Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Χίος,1822:Μαρτυρίες περί των τουρκικών φρικαλεοτήτων.


Το 1821 οι Χιώτες,επειδή το νησί τους βρίσκεται κοντά στα τουρκικά παράλια,δεν κήρυξαν επίσημα επανάσταση.Την άλλη χρονιά,μερικοί Χιώτες ήρθαν σε επαφή με τους Σαμιώτες και επεδίωξαν εξέγερση των κατοίκων.Οργανώθηκε εκστρατεία με επικεφαλής τους Λυκούργο Λογοθέτη και Αντώνιο Μπουρνά και αποβιβάστηκαν στην Χίο στις 11 Μαρτίου 1822.Οι Τούρκοι εξαναγκάστηκαν να κλειστούν στο κάστρο,αλλά σε λίγο ήρθαν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις απ’την αντικρυνή Μικρά Ασία,οι οποίες επέπεσαν με λύσσα κατά του άμαχου πληθυσμού και προέβησαν στην μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά σφαγή.Στην συνέχεια,παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων,θυμάτων και μη,που περιέγραψαν με αποτροπιασμό,όσες φρικαλεότητες διαδραματίστηκαν κατά τις δραματικές εκείνες στιγμές:


α.Μαρτυρία του Άγγλου προξένου στην Σμύρνη Francis Werry:
«Χιλιάδες γυναίκες,κορίτσια κι αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι.Πολλά απ’αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά την μεταφορά.Βλέπεις γυναίκες να μην δέχονται τροφή,μ’όλο που μαστιγώνονται,για να πεθάνουν απ’την πείνα».

β.Μαρτυρία του φιλέλληνα Γάλλου συνταγματάρχη Olivier Wutier στα απομνημονεύματά του(σελ.199):
«Ένας μαύρος είχε πουλήσει σ’έναν Τούρκο για 300 πιάστρα μια όμορφη κοπέλα.Λίγες μέρες αργότερα έμαθε ότι δίνανε 3.000 πιάστρα,για να την εξαγοράσουν.Ο μαύρος τρέχει στον Τούρκο και την ζητάει πίσω.Ο Τούρκος δεν την δίνει.Ο μαύρος ξαναπαίρνει με την βία την λεία του και λέει: «ούτε εσύ ούτε εγώ» και την σκοτώνει».

γ.Μαρτυρία του φιλέλληνα Γάλλου ιατρού και διπλωμάτη Francois Pouqueville για τις αιχμάλωτες:
«Η λεία εξετέθη ενώπιον των Τούρκων.Οι γυναίκες,οι κόρες και τα παιδιά,ως και τα αργυρά των ναών σκεύη,διηρέθησαν σε λαχνούς και μοιράστηκαν,ενώ οι αρχηγοί εν ονόματι του Σουλτάνου άρπαξαν,ό,τι βρήκαν σε χρήμα».

δ.Μαρτυρία του Άγγλου James Emerson(συνταξίδευε στην Σμύρνη με μια Χιώτισσα 22 ετών,την Φροσύνη Καλέρτζη,που είχε σωθεί απ’την καταστροφή):
«Η Φροσύνη είδε από την κρυψώνα της την τραγική σφαγή των αδελφών της που προηγουμένως είχαν ατιμασθεί απάνω στα πτώματα των βιασμένων θυγατέρων της.Χορτασμένοι από λάφυρα τα τέρατα,έφυγαν από το αρχοντικό αναζητώντας άλλα θύματα.Και η Φροσύνη βγήκε από την κρυψώνα της,για να καταφύγει στα βουνά.Αλλά ανοίγοντας την πόρτα,βρέθηκε μπροστά σε μια καινούργια ορδή των δαιμόνων.Να ξανακρυφτεί αδύνατον,ήταν και αργά.Έτρεξε στα πτώματα,αλείφτηκε με το ζεστό αίμα της μάνας της κι έπεσε πλάι της παριστάνοντας την σκοτωμένη.Αλλά ένας απ’αυτούς πρόσεξε ένα μπριλλάντι στο δάχτυλο της Φροσύνης και γύρισε να το πάρει.Και επειδή δεν έβγαινε το δαχτυλίδι,ο Τούρκος τράβηξε ένα μαχαίρι από το ζουνάρι του κι άρχισε να ξεσαρκώνει το δάχτυλο.Ήταν το τελευταίο που θυμόταν κατά τα μεσάνυχτα από την λιποθυμία και τον λήθαργο,όπου η αγωνία της να μην φανερωθεί την είχαν βυθίσει.Η ανάγκη την όπλισε με ενεργητικότητα.Σηκώθηκε και ξεπνοησμένη από τον τρόμο και την αιμορραγία πήρε τα τιμαλφή της οικογένειας από την κρύπτη και έτρεξε στο βουνό.Όταν έφυγε ο οθωμανικός στόλος,επιβιβάστηκε σ’ένα αυστριακό καράβι.Ο καπετάνιος δέχτηκε να την μεταφέρει στην Ύδρα μ’αντάλλαγμα όλα τα διαμαντικά και το χρυσάφι που είχε μαζί της».

