Σάββατο 22 Αυγούστου 2009

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης και η διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων επαναστατών.


Ήδη από την αρχή της Επαναστάσεως του 1821 και τις πρώτες στρατιωτικές επιτυχίες υπέβοσκε στους κόλπους των Ελλήνων,πολιτικών και στρατιωτικών,το «μικρόβιο» της διχόνοιας.Το βάρος έπεφτε κυρίως στους πολιτικούς:ισχυροί επί Τουρκοκρατίας,σημαίνοντα πρόσωπα στις επαρχίες τους,ανέλαβαν από την αρχή,κατά τις δυνάμεις τους έκαστος εξ αυτών,να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες του Αγώνα.Στις υπηρεσίες τους είχαν,ήδη προεπαναστατικά,τα στρατιωτικά τους σώματα,που υπάκουαν στους πολιτικούς τους ταγούς.Η σκληρή πραγματικότητα,όμως,του πολέμου και οι συγκρούσεις ανέδειξαν τους στρατιωτικούς ως αποφασιστικό παράγοντα για την τελική έκβαση της Επανάστασης,γεγονός που προκάλεσε τον φθόνο της πολιτικής ηγεσίας,η οποία δεν εννοούσε να χάσει τον έλεγχο των πραγμάτων.Η υπονόμευση του έργου των στρατιωτικών,λοιπόν,ξεκίνησε από πολύ νωρίς,παρά τον ολέθριο κίνδυνο που διέτρεχε η χώρα,μεσούντος ενός ολοκληρωτικού πολέμου κατά του Τούρκου κατακτητή.Ο μεγάλος εχθρός των πολιτικών έγινε από την πρώτη στιγμή,και προ ακόμη της αφίξεώς του στην Ελλάδα,ο αδερφός του Αλέξανδρου Υψηλάντη Δημήτριος,ένας αγνός πατριώτης,μια ευγενής προσωπικότητα,που προτίμησε,με μεγάλη προσωπική πικρία, να ανεχθεί τους εξευτελισμούς και την υπονόμευση στο πρόσωπό του,χάριν της ευοδώσεως του Αγώνα,παρά να συγκρουστεί με τους πολιτικούς και να τους εξοντώσει,ως επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων των Επαναστατών,κάτι,όμως,που θα καταδίκαζε διά παντός την όλη εθνική προσπάθεια.
Ο στρατηγός Μακρυγιάννης,από τις ευγενέστερες και πλέον ηρωικές μορφές του Εικοσιένα,έχει πάρει με την ζωή του και το έργο του μια ξεχωριστή θέση μέσα στο πάνθεο των αγωνιστών της ελληνικής ελευθερίας.Μόλις γνώριζε γραφή και ανάγνωση(«…ότι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά στα γραφόμενα…»,γράφει ο ίδιος) •έγραψε,όμως,τα ωραιότερα,παραστατικότερα και συναρπαστικότερα απομνημονεύματα.Στο απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην παρολίγον ολέθρια διάσταση μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας,θέμα που πικραίνει τον αγαθό αγωνιστή.Διακρίνεται και μια έντονη ειρωνεία στην αναφορά του στους πολιτικούς:


«Το 1822,τον Φλεβάρη μήνα,οι Ρουμελιώτες βιάζαν τους Πελοποννήσιους να βγούνε εις την Ρούμελη να συναγωνιστούν μαζί,ότ’ήταν πολλοί οι Τούρκοι και ήρθε και ο Δράμαλης εις το Ζιτούνι με μεγάλη δύναμη.Τότε διατάττει η Διοίκηση τον Νικήτα Σταματελόπουλον μ’ένα σώμα να βγη εις την Ρούμελη οπού’ναι ανάγκη.Ο Υψηλάντης ήταν μέλος της Κυβερνήσεως•αφού είδε τα αιστήματά τους ολουνών αυτηνών οπού κυβερνούσαν,κι ως άνθρωπος με συνείδησιν-έβλεπε τους συντρόφους του γιομάτους κακία και πάθη και ιδιοτέλειαν και αναντίον της αρετής•ό,τι άνθρωπος κι αν έρχονταν να υπερετήση την πατρίδα του,πολιτικός,στρατιωτικός,θρησκευτικός,αυτήνοι τον πολεμούσαν διά το έτσι θέλω-αποφάσισε λοιπόν δι’αυτά να παρατηθή ο Υψηλάντης από την Κυβέρνησιν και μαζί με τον Νικήτα να πάνε εις την Ρούμελη,να σμίξουν και τον Δυσσέα[σημ.τον Ανδρούτσο],να κουβεντιάσουνε και μ’άλλους αρχηγούς της Ρούμελης,ν’αγωνιστούν συμφώνως διά την πατρίδα,να μην κιντυνέψη και χαθή αδίκως.Στους συντρόφους του η παραίτηση του Υψηλάντη και να πάγη εις το στρατόπεδον δεν τους άρεσε,να μην τύχη και δοξαστή αυτός και μαρτυρήση και τους καλούς τους σκοπούς οπού’χαν διά την πατρίδα και κατεξοχή διά το στρατιωτικόν.Διά όλα αυτά,να μην ‘πιτύχη ο Υψηλάντης,λένε του Νικήτα και τον βάνουν σε σύλλογα:«Τώρα οπού θα βγης έξω με το σώμα σου,να μην πάρης και τον Υψηλάντη μαζί σου,ότι θα ειπούνε οι άνθρωποι εις την Ρούμελη ότι ο Υψηλάντης είναι αρχηγός κι εσύ εις την οδηγίαν αυτηνού και χάνεις την υπόληψή σου».Ο Νικήτας,αγαθός πατριώτης,δεν τους άκουσε•ενώθη με τον Υψηλάντη κι εβήκαν μαζί εις την Ρούμελη.Σαν δεν πέτυχαν τον σκοπόν τους οι καλοί πατριώτες να τους διαιρέσουνε,γράφουν ένα γράμμα του Δυσσέα και του λένε:«Ο Νικήτας κι ο Υψηλάντης ενώθηκαν οι δυο κι έχουν ένα σώμα κι έρχονται αναντίον σου να σε βαρέσουνε,να μείνουν αυτήνοι εις το ποδάρι σου».Αφού πήγαν εις Ρούμελη,έγραψε ο Δυσσέας και τους έβαλαν σ’ένα χωριόν μακριά από αυτόν.Ύστερα τους παράγγειλενα πάνε προς αντάμωσίν του μ’ολίγους ανθρώπους.Αφού ανταμώθηκαν οι τρεις,τους λέγει:«Εσένα,Υψηλάντη,δεν σε γνωρίζω•το Νικήτα τον είχα ακουστά,δεν είχαμεν γνωριμιά.Καθώς μού γράφουν οι φίλοι,αν είστε τοιούτοι,φευγάτε να μην σκοτωθούμεν αναμεταξύ μας αδίκως•αν είστε φίλοι μου και φίλοι της πατρίδος,ελάτε να φιληθούμεν και να γενούμεν αδέλφια,ν’αγωνιστούμεν διά την πατρίδα μας,ότι κιντυνεύει».Έβγαλε ο Δυσσέας το γράμμα και τους έδειξε,οπού το’γραφαν αναντίον τους.Έβγαλε κι ο Νικήτας το δικόν του,είπε κι ο Υψηλάντης τον πατριωτισμόν τους,των κυβερνήτων μας.Πιάστηκαν και οι τρεις και φιλήθηκαν κι’ορκίστηκαν να είναι αχώριστοι διά το καλό και στερέωσιν της πατρίδος•ν’αγωνιστούνε δι’αυτήνη και να ενωθούν και με τους άλλους.Και τους παράγγειλαν ολουνών των αρχηγών ν’ανταμωθούν σ’ένα μέρος να μιλήσουνε και να ενωθούνε και να κινηθούν αναντίον των Τούρκων».









(Πηγή:Τα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού Μακρυγιάννη).

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

Το ζηνώνειο παραδοξολόγημα του βέλους.

Ο φιλόσοφος Ζήνων γεννήθηκε,σύμφωνα με τις πιο αξιόπιστες μαρτυρίες,μεταξύ των ετών 490-485 π.Χ. στην Ελέα της νότιας Ιταλίας και πέθανε το 430 π.Χ.Η μέθοδός του συνίστατο «στην εξαγωγή αντιφατικών συμπερασμάτων από ταυτόσημες προκείμενες ή στην αποκάλυψη παραλογισμών,όπου καταλήγει κανείς με εξάρθρωση αντίθετων απόψεων,ξεκινώντας από αντιφατικά συμπεράσματα»(Θ.Βέικος,Οι προσωκρατικοί,Αθήνα 1988,σ.191).Χρησιμοποιούσε κατά κόρον την μαθηματική έμμεση απόδειξη,που βασίζεται στο ότι,αν μια υπόθεση έχει αντιφατικές συνέπειες,πρέπει αυτή να είναι ψευδής,άρα η αντίθετή της είναι η σωστή.Η κριτική του Ζήνωνα πρέπει να είχε δύο στόχους:να αναιρέσει την υπόθεση της πολλαπλότητας των πραγμάτων και της κίνησης.
Κατά τον Αριστοτέλη,τέσσερα ήταν τα επιχειρήματα του Ζήνωνα κατά της κίνησης,ειδικότερα το επιχείρημα της διχοτόμησης,το επιχείρημα του Αχιλλέα και της χελώνας,το επιχείρημα του εκτοξευόμενου βέλους και,τέλος,το επιχείρημα του σταδίου ή των κινούμενων ίσων σωμάτων.Τα παράδοξα αυτά του Ζήνωνα,όπως λέγονται,δεν ήταν παιχνίδια λογικής,αλλά αποσκοπούσαν να στηρίξουν ορισμένες θεμελιώδεις ελεατικές θέσεις και,λόγω της φύσης τους,άσκησαν μεγάλη επίδραση όχι τόσο στη φυσική φιλοσοφία όσο στη λογική και τα μαθηματικά.Ωστόσο,δεν είναι αμελητέα η επιρροή του Ζήνωνα στον ατομισμό του Λεύκιππου και του Δημόκριτου,αλλά και στον χώρο των σοφιστών,κυρίως στον Γοργία και τον Πρωταγόρα.Το σημαντικότερο,όμως,είναι ότι η προβληματική και η επιχειρηματολογία του Ζήνωνα γενικά είχαν ως αποτέλεσμα να διερευνηθούν περαιτέρω τα ουσιώδη ζητήματα του χώρου,του χρόνου και της κίνησης.Ακολουθεί το ζηνώνειο παραδοξολόγημα το σχετικό με το εκτοξευόμενο βέλος και η ερμηνεία του:


