χρόνου) επιάσε το σπαθί και διέτης το κοντάρι»,ή «βιτσιά δίνει του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια».Πράξεις αφύσικες για τα ανθρώπινα δεδομένα,υπερφυσικά φαινόμενα,διαστάσεις πέρα από το κανονικό εμφανίζονται σαν καθημερινά.Χαρακτηριστική είναι και η σχέση που έχουν οι ήρωες με τα άλογά τους,συνομιλούν μαζί τους,τα συμβουλεύονται•το άλογο στη φεουδαλική κοινωνία έρχεται δεύτερο στην τάξη έπειτα από τον αφέντη του.Όλες αυτές οι ιδιότητες δεν παρουσιάζονται στο γραπτό μυθιστόρημα,όπου η επική αντίληψη διαγράφεται συχνά κάπως στο σύνολο του έργου,αλλά ποτέ στις λεπτομερειακές σκηνές.
Ένα δεύτερο πρόβλημα είναι η εξέλιξη και η διάδοση των ακριτικών τραγουδιών στη χιλιόχρονη περίπου ζωή τους.Δεν μπορούμε βέβαια να ξέρουμε,αν οι «ωδές» που μνημονεύει ο Αρέθας ήταν παρόμοιες με τα τραγούδια που γνωρίζουμε,ωστόσο παλαιότρα χειρόγραφα,που διέσωσαν ακριτικά τραγούδια,δείχνουν πως η μορφή δεν πρέπει ν α άλλαξε σημαντικά.Τα τραγούδια των χειρογράφων είναι πιο πολύστιχα,αλλά αυτό ρυθμίζεται από ειδικό παράγοντα,αν ο τραγουδιστής είναι επαγγελματίας ή όχι•οι επαγγελματίες και σήμερα τραγουδούν πολύστιχα τραγούδια.
Ως προς την εξέλιξη του περιεχομένου μπορούμε να εντοπίσουμε δύο διαφορετικές γραμμές.Το επικό περιεχόμενο είτε τείνει να προσαρμοσθεί σε καινούργιες συνθήκες είτε λησμονιέται η θεματική του προέλευση και χρησιμοποιείται,για να εκφράσει κάτι ολότελα διαφορετικό.Έτσι,όταν σβήνει η δύναμη του «φεουδάρχη»,ο τοπικός άρχοντας αντιναθίσταται από τον «βοσκό»,τον «τσοπάνη» ή τον «βλάχο»-δηλαδή ο γαιοκτήμονας από τον κτηνοτρόφο.Αντίμαχος με τον βασιλιά είναι τώρα ο βοσκός,που χάρη στοπλούσιο και όμορφο κοπάδι του κερδίζει την βασίλισσα σε σχετικό στοίχημα.Την θέση του Ακρίτα,όταν συγκρούεται με τους Σαρακηνούς,παίρνει «το μικρό βλαχόπουλο ο καστροπολεμίτης» και αντί για τον Διγενή πολεμά με τον Χάρο ο βοσκός ή ο τσοπάνης.
Ο δεύτερος δρόμος που ακολουθούν τα ακριτικά τραγούδια είναι η παραγραφή της επικής πραγματικότητας και η μετάπτωση σε ερωτικό συνήθως τραγούδι.Υπάρχουν νυφιάτικα τραγούδια,όπως ο «Ύπνος του ανδρείου»,με ολοφάνερη ακριτική προέλευση.Άλλοτε πάλι το ακριτικό υλικό δεν αναγνωρίζεται εύκολα:


Ο Κωσταντής εδούλευγεν και ρόγα δεν επήρνε,
μ’όσο και για τη ρόγα του εφίλει την κυρά του,
κι όσα φιλήματα της κρου’,στο μάρμαρο τα γράφει.
Κι ο βασιλεάς επέρασε στον μαύρο καβαλλάρης,
τον μαύρο του γονάτισε,τα γράμματα ‘νεγνώθει.
«Γράμματα ‘που σας ήγραψε καμόν μεγάλον ειχε,
κι εγώ που σας εδιάβασα καμόν μεγάλον πήρα».


Σε άλλην παραλλαγή,από τον Πόντο,ο Κωσταντής φιλάει την βασιλοπούλα και έρχεται σε αντιδικία με τον πατέρα της ,μια διαμάχη δηλαδή άρχοντος-βασιλέως,που συμβολίζεται με την ερωτική κατάκτηση της βασιλοπούλας.Στην ανωτέρω παραλλαγή(από την Κάρπαθο) η διαμάχη έχει χαθεί ολοκληρωτικά,ο βασιλιάς δεν αντιπροσωπεύει καμμιά εξουσία,είναι μόνο ένα τρίτο,συμβατικό πια πρόσωπο,κάτι σαν αντικειμενικός παρατηρητής.
Ακριτικά τραγούδια εντοπίζουμε σε πολλές περιοχές του ελληνικού κόσμου,αν και από τις περιοχές της Ηπείρου,της Θεσσαλίας και της Στερεάς έχουμε ελάχιστα δείγματα.


(Πηγή:«Ιστορία του Εληνικού Έθνους»,τόμος ΙΑ,σελ.288-290)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.