ε.Μαρτυρία του ιστορικού και λογοτέχνη Διονυσίου Κόκκινου(τόμ.4 σελ.409):
«Εις τα γυναικεία μοναστήρια διεπράχθησαν παντός είδους εγκλήματα και ατιμίαι.Ο Μάξιμος Ραιμπώ που είχε τας πληροφορίας του από αυτόπτας,αφηγείται εις το βιβλίο του χαρακτηριστικάς σκηνάς.Αι μοναχαί του μοναστηρίου της Χαλάνδρας και Καλιμασιάς,μαζί με πολλάς οικογενείας που δεν επρόφθασαν να σωθούν,κατέφυγον εις πύργον με τρία πατώματα.Οι Τούρκοι όμως έφθασαν εκεί,εθρυμμάτισαν τας θύρας και η κτηνωδία των εξέσπασεν επί των ανυπερασπίστων εκείνων τρυφερών θυμάτων.Μερικοί ιερείς ευρέθησαν εκεί και οι Τούρκοι,αφού τους έβγαλαν τα μάτια,τους έκαυσαν ζωντανούς.Δεν αντελήφθησαν μόνον ότι ευρίσκοντο και άλλοι εις το τρίτον πάτωμα και έφυγαν,και κατ’αυτόν τον τρόπον οι άνδρες και αι γυναίκες που είχαν κλεισθή εκεί κατόρθωσαν να διαφύγουν διά ν’αφηγούνται εις όλην των την ζωήν τα φοβερά πράγματα που είδαν».







(Πηγή:«Γυναίκες του ‘21» της Κούλας Ξηραδάκη).

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Η ηρωική Μανιάτισσα Λιουνίτσα.