«Αριστοτέλους Φυσικά,Ζ 9. 239b 30.
Τρίτος δ’ο νυν ρηθείς,ότι η οιστός φερομένη έστηκεν.συμβαίνει δε παρά το λαμβάνειν τον χρόνον συγκείσθαι εκ των νυν•μη διδομένου γαρ τούτου ουκ έσται ο συλλογισμός.Πρβλ. 239b 5 Ζήνων δε παραλογίζεται•ει γαρ αεί,φησίν,ηρεμεί παν ή κινείται,<ουδέν δε κινείται>,όταν ήι κατά το ίσον,έστι δ’αεί το φερόμενον εν τωι νυν,<παν δεκατά το ίσον εν τωι νυν>,ακίνητον την φερομένην είναι οιστόν
».

(Αριστοτέλους Φυσικά,Ζ 9. 239b 30.
Τρίτο επιχείρημα είναι αυτό που ειπώθηκε τώρα,ότι δηλαδή «το βέλος που εκτοξεύεται μένει στάσιμο».Αυτό προκύπτει από το ότι ο χρόνος λαμβάνεται ως αποτελούμενος από πολλά τώρα.Αν αυτό δεν θεωρηθεί δεδομένο,ο συλλογισμός δεν θα στέκει.-Ο Ζήνων,όμως,παραλογίζεται•διότι,αν πάντοτε,λέει,ηρεμεί καθετί ή κινείται και δεν κινείται τίποτα,όταν καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του,τότε,δεδομένου ότι α)αυτό που κινείται είναι πάντοτε μες στο τώρα και β)καθετί που είναι μες στο τώρα καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του,το βέλος που κινείται είναι ακίνητο).

Ο συλλογισμός του Ζήνωνα έχει ως εξής:«Το βέλος που κινείται μένει ακίνητο,διότι,αν καθετί ηρεμεί,όταν καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του,και,αν καθετί που κινείται βρίσκεται πάντα σε μια χρονική στιγμή,σε ένα νυν,τότε το βέλος που κινείται είναι ακίνητο».Με άλλα λόγια,ένα βέλος που εκτοξεύεται,ενώ φαίνεται πως κινείται,στην πραγματικότητα μένει στάσιμο,διότι καθετί που καταλαμβάνει χώρο ίσο με τον εαυτό του πρέπει να βρίσκεται εν στάσει στον χώρο αυτό.Επειδή,λοιπόν,η πορεία που ακολουθεί ένα βέλος αποτελείται από τέτοια μέρη του χώρου,ίσα προς τις διαστάσεις του ίδιου του βέλους,συνεπάγεται πως το βέλος «ηρεμεί» σε κάθε χρονική στιγμή που αντιστοιχεί σε κάθε τέτοιο μέρος του χώρου.Επομένως,το αντικείμενο ηρεμεί σε όλο τον χώρο,επειδή αυτός συντίθεται από αυτά τα μέρη που είναι ακριβώς ίσα με τις διαστάσεις του αντικειμένου,και καθ’όλο τον χρόνο,που συνίσταται από τις αντίστοιχες στιγμές.
Επομένως,ο χώρος και ο χρόνος παρουσιάζονται εδώ ως συγκείμενοι από αδιαίρετα minima(Βέικος,όπως ανωτέρω,σ.200),ιδέα που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ατομική θεωρία.Επιπλέον συνδέεται και με την παρμενίδεια θεώρηση του όντος ως ενός συνεχούς παρόντος.Έτσι και ο Ζήνων παίρνει ένα σώμα που κινείται,το απομονώνει στο παρόν και,ακολούθως,το θεωρεί ακίνητο.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

Ο γενναίος Αρβανίτης οπλαρχηγός Μητρομάρας.

