Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009

Ομοφυλοφιλία στον θηβαϊκό Ιερό Λόχο;Μια μαρτυρία περί του αντιθέτου.

«Λέγεται δε διαμείναι μέχρι της εν Χαιρωνεία μάχης αήττητον•ως δε μετά την μάχην εφορών τους νεκρούς ο Φίλιππος έστη κατά τούτο το χωρίον,εν ω συνετύγχανε κείσθαι τους τριακοσίους,εναντίους απηντηκότας ταις σαρίσαις άπαντας εν τοις στενοίς όπλοις και μετ’αλλήλων αναμεμειγμένους,θαυμάσαντα και πυθόμενον,ως ο των εραστών και των ερωμένων ούτος είη λόχος,δακρύσαι και ειπείν•«απόλοιντο κακώς οι τούτους τι ποιείν ή πάσχειν αισχρόν υπονοούντες».


(Λέγεται ότι ο Ιερός Λόχος παρέμεινε αήττητος μέχρι την μάχη στη Χαιρώνεια•κι όταν μετά την μάχη ο Φίλιππος,επιθεωρώντας τους νεκρούς,στάθηκε στο χώρο αυτό,στον οποίο είχαν πέσει οι τριακόσιοι,έχοντας αντιμετωπίσει μετωπικά όλες τις σάρισες με τα όπλα τους και πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλο,μένοντας έκθαμβος και μαθαίνοντας ότι αυτός ο λόχος ήταν των εραστών και των ερωμένων,δάκρυσε και είπε:«Να έχουν κακό τέλος,όσοι υπονοούν ότι αυτοί(με την μεταξύ τους σχέση) έκαναν ή έπαθαν κάτι το αισχρό»).







(Πηγή:«Πελοπίδας» από τους «Βίους Παραλλήλους» του Πλουτάρχου).

Επίκτητος:η θεία Πρόνοια εγκαταλείπει «τυφλούς» τους πονηρούς ανθρώπους.

Εκ των Επικτήτου Απομνημονευμάτων:

«Αλλ’ορώ»,φησί τις,«τους καλούς καγαθούς και λιμώ και ρίγει απολλυμένους».Τους δε μη καλούς και μη αγαθούς ουχ οράς τρυφή και αλαζονεία και απειροκαλία απολλυμένους;«Αλλ’αισχρόν το παρ’άλλου τρέφεσθαι».Και τίς,ω κακόδαιμον,αυτός εξ εαυτού τρέφεται άλλος γε ή ο κόσμος;Όστις γουν εγκαλεί τη προνοία ότι οι πονηροί ου διδόασιν δίκην,ότι ισχυροί εισί και πλούσιοι,όμοιόν τι δρα ώσπερ ει τους οφθαλμούς απολωλεκότων αυτών έλεγε μη δεδωκέναι δίκην αυτούς,ότι οι όνυχες υγιείς είεν.Εγώ μεν γαρ φημί πολύ διαφέρειν μάλλον αρετήν κακίας,ή οφθαλμοί ονύχων διαφέρουσιν».


(«Αλλά βλέπω»,λέει κάποιος,«τους ενάρετους ανθρώπους να χάνονται από πείνα και κρύο».Και τους όχι ενάρετους δεν τους βλέπεις να χάνονται από τρυφηλότητα,αλαζονεία και χοντροκοπιά;«Αλλ’είναι ντροπή να τρέφεσαι από άλλον».Και ποιος,δύστυχε,άλλος τρέφεται από τον εαυτό του παρά ο κόσμος;Όποιος,λοιπόν,κατηγορεί την πρόνοια για το ότι οι πονηροί δεν τιμωρούνται,επειδή είναι δυνατοί και πλούσιοι,κάνει κάτι όμοιο,όπως ακριβώς αν έλεγε ότι αυτοί δεν έχουν τιμωρηθεί,ενώ έχουν χάσει τα μάτια τους,επειδή τα νύχια τους είναι γερά.Εγώ,λοιπόν,υποστηρίζω ότι πολύ περισσότερο διαφέρει η αρετή από την κακία απ’όσο διαφέρουν τα μάτια από τα νύχια).