Το καλοκαίρι του 1826 η απειλή της στρατιάς του Ιμπραήμ επικρέμεται πάνω από την επαναστατημένη Ελλάδα.Τον Ιούνιο οι επιχειρήσεις του Αιγύπτιου στρατάρχη στην Μάνη καταλήγουν σε πλήρη αποτυχία,απέναντι στους σκληροτράχηλους Μανιάτες.Στην Βέργα και τον Δηρό οι επαναστάτες αποκρούουν με άφθαστο ηρωισμό(στη μάχη μάλιστα του Δηρού οι άντρες είναι μόλις 500,ενώ οι γυναίκες 1.000,εφοδιασμένες με τα δρεπάνια τους,με τα οποία λίγο πριν θέριζαν στους αγρούς) τις αιγυπτιακές εισβολές.Ο Ιμπραήμ,ταπεινωμένος,αποχωρεί από την Λακεδαίμονα,επιστρέφει,όμως,με ανασυνταγμένες τις δυνάμεις του στα μέσα του Αυγούστου του 1826,για να εκδικηθεί σκληρά.Οι δυνάμεις του ανέρχονται σε 6.000 πεζούς,1.000 ιππείς και 4 ορεινές πυροβολαρχίες,με σκοπό να προσβάλει την Μάνη από τα ανατολικά.
Στις 21 Αυγούστου οι Αιγύπτιοι μπαίνουν στην ανατολική Μάνη.Περνούν απ’τα χωριά της Αναβρυτής και του Σορτσά,περνούν στην απόκρημνη διάβαση του Ταϋγέτου,φτάνουν στις πηγές του Ευρώτα και ανεβαίνουν στα Μπαρδουνοχώρια.Όπου περνούν,ρημάζουν τα χωριά.Στις 27 Αυγούστου φτάνουν στην Μανιάκοβα.Εκεί συναντούν αντίσταση.Μα οι Μανιάτες είναι μόλις 300,ενώ οι εχθροί πολύ περισσότεροι,και,έτσι,οι πρώτοι αναγκάζονται την νύχτα να φύγουν από τις εκεί θέσεις τους και να μεταβούν σε άλλες θέσεις οχυρωμένες.Την άλλη μέρα οι Αιγύπτιοι μπαίνουν στην κωμόπολη και,αφού την καίνε,επιτίθενται στις καινούργιες θέσεις των Μανιατών.Το βράδυ φτάνει σε ενίσχυσή τους ο Ηλίας Κατσάκος με 300 άντρες και αναγκάζουν τους Αιγυπτίους να υποχωρήσουν.Ο Ιμπραήμ,μη γνωρίζοντας τον τόπο,βρίσκεται σε δύσκολη θέση και διστάζει να προχωρήσει.Από την δύσκολη θέση εκείνη την στιγμή προσφέρεται να τον βγάλει κάποιος που θέλησε να παίξει τον ρόλο του Εφιάλτη,ονόματι Μπόσινας.Ενημερώνει τον Ιμπραήμ για ένα άγνωστο μονοπάτι,που θα τον οδηγούσε κατευθείαν στο χωριό Πολυάραβος,και ο αιγυπτιακός στρατός ξεκινά,χάρη σ’αυτή την ανέλπιστη τύχη,για τον Πολυάραβο.
Στον δρόμο τους βρίσκεται το χωριό Δεσφίνα,από το οποίο πρέπει αναγκαστικά να διέλθουν,για να φτάσουν στον προορισμό τους.Σ’έναν πύργο του μικρού αυτού χωριού βρίσκεται οχυρωμένος ένας γέρος Μανιάτης,ο Θοδωρής Σταθάκος,με την οικογένειά του,συνολικά 15 άτομα,μεταξύ δε των οποίων βρίσκεται και μια νέα γυναίκα,ονόματι Λιουνίτσα,που είναι νιόπαντρη με τον νεότερο γιο του.Τα πρώτα αιγυπτιακά τμήματα που πλησιάζουν τον πύργο δέχονται πυροβολισμούς.Μερικοί Αιγύπτιοι σκοτώνονται επί τόπου,ενώ οι υπόλοιποι ακροβολίζονται και πολιορκούν τους εγκλείστους στον πύργο.Ο Μπόσινας ετύγχανε να είναι συμπέθερος του Σταθάκου•βγαίνει,λοιπόν,με το θάρρος της μεταξύ των συγγενείας,στο ξάγναντο και τού φωνάζει από μακριά,κάνοντας «χωνί» με τις παλάμες των χεριών του:


«-Παραδοθήτε,συμπέθερε Σταθάκο,στον αφέντη της Μάνης.Σέρνει δυνατό ασκέρι και θα χαθήτε όλοι σας.Είναι κρίμα για τη γενιά σας».
Ο καπετάν Θοδωρής κάνει πως τον πιστεύει και πως έχει δισταγμούς:
«-Να παραδοθώ,συμπέθερε Μπόσινα,μια κι ήρθαν έτσι τα πράγματα,αλλά ποιος μας εξασφαλίζει ότι δεν θα κακοπάθουμε,αν προσκυνήσουμε;»
«-Εγώ,συμπέθερε»,τον βεβαιώνει ο Μπόσινας.
«-Κύτταξε,μη μας φάνε με μπαμπεσιά»,τού ξαναλέει ο Σταθάκος.
«-Μη φοβάστε,συμπέθερε»,τον βεβαιώνει για δεύτερη φορά ο Μπόσινας.«Σάς δίνω εγώ το λόγο μου,κι αν κακοπάθετε από τον αφέντη,να σας έχω εγώ στο λαιμό μου».
Ο Σταθάκος κάνει πως τον πιστεύει κι ότι αφήνει τους τελευταίους δισταγμούς του:
«-Αφού είναι έτσι,συμπέθερε Μπόσινα,σε πιστεύω.Ζύγωσε κοντά να σού δώσω τα’άρματά μου».
Πρόθυμα και με χαρά ζυγώνει ο συνεργός των Αιγυπτίων να πάρει τα άρματα.Ο Σταθάκος τον βλέπει από τις πολεμίστρες και ετοιμάζεται να τον τουφεκίσει.Τον προλαβαίνει,όμως,η νύφη του,Λιουνίτσα.Είναι θείος της.Τον σημαδεύει ψύχραιμα με το καριοφύλλι της και με μία βολή τον ρίχνει νεκρό.Και η Λιουνίτσα ατάραχη ακούγεται με σφιγμένα χείλη να ψιθυρίζει:


«-Παλιόσκυλο…Ιούδα…αυτό το τέλος σούπρεπε».


Για την Ιστορία δε,ας αναφερθεί ότι η συγκεκριμένη προδοσία δεν είχε το τραγικό αποτέλεσμα μιας άλλης περιώνυμης προδοσίας,εκείνης της μάχης των Θερμοπυλών:ο Ιμπραήμ,φτάνοντας τελικά στον Πολυάραβο,συνάντησε ένα αποφασισμένο σώμα 2.000 Μανιατών που μετά από υπεράνθρωπη μάχη δύο ημερών ανάγκασε τα αιγυπτιακά στρατεύματα να υποχωρήσουν άτακτα προς τον κάμπο του Μαλευριού.Η δε Λιουνίτσα Σταθάκου,αν και αιχμαλωτίστηκε στην Δεσφίνα,δραπέτευσε μέσα σην αντάρα της μάχης του Πολυαράβου και πλέον έζησε στην Δεσφίνα έως τον θάνατό της το 1867,σε ηλικία 64 ετών.






(Πηγή:«Γυναίκες του ‘21» της Κούλας Ξηραδάκη).

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Η προέλευση της φράσης «δάγκωσε την γλώσσα σου!»

Θέλοντας σήμερα να αποτρέψουμε κάποιον από το να εκστομίσει λόγια δυσάρεστα ή προοιωνιζόμενα κάποιο κακό,λέμε την γνωστή φράση «δάγκωσε τη γλώσσα σου!».Το ανάλογο σχήμα με την ανάλογη,πιθανώς,φράση θα είχαν και οι Βυζαντινοί,αν κρίνει κάποιος από το ακόλουθο χωρίο του Ιωάννου Χρυσοστόμου:«Αλλ’επειδάν ορμήση (η γλώσσα να είπη το πονηρόν ρήμα) πριν η το ρήμα εξενεγκείν,κατάδακε τοις οδούσι αυτήν πάντοθεν».Οι Πόντιοι δε σήμερα λένε «έδακα την γλώσσα μ’»,θέλοντας να πουν «συγκρατήθηκα».





(Πηγή:«Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» του Φαίδωνος Κουκουλέ).

Βυζαντινές παροιμίες του σήμερα.

