Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

Ομοφυλοφιλία στον θηβαϊκό Ιερό Λόχο;Μια μαρτυρία περί του αντιθέτου.

«Λέγεται δε διαμείναι μέχρι της εν Χαιρωνεία μάχης αήττητον•ως δε μετά την μάχην εφορών τους νεκρούς ο Φίλιππος έστη κατά τούτο το χωρίον,εν ω συνετύγχανε κείσθαι τους τριακοσίους,εναντίους απηντηκότας ταις σαρίσαις άπαντας εν τοις στενοίς όπλοις και μετ’αλλήλων αναμεμειγμένους,θαυμάσαντα και πυθόμενον,ως ο των εραστών και των ερωμένων ούτος είη λόχος,δακρύσαι και ειπείν•«απόλοιντο κακώς οι τούτους τι ποιείν ή πάσχειν αισχρόν υπονοούντες».


(Λέγεται ότι ο Ιερός Λόχος παρέμεινε αήττητος μέχρι την μάχη στη Χαιρώνεια•κι όταν μετά την μάχη ο Φίλιππος,επιθεωρώντας τους νεκρούς,στάθηκε στο χώρο αυτό,στον οποίο είχαν πέσει οι τριακόσιοι,έχοντας αντιμετωπίσει μετωπικά όλες τις σάρισες με τα όπλα τους και πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλο,μένοντας έκθαμβος και μαθαίνοντας ότι αυτός ο λόχος ήταν των εραστών και των ερωμένων,δάκρυσε και είπε:«Να έχουν κακό τέλος,όσοι υπονοούν ότι αυτοί(με την μεταξύ τους σχέση) έκαναν ή έπαθαν κάτι το αισχρό»).







(Πηγή:«Πελοπίδας» από τους «Βίους Παραλλήλους» του Πλουτάρχου).

Επίκτητος:η θεία Πρόνοια εγκαταλείπει «τυφλούς» τους πονηρούς ανθρώπους.

Εκ των Επικτήτου Απομνημονευμάτων:

«Αλλ’ορώ»,φησί τις,«τους καλούς καγαθούς και λιμώ και ρίγει απολλυμένους».Τους δε μη καλούς και μη αγαθούς ουχ οράς τρυφή και αλαζονεία και απειροκαλία απολλυμένους;«Αλλ’αισχρόν το παρ’άλλου τρέφεσθαι».Και τίς,ω κακόδαιμον,αυτός εξ εαυτού τρέφεται άλλος γε ή ο κόσμος;Όστις γουν εγκαλεί τη προνοία ότι οι πονηροί ου διδόασιν δίκην,ότι ισχυροί εισί και πλούσιοι,όμοιόν τι δρα ώσπερ ει τους οφθαλμούς απολωλεκότων αυτών έλεγε μη δεδωκέναι δίκην αυτούς,ότι οι όνυχες υγιείς είεν.Εγώ μεν γαρ φημί πολύ διαφέρειν μάλλον αρετήν κακίας,ή οφθαλμοί ονύχων διαφέρουσιν».


(«Αλλά βλέπω»,λέει κάποιος,«τους ενάρετους ανθρώπους να χάνονται από πείνα και κρύο».Και τους όχι ενάρετους δεν τους βλέπεις να χάνονται από τρυφηλότητα,αλαζονεία και χοντροκοπιά;«Αλλ’είναι ντροπή να τρέφεσαι από άλλον».Και ποιος,δύστυχε,άλλος τρέφεται από τον εαυτό του παρά ο κόσμος;Όποιος,λοιπόν,κατηγορεί την πρόνοια για το ότι οι πονηροί δεν τιμωρούνται,επειδή είναι δυνατοί και πλούσιοι,κάνει κάτι όμοιο,όπως ακριβώς αν έλεγε ότι αυτοί δεν έχουν τιμωρηθεί,ενώ έχουν χάσει τα μάτια τους,επειδή τα νύχια τους είναι γερά.Εγώ,λοιπόν,υποστηρίζω ότι πολύ περισσότερο διαφέρει η αρετή από την κακία απ’όσο διαφέρουν τα μάτια από τα νύχια).







(Πηγή:«Περί δίκης παρά του θεού τεταγμένης εποπτεύειν τα επί γης γιγνόμενα υπό των ανθρώπων,τιμωρού ούσης των αμαρτανόντων» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Ο Θεός είναι γύρω μας,στην σύζευξη και την αρμονία των πραγμάτων.

Αρριανού Επικτητείου εκ των περί προνοίας(Α,ς’,1-11):

«Αφ’εκάστου των εν τω κόσμω γιγνομένων ράδιον εστί εγκωμιάσαι την πρόνοιαν,εάν δύο έχη τις ταύτα εν εαυτώ,δύναμιν τε συνορατικήν των γεγονότων εκάστω και το ευχάριστον.Ει δε μη,ο μεν ουκ όψεται την ευχρηστίαν των γεγονότων,ο δ’ουκ ευχαριστήσει επ’αυτοίς,ουδ’αν ίδη.Χρώματα ο θεός ει πεποιήκει και καθόλου πάντα <τα> ορατά,δύναμιν δε θεατικήν αυτών μη πεποιήκει,τί αν ην όφελος;-Ουδ’οτιούν.-Αλλ’ανάπαλιν,ει την μεν δύναμιν πεποιήκει,τα όντα δε μη τοιαύτα,οία υποπίπτειν τη δυνάμει τη ορατική,και ούτως τί όφελος;-Ουδέν.-Τί δ’,ει και αμφότερα ταύτα πεποιήκει,<φως δε μη πεποιήκει>; -Ουδ’ούτως τι όφελος.-Τίς ουν ο αρμόσας τούτο προς εκείνο κακείνο προς τούτο;τίς δ’ ο αρμόσας την μάχαιραν ρος τον κολεόν και τον κολεόν προς την μάχαιραν;Ουδείς;Και μην εξ αυτής της κατασκευής των επιτετελεσμένων αποφαίνεσθαι ειώθαμεν,ότι τεχνίτου τινος πάντως το έργον,ουχί δε εική κατεσκευασμένον.Αρ’ουν τούτων μεν έκαστον εμφαίνει τον τεχνίτην,τα δε ορατά και όρασις και φως ουκ εμφαίνει;Το δ’άρρεν και το θήλυ και η προθυμία η προς την συνουσίαν εκατέρου και <η> δύναμις η χρηστική τοις μορίοις τοις κατεσκευασμένοις,ουδέ ταύτα εμφαίνει τον τεχνίτην;Αλλά ταύτα μεν ούπω•η δε τοιαύτη της διανοίας κατασκευή,καθ’ην ουχ απλώς υποπίπτοντες τοις αισθητοίς τυπούμεθα υπ’αυτών,αλλά και εκλαμβάνομεν τι και αφαιρούμεν και προστίθεμεν <και συντίθεμεν> τάδε τινα δι’αυτών και νη Δία μεταβαίνομεν απ’άλλων επ’άλλα τούτοις πως παρακείμενα,ουδέ ταύτα ικανά κινήσαι τινας και διατρέψαι προς το μη απολιπείν τον τεχνίτην;ή εξηγησάσθωσαν ημίν,τί το ποιούν εστί τούτων έκαστον,ή πώς οίον τε τα ούτως θαυμαστά και τεχνικά εική και από ταυτομάτου γίγνεσθαι».