Αφ’ότου,κατά τα τέλη του 16ου αιώνος,φάνηκε να κλονίζεται το γόητρο της Βενετικής Δημοκρατίας,οι Έλληνες είχαν αρχίσει να αποβλέπουν,με αόριστες ακόμη ελπίδες,προς τους Ρώσους.Στο μοιρολόγι που συνέθεσε ο Αρβανίτης ευγενής Μανώλης Μπλέσης το 1571,για την άλωση της Λευκωσίας από τους Τούρκους,πολλές φορές αναφέρεται η Μοσκοβία ως εστία τέτοιων ελπίδων.Ύστερα από το τέλος που είχε η δεύτερη Βενετοκρατία της Πελοποννήσου(1715),όταν κατάλαβαν πια καλά οι Έλληνες ότι δεν έχουν να περιμένουν τίποτα από την Δύση για την απελευθέρωσή τους,συγκέντρωσαν όλες τις ελπίδες τους στην ομόθρησκη δύναμη του Βορρά.Δεν έλειψε,όμως,και από την ρωσική πλευρά η σχετική καλλιέργεια του πράγματος:Από την αρχή του 18ου αιώνος,ο Μέγας Πέτρος είχε συλλάβει το όνειρο να απλώσει τα όρια της επικρατείας του έως το Αιγαίο και το Αδριατικό Πέλαγος,παίρνοντας από τα χέρια των Τούρκων τις χώρες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.Το μυστικό κήρυγμα,λοιπόν,που από την εποχή του δεν ειχε πάψει να απευθύνεται στους υπόδουλους χριστιανούς του Αίμου,ακουγόταν με περισσότερη πίστη από τους Έλληνες.Στα χρόνια της Αικατερίνης της Μεγάλης(1763-1796) στην συνείδησή τους είχε πια αποκρυσταλλωθεί η πεποίθηση ότι,όπου να’ναι,θα κατεβούν οι Ρώσοι,για να δώσουν στον τόπο την περιπόθητη ελευθερία.
Και πραγματικά,αρχίζει το 1767,με υποκίνηση τω Ρώσων,στο Μαυροβούνιο η επανάσταση από κάποιον καλόγερο Στέφανο.Από το Μαυροβούνιο η επαναστατική φλόγα μεταδίδεται στην Ήπειρο και πρώτοι-πρώτοι ξεσηκώνονται οι Ελληνοαρβανίτες της Χιμάρας,ενώ συγχρόνως στέλνουν εκπροσώπους τους στον στρατηγό Αλέξιο Ορλώφ τους Πάνο Μπιτσίλη και Ηλία Χριστοφόρου.Εν τω μεταξύ,άλλος από τους πρωτεργάτες της επαναστάσεως,ο Γεώργιος Παπάζολης,σταλμένος από την Αικατερίνη και τον Αλέξιο Ορλώφ,δίνει το σύνθημα της εξεγέρσεως στους υπόλοιπους Έλληνες.Ο ρωσικός στόλος με πλοηγό τον Μυκονιάτη καπετάνιο Αντώνη Ψαρό μπαίνει τον Νοέμβριο του 1769 στη Μεσόγειο και πυροδοτεί την ενθουσιώδη αντίδραση του ελληνικού στοιχείου.
Κατά την διάρκεια της επαναστάσεως του Ορλώφ,πολλοί Έλληνες καπετανέοι,απελπισμένοι από την απραξία του ρωσικού παράγοντα(πέρα από την αξιοσημείωτη νωθρότητα και αδεξιότητα του ρωσικού στόλου,ο οποίος σημειωτέον προκάλεσε την θυμηδία των Άγγλων με τα χάλια του,κατά το πέρασμά του από την Μάγχη το 1768,ο ίδιος ο στρατηγός Ορλώφ πανικόβλητος αποχώρησε τον Οκτώβριο του 1770 σε μια φρεγάτα και με όλο το στόλο του στην Ιταλία),είχαν ριχθεί στον αγώνα κατά των Τούρκων ως πειρατές-ως θαλασσινοί κλέφτες.Δυναμικότερος από αυτούς ήταν ο Αρβανίτης Μήτρος Λέκκας ή Μητρομάρας(Τρελλοδημήτρης),που καταγόταν από το Μενίδι της Αττικής,αλλά ως θαλασσινός είχε ορμητήριό του την Κούλουρη(τοπική ονομασία της Σαλαμίνας).Ο τρομερός αυτός αρματολός,που με την έκρηξη των Ορλωφικών πρωτοστατεί στην Μεγαρίδα και την Αττική,σφάζοντας Τούρκους,αλλά και μερικούς Χριστιανούς που δεν ήθελαν να ξεσηκωθούν,όταν είδε ότι απέτυχε η επανάσταση στη Ρούμελη και την Πελοπόννησο,ήλθε,τον Φεβρουάριο του 1771,με την ρωσική σημαία της επανάστασης στην Κούλουρη.Εξόπλισε εκεί το καΐκι του,μάζεψε γύρω του όλους τους καπετανέους του νησιού,καθώς και άλλους από τα πλησιόχωρα παράλια της Πελοποννήσου και άρχισε πειρατικές καταδρομές.Αποβιβάζεται με 32 άνδρες του στην Σύρο,με σκοπό να την λεηλατήσει,επειδή οι καθολικοί κάτοικοί της είχαν διώξει τον ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο και είχαν εγκαθιδρύσει δικό τους,γενικά δε,ως γαλλόφιλοι που ήταν,είχαν δείξει εχθρική στάση κατά του ρωσικού κινήματος.Ο πρόκριτος των Συριανών,όμως,Αντώνιος Ρώσσης,όπως αναφέρει γαλλική πηγή(Della Rocca,Traite complet sur les abeilles,τόμ.I,Paris),πρόβαλε γενναία αντίσταση και κατόρθωσε να αποκρούσει τους Αρβανίτες επιδρομείς.Εκτός από τους συντρόφους που είχε στον ναυτικό του αγώνα ο Μητρομάρας,είχε καταρτίσει στην Κούλουρη και αντάρτικο σώμα από πλήθος ανδρών που ήλθαν σ’αυτόν από την Μεγαρίδα,από την Αθήνα και από τα αρβανιτοχώρια της Αττικής και γειτονικών περιοχών της Πελοποννήσου.Οι αντάρτες του αναφέρονται στα χρονικά της εποχής με το προσηγορικό «λεμπέσηδες»,που στην αρβανίτικη γλώσσα παράγεται από το λιέ(=αφήνω) και μπέσα(=πίστη),σημαίνει δε εκείνον που άφησε την πίστη του προς το ντοβλέτι(δηλ.το κράτος τουρκιστί),που έπαψε να είναι ραγιάς,δηλαδή πιστός υπήκοος.Με άλλους λόγους,ο όρος λεμπέσης είναι αντίστοιχος με τον όρο κλέφτης στην ελληνική γλώσσα.Παρέμεινε δε ως επώνυμο σε οικογένειες Αρβανιτών αγωνιστών στις Σπέτσες,στο Κρανίδι,στην Κούλουρη,ασφαλώς δε και σε άλλους τόπους.
Οι Αθηναίοι δεν έμειναν ασυγκίνητοι από το κίνημα του Μητρομάρα.Πολλοί από αυτούς-οι Αρβανίτες μάλλον-άφησαν την πόλη και πήγαν να ενωθούν μαζί του,ενώ άλλοι τον βοηθούσαν με πληροφορίες και με εφόδια.Υπήρξαν,όμως,και οι συντηρητικοί,ιδίως από την τάξη των αρχόντων,που έβλεπαν το πράγμα με ανησυχία,λογαριάζοντας τις συνέπειες που μπορούσε να έχει από μέρους των Τούρκων εις βάρος των κατοίκων.Αυτός δε ήταν ο λόγος,για τον οποίο από το ένα μέρος οι Αρβανίτες του Μητρομάρα δεν εξαιρούσαν τους χριστιανούς από τις διαρπαγές που έκαναν κατά τις επιδρομές τους,από το άλλο δε,οι Τούρκοι,ύστερα από κάθε επιδρομή,έπιαναν Αθηναίους,για τους οποίους είχαν υποψίες ότι ήταν συνεννοημένοι με τους επαναστάτες,και τους τιμωρούσαν με ξύλο,με φυλάκιση και με θάνατο ακόμη.Επανειλημμένως οι Τούρκοι και οι Αθηναίοι έκαναν αναφορές στον αρχηγό του στρατού της Πελοποννήσου Μισίρογλου,ζητώντας την προστασία του,και,πραγματικά,εκείνος τούς έστειλε από το Ναύπλιο ένα σώμα από 100 Τουρκαλβανούς,με επικεφαλής κάποιον Ισλάμη.Ενώ περνούσαν τον δρόμο από το Κερατσίνι προς το Πέραμα,ο Μητρομάρας,που τούς είχε στήσει καρτέρι στον Κερατόπυργο(στην περιοχή του Περάματος),τους επιτέθηκε με τους άνδρες του και τους έκανε μεγάλη φθορά.Λίγο αργότερα,οι λεμπέσηδες του Μητρομάρα έμαθαν ότι οι φοροεισπράκτορες του βοεβόδα της Αθήνας βγήκαν στα χωριά της Αττικής,για να εισπράξουν το χαράτσι.Ήλθαν,λοιπόν,και έστησαν καρτέρι κάπου έξω από την πόλη και,στον γυρισμό των Τούρκων υπαλλήλων,τους έπιασαν και τους πήραν το ταμείο,τον μποχτζά,όπως γράφει ο συγγραφέας Ιωάννης Μπενιζέλος.Το πραξικόπημα εκείνο τόσο εξαγρίωσε τους Τούρκους και τους Τουρκαλβανούς στην Αθήνα,ώστε ετοιμάστηκαν να σφάξουν όλους τους χριστιανούς κατοίκους.Τους καθησύχασαν,όμως,για λίγο ο μουφτής της πόλης και ο ίδιος ο βοεβόδας και έλαβαν καιρό οι προεστώτες της πόλης να στείλουν πρεσβεία στην Κούλουρη και να παρακαλέσουν τον Μητρομάρα να δώσει πίσω την λεία της επιδρομής του.Πραγματικά δε εκείνος,ως φιλότιμος Αρβανίτης,αρκέστηκε στην δόξα που κέρδισε από το κατόρθωμά του και ξαναέδωσε τον μποχτζά,για να σώσει τους Αθηναίους που κινδύνευαν,αν όχι να σφαγούν από τους Τούρκους,τουλάχιστον να πληρώσουν αυτοί ολόκληρο το ποσό που είχε αρπάξει.
Αλά οι Αθηαίοι δεν υπέφεραν μόνο από τις επιδρομές του Μητρομάρα.Και χωρίς τις αφορμές που εκείνος έδινε,οι Τουρκαλβανοί του Ισλάμη κάθε τόσο τους έδερναν και τους λήστευαν,δεν παρέλειπαν δε να φερθούν με τον ίδιο τρόπο και προς τους Τούρκους κατοίκους.Έγραψαν πάλι,Τούρκοι και Χριστιανοί,στον αρχηγό του στρατού της Πελοποννήσου παράπονα,κατά του Ισλάμη αυτή την φορά.Πραγματικά δε,ο Μισίρογλου τον ανακάλεσε και έστειλε τον Μπεκήρ με άλλους 100 Τουρκαλβανούς,για να τον αντικαταστήσει.Και αυτούς,όμως,οι λεμπέσηδες του Μητρομάρα τους υποδέχτηκαν με καρτέρι που τους έστησαν στο Κατηφόρι.Σκοτώθηκαν και κατά το περιστατικό εκείνο 8 παλικάρια του Μητρομάρα,κινδύνευσε δε να πιαστεί και ο ίδιος αιχμάλωτος.Ο δε Μπεκήρ έβαλε και έκοψαν τα κεφάλια των νεκρών και τα έφερε στην Αθήνα,όπου τα εξέθεσε για καύχημά του και για παραδειγματισμό των Χριστιανών.
Δεν έδειξαν βέβαια διαφορετική συμπεριφορά προς τους κατοίκους οι νέοι Τουρκαλβανοί από τους προηγούμενους.Αλλά και οι Αθηναίοι δεν έπαψαν να βρίσκονται σε μυστική επαφή με τον Μητρομάρα και να τον ενισχύουν.Το πράγμα είχε τόσο παραγίνει,ώστε ο πασάς του Ευρίπου τους κατήγγειλε στην Κωνσταντινούπολη ως αποστάτες και συνενόχους στην ρωσική επανάσταση.Ο Σουλτάνος έστειλε τότε διαταγή στον Τζατάλ Αλή να έλθει στην Αθήνα και να τους κατασφάξει,πρόλαβε όμως ο ταμίας του χαρεμιού Ισμαήλ αγάς και τον έπεισε να ανακαλέσει την διαταγή εκείνη.Ήλθε,πάντως,ο Τζατάλ στην Αθήνα και φυλάκισε προκρίτους,σκότωσε δε έναν γέρο ψαρά και τον γιο του,για τους οποίους υπήρχε κατηγορία ότι τροφοδοτούσαν τον Μητρομάρα.Έπιασε,επίσης,κι έναν φτωχό νέο,τον Μιχαήλ Μπακνανά με παρόμοια κατηγορία και τον καταδίκασε,επίσης,σε θάνατο.Επειδή δε δεν είχε να καταβάλει στους Τούρκους λύτρα,για να τού χαρίσουν την ζωή,τού πρότειναν να γίνει Μωαμεθανός.Εκείνος,όμως,προτίμησε τον θάνατο και,γονατιστός,έσκυψε το κεφάλι φωνάζοντας στους δημίους:«Κτυπάτε για την πίστι».Η Εκκλησία τον ανεκήρυξε Άγιο.
Ο Τζατάλ άρχισε δραστήριο διωγμό κατά του Μητρομάρα,τόσο,ώστε τον ανάγκασε να αφήσει την Αττική και την Κούλουρη και να καταφύγει πληγωμένος στο νησάκι Αγκίστρι.Ο διώκτης του,που το έμαθε,έστειλε εκεί ένα μέρος του στρατού του και,στην σύγκρουση που έγινε,ο γενναίος Αρβανίτης πληγώθηκε και πάλι.Ύστερα δε από λίγες μέρες,τον Φεβρουάριο του 1772,πέθανε από τις πληγές του.Έπιασαν οι Τούρκοι στο Αγκίστρι πολλούς αιχμαλώτους από τους λεμπέσηδες Αρβανίτες,και γυναίκες ακόμη,μαζί με τις οποίες την σύζυγο του Μητρομάρα.Και τους μεν άνδρες τους θανάτωσε ο Τζατάλ με μαρτυρικό θάνατο,ρίχνοντάς τους σε τσιγκέλια,τις δε γυναίκες τις πούλησε σκλάβες.Την γυναίκα,όμως,του Μητρομάρα ήλθαν συγγενείς της από το Μενίδι και την εξαγόρασαν.Οι κάτοικοι της Μεγαρίδας και της Αθήνας,καθώς και οι Αρβανίτες της Κούλουρης και της Αττικής,έκλαψαν με πόνο τον γενναίο οπλαρχηγό.Φύλαξαν το σπαθί του στην εκκλησία της Φανερωμένης και έψαλε τον θάνατό του η λαϊκή μούσα:


«Ένα πουλί,θαλασσινό πουλί,κι ένα Μοραϊτάκι,
τα δυο εκουβεντιάζανε,κρυφή κουβέντα ελέγαν.
Πες μου πουλί,καλό πουλί,κανέν’καλό χαμπέρι.
-Καλή αρμάδα σκόρπισε και τα καράβια φύγαν,
κι ο Μητρομάρας άρρωστος βαρειά για να πεθάνη.
Τον κλαίνε χώρες και χωριά,χωριά και βιλαέτια,
τον κλαίν’τα παλληκάρια του,τον κλαίν’κι οι ψυχογιοί του.
Όπως τον κλαίει ο Στεφανής,όχι κανένας άλλος.
Για σήκω πάνω Μήτρο μου και καπετάν Δημήτρη,
για να βαφτίσης ένα παιδί,να βγάλης τ’όνομά σου.
-Φωτιά να κάψη το παιδί και λαύρα την κουμπάρα.
Εγώ σάς λέω δεν μπορώ και σεις μού λέτε σήκω.
Για πιάστε με να σηκωθώ και βάλτε με να κάτσω,
και δέστε το κεφάλι μου μ’ένα χρυσό μαντήλι,
και φέρτε μου κι έναν παπά να με ξεμολογήση,
να ξέρη από λόγου του,να μού τα συγχωρήση.
Αφήνω το ντουφέκι μου στην Παναγιά στην Τήνο,
αφήνω τα κουμπούρια μου πάνω στον Άη Μελέτη,
αφήν’το θλιβερό σπαθί μέσ’την Φανερωμένη
».

Η παράδοση περιέβαλε με μυθική αίγλη την προσωπικότητα του Μητρομάρα στην μνήμη του λαού της Κούλουρης,της Μεγαρίδας και των χωριών του Καταδέματος(παλιά ονομασία της περιοχής μεταξύ Βραυρώνας και Ωρωπίας,στην βορειδυτική Αττική).Κατά τον σχετικό θρύλο,ο Μητρομάρας ήταν τσοπάνης και έβοσκε βόδια.Μια μέρα συνάντησε κάποιον Αγιορείτη καλόγερο,ο οποίος,πηγαίνοντας να πιει νερό σε μια πηγή,ξέχασε εκεί το μαχαίρι του.Το βρήκε κατά σύμπτωση ο Μητρομάρας και τρέχοντας πρόλαβε τον καλόγερο και τού το έδωσε.Για να τον ευχαριστήσει εκείνος,τού χάρισε ένα κομμάτι Τίμιο Ξύλο.Από τότε ο γενναίος Αρβανίτης έγινε τρομερός και άτρωτος•τόσο πολύ,ώστε,όταν πήγαινε να ξυριστεί και είχε πάνω του το Τίμιο Ξύλο,έσπαζαν τα ξυράφια.Πήγε,έπειτα,στον Πειραιά και τού έκαναν εκεί ένα σπαθί,που ήταν τόσο βαρύ,ώστε δεν μπορούσε κανείς να το βγάλει από το θηκάρι του.Όταν δε κάποτε επρόκειτο να πολεμήσει με τους Τούρκους,το τράβηξε κι έκοψε μπροστά τους μια μαρμαρένια κολώνα.Εκείνοι,άμα το είδαν αυτό,σηκώθηκαν κι έφυγαν.Το σπαθί,όπως και η κομμένη κολώνα,υπήρχαν κάποτε,όπως έλεγαν οι παλιοί,στην Φανερωμένη.Άλλος θρύλος πάλι βεβαιώνει για το σπαθί του Μητρομάρα ότι δόθηκε στον Κολοκοτρώνη,λέγεται δε σχετικά στην Κούλουρη το δίστιχο:


«Του Μητρομάρα το σπαθί
Κολοκοτρώνης το φορεί
».






(Πηγή:«Αρβανίτες,οι Δωριείς του Νεώτερου Ελληνισμού» του Κώστα Μπίρη).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2009

Η προέλευση της φράσης «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».

Οι «Νεκρικοί Διάλογοι» είναι ίσως το πιο γνωστό έργο του αρχαίου σοφιστή και συγγραφέα Λουκιανού,ένα από αυτά που άσκησαν μεγάλη επίδραση στη μεταγενέστερη λογοτεχνία.Πρόκειται για 30 σύντομους διαλόγους μεταξύ γνωστών μυθικών και ιστορικών προσώπων,τα οποία συζητούν στον κάτω κόσμο διάφορα θέματα από την οπτική γωνία της μεταθανάτιας ζωής.Το ακόλουθο απόσπασμα προέρχεται από τον διάλογο «Χάρωνος και Μενίππου» •ο Μένιππος,κυνικός φιλόσοφος του 3ου π.Χ.αιώνος από τα Γάδαρα της Παλαιστίνης,συντετριμμένος από την οικονομική ανέχεια,στην οποία περιήλθε,απαγχονίζεται.Η ψυχή του,συνοδευόμενη από τον Ερμή,τον οδηγό θεό των ψυχών στην κάθοδό τους στον κάτω κόσμο,συναντά τον γέροντα Χάροντα στην όχθη της Αχερουσίας λίμνης,ο οποίος-έναντι της καταβολής του οβολού,που απαραιτήτως,κατά τις αρχαίες δοξασίες,πρέπει να φέρει μαζί του κάθε νεκρός-διαπορθμεύει τις νεκρές ψυχές στην άλλη όχθη,όπου βρίσκεται η είσοδος του Άδη(γι’αυτό στην αρχαία Ελλάδα τοποθετούσαν οι συγγενείς κάτω από την γλώσσα των νεκρών τους έναν οβολό,προκειμένου να πληρώσουν τα ναύλα του «ταξιδιού» τους).Ο Μένιππος,ωστόσο,ευρισκόμενος σε πραγματική οικονομική δυσπραγία,αρνείται να καταβάλει στον Χάροντα τα οφειλόμενα,αν και πέρασε με την βάρκα στην όχθη του Άδη,γεγονός που εξοργίζει τον γέροντα πορθμέα•τελικά τα ναύλα δεν καταβλήθηκαν ποτέ.Ο διάλογος που επινοεί ο Λουκιανός ξεχωρίζει για το γλαφυρό του ύφος και τον εύθυμο χαρακτήρα του(παρατίθεται ένα απόσπασμα του διαλόγου,συγκεκριμένα το περιέχον την ακόλουθη γνωστή έκφραση που λέγεται αυτούσια ως τις μέρες μας):

«ΧΑΡΩΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΝΙΠΠΟΥ

ΧΑΡΩΝ
Απόδος,ω κατάρατε,τα πορθμεία.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Βόα,ει τούτο σοι,,ω Χάρων,ήδιον.
ΧΑΡΩΝ
Απόδος,φημί,ανθ’ων σε διεπορθμεύσαμεν.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος.
ΧΑΡΩΝ
Έστι δε τις οβολόν μη έχων;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Ει μεν και άλλος τις ουκ οίδα,εγώ δ’ουκ έχω.
ΧΑΡΩΝ
Και μην άγξω σε νη τον Πλούτωνα,ω μιαρέ,ην μη αποδώς»….




( ΧΑΡΟΝΤΑ ΚΑΙ ΜΕΝΙΠΠΟΥ

ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Πλήρωσέ μου,καταραμένε,τα ναύλα.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Συνέχισε να φωνάζεις,Χάροντα,αν αυτό σού είναι τόσο ευχάριστο.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Πλήρωσέ με,είπα,που σε πέρασα στην απέναντι όχθη.
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Δεν υπάρχει περίπτωση να πάρεις από κάποιον που δεν έχει.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Και υπάρχει κάποιος που να μην έχει ούτε έναν οβολό;
ΜΕΝΙΠΠΟΣ
Δεν ξέρω,αν υπάρχει και κάποιος άλλος,εγώ πάντως δεν έχω.
ΧΑΡΟΝΤΑΣ
Ε,λοιπόν,μα τον Πλούτωνα,θα σε πνίξω,παλιάνθρωπε,αν δεν με πληρώσεις)…






(Πηγή:«Νεκρικοί Διάλογοι» του Λουκιανού).

Ο λόγος και η σκέψη ως προάγγελοι του κακού,κατά την αρχαία ελληνική σκέψη.

α.Μουσωνίου:
«Αρχή του μη κατοκνείν τα ασχήμονα [πράττειν] το μη κατοκνείν τα ασχήμονα λέγειν».
(Μουσωνίου:
Αφετηρία να μη διστάζει κανείς να κάνει απρέπειες είναι το να μη διστάζει να λέει απρέπειες).


β.Κλεάνθους:
«Όστις επιθυμών ανέχετ’αισχρού πράγματος,ούτος ποιήσει τούτ’εάν καιρόν λάβη».
(Κλεάνθους:
Όποιος ανέχεται να επιθυμεί κάτι αισχρό,αυτός,αν βρει ευκαιρία,θα το κάνει).





(Πηγή:«Περί ακολασίας» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννου Στοβαίου).

Σάββατο 15 Αυγούστου 2009

Δημώναξ και Καζαντζάκης.