Οι παροιμίες που,ενδεικτικά, ακολουθούν διατυπώθηκαν την εποχή του Βυζαντίου και έφτασαν,με μικρές διαφοροποιήσεις,αν όχι αναλλοίωτες, ως την εποχή μας.Αν ανατρέξει,βεβαίως ,κάποιος στην Ιστορία,θα «εντοπίσει» στον βυζαντινό πνευματικό πολιτισμό ίχνη της αρχαίας ελληνικής σκέψης,που επέζησαν στους αιώνες και αποδεικνύουν με τον εναργέστερο τρόπο την συνέχεια του ελληνικού έθνους και τους ακατάλυτους δεσμούς με το παρελθόν(η σύνδεση της αρχαίας εποχής διά των παροιμιών με την σημερινή,ωστόσο,δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος άρθρου).Παρατίθενται οι σύγχρονες παροιμίες,με σχετική αναφορά στις αντίστοιχες βυζαντινές:


α.«Με όποιον δάσκαλο καθίσεις,τέτοια γράμματα θα μάθεις».
Τοιούτου,φησί,διδασκάλου τηλικούτοι και οι μαθηταί».Διασώζεται από τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη).

β.«Ο λύκος στην αντάρα χαίρεται».
Ο λύκος το του ανέμου σφοδρόν μετά του κονιορτού ιδών ηγάλλετο πηδών και είπε αγαθός καιρός δι’εμέ».Διασώζεται από τον ιστορικό της Αλώσεως Γεώργιο Φραντζή).

γ.«Ακόμα δεν έσκασε απ’τα’αυγό και θέλει να…»
Δεν σώνει να βγη από ταυγόν και θέλει να φιλήση».Είναι στίχος του ποιήματος «Θανατικόν της Ρόδου» του 15ου αιώνα του ροδίου ποιητή Εμμανουήλ Λιμενίτη-Γεωργιλά).

δ.«Με χέρια και με πόδια»(εννοώντας,δηλαδή,με όλες τις δυνάμεις).
Χειρί και ποδί,το του λόγου,βλάπτειν επειράτο»,καθώς και «χειρί,το του λόγου,και ποδί συμβαλλόμενος και πάσαν εισάγων εκεί την σπουδήν»,φράσεις που διασώζει ο Συμεών ο Μεταφράστης.Ακόμη,«και χειρί και ποδί βοηθεί»,φράση από το έργο του Μακαρίου Χρυσοκεφάλου).

ε.«Ό,τι σπέρνεις,θερίζεις»
Θερίζομεν γαρ οία περ και σπείρομεν»,φράση που περιέχεται στο έργο του Γρηγορίου του Θεολόγου,καθώς και «Τινές ιδόντες αμαρτωλόν μαστιζόμενον και φυλακιζόμενον αμαθώς την κοσμικήν εκείνην παροιμίαν έφασαν την λέγουσαν ως ο στρώσας κακώς ταλαιπωρήσει εν τω ύπνω»,από τα νόθα συγγράμματα του Αγίου Αθανασίου).

στ.«Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα»
Ουδείς γαρ εις κωφού θύραν και πολλά κρούσας εισηκούσθη ποτέ»,από τον Μιχαήλ Γλυκά.Η φράση στο Βυζάντιο λεγόταν και ως «παρά κωφώ άδειν»,καθώς και με άλλες παραλλαγές,που πλησιάζουν το νόημα της σημερινής παροιμίας).

ζ.«Τα λέει στην νύφη,για να τα ακούσει η πεθερά».
(Η φράση λεγόταν αντιστρόφως στο Βυζάντιο και,συγκεκριμένα,στον Βίο Ανδρέου του κατά Χριστόν σαλού διασώζεται η φράση:«σοι,ω νύμφη,ομιλώ ίνα και η πενθερά ενωτίζη»).

η.«Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται»
’Ωσπερ γαρ νους πεινώντος άρτον φαντάζεται και ύδωρ όνειροι τω διψώντι»,από το δράμα «Υσμίνη και Υσμινίας» του Ευσταθίου του Μακρεμβολίτου.Διασώζεται και σε άλλες παραλλαγές,λιγότερες κοντινές προς την σημερινή παροιμία).



(Πηγή:«Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» του Φαίδωνος Κουκουλέ).

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Η αιώνια φλυαρία των...κουρέων!