(Πηγή:«Περί δίκης παρά του θεού τεταγμένης εποπτεύειν τα επί γης γιγνόμενα υπό των ανθρώπων,τιμωρού ούσης των αμαρτανόντων» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Ο Θεός είναι γύρω μας,στην σύζευξη και την αρμονία των πραγμάτων.

Αρριανού Επικτητείου εκ των περί προνοίας(Α,ς’,1-11):

«Αφ’εκάστου των εν τω κόσμω γιγνομένων ράδιον εστί εγκωμιάσαι την πρόνοιαν,εάν δύο έχη τις ταύτα εν εαυτώ,δύναμιν τε συνορατικήν των γεγονότων εκάστω και το ευχάριστον.Ει δε μη,ο μεν ουκ όψεται την ευχρηστίαν των γεγονότων,ο δ’ουκ ευχαριστήσει επ’αυτοίς,ουδ’αν ίδη.Χρώματα ο θεός ει πεποιήκει και καθόλου πάντα <τα> ορατά,δύναμιν δε θεατικήν αυτών μη πεποιήκει,τί αν ην όφελος;-Ουδ’οτιούν.-Αλλ’ανάπαλιν,ει την μεν δύναμιν πεποιήκει,τα όντα δε μη τοιαύτα,οία υποπίπτειν τη δυνάμει τη ορατική,και ούτως τί όφελος;-Ουδέν.-Τί δ’,ει και αμφότερα ταύτα πεποιήκει,<φως δε μη πεποιήκει>; -Ουδ’ούτως τι όφελος.-Τίς ουν ο αρμόσας τούτο προς εκείνο κακείνο προς τούτο;τίς δ’ ο αρμόσας την μάχαιραν ρος τον κολεόν και τον κολεόν προς την μάχαιραν;Ουδείς;Και μην εξ αυτής της κατασκευής των επιτετελεσμένων αποφαίνεσθαι ειώθαμεν,ότι τεχνίτου τινος πάντως το έργον,ουχί δε εική κατεσκευασμένον.Αρ’ουν τούτων μεν έκαστον εμφαίνει τον τεχνίτην,τα δε ορατά και όρασις και φως ουκ εμφαίνει;Το δ’άρρεν και το θήλυ και η προθυμία η προς την συνουσίαν εκατέρου και <η> δύναμις η χρηστική τοις μορίοις τοις κατεσκευασμένοις,ουδέ ταύτα εμφαίνει τον τεχνίτην;Αλλά ταύτα μεν ούπω•η δε τοιαύτη της διανοίας κατασκευή,καθ’ην ουχ απλώς υποπίπτοντες τοις αισθητοίς τυπούμεθα υπ’αυτών,αλλά και εκλαμβάνομεν τι και αφαιρούμεν και προστίθεμεν <και συντίθεμεν> τάδε τινα δι’αυτών και νη Δία μεταβαίνομεν απ’άλλων επ’άλλα τούτοις πως παρακείμενα,ουδέ ταύτα ικανά κινήσαι τινας και διατρέψαι προς το μη απολιπείν τον τεχνίτην;ή εξηγησάσθωσαν ημίν,τί το ποιούν εστί τούτων έκαστον,ή πώς οίον τε τα ούτως θαυμαστά και τεχνικά εική και από ταυτομάτου γίγνεσθαι».