Ο Δημώναξ υπήρξε Κύπριος Κυνικός φιλόσοφος του 2ου μ.Χ.αιώνα,ιδιαίτερα δημοφιλής και σεβαστός στους συγχρόνους του•μολονότι τήρησε εκλεκτική στάση απέναντι στις φιλοσοφικές σχολές της εποχής του,ακολούθησε τον τρόπο ζωής του Διογένη του Σινωπέα,ενώ εξέφραζε θαυμασμό για τον Σωκράτη και τον Αρίστιππο.Ο Νίκος Καζαντζάκης υπήρξε ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες συγγραφείς του 20ου αιώνα.Έμεινε γνωστός κυρίως για τα έργα του «Ο Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»,«Ο Τελευταίος Πειρασμός» και «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»,που μεταφράστηκαν σε πλήθος γλωσσών .Τους δύο άντρες συνδέει,σαν ένα αόρατο νήμα,μια ρήση,η οποία παρατίθεται από τον περίφημο σοφιστή και συγγραφέα Λουκιανό και αποδίδεται από τον ίδιο στον φιλόσοφο Δημώνακτα:


«Ερωτήσαντος δε τινος,τίς αυτώ όρος ευδαιμονίας είναι δοκεί,μόνον ευδαίμονα έφη τον ελεύθερον•εκείνου δε φήσαντος πολλούς ελευθέρους είναι,Αλλ’εκείνον νομίζω τον μήτε ελπίζοντά τι μήτε δεδιότα•ο δε,Και πώς αν,έφη,τούτο τις δύναιτο;άπαντες γαρ ως το πολύ τούτοις δεδουλώμεθα.Και μην ει κατανοήσεις τα των ανθρώπων πράγματα,εύροις αν αυτά ούτε ελπίδος ούτε φόβου άξια,παυσομένων πάντως και των ανιαρών και των ηδέων».

(Όταν κάποιος τον ρώτησε ποιος είναι κατά την γνώμη του ο ορισμός της ευτυχίας,εκείνος απάντησε ότι ευτυχισμένος είναι μόνο ο ελεύθερος.Όταν ο άλλος παρατήρησε ότι υπάρχουν πολλοί ελεύθεροι,απάντησε:«Εκείνον θεωρώ ελεύθερο,όποιον δεν ελπίζει τίποτα και δεν φοβάται τίποτα».Και εκείνος τον ρώτησε:«Και πώς μπορεί κανείς να το καταφέρει αυτό;Γιατί όλοι ως επί το πλείστον είμαστε δούλοι σε τούτα τα δύο».«Και όμως,αν κατανοήσεις τα ανθρώπινα,θα ανακαλύψεις ότι αυτά δεν είναι άξια ούτε ελπίδας ούτε φόβου,αφού οι πόνοι και οι ηδονές θα τερματιστούν στο τέλος οπωσδήποτε»).




(Πηγή:«Δημώνακτος Βίος» του Λουκιανού).

Τρίτη 11 Αυγούστου 2009

Ο Σωκράτης καυτηριάζει την υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας.

«Σωκράτης έλεγεν,ει τις εν θεάτρω υποκηρύττοι ανίστασθαι τους σκυτοτόμους,εκείνους μόνους αναστήσεσθαι,ομοίως ει τους χαλκοτύπους,τους υφάντας,τους άλλους κατά γένος·ει δε τους φρονίμους ή δικαίους,πάντας αναστήσεσθαι.και έστιν εν βίω βλάπτον μάλιστα το ανοήτους όντας τους πολλούς οίεσθαι φρονίμους είναι».

(Ο Σωκράτης έλεγε ότι,αν κάποιος μέσα σ'ένα θέατρο βάλει κήρυκα να πει να σηκωθούν οι υποδηματοποιοί,θα σηκωθούν μόνο εκείνοι,το ίδιο αν πει για τους χαλκουργούς,για τους υφαντές,για τους άλλους κατά επαγγελματική ειδικότητα·αν,όμως,πει να σηκωθούν οι συνετοί ή οι δίκαιοι,έλεγε ότι θα σηκωθούν όλοι.Και στη ζωή βλάπτει πάρα πολύ το να φαντάζονται οι περισσότεροι ότι είναι συνετοί,ενώ είναι ανόητοι).



(Πηγή:«Περί φιλαυτίας» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννου Στοβαίου).

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Περί υπεροψίας.

α.Ευριπίδου «Ανδρομάχης»(189):
«Ου γαρ πνέοντες μεγάλα τους κρείσσους λόγους πικρώς φέρουσι των ελασσόνων ύπο».
(Όσοι είναι παραφουσκωμένοι,πικρά υπομένουν τα καλύτερα λόγια που λένε κατώτεροί τους).

β.Ευριπίδου «Ηρακλείδαι»(388):
«Ο Ζευς κολαστής των άγαν υπερφρόνων».
(Ο Δίας είναι τιμωρός των υπερβολικά περήφανων).

γ.Σοφοκλέους «Τηρεί»(απ.531 Ν.):
ΧΟΡ:«Θνητά φρονείν χρη θνητήν φύσιν τούτο κατειδότας,ως ουκ εστίν πλην Διός ουδείς των μελλόντων ταμίας ό τι χρη τετελέσθαι».
(ΧΟΡ:Πρέπει ο θνητός να σκέφτεται ως θνητός ξέροντας αυτό,ότι δεν υπάρχει κανένας εκτός από τον Δία για τα μελλοντικά ταμίας,για το τι πρέπει να γίνει).

δ.Μενάνδρου «Επαγγελλόμενος»(απ.1 com IV σ.115):
«Το σον ταπεινόν,αν συ σεμνύνη,καλόν έξω φανείται,φίλ’άνερ•αν δ’αυτός ποιής ταπεινόν αυτό και τιθής εν μηδενί,οικείος ούτος κατάγελως νομίζεται».
(Η ταπεινή καταγωγή σου,αν είσαι σεμνός,καλή έξω θα φανεί,αγαπημένε άνθρωπε•αν,όμως,συ την ταπεινώνεις και την κάνεις ένα τίποτε,αυτό θεωρείται πια αυτογελειοποίηση).

ε.Μενάνδρου «Κανηφόρος»(απ.1 com IV σ.143):
«Το γαρ προθύμως μη πονήσαντας τυχείν ευδαιμονίας είωθ’ υπερηφανίας ποιείν».
(Το να κερδίσουν ευτυχία εύκολα,όσοι δεν κόπιασαν,συνήθως δημιουργεί περήφανους ανθρώπους).

στ.Αιλιανού ιστοριών(Ποικ.ιστ.ΙΙΙ 28):
«Ορών ο Σωκράτης τον Αλκιβιάδην τετυφωμένον επί τω πλούτω,και μέγα φρονούντα επί τη περιουσία και έτι πλέον επί τοις αγροίς,ήγαγεν αυτόν εις τινα της πόλεως τόπον,ένθα ανέκειτο πινάκιον έχον γης περίοδον,και προσέταξε τω Αλκιβιάδη την Αττικήν ενταύθ’αναζητείν.ως δ’εύρε,προσέταξεν αυτώ και τους αγρούς τους ιδίους αυτού διαθρήσαι•του δε ειπόντος «αλλ’ουδαμού γεγραμμένοι εισίν» «επί τούτοις ουν» είπε «μέγα φρονείς,οίπερ ουδέν μέρος της γης εισίν».
(Ο Σωκράτης,επειδή έβλεπε ότι ο Αλκιβιάδης είχε φουσκώσει από έπαρση για τον πλούτο του και ότι μεγαλοφρονούσε για την περιουσία του και τα χωράφια του,τον πήγε σε κάποιον τόπο της πόλης,όπου βρισκόταν ένας πίνακας με χάρτη της γης,και έδωσε εντολή στον Αλκιβιάδη να αναζητήσει σ’αυτόν την Αττική.Μόλις αυτός την βρήκε,τού έδωσε εντολή να ξεχωρίσει σ’αυτή τα δικά του χωράφια.Όταν αυτός τού είπε:«Όμως αυτά δεν είναι πουθενά σημειωμένα»,τού είπε:«Λοιπόν μεγαλοφρονείς γι’αυτά,που δεν είναι κανένα σημείο της γης;).

ζ.Σωκράτους:
«Σωκράτης ερωτηθείς τίνες βάναυσοι «οι των ομοίων» έφη «καταφρονούντες».
(Ο Σωκράτης,όταν τον ρώτησαν,ποιοι είναι χοντροκομμένοι,είπε:«Όσοι περιφρονούν τους όμοιούς τους»).

η.Διογένους:
«Ο τύφος ώσπερ ποιμήν ου θέλει τους πολλούς άγει».
(Η υπεροψία,όπως ακριβώς ένας βοσκός,οδηγεί τους περισσότερους,όπου θέλει).

θ.Διογένους:
«Της αλαζονείας καθάπερ των κεχρυσωμένων όπλων ουχ όμοια εστί τα εντός τοις εκτός».
(Στην αλαζονεία,όπως και στα επίχρυσα όπλα,τα μέσα δεν είναι όμοια με τα έξω).



(Πηγή:«Περί υπεροψίας» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Μια μαρτυρία του Κασομούλη για την ηρωική φρουρά του Μεσολογγίου.