(Από καθένα απ’όσα γίνονται στον κόσμο είναι εύκολο να εγκωμιάσει κάποιος την πρόνοια,αν έχει μέσα του αυτά τα δυο,δύναμη να βλέπει καθετί απ’όσα έχουν γίνει και την ευχάριστη διάθεση.Αλλιώς από τη μια δεν θα δει την χρησιμότητα αυτών που έχουν γίνει και από την άλλη δεν θα ευχαριστηθεί μ’αυτά,ούτε κι αν τα δει.Αν ο θεός είχε κάνει τα χρώματα και γενικά όλα τα ορατά και δεν είχε δώσει δύναμη,για να τα βλέπουμε,ποιο θα ήταν το όφελος;-Κανένα.-Και,αντίστροφα,αν είχε δώσει την δύναμη,αλλά δεν είχε κάνει τα όντα τέτοια,ώστε να γίνονται αισθητά με την δύναμη της όρασης,κι έτσι ποιο θα ήταν το όφελος;-Κανένα.-Και τί θα συνέβαινε,αν είχε κάνει και τα δυο,<αλλά δεν είχε δημιουργήσει φως;>-Κι έτσι δεν θα υπήρχε όφελος.-Ποιος λοιπόν είναι εκείνος που συνάρμοσε αυτό με εκείνο και εκείνο μ’αυτό;Ποιος είναι εκείνος που συνάρμοσε το μαχαίρι με τη θήκη και τη θήκη με το μαχαίρι;Κανείς;Κι ωστόσο από την ίδια την κατασκευή όσων έχουν γίνει συνηθίζουμε να λέμε ότι το έργο είναι οπωσδήποτε κάποιου τεχνίτη και όχι κάτι που έχει γίνει στην τύχη.Επομένως,το καθένα από αυτά φανερώνει τον τεχνίτη του και δεν το φανερώνουν τα ορατά,η όραση και το φως;Το αρσενικό και το θηλυκό και η προθυμία του καθενός από τους δυο να ενωθούν μεταξύ τους και η χρηστική δύναμη που υπάρχει στα κατασκευασμένα μέρη,ούτε αυτά φανερώνουν τον τεχνίτη;Αλλά αυτά όχι ακόμη•όμως η τέτοια κατασκευή της διάνοιας,με την οποία όχι απλά βλέποντας τα αισθητά διαμορφωνόμαστε από αυτά,αλλά και παίρνουμε κάτι και αφαιρούμε και προσθέτουμε <και συνθέτουμε> με αυτά κάποια άλλα και,μα το Δία,περνούμε από άλλα σε άλλα που βρίσκονται κάπως κοντά τους,ούτε κι αυτά έχουν τη δύναμη να κινήσουν κάποιους και να τους στρέψουν,ώστε να μην εγκαταλείψουν τον τεχνίτη;Ή ας μας εξηγήσουν τι είναι αυτό που κάνει το καθένα από αυτά ή πώς είναι δυνατόν αυτά τα τόσο θαυμαστά και περίτεχνα έργα να γίνονται τυχαία και μόνα τους).











(Πηγή:«Ότι θεός δημιουργός των όντων και διέπει το όλον τωι της προνοίας λόγωι και ποίας ουσίας υπάρχει» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

Περί χρόνου.

α.Χαιρήμονος(απ.22 σ.612 Ν.):
«Ουκ έστιν ουδέν των εν ανθρώποις,ό,τι ουκ εν χρόνω ζητούσιν εξευρίσκεται».
(Δεν υπάρχει τίποτε από τα ανθρώπινα που ζητώντας το δεν το βρίσκουμε με τον καιρό).


β.Αντιφάνους(fab.inc.απ.72,Com.III,σ.156):
«Μάλιστα δ’εκπλήττει με των συνειδότων ο χρόνος,ον αεί λανθάνειν αμηχανώ».
(Απ’όσα ξέρω πιο πολύ ο χρόνος με ταράζει•αυτόν κάθε φορά να ξεφύγω δυσκολεύομαι).


γ.Αγάθωνος(απ.18 σ.595 Ν.):
«Ουπώποτ’ ηξίωσα χαρίσασθαι χρόνοις».
(Ποτέ δεν έκρινα σωστό να χαριστώ στον χρόνο).


δ.Μενάνδρου(απ.170,Com. IV σ.272):
«Ω δέσποτ’άξι’εστί τοις σοφοίς βροτών χρόνω σκοπείσθαι της αληθείας πέρι».
(Αφέντη,αξίζει οι μυαλωμένοι άνθρωποι να εξετάζουν την αλήθεια με τον καιρό).


ε.Αβέβαιου τραγικού(Ευριπ.απ.509 Ν.):
«Ουκ έστι πράσσοντας τι μοχθηρόν λαθείν•οξύ βλέπει γαρ ο χρόνος,ος τα πανθ’ορά».
(΄Οποιοι κάνουν κάτι κακό,να ξεφύγουν δεν μπορούν•γιατί ο χρόνος,που όλα τα βλέπει,βλέπει καλά).


στ.Χαιρήμονος:
«Σχολή βαδίζων ο χρόνος αφικνείται τ<όπ> αν».
(Ο χρόνος βαδίζει αργά,αλλά φτάνει στο καθετί).


ζ.Χαιρήμονος:
«Χρόνος μαλάσσει πάντα καξεργάζεται».
(Ο χρόνος όλα τα μαλακώνει και τα σμιλεύει).


η.Κλεοβούλου σοφού των αινιγμάτων(απ.2 Β.σ.971):
«Εις ο πατήρ,παίδες <δε> δυώδεκα•των δε εκάστω κούραι εξήκοντα,διάνδιχα είδος έχουσαι•αι μεν λευκαί έασιν ιδείν,αι δ’αύτε μέλαιναι•αθάναται δε τα’εούσαι αποφθινύθουσιν άπασαι».
(Ένας είναι ο πατέρας και δώδεκα τα παιδιά του•καθένας τους έχει 60 κόρες με διχοτομημένες μορφές•άλλες είναι λευκές στο πρόσωπο και άλλες είναι μαύρες•κι ενώ είναι αθάνατες,όλες γενικά πεθαίνουν).
[Σημ.:το αίνιγμα αναφέρεται στον χρόνο με τους 12 μήνες του και τις 30 μέρες εκαστου μήνα•οι μέρες αυτές είναι 60 στο αίνιγμα,διότι συνυπολογίζεται η ημέρα και η νύχτα κάθε 24ώρου•και στο τέλος όλες πεθαίνουν,αν και ο πατέρας τους ο χρόνος τους είναι αιώνιος,καθώς κάθε μέρα παρέρχεται και την διαδέχεται η επομένη].


θ.«Θαλής ερωτηθείς,τί σοφώτατον; <έφη,> Χρόνος•ανευρίσκει γαρ τα πάντα».
(Ο Θαλής,όταν τον ρώτησαν «τί είναι το πιο σοφό;» είπε:«Ο χρόνος•γιατί τα βρίσκει όλα»).


ι.Αντιφάν και Κριτόλαος:
«Νόημα ή μέτρον τον χρόνον,ουδ’υπόστασιν».
(Ο χρόνος είναι νοητική σύλληψη ή μέτρο,όχι υπόσταση).


κ.Κριτίου(απ.2 σ.600 Ν.):
«Ο χρόνος απάσης εστίν οργής φάρμακον».
(Ο χρόνος είναι φάρμακο κάθε οργής).








(Πηγή:«Περί χρόνου ουσίας και μερών και πόσων είη αίτιος» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Μέλισσος:ό,τι αντιλαμβανόμαστε να αλλάζει γύρω μας,δεν είναι παρά μια πλάνη!