«Επιεικώς δε λάλον εστί το των κουρέων γένος•οι γαρ αδολεσχότατοι προσρέουσι και προσκαθίζουσιν,ώστ’αυτούς αναπίμπλασθαι της συνηθείας.χαριέντως γουν ο βασιλεύς Αρχέλαος αδολέσχου κουρέως περιβαλόντος αυτώ το ωμόλινον και πυθομένου »πώς σε κείρω,βασιλεύ;» «σιωπών» έφη.κουρεύς δε και την εν Σικελία των Αθηναίων μεγάλην κακοπραγίαν απήγγειλε πρώτος,εν Πειραιεί πυθόμενος οικέτου τινος των αποδεδρακότων εκείθεν•είτ’αφείς το εργαστήριον εις άστυ συνέτεινε δρόμω «μη τις κύδος άροιτο» τον λόγον εις την πόλιν εμβαλών,«ο δε δεύτερος έλθοι».γενομένης δε ταραχής οίον εικός εις εκκλησίαν αθροισθείς ο δήμος επί την αρχήν εβάδιζε της φήμης.ήγετ’ουν ο κουρεύς και ανεκρίνετο,μηδέ τούνομα του φράσαντος ειδώς αλλ’εις ανώνυμον και άγνωστον αναφέρων την αρχήν πρόσωπον.οργή δη και βοή του θεάτρου•«βασάνιζε και στρέβλου τον αλάστορα•πέπλασται ταύτα και συντέθεικε•τίς δ’άλλος ήκουσε;τίς δ’επίστευσεν;» εκομίσθη τροχός,κατετάθη ο άνθρωπος.εν τούτω παρήσαν οι την συμφοράν απαγγέλλοντες,εξ αυτού του έργου διαπεφευγότες.εσκεδάσθησαν ουν πάντες επί τα οικεία πένθη,καταλιπόντες εν τω τροχώ τον άθλιον ενδεδεμένον.οψέ δε και λυθείς ήδη προς εσπέραν ηρώτα τον δήμιον,ει και περί Νικίου του στρατηγού,ον τρόπον απόλωλεν,ακηκόασιν.ούτως άμαχον τι κακόν και ανουθέτητον η συνήθεια ποιεί την αδολεσχίαν».


(Δεν είναι παράξενο που οι κουρείς είναι φλύαρη τάξη•οι πιο φλύαροι άνθρωποι μπαίνουν στο μαγαζί τους καθημερινά και κάθονται στις καρέκλες τους κι έτσι γεμίζουν κι εκείνους από αυτή τους την συνήθεια.Επί παραδείγματι,ήταν πολύ επιτυχημένη η απάντηση που έδωσε ο βασιλιάς Αρχέλαος σε κάποιον φλύαρο κουρέα,ο οποίος,καθώς τού έβαζε την πετσέτα,τον ρώτησε:«Πώς να σε κουρέψω,βασιλιά;».«Σιωπηλά»,είπε ο Αρχέλαος.Κουρέας ήταν και αυτός που πρώτος ανήγγειλε την μεγάλη συμφορά των Αθηναίων στην Σικελία,πληροφορία που είχε μάθει στον Πειραιά από δούλο που είχε δραπετεύσει από εκεί.Τότε ο κουρέας άφησε το μαγαζί του και έτρεξε γρήγορα στην πόλη,«μήπως και προλάβει να πάρει άλλος την δόξα» της αναγγελίας της είδησης στην πόλη,«και εκείνος έρθει δεύτερος».Όπως ήταν φυσικό,προκλήθηκε πανικός,και ο λαός συγκεντρώθηκε και προσπάθησε να ανακαλύψει την πηγή της φήμης.Έτσι έφεραν μπροστά στην συνάθροιση του λαού τον κουρέα και τον ανέκριναν•όμως εκείνος δεν ήξερε ούτε το όνομα του πληροφοριοδότη,αλλά απέδωσε την αρχή της φήμης σε κάποιο ανώνυμο και άγνωστο πρόσωπο.Οργή κατέλαβε τους συγκεντρωμένους και σηκώθηκε βοή•«βασανίστε τον καταραμένο,βάλτε τον στον τροχό!Έπλασε μόνος του και έβγαλε από τον νου του αυτό το παραμύθι!Ποιος άλλος το άκουσε;Ποιος το πίστεψε;».Έφεραν τροχό και τέντωσαν τον κουρέα πάνω του.Εκείνη την στιγμή έφτασαν και άλλοι που είχαν διαφύγει από την σφαγή και ανήγγειλαν την συμφορά.Όλοι,λοιπόν,σκόρπισαν,ο καθένας θρηνώντας το προσωπικό του πένθος,αφήνοντας τον δύστυχο εκείνο δεμένο πάνω στον τροχό.Όταν,όμως,τον ελευθέρωσαν κάποια στιγμή αργότερα που κόντευε να βραδιάσει,ρώτησε το δήμιο,αν είχαν ακούσει και για το πώς είχε πεθάνει ο στρατηγός Νικίας.Τέτοιο ακαταμάχητο και αδιόρθωτο κακό κάνει η συνήθεια την φλυαρία).