Το καλοκαίρι του 1825 το Μεσολόγγι βρισκόταν ήδη υπό στενή τουρκική πολιορκία.Οι τροφές είχαν αρχίσει να σπανίζουν,όμως στις 23 Ιουλίου ο ελληνικός στόλος με 27 πολεμικά και 5 πυρπολικά,μετά από σύντομη,αλλά νικηφόρα,ναυμαχία με τον τουρκικό στόλο που πολιορκούσε την πόλη,άρχισε να ξεφορτώνει ζωοτροφές και πολεμοφόδια στο νησάκι Βασιλάδι από το καράβι του αντιναύαρχου των Σπετσών Ιω.Κυριακού.Μέσα στην πόλη,οι πολιορκημένοι είχαν συνεννοηθεί με τον Καραϊσκάκη και τους έξω οπλαρχηγούς για μια συντονισμένη ενέργεια.Το βράδυ της 25ης Ιουλίου πραγματοποιήθηκε καταδρομική επιχείρηση των ελληνικών δυνάμεων υπό τον Καραϊσκάκη στο τουρκικό στρατόπεδο,με σκοπό την διάλυση των στρατευμάτων του Κιουταχή(από δειλία,ωστόσο,τους επικεφαλής οπλαρχηγούς ακολούθησαν μόνο 400 άνδρες).Η σφοδρή αντίσταση που συνάντησαν από τους 2.000 άνδρες της σωματοφυλακής του Μεχμέτ Ρεσήτ Πασά και ο φόβος της κυκλώσεως ανάγκασαν τους επιδρομείς να υποχωρήσουν αφήνοντας 9 νεκρούς πίσω.Οι απώλειες των Τούρκων ήταν δυσανάλογες:2.000 περίπου νεκροί και τραυματίες.
Ο Κιουταχής παρά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες του και τον ολέθριο αντίκτυπό τους στο ηθικό του στρατεύματός του,που άρχισε να στερείται τροφές από τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις του Καραϊσκάκη εναντίον των εφοδιοπομπών,συνέχισε τις πολιορκητικές του εργασίες με επιμονή και δραστηριότητα.«Ούτε ο υπερβολικός καύσων του ηλίου,ούτε το σκότος της νυκτός,ούτε ο προφανής κίνδυνος της ζωής του»,έγραψε ο Σπυρομίλιος,«τον εμποδίζουν να περιέρχεται μόνος του ημέρα και νύκτα να παρατηρή τους προμαχώνας του,τας τάφρους και την διεύθυνσιν των εργασιών,να διορίζη επιδιορθώσεις και νέας επιχειρήσεις,ν’ανταμείβη τους αριστεύσαντας,ώστε να κεντά την άμιλλαν εις το στράτευμά του•δεν τού ήτον επαισθητή η φθορά των ανθρώπων,διότι στρατεύματα ηδύνατο να φέρη νέα και ούτως να αναπληρώνη τας θέσεις των φονευομένων».Μολαταύτα,παρά την αδάμαστη επιμονή του Κιουταχή,είχε παρατηρηθεί κάποια ύφεση στις επιχειρήσεις του με αποτέλεσμα να ενταθεί ακόμα περισσότερο το επιθετικό πνεύμα των πολιορκημένων.Πολεμούσαν στους προμαχώνες και στα χαρακώματα με κανόνια,γρανάτες και τουφέκια,έκλεβαν το χώμα που επισώρευαν οι πολιορκητές για την κάλυψη των τάφρων,έσκαβαν υπονόμους κάτω από τα πολιορκητικά έργα και τα ανατίναζαν στον αέρα μαζί με πλήθος ανύποπτων εχθρών,συντόνιζαν τις ανατινάξεις με τολμηρές εξόδους,έδιναν σκληρούς αγώνες σώμα με σώμα με μόνο όπλο το γιαταγάνι και ισοπέδωναν μέσα σε λίγες ώρες τους χωμάτινους λοφίσκους που πολλές ημέρες ύψωναν οι εχθροί,για να δεσπόσουν στις ελληνικές γραμμές.Οι μάχες αυτές κατέληγαν συχνά σε σφοδρό πετροπόλεμο,στον οποίον έπαιρναν ενεργό μέρος και τα παιδιά του Μεσολογγίου.Πρωτεύοντα ρόλο στην άμυνα έπαιξε το δαιμόνιο πνεύμα του μηχανικού Κοκκίνη και το εφευρετικό και επιχειρηματικό των υπονομοποιών(λαγουμιτζήδων) Παναγιώτη Σωτηρόπουλου από τα Κράβαρα και του ξακουστού Κώστα Χαρμοβίτη ή «λαγουμιτζή».
Το άφθαστο ηθικό της αθάνατης εκείνης φρουράς ζωγραφίζεται θαυμάσια από τον Νικόλαο Κασομούλη,που κυριεύεται από έκσταση μπροστά στο θέαμα που αντικρίζει,όταν μπαίνει στο Μεσολόγγι στις 29 Ιουλίου:

«…Η φρουρά είχε συνηθίσει να βαστά το τζαπί,το φκυάρι και το ντουφέκι εις το χέρι…να τρέχη από τον πόλεμον εις την εργασίαν,και από την εργασίαν εις τον πόλεμον.Ιδού η διασκέδασίς των,και το σπαθί εις την μέσην-ή το γιαταγάνο εις το ζωνάρι,με ταις πιστόλαις-να έχη σιμά του το πετζί(τομάρι) να ζυμώνη,να ψήνη το ψωμί,το γουδί διά την σκορδαλιάν του(να δροσίζεται),να μαγειρεύη κανένα ψαράκι,εις την θέσιν του,και νύκτα-ημέρα ακουράστως να εργάζεται.
Αξιωματικοί στρατιώται αμίμητοι διά την καρτερίαν,αμίμητοι διά την αφοβίαν,αμίμητοι διά την κακοπάθειαν και κόπους,αμίμητοι διά την ομόνοιάν των τότες,δεν ήξευρεν με τί να τους παρομοιάση κανένας.Ημπορούσες να τους παρομοιάσης με τα πλέον άγρια ζώα-τα πλέον τρομερά και σκληρά,την ώραν του πολέμου με τους εχθρούς-και αγγέλους αναμεταξύ των…Τον πληγωμένον τον έπαιρναν αμέσως πέντε-δέκα συνδρόφοι του-τον συνώδευαν χαιρόμενοι.Η μεγαλυτέρα αισχύνη ήτον να δακρύση ή να κλαύση•ή να παραπονεθή ο πληγωμένος,ή να ειπή αχ,τον πονεί.Ύβριζαν περισσότερον οι πληγωμένοι,διότι δεν ήτον εις κατάστασιν να πάρουν το δίκαιόν τους,παράγγελναν τους άλλους να το πάρουν.Αν εφονεύετο κανένας,άκουγεν όλους:-Γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται…Πνιγμένοι αξιωματικοί και στρατιώται,εις τον καπνόν και εις τον κονιορτόν,εις τον ίδρωτα,και από την πυρίτιδα αλειμμένοι το πρόσωπον και χείρας•με βραχνιασμέναις φωναίς,μόλις εγνώριζες τον φίλον σου και τον διέκρινες εις τον πόλεμον…
Όλοι οι στρατιώται εφαίνοντο να γυρίζουν μέσα ατρόμητοι,ωσάν λέοντες κλεισμένοι,οι οποίοι ζητούν να ορμήσουν,να ξεσχίσουν,να απολέσουν.Όλοι ζητούσαν εξόδους•και ένας να έκαμνεν κίνημα έκτακτον,ήτον ικανός να κινήση όλους από άμιλλαν,και να γίνουν θαύματα
».

Οι περισσότεροι Έλληνες έπασχαν από δυσεντερία,αλλά αδιαφορούσαν για την κατάστασή τους και είχαν προσηλωμένη την προσοχή τους μόνο στην υπεράσπιση του φρουρίου.





(Πηγή:«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»,Τόμος ΙΒ’,σελ. 394-396).

Ο φιλόσοφος Ξενοφάνης.