Ο Μέλισσος ήταν αρχαίος φιλόσοφος από την Σάμο,μαθητής του Παρμενίδη.Πρέπει να έγραψε ένα μόνο βιβλίο,το «Περί φύσεως ή περί του όντος»(αρκετά αποσπάσματα από το σύγγραμμα αυτό διασώζει ο Σιμπλίκιος).Ως πολιτικός άντρας είχε κερδίσει την εκτίμηση των συμπολιτών του,έτσι ώστε εκλέχτηκε και στρατηγός.Νίκησε μάλιστα τους Αθηναίους,με αρχηγό τον Περικλή,κατά την ναυμαχία του 441-440 π.Χ.
Οι απόψεις του Μελίσσου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον,αποσκοπώντας στην υποστήριξη της παρμενίδειας θεώρησης της πραγματικότητας,αν και,κατά τους Kirk-Raven-Schofield,«δεν είναι κανένας μεγάλος και πρωτότυπος μεταφυσικός ούτε λαμπρός εκφραστής αντινομιών,όπως ο Ζήνων..».Η επίδρασή του,όμως,ιδιαίτερα η ιδέα του ότι το κενό είναι η προϋπόθεση της κινήσεως,ήταν καθοριστική στον Λεύκιππο και την διαμόρφωση της ατομικής θεωρίας.
Σύμφωνα,λοιπόν,με την διδασκαλία του Μελίσσου,η πραγματικότητα είναι μία,ενιαία και αδιαίρετη,αιώνια,ομοιογενής,ακίνητη και μη υποκείμενη σε οποιαδήποτε αλλαγή.Επομένως,η αλλαγή και η κίνηση,που γίνονται αντιληπτές με τις αισθήσεις,είναι στην πραγματικότητα απατηλές ψευδαισθήσεις.
Όπως και ο Παρμενίδης,απορρίπτει και ο Μέλισσος το «γίγνεσθαι».Η πραγματικότητα δεν έγινε,διότι αυτή δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος•αν είχε γίνει,θα είχε μια αρχή,επομένως πριν από την αρχή αυτή δεν θα υπήρχε,θα ήταν ένα καθαρό μηδέν.Αλλά από το μηδέν δεν μπορεί να γεννηθεί κάτι πραγματικό,επομένως αυτό που δεν ήταν τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί αρχή για κάτι που έγινε.
Αφού η πραγματικότητα δεν έχει αρχή,δεν μπορεί να έχει ούτε τέλος.Άρα είναι κάτι αιώνιο και άπειρο.Το άπειρο της πραγματικότητας δεν νοείται μόνο χρονικά,αλλά και χωρικά.Επομένως στην παρμενίδεια τέλεια σφαίρα του όντος,που είναι άπειρη,αλλά μόνο μέσα στα όριά του,ο Μέλισσος αντιπαρατάσσει την στο άπειρο επεκτεινόμενη πραγματικότητά του.Εφόσον είναι άπειρη,είναι και μία•διότι,αν δεν ήταν μία,θα είχε το πέρας της σε κάποια άλλη.
Η πραγματικότητα,παραιτέρω,δεν είναι μόνο εν,αλλά είναι ως εκ τούτου,και ομοιόμορφη.Επιπλέον,δεν υφίσταται καμιά είδους μεταβολή στην φύση ή την διάταξή της:δεν χάνεται ούτε μεγαλώνει ούτε μεταβάλλει την δομή της ούτε πονά ούτε λυπάται.Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της πραγματικότητας είναι η πληρότητά της,η ανυπαρξία κενού.Εφόσον δεν υπάρχει κενό,δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κίνηση,διότι η κίνηση θα ήταν δυνατή μόνο μέσα στο κενό και όχι μέσα σε μια πλήρη και συμπαγή πραγματικότητα.
Ο Μέλισσος στρέφεται εναντίον της πολλαπλότητας των πραγμάτων χρησιμοποιώντας το ακόλουθο επιχείρημα:οι άνθρωποι βασίζονται στα δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης και πιστεύουν πως τα πράγματα αλλάζουν,γίνονται,λ.χ.,από κρύα ζεστά ή από ζωντανά νεκρά κλπ.Αν,όμως,υπήρχαν πολλά όντα,τότε θα έπρεπε να είναι όπως ακριβώς η μία και μοναδική πραγματικότητα(ως τμήματά της),δηλαδή αιώνια,αμετάβλητα,αγέννητα και άφθαρτα.Άρα,αφού θεωρούμε αφ’ενός πως υπάρχουν πολλά αμετάβλητα,ενώ οι αισθήσεις αφ’ετέρου μάς δείχνουν πως τα πάντα μεταβάλλονται,επομένως οι αισθήσεις μάς εξαπατούν ως προς την πολλαπλότητα•διότι,αν ήταν αληθινά,θα έπρεπε να μη μεταβάλλονται,αλλά να μένουν πάντοτε ίδια και σταθερά.

Το σχέδιο αυτοκτονίας των Δερβιζανών.