(Από καθένα απ’όσα γίνονται στον κόσμο είναι εύκολο να εγκωμιάσει κάποιος την πρόνοια,αν έχει μέσα του αυτά τα δυο,δύναμη να βλέπει καθετί απ’όσα έχουν γίνει και την ευχάριστη διάθεση.Αλλιώς από τη μια δεν θα δει την χρησιμότητα αυτών που έχουν γίνει και από την άλλη δεν θα ευχαριστηθεί μ’αυτά,ούτε κι αν τα δει.Αν ο θεός είχε κάνει τα χρώματα και γενικά όλα τα ορατά και δεν είχε δώσει δύναμη,για να τα βλέπουμε,ποιο θα ήταν το όφελος;-Κανένα.-Και,αντίστροφα,αν είχε δώσει την δύναμη,αλλά δεν είχε κάνει τα όντα τέτοια,ώστε να γίνονται αισθητά με την δύναμη της όρασης,κι έτσι ποιο θα ήταν το όφελος;-Κανένα.-Και τί θα συνέβαινε,αν είχε κάνει και τα δυο,<αλλά δεν είχε δημιουργήσει φως;>-Κι έτσι δεν θα υπήρχε όφελος.-Ποιος λοιπόν είναι εκείνος που συνάρμοσε αυτό με εκείνο και εκείνο μ’αυτό;Ποιος είναι εκείνος που συνάρμοσε το μαχαίρι με τη θήκη και τη θήκη με το μαχαίρι;Κανείς;Κι ωστόσο από την ίδια την κατασκευή όσων έχουν γίνει συνηθίζουμε να λέμε ότι το έργο είναι οπωσδήποτε κάποιου τεχνίτη και όχι κάτι που έχει γίνει στην τύχη.Επομένως,το καθένα από αυτά φανερώνει τον τεχνίτη του και δεν το φανερώνουν τα ορατά,η όραση και το φως;Το αρσενικό και το θηλυκό και η προθυμία του καθενός από τους δυο να ενωθούν μεταξύ τους και η χρηστική δύναμη που υπάρχει στα κατασκευασμένα μέρη,ούτε αυτά φανερώνουν τον τεχνίτη;Αλλά αυτά όχι ακόμη•όμως η τέτοια κατασκευή της διάνοιας,με την οποία όχι απλά βλέποντας τα αισθητά διαμορφωνόμαστε από αυτά,αλλά και παίρνουμε κάτι και αφαιρούμε και προσθέτουμε <και συνθέτουμε> με αυτά κάποια άλλα και,μα το Δία,περνούμε από άλλα σε άλλα που βρίσκονται κάπως κοντά τους,ούτε κι αυτά έχουν τη δύναμη να κινήσουν κάποιους και να τους στρέψουν,ώστε να μην εγκαταλείψουν τον τεχνίτη;Ή ας μας εξηγήσουν τι είναι αυτό που κάνει το καθένα από αυτά ή πώς είναι δυνατόν αυτά τα τόσο θαυμαστά και περίτεχνα έργα να γίνονται τυχαία και μόνα τους).











(Πηγή:«Ότι θεός δημιουργός των όντων και διέπει το όλον τωι της προνοίας λόγωι και ποίας ουσίας υπάρχει» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2009

Περί χρόνου.

α.Χαιρήμονος(απ.22 σ.612 Ν.):
«Ουκ έστιν ουδέν των εν ανθρώποις,ό,τι ουκ εν χρόνω ζητούσιν εξευρίσκεται».
(Δεν υπάρχει τίποτε από τα ανθρώπινα που ζητώντας το δεν το βρίσκουμε με τον καιρό).


β.Αντιφάνους(fab.inc.απ.72,Com.III,σ.156):
«Μάλιστα δ’εκπλήττει με των συνειδότων ο χρόνος,ον αεί λανθάνειν αμηχανώ».
(Απ’όσα ξέρω πιο πολύ ο χρόνος με ταράζει•αυτόν κάθε φορά να ξεφύγω δυσκολεύομαι).


γ.Αγάθωνος(απ.18 σ.595 Ν.):
«Ουπώποτ’ ηξίωσα χαρίσασθαι χρόνοις».
(Ποτέ δεν έκρινα σωστό να χαριστώ στον χρόνο).