Φιλόσοφος,από τους πρώτους μαθητές του Πλάτωνος και τρίτος κατά σειρά σχολάρχης της Ακαδημείας,διαδέχτηκε τον Σπεύσιππο.Γεννήθηκε στην Χαλκηδόνα γύρω στο 394 π.Χ. και πέθανε το 314 π.Χ.Την Ακαδημεία διηύθυνε επί 25 έτη.Οι περί του βίου και της διδασκαλίας του Ξενοκράτους σωζόμενες μαρτυρίες δεν είναι επαρκείς και πλήρεις ,ώστε να μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε εντελή και άνευ κενών και χασμάτων εικόνα της προσωπικότητος και του έργου του.Μετέβη μαζί με τον Πλάτωνα και τον Σπεύσιππο στις Συρακούσες,σχετίστηκε με τους Πυθαγορείους της Μεγάλης Ελλάδος και γνώρισε την διδασκαλία τους.Μετά τον θάνατο του Πλάτωνος και την ανάληψη από τον Σπεύσιππο της διευθύνσεως της Ακαδημείας συνόδευσε τον Αριστοτέλη κατά την εξ Αθηνών αποδημία του και συγκεκριμένα στην Άσσο της Τρωάδος,όπου σχετίστηκε και με τον Ερμεία,τύραννο του Αταρνέως.Όλες οι μαρτυρίες των παραδόσεων παρουσιάζουν τον Ξενοκράτη ως έναν αγνού,εντίμου και άκρως ακεραίου χαρακτήρος.Ήταν τύπος ασκητικός(σε αντίθεση προς τον Πλάτωνα).Κατά τον Βιλαμόβιτς σκεφτόταν και ζούσε ως μοναχός,κατά δε τους χρόνους που διηύθυνε την Ακαδημεία,την είχε μεταβάλει σχεδόν σε μοναστήρι.Η ηθική του επιβολή ήταν αισθητή και σεβαστή σε όλον τον δήμο των Αθηναίων.Ήταν συγγραφέας πολυγραφότατος και μαθητής αφοσιωμένος στον δάσκαλό του,υπήρξε δε ο σχετικώς επιφυλακτικότερος και συντηρητικότερος από όλους τους μαθητές του Πλάτωνος στην διατύπωση αντιρρήσεων κατά της διδασκαλίας του ή στην προβολή καινοτομιών ή αποκλίσεων απ’αυτήν.Επεμελήθη της πρώτης επισήμου και υπευθύνου εκδόσεως των έργων του Πλάτωνος,ενώ ήταν διευθυντής της Ακαδημείας.Η φιλοσοφική σκέψη του Ξενοκράτους εστερείτο πρωτοτυπίας:ηρκείτο στο να επενδύει και να παρουσιάζει την πλατωνική διδασκαλία διά των μαθηματικών συμβόλων των Πυθαγορείων(πόση σημασία απέδιδε ο Ξενοκράτης στα μαθηματικά,δείχνουν τα πολλά και διεξοδικά του μαθηματικά και αστρονομικά του συγγράμματα).Ο Ξενοκράτης ρητώς διακρίνει τις τρεις βασικές φιλοσοφικές μαθήσεις μεταξύ τους με τους όρους «διαλεκτική«(λογική,γνωσιολογία,διαιρετική),«φυσική» και «ηθική».Στην γνωσιολογία,αποκλίνων κάπως από τον Πλάτωνα,διαστέλλει τρεις βαθμίδες της γνώσεως:την νόηση,την αίσθηση και την δόξα.Η νόηση εξασφαλίζει ασφαλή γνώση και επιστήμη,η αίσθηση παρέχει μεν και αυτή αληθή ,αλλά σε ήσσονα μοίρα και λιγότερο ασφαλή γνώση,η δόξα,τέλος,είναι άλλοτε μεν αληθής,άλλοτε δε ψευδής.Αντίστοιχα προς εκάστη γνωστική βαθμίδα είναι και τα υποκείμενα της οικείας γνώσεως,αυτά δε είναι η νοητή ουσία,η αισθητή και η σύνθετος και δοξαστή.Η πρώτη είναι η των εκτός ουρανού όντων,η δεύτερη περιλαμβάνει τα εντός του ουρανού,η δε τρίτη τον ίδιο τον ουρανό.Με τα παραπάνω παρεδόθησαν από τον Ξενοκράτη και τρεις Μοίρες:η Άτροπος των νοητών(ούσα «αμετάθετος»δηλ.αμετάτρεπτος),η Κλωθώ των αισθητών και η Λάχεσις των δοξαστών.Ακολουθώντας τους Πυθαγορείους ο Ξενοκράτης δέχεται ως πρώτες αρχές το «εν» ή «περιττόν» και την δυάδα,το «άρτιον».Το «εν» ονομάζει «πρώτον» ή «άρρενα Θεόν» και το ταυτίζει με τον νου ή τον Δία,την δε δυάδα λέγει θήλεια θεά και μητέρα των θεών.Από το «εν» και την δυάδα γεννήθηκαν οι αριθμοί,τους οποίους ο Ξενοκράτης ταυτίζει με τις ιδέες και τους μαθηματικούς αριθμούς.Παραδέχεται την εξ ελαχίστων και αδιαιρέτων(ατόμων) γραμμών παραγωγή όλων των μορφών και των μεγεθών(κατά της θεωρίας αυτής του Ξενοκράτους στρέφεται το φερόμενο μεταξύ των συγγραμμάτων του Αριστοτέλους «Περί ατόμων γραμμών»).Της ψυχής η ουσία είναι αριθμός αυτοκίνητος,υφ’εαυτού κινούμενος.Ο κόσμος διαιρείται εις τον υπό την σελήνη,τον ουρανό και τον υπέρ τον ουρανό(υπερουράνιο).Θείες δυνάμεις,καλοί και κακοί δαίμονες κυριαρχούν σε όλα τα τμήματα αυτά του Σύμπαντος.Στην αντίληψη δε αυτή περί εισδύσεως και εκτάσεως του Θείου σε όλο τον Κόσμο στήριζε ο Ξενοκράτης την περί ενότητος του Κόσμου διδασκαλία του.Θεός ήταν ο ουρανός,ολύμπιοι θεοί ήταν οι αστέρες και εις τον υποσέληνο κόσμο κυριαρχούσαν αγαθοί και κακοί δαίμονες,οι οποίοι ήταν όντα ενδιάμεσα μεταξύ θεών και ανθρώπων.Διά της διδασκαλίας του αυτής περί δαιμόνων συνετέλεσε ο Ξενοκράτης στην καλλιέργεια της δεισιδαιμονίας και της τάσεως προς αποδαιμόνωση της αρχαίας θρησκείας.Ως προς την ύλη,από την οποία συνέστησαν τα κύρια μέρη του κόσμου,ο Ξενοκράτης δεχόταν μια διαβάθμιση από την τελειοτέρα στην ατελεστέρα ύλη.Δεχόταν τα τέσσερα στοιχεία κατά την φιλοσοφική παράδοση και ως πέμπτο τον αιθέρα,έλεγε δε ότι ο μεν ήλιος και τα άστρα σύγκεινται εκ πυρός και του πρώτου πυκνού,η σελήνη εκ του προσιδιάζοντος εις αυτήν αέρος και του δευτέρου πυκνού,η δε γη εκ πυρός,ύδατος και του τρίτου των πυκνών.Τον χρόνο ο Ξενοκράτης,ακολουθώντας τον Πλάτωνα,όριζε ως μέτρο των γεννητών και κίνησιν αΐδιον.Η ψυχή κατά Ξενοκράτη είναι καθαρά πνευματικό ον,μπορεί δε να υπάρχει και χωρισμένη από το σώμα.Ο λόγος(το λογικόν) έρχεται έξωθεν εκ προτέρας υπάρξεως.Η ψυχή είναι αθάνατη,της δε αθανασίας μετέχουν και τα άλογα μέρη αυτής.Ο Ξενοκράτης ήταν φυτοφάγος,συνιστούσε δε την αποφυγή της κρεοφαγίας,όχι γιατί έβλεπε στα ζώα κάτι συγγενές με την ανθρώπινη φύση,αλλά γιατί νόμιζε ότι οι τρώγοντες κρέας υφίστανται την δυσμενή επίδραση της αλογίας των ζώων.Το μεγαλύτερο μέρος της διδασκαλίας και της συγγραφικής του δράσεως ο Ξενοκράτης είχε αφιερώσει στην ηθική:η ηθική του συμφωνεί με την πλατωνική ηθική.Όλα τα όντα είναι ή αγαθά ή κακά ή ουδέτερα.Διέκρινε αγαθά της ψυχής και αγαθά του σώματος και του εξωτερικού βίου,ύψιστον ,όμως,και σπουδαιότατον όλων έτασσε την αρετή.Σε δεύτερη μοίρα τοποθετούσε τα σωματικά αγαθά και τα του εξωτερικού βίου(πλούτο,υπόληψη).Η ευδαιμονία έγκειται στην απόκτηση της οικείας αρετής(διά του διδάγματος τούτου ο Ξενοκράτης προελάμβανε το «ομολογουμένως τη φύσει ζην» των Στωικών).Μόνη η αρετή και η άσκηση εναρέτου βίου κάνει τον άνθρωπο ευδαίμονα. Απαιτούσε καθαρότητα και αγνότητα όχι μόνο των πράξεων,αλλά και των σκέψεων και των διαλογισμών,ο δε τελικός σκοπός του ανθρώπου είναι να απελευθερωθεί από τα δεσμά του σώματος.

Η φρόνηση και όχι η τύχη να οδηγεί τη ζωή μας,κατά τον Πλούταρχο.

«Ηρώτα τις Ιφικράτην τον στρατηγόν,ώσπερ εξελέγχων,τίς εστίν;«ούτε γαρ οπλίτης ούτε τοξότης ούτε πελταστής».κακείνος «ο τούτοις»,έφη,«πάσιν επιτάττων και χρώμενος».ου χρυσίον η φρόνησις εστίν ουδ’αργύριον ουδέ δόξα ουδέ πλούτος ουδ’υγίεια ουδ’ισχύς ουδέ κάλλος.τί ουν εστί;το πάσι τούτοις καλώς χρήσθαι δυνάμενον και δι’ο τούτων έκαστον ηδύ γίγνεται και ένδοξον και ωφέλιμον•άνευ δε τούτου δύσχρηστα και άκαρπα και βλαβερά,και βαρύνει και καταισχύνει τον κεκτημένον.η που καλώς ο Ησιόδου Προμηθεύς τω Επιμηθεί παρακελεύεται
μη ποτέ δώρα δέξασθαι παρ Ζηνός Ολυμπίου α;λλ’αποπέμπειν,
τα τυχηρά λέγων και τα εκτός,ως ει παρεκελεύετο μη συρίζειν άμουσον όντα μηδ’αναγιγνώσκειν αγράμματον μηδ’ιππεύειν άνιππον,ούτε παρακελευόμενος αυτώ μη άρχειν ανόητον όντα μηδέ πλουτείν ανελεύθερον μηδέ γαμείν κρατούμενον υπό γυναικός.ου γαρ μόνον «το ευ πράττειν παρά την αξίαν αφορμή του κακώς φρονείν τοις ανοήτοις γίγνεται»,ως Δημοσθένης είπεν,αλλά το ευτυχείν παρά την αξίαν αφορμή του κακώς πράττειν τοις μη φρονούσιν»
.


(Κάποιος ρώτησε τον στρατηγό Ιφικράτη,σαν να προσπαθούσε να τον ελέγξει,ποιος είναι,επειδή δεν είναι «ούτε οπλίτης ούτε τοξότης ούτε πελταστής» •εκείνος τότε αποκρίθηκε:«Είμαι αυτός που διοικεί και χρησιμοποιεί όλους τους παραπάνω».Η φρόνηση δεν είναι χρυσάφι ούτε ασήμι ούτε φήμη ούτε πλούτος ούτε υγεία ούτε δύναμη ούτε ομορφιά.Τότε τί είναι;Είναι αυτό που μπορεί να χρησιμοποιήσει σωστά όλα τα παραπάνω και αυτό,μέσα από το οποίο το καθένα από τα παραπάνω γίνεται ευχάριστο,σπουδαίο και ωφέλιμο.Χωρίς αυτό είναι άχρηστα,στείρα και βλαβερά και βαραίνουν και ντροπιάζουν τον κάτοχό τους.Ασφαλώς είναι σωστή η συμβουλή που δίνει ο Προμηθέας του Ησιόδου στον Επιμηθέα:
«ποτέ μην πάρεις δώρα από τον Δία τον Ολύμπιο,αλλά πίσω να τα στείλεις»,
εννοώντας όσα σχετίζονται με την τύχη και αφορούν εξωτερικά πράγματα•είναι σαν να τον συμβουλεύει να μην παίζει φλογέρα,αν δεν ξέρει μουσική,να μην διαβάζει,αν είναι αγράμματος,να μην ιππεύει,αν δεν ξέρει από άλογα,συμβουλεύοντάς τον έτσι να μην κατέχει δημόσιο αξίωμα,αν είναι ασύνετος,να μην πλουτίζει,αν είναι φιλάργυρος,να μην παντρεύεται,αν τον κυβερνάει γυναίκα.Γιατί δεν αληθεύει μόνο,όπως έχει πει ο Δημοσθένης,ότι «η παρά την αξία επιτυχία γίνεται για τους ανόητους πηγή της λανθασμένης σκέψης»,αλλά και η παρά την αξία καλοτυχία γίνεται επίσης για τους άφρονες πηγή δυστυχίας).