Το φθινόπωρο του 1821 έβρισκε την Ήπειρο σε πολεμικό αναβρασμό.Τα σουλτανικά στρατεύματα υπό τον αρχιστράτηγο Χουρσίτ εξακολουθούσαν να πολιορκούν τον Αλή πασά στα Ιωάννινα,ενώ την ίδια στιγμή οι Σουλιώτες,σε συνεργασία με τους Τουρκαλβανούς και Αιτωλοακαρνάνες συμμάχους τους,συγκροτούσαν ουσιαστικά μια ισχυρή προφυλακή του κυρίως μετώπου της Πελοποννήσου,ενισχύοντας σημαντικά τις θέσεις τους έναντι των εχθρών.Η οξυδέρκεια του Μαυροκορδάτου βρισκόταν,δίχως άλλο,πίσω από τις επιτυχημένες ελληνικές κινήσεις στην Ήπειρο:ο έμπειρος πολιτικός γρήγορα αντιλήφτηκε ότι η ανταρσία του Αλή κατά του Σουλτάνου και,κυρίως,η σύμπραξη ελληνικών και αλβανικών δυνάμεων με τον Αλή,με στόχο όχι την υπερίσχυση του τελευταίου,γεγονός που θα παρουσίαζε την ελληνική επανάσταση απλά ως μια καιροσκοπική εξέγερση κατά της Πύλης,αλλά την αδρανοποίηση των δύο αντιμαχομένων στο μέτωπο των Ιωαννίνων,θα καθυστερούσε σημαντικά,αν όχι αποσοβούσε,τις καταστροφικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης καθόδου του Χουρσίτ στη Στερεά Ελλάδα.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου,λοιπόν, συνομολογήθηκε η συμμαχία Ελλήνων και Τουρκαλβανών προς ενίσχυση του πολιορκημένου Αλή.Το δεύτερο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου οι Σουλιώτες κινήθηκαν αποφασιστικά για την κατάληψη του γειτονικού προς το Σούλι χωριού Τόσκεσι,όπου υπήρχε φρουρά από Τσάμηδες.Οι Τουρκαλβανοί εκείνοι αρνήθηκαν αρχικά να παραδώσουν το χωριό και να φύγουν και ζήτησαν κρυφά την βοηθεια του Χουρσίτ.Η αποσταλείσα,όμως,υπό τον Μουσταφά πασά δύναμη αποκρούστηκε ηρωικά σε μια επική μάχη στο στενό των Πέντε Πηγαδιών,αναπόφευκτο πέρασμα στο δρόμο προς το Τόσκεσι.Το αποτέλεσμα της μάχης εκείνης υπήρξε η αρχή γενικότερης αποχώρησης των τουρκικών σωμάτων από διάφορα μέρη της Ηπείρου και συγκέντρωσής τους στο στρατόπεδο των Ιωαννίνων.Ακολούθησε μια σύντομη μάχη μέσα στο χωριό Τόσκεσι για την κατάληψή του.Τελικά,οι υπερασπιστές του,μπροστά στον επικείμενο αφανισμό τους,παρέδωσαν το χωριό και αναχώρησαν για την Παραμυθιά,αφήνοντας πίσω τους 64 νεκρούς και όλα τους τα πολεμοφόδια και τις αποσκευές.Από τους Σουλιώτες και τους Τουρκαλβανούς έπεσαν επτά και 11 τραυματίες μεταφέρθηκαν στο Σούλι για νοσηλεία.
Την ίδια μοίρα είχαν αμέσως μετά οι Βαριάδες,ενώ,πριν ακόμη τελειώσει η πολιορκία τους,εστάλησαν ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Λάμπρος Ζάρμπας με 350 άνδρες,για να χτυπήσουν τα Δερβιζανά και να καθαρισθεί από τους Τούρκους και η περιοχή εκείνη.Η δύναμη ήταν μικρή,διότι τα Δερβιζανά κατέχονταν από 1.500 Τουρκαλβανούς καλά εφοδιασμένους.Εν τούτοις,η πολιορκία άρχισε και οι αποκλεισθέντες Τουρκαλβανοί,είτε διότι φοβούνταν τους Σουλιώτες είτε διότι φαντάζονταν ότι οι εχθροί ήταν περισσότεροι,δεν επιχείρησαν να τους απομακρύνουν με έξοδο.
Ο Χουρσίτ,μολονότι έβλεπε τις οχυρές θέσεις της Ηπείρου να καταλαμβάνονται η μία μετά την άλλη από τους Σουλιώτες,για να μην ριψοκινδυνέψει και νέο στρατό-το ατύχημα του Μουσταφά πασά ήταν ακόμη νωπό-σε μια περίοδο που επιχειρούσε να περισφίξει με όλες του τις δυνάμεις τον Αλή πασά,δεν θέλησε να αποστείλει ενισχύσεις στους πολιορκουμένους στα Δερβιζανά.Αλλά προθυμοποιήθηκε να διαλύσει την πολιορκία και να διώξει από κει τους Σουλιώτες ο Καπλάν-μπεης από την Μακεδονία,ισχυρισθείς ότι ήταν δυνατόν να το κάνει με μόνους τους 400 Τουρκομακεδόνες που αποτελούσαν το σώμα του,αν ο αρχιστράτηγος Χουρσίτ έδινε 100.000 γρόσια για διανομή και εμψύχωση των στρατιωτών του.Ο Χουρσίτ είχε τόση ανάγκη να απαλλαγεί από τους αντιπερισπασμούς που τού προκαλούσαν οι επικρατούντες Σουλιώτες,ώστε έδωσε τα ανωτέρω χρήματα,και ο Καπλάν-μπέης ξεκίνησε και μετά από πορεία δύο ημερών έφτασε στον Προφήτη Ηλία,το ύψωμα απέναντι από τα Δερβιζανά.Εκεί,αφού στάθμευσε λίγο,για να αναπαυθούν οι στρατιώτες του,διέταξε να χτυπήσουν τα τύμπανα,αφ’ενός για να ακούσουν στα Δερβιζανά ότι τούς ερχόταν βοήθεια και να αναθαρρήσουν και αφ’ετέρου για να θορυβηθούν οι πολιορκητές και να φύγουν.
Και,πράγματι,η θέση των Σουλιωτών που βρίσκονταν μεταξύ των Δερβιζανών και του Προφήτη Ηλία ήταν δύσκολη.Αν έμεναν εκεί,θα βρίσκονταν μετά από λίγο μεταξύ δύο πυρών,των Τουρκαλβανών των Δερβιζανών και των επερχομένων από τον Προφήτη Ηλία,και η συντριβή τους θα ήταν αναπόφευκτη.Μόλις τούς έμενε λίγη ώρα,για να αποσυρθούν από εκεί και να αποφύγουν την μάταιη καταστροφή.Αλλά η αποχώρηση από το μέρος εκείνο σήμαινε λύση της πολιορκίας και οι δύο υπερήφανοι αρχηγοί δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.Συσκέφτηκαν τότε και εμπνεύστηκαν το ακόλουθο τέχνασμα για την καταστροφή του εχθρικού σώματος που θα τους χτυπούσε σε λίγο,ερχόμενο από τον Προφήτη Ηλία:θα διαχωρίζονταν σε δύο σώματα και θα έδιναν μια ψευτομάχη.Το ένα από τα σώματα αυτά,που θα φαινόταν ηττημένο από το άλλο,θα πλησίαζε τους ερχόμενους από τον Προφήτη Ηλία Τούρκους και οι άνδρες του θα υποκρίνονταν ότι ήταν Τουρκαλβανοί που ήρθαν,για να βοηθήσουν τους ομοφύλους και συγγενείς τους στα Δερβιζανά,και θα ζητούσαν από τον αρχηγό των Τούρκων να ενωθούν και να συμπολεμήσουν μαζί του υπέρ των Δερβιζανών.Και τότε,αφού θα διασκορπίζονταν μεταξύ των Τούρκων εκείνων και θα συμβάδιζαν,θα έσυραν τα όπλα,μόλις θα δινόταν το σύνθημα,και θα τους κατέκοπταν.Η εκτέλεση του σχεδίου τούτου δεν ήταν εύκολη και μόνο άνδρες αποφασισμένοι να θυσιασθούν ήταν δυνατόν να την επιχειρήσουν.Ο Μπότσαρης και ο Ζάρμπας ρώτησαν τους άνδρες τους,ποιοι θέλουν να αποτελέσουν το σώμα της επιθέσεως και 120 Σουλιώτες προσφέρθηκαν να ακολουθήσουν τους ριψοκίνδυνους αρχηγούς.Το σύνθημα για την εκτέλεση της επιθέσεως ήταν «σπαθί».
Διαχωρίστηκαν τότε αμέσως και προσποιήθηκαν ότι συμπλέκονταν και,ενώ οι άλλοι αποσύρονταν,οι υπό τον Μπότσαρη και Ζάρμπα 120 επίλεκτοι Σουλιώτες προχώρησαν προς το σώμα του Καπλάν-μπεη με φιλικές κραυγές.Ο Τούρκος αρχηγός έστειλε δύο ιππείς να τους ρωτήσουν,ποιοι είναι και τι θέλουν,και εκείνοι απάντησαν ότι είναι Τουρκαλβανοί από την Πρέβεζα και ότι ήρθαν να βοηθήσουν τους συγγενείς τους τους κλεισμένους στα Δερβιζανά και ότι προσβλήθηκαν από λίγους Σουλιώτες,που έφυγαν,μόλις είδαν τους κατερχόμενους από τον Προφήτη Ηλία,και ότι ζητούσαν να ενωθούν μαζί του για ασφάλεια,επειδή ήταν λίγοι.Οι ιππείς τα διεβίβασαν στον Καπλάν-μπεη και εκείνος ζήτησε να μιλήσει ο ίδιος με τους αρχηγούς τους και,αφού άκουσε τα ίδια,τους πίστεψε και δέχτηκε να συνενωθούν.Δεν ήταν δυνατόν να τους υποπτευθεί,διότι οι Σουλιώτες και οι Τουρκαλβανοί ήταν κατά τον ίδιο τρόπο ντυμένοι και μιλούσαν την ίδια γλώσσα.Οι Σουλιώτες διασκορπίστηκαν τότε στο σώμα των Τούρκων,σύμφωνα με την οδηγία που είχαν από τους αρχηγούς τους,κατά τρόπο,ώστε ο καθένας απ’αυτούς να συμβαδίζει με δύο-τρεις Τουρκομακεδόνες.Βρίσκονταν ήδη κάτω από το φρούριο των Δερβιζανών,όταν ακούστηκε από πίσω το σύνθημα:
-Σπαθί.
-Σπαθί,φώναξαν ταυτοχρόνως σχεδόν όλοι.
Και πριν προφθάσουν οι αγνοούντες την γλώσσα Τουρκομακεδόνες να αντιληφθούν,τι σήμαιναν οι κραυγές,οι Σουλιώτες τράβηξαν πρώτα τα πιστόλια και έπειτα τα μαχαίρια και άρχισαν να χτυπούν μανιωδώς,ο καθένας τους πλησιέστερά του ευρισκόμενους.Οι Τουρκομακεδόνες,αιφνιδιασμένοι,δεν πρόφτασαν καν να αμυνθούν.Λίγη ώρα ήταν αρκετή,για να σφαγούν οι περισσότεροι.170 μόνο και αυτοί κατά το πλείστον τραυματίες κατόρθωσαν να διαφύγουν δια μέσου του γειτονικού δάσους,φωνάζοντας:
-Μπαμπές,μπαμπές(άπιστοι,άπιστοι).
Ο Καπλάν-μπεης,τραυματισμένος στο μηρό και τον ώμο,συνελήφθη αιχμάλωτος μαζί με άλλους 30 και εστάλη στο Σούλι.Από τους Σουλιώτες τραυματίστηκαν ελαφρώς μόνο δύο.
Η εκπληκτική αυτή εξόντωση του σώματος του Καπλάν-μπεη προκάλεσε απελπισία στους Τουρκαλβανούς των Δερβιζανών,ενώπιον των οποίων έγινε η σφαγή,και τους έκανε να αναγνωρίσουν την υπεροχή των Σουλιωτών.Ζήτησαν,λοιπόν,συνθηκολόγηση και συμφιλίωση άνευ όρων.Οι Έλληνες αρχηγοί δέχτηκαν τις προτάσεις τους,για να αποφύγουν νέες περιπέτειες,και τους επέτρεψαν να φύγουν με τα όπλα τους,με τα ζώα και όσα κινητά πράγματα μπορούσαν να παραλάβουν,υπό τον όρο ότι δεν θα πολεμούσαν πλέον εναντίον τους.Και η συνθηκολόγηση εκείνη,κατά την οποία οι Τουρκαλβανοί εκδήλωναν τον θαυμασμό τους προς τους Σουλιώτες και εκείνοι τον ιπποτισμό τους έναντι των παραδοθέντων,είχε παράδοξη συμφιλιωτική επισφράγιση.Οι νικητές και οι νικημένοι παρακάθησαν σε κοινό γεύμα,για το οποίο είχαν ψηθεί στη σούβλα 300 αρνιά,και έπειτα τραγούδησαν,χόρεψαν και έριξαν το λιθάρι.