(Πηγή:«Περί αδολεσχίας» από τα «Ηθικά» του Πλουτάρχου).

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Γεώργιος Παπανδρέου:η παιδεία θα αναστήσει το Έθνος μας.


«Το πνευματικόν γεγονός δεν είναι κατά πρώτον λόγον πνευματικόν.Είναι κατά πρώτον λόγον ψυχικόν γεγονός.Χωρίς ψυχικόν πάθος,δεν κινείται το πνεύμα.Μόνον εμπειρικαί λειτουργίαι είναι δυναταί χωρίς ψυχικόν πάθος.Διά τούτο τότε μόνον η παιδεία ημπορεί να ευδοκιμήση,όταν αι ψυχαί δονηθούν.[…]Πρέπει να προηγηθή η εκπαιδευτική αναγέννησις,διά να επακολουθήση η οικονομική και η εθνική αναγέννησις.Και όταν γίνη κοινή συνείδησις,ότι πρώτη αξία είναι η παιδεία εμπνεομένη από το ψυχικόν πάθος,τότε θα έλθη η αναγέννησις».





(Πηγή:Ο Λόγος του Γεωργίου Παπανδρέου κατά την τελετή των εγκαινίων της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων στις 7 Νοεμβρίου 1964,από το έργο «Επετηρίς του Πανεπιστημιακού έτους 1964-1965»).

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Δεν πρέπει το πένθος να μένει στην ψυχή μας πολύ καιρό,κατά τον Πλούταρχο.

Το έργο «Παραμυθητικός προς την γυναίκα» γράφτηκε,σύμφωνα με πληροφορίες που μας δίνει ο ίδιος ο Πλούταρχος,προς την γυναίκα του Τιμοξένα με αφορμή τον θάνατο σε νηπιακή ηλικία της μοναδικής τους κόρης,που ονομαζόταν επίσης Τιμοξένα.Χρονολογικά,σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς, τοποθετείται γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 90 μ.Χ.Το ακόλουθο χωρίο αναφέρεται στην φθοροποιό δράση του πένθους,αν επιτρέψουμε να αλλάξει την ζωή μας:

[…]«και τούτο φαίνεται μη λαθείν Αίσωπον•έφη γαρ ούτος ότι του Διός τας τιμάς διανέμοντος τοις θεοίς ήτει και το Πένθος.έδωκεν ουν αυτώ,παρά τοις αιρουμένοις δε μόνοις και θέλουσιν.εν αρχή μεν ουν ούτω τούτο γινόμενον εστιν•αυτός γαρ έκαστος εισάγει το πένθος εφ’εαυτόν.όταν δ’ιδρυθή χρόνω και γένηται σύντροφον και σύνοικον,ουδέ πάνυ βουλομένων απαλλάττεται.διό δει μάχεσθαι περί θύρας αυτώ και μη προΐεσθαι φρουράν δι’εσθήτος ή κουράς ή τινος άλλου των τοιούτων,α καθ’ημέραν απαντώντα και δυσωπούντα μικράν και στενήν και ανέξοδον και αμείλικτον και ψοφοδεή ποιεί την διάνοιαν,ως ούτε γέλωτος αυτή μετόν ούτε φωτός ούτε φιλανθρώπου τραπέζης τοιαύτα περικειμένη και μεταχειριζομένη διά το πένθος.αμέλειαι δε σώματος έπονται τω κακώ τούτω και διαβολαί προς άλειμμα και λουτρόν και την άλλην δίαιταν•ων παν τουναντίον έδει την ψυχήν πονούσαν αυτήν βοηθείσθαι διά του σώματος ερρωμένου.πολύ γαρ αμβλύνεται και χαλάται του λυπούντος,ώσπερ [εν] ευδία κύμα,τη γαλήνη του σώματος διαχεόμενον,εάν δ’αυχμός εγγένηται και τραχύτης εκ φαύλης διαίτης και μηδέν ευμενές μηδέ χρηστόν αναπέμπη το σώμα τη ψυχή πλην οδύνας και λύπας ώσπερ τινας πικράς και δυσχερείς αναθυμιάσεις,ουδέ βουλομένοις έτι ραδίως αναλαβείν εστι.τοιαύτα λαμβάνει πάθη την ψυχήν ούτω κακωθείσαν».


([…]Τούτο ακριβώς φαίνεται πως δεν διέφυγε της προσοχής του Αισώπου•λέει,πράγματι,πως,όταν ο Ζευς μοίραζε τους θεούς τις τιμές,απαίτησε και το Πένθος το μερίδιό του.Τού τις παραχώρησε,λοιπόν,αλλά μόνο εκ μέρους όσων επέλεγαν να τις αποδώσουν με την θέλησή τους.Στην αρχή,λοιπόν,έτσι γίνονται τα πράγματα,διότι από μόνος του επιτρέπει ο καθένας στο πένθος να μπει μέσα του.Όταν,όμως,εγκατασταθεί με τον χρόνο,γίνει σύντροφος και συγκάτοικος,ακόμα κι αν το θέλουμε πολύ,δεν φεύγει.Για τούτο πρέπει να το πολεμάει κανείς έξω στην πόρτα και να μην τού επιτρέπει να στήσει φυλάκιο μέσω των ενδυμάτων,του κουρέματος ή άλλων παρόμοιων αλλαγών στην εμφάνιση,που με την καθημερινή τους κατασταλτική παρουσία κάνουν το μυαλό να συρρικνώνεται,να στενεύει,να πνίγεται,να είναι απαρηγόρητο και να φοβάται με το παραμικρό,σαν να μην τού επιτρέπεται να έχει μερίδιο στο γέλιο,στο φως,στο φιλικό τραπέζι,περιτριγυρισμένο,καθώς είναι,και στραμμένο προς τέτοιου είδους συμπεριφορές εξαιτίας του πένθους.Αποτέλεσμα του κακού αυτού είναι η τέλεια αδιαφορία για το σώμα,η άρνηση για την επάλειψη,το λουτρό και τις υπόλοιπες φροντίδες•ωστόσο,ακριβώς τα αντίθετα θα έπρεπε να κάνει η ψυχή που πονά,για να βοηθηθεί μέσω του σώματος που είναι δυνατό.Πράγματι,η λύπη αμβλύνεται πολύ και εξασθενεί,όπως το κύμα στην καλοκαιριά,καθώς διαχέεται μέσα στην γαλήνη του σώματος,ενώ,αν από τον άσχημο τρόπο ζωής προκύψει στέγνια,ανωμαλία και τίποτε το ευεργετικό και το καλό δεν στέλνει το σώμα επάνω προς την ψυχή,παρά μόνο λύπες σαν άλλες πικρές και βλαβερές αναθυμιάσεις,ακόμη κι αν το θέλει κανείς,δεν είναι εύκολο να συνέλθει.Τέτοιου είδους πάθη καταλαμβάνουν την ψυχή που κακοπάθησε τόσο).





(Πηγή:«Παραμυθητικός προς την γυναίκα» του Πλουτάρχου).