(Πηγή:«Περί τύχης» του Πλουτάρχου).

Σάββατο 8 Αυγούστου 2009

Οι συμφορές των άλλων ελαφρύνουν τον πόνο μας,διδάσκει ο Πλούταρχος.

Ο Πλούταρχος,στην πραγματεία του «Παραμυθητικός προς Απολλώνιον»,απευθύνει προς τον Απολλώνιο,πατέρα ενός πρόωρα χαμένου νέου,λόγους παρηγορητικούς.Το κείμενο εν γένει απηχεί τις αντιλήψεις της Ελληνικής αρχαιότητας σχετικά με την κυρίαρχη και καθοδηγητική παρέμβαση του θείου στα ανθρώπινα πράγματα,την αθανασία της ψυχής και την μεταθανάτια ανταμοιβή του δίκαιου βίου.


«Ο δε παραμυθούμενος την Δανάην δυσπαθούσαν Δίκτυς φησί•
δοκείς τον Άιδην σων τι φροντίζειν γόων
και παίδ’ανήσειν τον σον,ει θέλοις στένειν;
παύσαι•βλέπουσα δ’ εις τα των πέλας κακά
ράων γένοι’ αν,ει λογίζεσθαι θέλοις
όσοι τε δεσμοίς εκμεμόχθηνται βροτών,
όσοι τε γηράσκουσιν ορφανοί τέκνων,
τους τ’εκ μέγιστον ολβίας τυραννίδος
το μηδέν όντας.ταυτά σε σκοπείν χρεών.
κελεύει γαρ αυτήν ενθυμείσθαι τα των ίσα και μείζω δυστυχούντων,ως εσομένην ελαφροτέραν.
Ενταύθα γαρ αν τις ελκύσειε και την του Σωκράτους φωνήν,την οιομένην,ει συνεισενέγκαιμεν εις το κοινόν τας ατυχίας,ώστε διελέσθαι το ίσον έκαστον,ασμένως αν τους πλείους τας αυτών λαβόντας απελθείν.
Εχρήσατο δε τη τοιαύτη αγωγή και Αντίμαχος ο ποιητής.αποθανούσης γαρ της γυναικός αυτώ Λύδης,προς ην φιλοστόργως είχε,παραμύθιον της λύπης αυτώ εποίησε την ελεγείαν την καλουμένην Λύδην,εξαριθμησάμενος τας ηρωικάς συμφοράς,τοις αλλοτρίοις κακοίς ελάττω την εαυτού ποιών λύπην.ώστε καταφανές είναι ότι ο παραμυθούμενος τον λελυπημένον και δεικνύων κοινόν και πολλών το συμβεβηκός και των και ετέροις συμβεβηκότων έλαττον την δόξαν του λελυπημένου μεθίστησι και τοιαύτην τινα ποιεί πίστιν αυτώ,ότι έλαττον ή ηλίκον ώετο το συμβεβηκός εστίν».


(Ο Δίκτυς που προσπαθεί να παρηγορήσει την Δανάη στην βαριά της θλίψη,λέει:
«Θαρρείς ο Άδης νοιάζεται καθόλου για τους οδυρμούς σου
και θα σού στείλει πίσω το παιδί σου,αν συνεχίσεις να θρηνείς;
Πάψε.Κοίτα τις συμφορές των διπλανών σου
και ίσως γαληνέψεις•άμα σκεφτείς
πόσοι θνητοί βασανίζονται ριγμένοι στα δεσμά,
πόσοι γερνούν ορφανεμένοι απ’τα παιδιά τους,
κι άλλοι που από της εξουσίας τη μεγάλη δόξα
πέφτουνε στο μηδέν•αυτά πρέπει να σκέφτεσαι*».
Την καλεί,δηλαδή,να αναλογισθεί την κατάσταση εκείνων που είναι το ίδιο με κείνη ή περισσότερο δυστυχισμένοι,γιατί έτσι θα ελαφρωθεί.
Στο σημείο αυτό μπορεί να επικαλεσθεί κάποιος και την άποψη του Σωκράτη,που λέει πως,αν συγκεντρώναμε όλοι τις δυστυχίες μας σ’ένα κοινό σύνολο,έτσι ώστε ο καθένας να πάρει ίσο μερτικό με τους άλλους στην μοιρασιά,οι πιο πολλοί μετά χαράς θα έπαιρναν πίσω τις δικές τους και θα έφευγαν.
Ο ποιητής Αντίμαχος,επίσης,χρησιμοποίησε παρόμοια μέθοδο.Μετά τον θάνατο της γυναίκας του Λύδης,για την οποία αισθανόταν πολύ τρυφερή αγάπη,συνέθεσε,ως παρηγοριά στην θλίψη του,την ελεγεία που ονομάζεται «Λύδη»,στην οποία απαριθμεί τις συμφορές των ηρώων,κι έτσι,με τα κακά που είχαν βρει άλλους,έκανε την δική του θλίψη μικρότερη.Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι αυτός που προσπαθεί να παρηγορήσει κάποιον λυπημένο και τού δείχνει ότι αυτό που τον βρήκε έχει συμβεί σε πολλούς και είναι μικρότερο από τις συμφορές που έχουν τύχει σε άλλους,αλλάζει την γνώμη του λυπημένου και τού δημιουργεί την πεποίθηση ότι η συμφορά του είναι μικρότερη απ’ό,τι νομίζει).



(*=απόσπασμα από το χαμένο έργο «Δίκτυς» του Ευριπίδη).



(Πηγή:«Παραμυθητικός προς Απολλώνιον» του Πλουτάρχου).

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Πότε πρέπει να νουθετούμε τους οικείους ενός νεκρού,κατά τον Πλούταρχο.

Ο Πλούταρχος,στην πραγματεία του «Παραμυθητικός προς Απολλώνιον»,απευθύνει προς τον Απολλώνιο,πατέρα ενός πρόωρα χαμένου νέου,λόγους παρηγορητικούς.Το κείμενο εν γένει απηχεί τις αντιλήψεις της Ελληνικής αρχαιότητας σχετικά με την κυρίαρχη και καθοδηγητική παρέμβαση του θείου στα ανθρώπινα πράγματα,την αθανασία της ψυχής και την μεταθανάτια ανταμοιβή του δίκαιου βίου.


«…Τότε μεν ουν υπό τον της τελευτής καιρόν εντυγχάνειν σοι και παρακαλείν ανθρωπίνως φέρειν το συμβεβηκός ανοίκειον ην,παρειμένω το τε σώμα και την ψυχήν υπό της παραλόγου συμφοράς,και συμπαθείν δ’ην αναγκαίον•ουδέ γαρ οι βέλτιστοι των ιατρώ προς τας αθρόας των ρευμάτων επιφοράς ευθύς προσφέρουσι τας διά των φαρμάκων βοηθείας,αλλ’εώσι το βαρύνον της φλεγμονής δίχα της των έξωθεν περιχρίστων επιθέσεως αυτό δι’αυτού λαβείν πέψιν.
Επειδή ουν και χρόνος ο πάντα πεπαίνειν ειωθώς εγγέγονε τη συμφορά και η περί σε διάθεσις απαιτείν έοικε την παρά των φίλων βοήθειαν,καλώς έχειν υπέλαβον των παραμυθητικών σοι μεταδούναι λόγων προς άνεσιν της λύπης και παύλαν των πενθικών και ματαίων οδυρμών.
«Ψυχής» γαρ «νοσούσης εισίν ιατροί λόγοι,όταν τις εν καιρώ γε μαλθάσση κέαρ»*
.

(Εκείνες τις μέρες,γύρω στον καιρό του θανάτου του,το να σε επισκεφθώ και να σε προτρέψω να υπομείνεις,όπως αρμόζει στους θνητούς,αυτό που σού συνέβη θα ήταν άτοπο,τότε που ήσουν τσακισμένος σωματικά και ψυχικά από την αναπάντεχη συμφορά κι έπρεπε να συμμερισθώ τα αισθήματά σου.Ακόμα και οι καλύτεροι γιατροί,δηλαδή,δεν προσφέρουν αμέσως φαρμακευτική βοήθεια στην αθρόα ροή νοσηρών υγρών,αλλά αφήνουν την επώδυνη φλεγμονή,χωρίς την τοποθέτηση εξωτερικών γιατρικών,να ωριμάσει από μόνη της.
Τώρα,όμως,καθώς κάποιος χρόνος,που τα πάντα καταπραΰνει,έχει μεσολαβήσει από την συμφορά και η τωρινή σου κατάσταση φαίνεται πως απαιτεί την βοήθεια των φίλων σου,θεώρησα σωστό να σού μεταβιβάσω τα παρηγορητικά αυτά λόγια,με σκοπό την ανακούφιση της θλίψης και τον τερματισμό των πένθιμων και μάταιων οδυρμών σου.Γιατί
«τα λόγια είναι γιατροί της πάσχουσας ψυχής,όταν την κατάλληλη στιγμή καταπραΰνει κάποιος την καρδιά»*).




*Το συγκεκριμένο χωρίο δανείζεται ο Πλούταρχος από το έργο «Προμηθεύς Δεσμώτης» του Αισχύλου.


(Πηγή:«Παραμυθητικός προς Απολλώνιον» του Πλουτάρχου).