(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Το φθινόπωρο του Χατζόπουλου.

«…Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο•ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες,χλιαρές και απάνεμες.Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές,πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί,οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά,οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι.Ένα φως απαλό και διάφανο,που έμοιαζε σαν να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου,έτρεμε στον αέρα και στη γη…».







(Πηγή:«Φθινόπωρο» του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου).

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2009

Ο εθνοσωτήριος ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας κατά την Τουρκοκρατία.

«…Οι αξιόλογες προσπάθειες της Ορθόδοξης Εκκλησίας για την εκπαίδευση,η οποία στους πρώτες αιώνες της Τουρκοκρατίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της από τη στοιχειώδη εκπαίδευση,με μοναδικούς δασκάλους τους μοναχούς και τον κατώτερο κλήρο(στα σχολεία που λειτουργούσαν στις εκκλησίες και στα μοναστήρια ως την κάποιαν ανώτερη παιδεία των σχολείων των διαφόρων μητροπόλεων και της πατριαρχικής Ακαδημίας,που ίδρυσε αμέσως μετά την άλωση ο Γεννάδιος και αναδιοργάνωσαν αργότερα οι διάδοχοί του),οι αγώνες της για τη διαφύλαξη της χριστιανικής πίστης και την καθαρότητα της Ορθοδοξίας,τα μέτρα για το σταμάτημα των εξισλαμιστών,αποτελούν θεμελιακή συμβολή για τη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων.Οι Νεομάρτυρες,συχνό φαινόμενο της εποχής,που δέχονται τον μαρτυρικό θάνατο για τη χριστιανική τους πίστη,είναι συγχρόνως και οι πρώτοι εθνικοί ήρωες του Νέου Ελληνισμού.Οι ακολουθίες τους παίρνουν συχνά τον χαρακτήρα εθνικοθρησκευτικών ποιημάτων:«Δέχου,ω Τριάς προσκυνητή,/δέχου,ω θεάνθρωπε Λόγε,/τους νεομάρτυρας τούτους,/ους προσάγει σου γένος αιχμάλωτον/[…] και ελευθερίαν αντίδος/και πταισμάτων την συγχώρησιν».
Άλλωστε στους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας η Εκκλησία όχι μόνο δεν αντιτίθεται στα απελευθερωτικά κινήματα που υποκινούνται από τις δυτικές χριστιανικές δυνάμεις,αλλά συχνά συμμετέχει ενεργά και πολλές φορές φορές τα κατευθύνει.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία βρίσκεται έτσι επικεφαλής των δυνάμεων που οργανώνουν την άμυνα του Ελληνισμού και εξασφαλίζουν τη διατήρησή του μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατάκτησης,και συνδέεται άρρηκτα με το Έθνος.Εμφανίζεται συγχρόνως ως η μόνη πολιτική δύναμη που συνεχίζει κατά κάποιον τρόπο τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ενσαρκώνει το όνειρο ενός μελλοντικού ενιαίου ελληνικού χριστιανικού κράτους.Η εθνική ιδέα βρίσκεται περισσότερο παρά ποτέ συνδεδεμένη με τη χριστιανική Ορθοδοξία και,διαμέσου της Εκκλησίας,με το όνειρο μιας εξελληνισμένης χριστιανικής Αυτοκρατορίας…»
.










(Πηγή:«Το Ελληνικό Έθνος,γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» του Νίκου Σβορώνου).

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

Μια εύγλωττη στιχομυθία κατά την εποχή της Επανάστασης...

«Αφού μπήκε ο Γκούρας εις το ταχτικόν,εις την Διοίκηση είχε τον συμπέθερό του Γιαννάκο Βλάχο και τους άλλους φίλους του.Κι όλοι αυτήνοι συνφώνησαν να στείλουν μίαν επιτροπή εις την Αθήνα δική τους,από φίλους,να πουλήσουνε την εθνική γης και να την πάρη ο Γκούρας κι αυτήνη όλη η συντροφιά,γης,ελιές,σπίτια,αργαστήρια και τα εξής.Στέλνουν επιτροπή τον Γιάννη τον Κουντουμά,τον Θανάση Λιδορίκη,τον Γιωργάκη Μόστρα.Αφού ήρθαν,βγάζουν μια προκήρυξη δι’αυτά,να τα πουλήσουνε.Μια ημέρα πήγαινα με τον Γκούρα σεργιάνι καβάλλα.Με κολάκευε•ήθελε να μού δώση μίαν ανιψιά του γυναίκα.Μού λέγει:«Του Χασεκή* τα υποστατικά,ελιές,περιβόλι κι όλη την περιφέρεια θα την πάρω εγώ,δι’όσα μού χρωστάει το Έθνος.
-Τού λέγω,εσύ πήρες θησαυρούς από αυτό το δυστυχισμένο Έθνος στα στρατόπεδα,εις την Αθήνα,εις την Πελοπόννησο.Πόσο φουσάτο έχεις εις την οδηγίαν σου;Ποτέ δεν βγαίνουν τρακόσοι άνθρωποι•και πλερώνει όλη η Ανατολική Ελλάς και η Κυβέρνηση δι’αυτούς.Κι όλον τον κόσμο τον γύμνωσες•και δόντια έβγαλες εσύ κι ο Μαμούρης σου και με το τζεκούρι σκοτώσετε ανθρώπους.Τον Σαρή τον σκοτώσετε•πενήντα χιλιάδες γρόσια οπού’χε απάνου του,εις γρόσια και τζιβαϊρκά,τα πήρε ο Μαμούρης και τα μεράσατε.Τέλος πάντων εσύ γυρεύεις ακόμα από την Κυβέρνησιν να πάρης και οχτακόσες χιλιάδες γρόσια•και κατά την επιτροπή,οπού’ναι διορισμένοι όλοι φίλοι σου,θα πάρης υποστατικό οπού ν’αξίζη πενήντα διά δέκα•αυτήνη η επιτροπή θα το ξετιμήση τοιούτως.Οι φίλοι σου και οι συγγενείς σου κυβερνήτες τα ‘πικυρώνουν.Τέλος πάντων εσύ κι ο Μαμούρης σου θα γίνης Μεμεταλής,εσύ,κι αυτός Μπραΐμης•κι εμάς θα μάς πάρετε είλωτες!Να την χέσω τέτοια λευτεριά,οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά!
-Τί κουβεντιάζεις έτζι;μού λέγει.
-Έτζι κουβεντιάζω!Όταν τα πάρης εσύ αυτά και οι φίλοι σου,να με φτύσης!».Σηκώθηκα κι αναχώρησα κατ’το κονάκι μου
».



*Χασεκής:δηλ.ο Χατζή-Αλή Χασικής,ο βοεβόδας των Αθηνών.






(Πηγή:Τα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού Μακρυγιάννη).

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009

Γιατί τα αδικήματα πρέπει να τιμωρούνται γρήγορα.

Το ακόλουθο χωρίο θα μπορούσε να είναι σημερινό,γραμμένο,για να στηλιτεύσει τα «κακώς κείμενα» του δικαστικού μας συστήματος.Στην χώρα μας,η απερίγραπτη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης εξομοιούται,θα λέγαμε,με αρνησιδικία,με άρνηση δηλ.της δικαστικής αρχής να πράξει το καθήκον της.Ο Πλούταρχος έχει άποψη επί του σοβαρού αυτού προβλήματος και σπεύδει να προειδοποιήσει τους ανθρώπους όλων των εποχών:


«…Και μην «το αμύνασθαι τω παθείν»,ως Θουκυδίδης φησίν*,«ότι εγγυτάτω κείμενον» ευθύς αντιφράττει την οδόν τοις επί πλείστον ευροούση τη κακία χρωμένοις.ουθέν γαρ ούτω χρέος ως το της δίκης υπερήμερον γινόμενον ασθενή μεν ταις ελπίσι ποιεί και ταπεινόν τον αδικούμενον,αύξει δε θρασύτητι και τόλμη τον μοχθηρόν•αι δ’υπό χείρα τοις τολμωμένοις απαντώσαι τιμωρίαι και των μελλόντων εισίν επισχέσεις αδικημάτων και μάλιστα το παρηγορούν τους πεπονθότας ένεστιν αυταίς».


(Επιπλέον,όπως λέει ο Θουκυδίδης,όταν «η εκδίκηση έρχεται πιο κοντά στο πάθημα»,αμέσως κλείνει το δρόμο σε κείνους που καθοδηγούνται όσο το περισσότερο από την ικανότητά τους στην κακία.Καμιά,πραγματικά,οφειλή που καθυστερείται η απόδοσή της δεν φθείρει τόσο πολύ τις ελπίδες του αδικημένου ούτε τον ταπεινώνει τόσο,και καμιά δεν αυξάνει τόσο πολύ την θρασύτητα και την τόλμη του πονηρού όσο η οφειλή της τιμωρίας.Οι τιμωρίες,όμως,που αντιμετωπίζουν αμέσως τις θρασείες πράξεις εμποδίζουν τα μελλοντικά αδικήματα και μαζί είναι η καλύτερη παρηγόρηση για τα θύματα).


*Θουκυδίδης,Γ 38.




(Πηγή:«Περί των υπό του θείου βραδέως τιμωρουμένων» του Πλουτάρχου).

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

Η στάση μας απέναντι στις ηδονές.

Αριστίππου:
«Κρατεί ηδονής ουχ ο απεχόμενος,αλλ’ο χρώμενος μεν,μη παρεκφερόμενος δε•ώσπερ και νεώς και ίππου ουχ ο μη χρώμενος,αλλ’ο μετάγων όποι βούλεται».


(Είναι κυρίαρχος της ηδονής όχι όποιος απέχει,αλλ’όποιος την χρησιμοποιεί,αλλά δεν παρασύρεται,όπως ακριβώς είναι κυρίαρχος ενός πλοίου ή αλόγου όχι όποιος δεν το χρησιμοποιεί,αλλ’όποιος το οδηγεί,όπου θέλει).




(Πηγή:«Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Περί ανεξικακίας.

Μουσωνίου εκ του «Ει γραφήν ύβρεως γράψεται τινά ο φιλόσοφος»(Μουσωνίου σ.159 εκδ.Peerlkamp.).

«…Επεί τί και ο πάσχων αμαρτάνει;ο δε αμαρτάνων ευθύς και εν αισχύνη εστίν,ο μέντοι πάσχων ως ουν ουχ αμαρτάνει καθόσον πάσχει,ούτως ουδέ εν αισχρώ ουδενί γίνεται.όθεν ουδ’επί δίκας ουδ’επ’εγκλήματα προέλθοι αν ο νουν έχων,επείπερ ουδ’υβρίσθαι αν δόξειεν•και γαρ μικρόψυχον το αγανακτείν ή επιτείνεσθαι περί των τοιούτων•πράως δε και ησύχως οίσει το συμβάν,επεί και πρέπον τούτο τω βουλομένω είναι μεγαλόφρονι.Σωκράτης γουν ούτω δικαείμενος φανερός ην,ος δημοσία λοιδορηθείς υπ’Αριστοφάνους,ουχ όπως ηγανάκτησεν,αλλά και εντυχών ηξίου αυτόν ει και προς άλλο τι τοιούτον βούλοιτο χρήσθαι αυτώ.ταχύ γ’αν εκείνος εν ολίγοις λοιδορούμενος εχαλέπηνεν,ος ουδέ εν θεάτρω λοιδορηθείς ηγανάκτει;Φωκίων δε ο χρηστός,της γυναικός αυτού προπηλακισθείσης προς τινος,τοσούτον εδέησεν εγκαλείν τω προπηλακίσαντι,ώστε επεί δείσας εκείνος προσήλθε τε και συγγνώμην έχειν ηξίου τον Φωκίωνα,φάσκων ηγνοηκέναι ότι ην εκείνου γυνή,εις ην επλημέλλει•«αλλά η γε εμή γυνή ουδέν» έφη «υπό σου πέπονθεν,ετέρα δε τις ίσως,ώστε ουδέ χρη εμοί σε απολογείσθαι».


(Διότι τί σφάλμα κάνει όποιος πάσχει;Όποιος κάνει το σφάλμα,αμέσως ντροπιάζεται,ενώ,όποιος παθαίνει,όπως ακριβώς δεν σφάλλει,αφού παθαίνει,έτσι και δεν βρίσκεται μέσα σε καμμιά ντροπή.Επομένως,ο μυαλωμένος άνθρωπος δεν θα προχωρήσει ούτε σε δίκες ούτε σε μηνύσεις,επειδή βέβαια δεν θα νομίσει ότι έχει εξυβρισθεί•διότι είναι μικροψυχία να αγανακτεί ή να εξεγείρεται για τέτοια πράγματα•αλλά θα αντιμετωπίσει,ό,τι έγινε,με πραότητα και ηρεμία,επειδή,άλλωστε,αυτό ταιριάζει σ’έναν που θέλει να έχει μεγαλοφροσύνη.Ο Σωκράτης,για παράδειγμα,ήταν φανερό ότι κρατούσε τέτοια στάση•αυτός,όταν λοιδορήθηκε δημοσίως από τον Αριστοφάνη,όχι μόνο δεν αγανάκτησε,αλλά και όταν τον συνάντησε,τού ζητούσε,αν και σε κάτι άλλο παρόμοιο ήθελε να τον χρησιμοποιήσει•εκείνος θα δυσανασχετούσε γρήγορα,αν τον λοιδορούσε σ’ένα στενό κύκλο,αφού δεν αγανακτούσε,όταν λοιδορήθηκε μέσα στο θέατρο;Και ο έντιμος Φωκίων,όταν κάποιος προπηλάκισε την γυναίκα του,τόσο απέφυγε να καταγγείλει εκείνον που την προπηλάκισε,ώστε,όταν εκείνος φοβήθηκε και ήρθε και ζητούσε να τον συγχωρήσει ο Φωκίων,προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν ήξερε ότι ήταν γυναίκα του εκείνη,στην οποία συμπεριφερόταν με κακό τρόπο,τού είπε:«Η γυναίκα μου δεν έχει πάθει τίποτε από σένα,ίσως κάποια άλλη γυναίκα•ώστε δεν χρειάζεται να απολογείσαι σε μένα»).







(Πηγή:«Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης κατακεραυνώνει τους ραδιούργους πολιτικούς της εποχής του.

Ήδη από την αρχή της Επαναστάσεως του 1821 και τις πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες υπέβοσκε στους κόλπους των Ελλήνων,πολιτικών και στρατιωτικών,το «μικρόβιο» της διχόνοιας.Το βάρος έπεφτε κυρίως στους πολιτικούς:ισχυροί επί Τουρκοκρατίας,σημαίνοντα πρόσωπα στις επαρχίες τους,ανέλαβαν από την αρχή,κατά τις δυνάμεις τους έκαστος εξ αυτών,να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες του Αγώνα.Στις υπηρεσίες τους είχαν,ήδη προεπαναστατικά,τα στρατιωτικά τους σώματα,που υπάκουαν στους πολιτικούς τους ταγούς.Η σκληρή πραγματικότητα,όμως,του πολέμου και οι συγκρούσεις ανέδειξαν τους στρατιωτικούς ως αποφασιστικό παράγοντα για την τελική έκβαση της Επανάστασης,γεγονός που προκάλεσε τον φθόνο της πολιτικής ηγεσίας,η οποία δεν εννοούσε να χάσει τον έλεγχο των πραγμάτων.Η υπονόμευση του έργου των στρατιωτικών,λοιπόν,ξεκίνησε από πολύ νωρίς,παρά τον ολέθριο κίνδυνο που διέτρεχε η χώρα,μεσούντος ενός ολοκληρωτικού πολέμου κατά του Τούρκου κατακτητή.Ο μεγάλος εχθρός των πολιτικών έγινε από την πρώτη στιγμή,και προ ακόμη της αφίξεώς του στην Ελλάδα,ο αδερφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη Δημήτριος,ένας αγνός πατριώτης,μια ευγενής προσωπικότητα,που προτίμησε,με μεγάλη πικρία, να ανεχθεί τους εξευτελισμούς και την υπονόμευση στο πρόσωπό του,χάριν της ευοδώσεως του Αγώνα,παρά να συγκρουστεί με τους πολιτικούς και να τους εξοντώσει,ως επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων των Επαναστατών,κάτι,όμως,που θα καταδίκαζε διά παντός την όλη εθνική προσπάθεια.
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης,από τις ευγενέστερες και πλέον ηρωικές μορφές του Εικοσιένα,έχει πάρει με την ζωή του και το έργο του μια ξεχωριστή θέση μέσα στο πάνθεο των αγωνιστών της ελληνικής ελευθερίας.Μόλις γνώριζε γραφή και ανάγνωση(«…ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά στα γραφόμενα…»,γράφει ο ίδιος) •έγραψε,όμως,τα ωραιότερα,παραστατικότερα και συναρπαστικότερα απομνημονεύματα.Στο συγκεκριμένο απόσπασμα,ο Μακρυγιάννης καταφέρεται ανοιχτά και με έντονο σαρκασμό κυρίως κατά του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου,του Ιωάννη Κωλέττη και του Ανδρέα Μεταξά, πολιτικών,που συνέβαλαν μεν,στο βαθμό που τούς αναλογεί, στην ευόδωση του σκοπού του Αγώνα,στην απελευθέρωση,δηλαδή,από τους Τούρκους,δεν δίστασαν,όμως,να μεταχειρισθούν κάθε μέσο,θεμιτό και αθέμιτο,προκειμένου να αναρριχηθούν στην εξουσία.Ο αγνός πατριώτης Μακρυγιάννης εξανίσταται κατά των δολοπλοκιών της εποχής του και χωρίς περιστροφές επιτίθεται με σκληρή γλώσσα κατά των ανωτέρω:



«…Ο Εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος,ήταν σύμφωνος κι αυτός,ο Φαναριώτης,εις το σκέδιον να ξεκάμουν τους στρατιωτικούς.Το’βαλε κι αυτός σ’ενέργεια ευτύς,άμα ήρθε στο Μισολόγγι,χωρίς να χάση καιρόν.Ηύρε πρόφαση η Εκλαμπρότη του εις το Μισολόγγι,ότι ο Καραϊσκάκης αγροικήθη με τους Τούρκους.Έβαλε ανθρώπους δικούς του,τους έκαμε κριτάς να τον περάσουνε από το κανάλι της δικαιοσύνης του,να τον σκοτώσουνε.Τον κρίναν και τον είχαν χαζίρι,κι αν δεν τον γλύτωναν οι συντρόφοι του,θα τον σκότωναν.Ακούτε,εσείς;Ο Καραϊσκάκης,από δέκα χρονών παιδί κλέφτης,θα γύριζε με τους Τούρκους,οπού τους σκότωνε μέσα τους λόγκους και περπάταγε ξυπόλητος από μικρό παιδί διά την λευτεριά.Ο Εκλαμπρότατος,το ζυμάρι* των Τούρκων,ο δουλευτής αυτήνων,των Τούρκων,ο Μαυροκορδάτος,ο αγαπημένος των τύραγνων,κατάτρεχε τον Καραϊσκάκη να τον καταδικάση εις θάνατον!Χαζίρι τ’αργαλεία της δικαιοσύνης του και της αρετής του να τον πάνε εις τον Άδη,αφού γλύτωσε από τόσες πληγές και δυστυχίες,οπού υπόφερε δι’αυτήνη την πατρίδα.Σκότωμα τον Καραϊσκάκη,ότι δεν είναι κόλακας του Μαυροκορδάτου,δεν είναι ποταπός καθώς εκείνοι οπού τον κολακεύουν.Η γυναίκα με τα μουστάκια,ο Κωσταμπότζαρης,ο Στάικος και οι άλλοι του όμοιοι,οπού τον θυμιατίζουν και τους θυμιατίζει,τον λένε «Εκλαμπρότατον» και τους λέγει «Γενναιότατους» •πού αγωνίστηκαν αυτήνοι,οι φίλοι σου οι Γενναιότατοι;Εσύ,Εκλαμπρότατε,από τον καιρόν οπού κόπιασες όλο νέα πράγματα ήφερες εις την πατρίδα•διαίρεσιν αναμεταξύ μας δεν είχαμε,φατρίαν μάς ήφερες,νέον φρούτο σ’εμάς τους Έλληνες,παραλυσίαν κι αφανισμόν.Αν πιτύχαινες να σκοτώσης τον Καραϊσκάκη,πού θα τον βρίσκαμε όταν η Ρούμελη γιόμωσε Τουρκιά και προσκύνησαν όλοι από την καλή σας κυβέρνησιν κι αρετή,οπού δείξετε εις την πατρίδα όλοι εσείς οι πολιτικοί;Αυτός ο Τούρκος,ο Καραϊσκάκης,σύναξε όλους τους οπλαρχηγούς και πήγε μαζί μ’αυτούς με τα ίδια τους έξοδα και θυσίες,κι έχοντας όλη την αγάπη σ’αυτόν,πήγαν και ξαναλευτέρωσαν την πατρίδα και εις την Αράχωβα και Δίστομον στήσαν πύργους με κεφάλια των Τούρκων.Πώς δεν πάγαινες κι εσύ,Εκλαμπρότατε,πώς δεν πάγαινε ο άλλος ο Εκλαμπρότατος,ο «τζίτζιλε φίτζιλε**» συνάδελφός σου Κωλέτης;Πώς δεν πάγαινε ο Εκλαμπρότατος Μεταξάς,ο Κόντε Λάλας***,οπού μάτωσε το χέρι του εις το Λάλα και θέλει όλη την Ελλάδα να πάρη υποστατικόν,να ξαγοραστή το πολυτίμητό του αίμα οπού’χυσε εις το Λάλα;Βέβαια αυτός θυσιάστη,ο Κόντε Λάλας,ο Εκλαμπρότατος.Και συνφωνείτε όλοι εσείς να σκοτώσετε τους οπλαρχηγούς και σημαντικούς στρατιωτικούς,οπού θυσιάστηκαν διά την πατρίδα και το’βρετε σεις χαζίρι.Ο Γιαννούλη Νάκος,Κόντε Λάλα,τί σπίτι ήταν;Σημαντικόν,με τόσην κατάστασιν κι όλα του τ’αγαθά και τζιφτιλίκια.Κι έμεινε δυστυχής διά την πατρίδα.Κι ως γείτονας εσύ,Κόντε Λάλα,και ως σημαντικός,σε έκαμε κουμπάρον και τού βάφτισες τόσα παιδιά.Και τού διατίμησες την φαμελιά του,όσο οπού τον πέθανες κι αυτόν,τον τίμιον άνθρωπον,το σημαντικόν σπίτι της Ρούμελης.
Κι ενωθήκετε όλοι με τους παντίδους κι αφανίσετε την πατρίδα από ηθική και από αρετή και πατριωτισμόν.Δεν πάγει η πατρίς ομπρός με τον πατριωτισμόν και ηθική την δική σας,πάνε τα ξένα σας όργανα.Δεν σάς άρεσε ο Υψηλάντης•βέβαια δεν είχε την δική σας αρετή•ότι θυσιάσαν οι Υψηλάντες πρώτα ζωή,πλούτη•και θυμόνται Θεόν,πατρίδα και θρησκεία.Και δι’αυτό δεν είναι καλός.Δεν είναι καλός ο Καποδίστριας και τού αντενεργάτε•όμως είναι μαστορής σας•στο σχολείον οπού διαβάζετε εσείς ακόμη,εκείνος το ξεσκόλησε.Και είτε θα μονοιάσετε όλοι να προκόψετε την πατρίδα,είτε θα την προκόψη μόνος του αυτός με τ’αδέλφια του.Η διάθεσή σας ολουνών φαίνεται,κι ο Θεός βλέπει τον πατριωτισμό σας και θα λάβετε την ανταμοιβή,οπού αξίζετε•ότι τόσα αίματα αθώα οπού χύθηκαν και τόσες θυσίες οπού’γιναν δεν θα τα’αφήση αυτός να πάνε χαμένα.
Ο Αλέξη Νούτζος ήταν το σημαντικότερον σπίτι της Ρούμελης,πρίντζηπας του Ζαγοργιού,αγαπημένος πολύ του Αλήπασα κι όλων των αλλουνών πασαλιών και ριτζαλιών τους,τίμιος άνθρωπος,καλοθελητής της ανθρωπότης.Πολλούς Ρωμαίους,Οβραίους,Τούρκους,εγλύτωνε από την κρεμάλα.Τέλος ήταν πασάς Ρωμαίος,αγαπημένος απ’ούλους τους σημαντικούς Έλληνες στρατιωτικούς,πολιτικούς,θρησκευτικούς.Ήταν στο Σούλι οπού αγωνίζονταν,εις την Λαγκάδα,Μακρυνόρο κι αλλού εις τα δεινά της πατρίδος.Και ξόδιασε κι όλη του την κατάστασιν διά την πατρίδα.Τελειώνοντας ο πόλεμος απ’όλη την δυτική Ελλάδα,ήρθε εις την Κυβέρνησιν.Αυτός ο δυστυχής δεν τους γνώριζε αυτούς.Ο κύριος Κωλέτης ήταν σ’τα πράματα,υπουργός του πολέμου και τρογυρισμένος με τους όμοιους του φίλους.Αφού είδε τον Αλέξη Νούτζο ο Κωλέτης οπού’ρθε,υποπτεύτηκε ότι θα’παιρνε αυτός τα πρωτεία κι επιρρογή της Ρούμελης•ότι τον ενικούσε στην ικανότη κι όλος ο κόσμος τον αγάπαγε.Τότε λέγει ο Κωλέτης:«Πρώτα υποπτευόμουν τον Δυσσέα,τώρα ήρθε τρανύτερος».Ήρθε κι ο Χρήστος Παλάσκας άνθρωπος,γενναίος,τίμιος,από καλό σπίτι.Αυτηνού του δυστυχή τόκανε τον φίλο ο Κωλέτης περισσότερον διά την γυναίκα του κι όχι διά εκείνον τον ίδιον.Τώρα ο Κωλέτης,άνθρωπος από το σκολείον του αφέντη του του Αλήπασα,μέτρησε:«Τον Δυσσέα τον έχω αντίζηλον,τον Αλέξη Νούτζο το ίδιο,τον Παλάσκα διά το κέφι μου καλό είναι να χαθή,να κάνω τη γυναίκα του μορόζα»(σχόλ.του Μακρυγιάννη:καθώς την έκαμε και την έχει ως την σήμερον μέσα εις το σπίτι του σαν γυναίκα του).Ότι τέτοιοι είναι οι άνθρωποι οπού μάς κυβερνούν και θέλουν να μάς λευτερώσουνε•και να μάς διατιμήσουνε θέλουν και να μάς σκοτώσουν.Αυτό βλέπομεν ως σήμερον από τον Κόντε Λάλα Μεταξά κι από τον Εκλαμπρότατον Κωλέτη κι άλλους».






*ζυμάρι:στο χειρόγραφο είναι σιμάρι.Διόρθωση του Βλαχογιάννη.
**τζίτζιλε φίτζιλε:χλεύσμα των Κουτσόβλαχων.
***Παρατσούκλι του Ανδρέα Μεταξά.Λάλας,επειδή ελαβε μέρος στη μάχη του Λάλα(ορεινού τουρκικού χωριού της Πελοποννήσου),όπου και πληγώθηκε στο χέρι.







(Πηγή:Τα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού Μακρυγιάννη).