δ.Μενάνδρου(απ.170,Com. IV σ.272):
«Ω δέσποτ’άξι’εστί τοις σοφοίς βροτών χρόνω σκοπείσθαι της αληθείας πέρι».
(Αφέντη,αξίζει οι μυαλωμένοι άνθρωποι να εξετάζουν την αλήθεια με τον καιρό).


ε.Αβέβαιου τραγικού(Ευριπ.απ.509 Ν.):
«Ουκ έστι πράσσοντας τι μοχθηρόν λαθείν•οξύ βλέπει γαρ ο χρόνος,ος τα πανθ’ορά».
(΄Οποιοι κάνουν κάτι κακό,να ξεφύγουν δεν μπορούν•γιατί ο χρόνος,που όλα τα βλέπει,βλέπει καλά).


στ.Χαιρήμονος:
«Σχολή βαδίζων ο χρόνος αφικνείται τ<όπ> αν».
(Ο χρόνος βαδίζει αργά,αλλά φτάνει στο καθετί).


ζ.Χαιρήμονος:
«Χρόνος μαλάσσει πάντα καξεργάζεται».
(Ο χρόνος όλα τα μαλακώνει και τα σμιλεύει).


η.Κλεοβούλου σοφού των αινιγμάτων(απ.2 Β.σ.971):
«Εις ο πατήρ,παίδες <δε> δυώδεκα•των δε εκάστω κούραι εξήκοντα,διάνδιχα είδος έχουσαι•αι μεν λευκαί έασιν ιδείν,αι δ’αύτε μέλαιναι•αθάναται δε τα’εούσαι αποφθινύθουσιν άπασαι».
(Ένας είναι ο πατέρας και δώδεκα τα παιδιά του•καθένας τους έχει 60 κόρες με διχοτομημένες μορφές•άλλες είναι λευκές στο πρόσωπο και άλλες είναι μαύρες•κι ενώ είναι αθάνατες,όλες γενικά πεθαίνουν).
[Σημ.:το αίνιγμα αναφέρεται στον χρόνο με τους 12 μήνες του και τις 30 μέρες εκαστου μήνα•οι μέρες αυτές είναι 60 στο αίνιγμα,διότι συνυπολογίζεται η ημέρα και η νύχτα κάθε 24ώρου•και στο τέλος όλες πεθαίνουν,αν και ο πατέρας τους ο χρόνος τους είναι αιώνιος,καθώς κάθε μέρα παρέρχεται και την διαδέχεται η επομένη].


θ.«Θαλής ερωτηθείς,τί σοφώτατον; <έφη,> Χρόνος•ανευρίσκει γαρ τα πάντα».
(Ο Θαλής,όταν τον ρώτησαν «τί είναι το πιο σοφό;» είπε:«Ο χρόνος•γιατί τα βρίσκει όλα»).


ι.Αντιφάν και Κριτόλαος:
«Νόημα ή μέτρον τον χρόνον,ουδ’υπόστασιν».
(Ο χρόνος είναι νοητική σύλληψη ή μέτρο,όχι υπόσταση).


κ.Κριτίου(απ.2 σ.600 Ν.):
«Ο χρόνος απάσης εστίν οργής φάρμακον».
(Ο χρόνος είναι φάρμακο κάθε οργής).








(Πηγή:«Περί χρόνου ουσίας και μερών και πόσων είη αίτιος» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2009

Μέλισσος:ό,τι αντιλαμβανόμαστε να αλλάζει γύρω μας,δεν είναι παρά μια πλάνη!

Ο Μέλισσος ήταν αρχαίος φιλόσοφος από την Σάμο,μαθητής του Παρμενίδη.Πρέπει να έγραψε ένα μόνο βιβλίο,το «Περί φύσεως ή περί του όντος»(αρκετά αποσπάσματα από το σύγγραμμα αυτό διασώζει ο Σιμπλίκιος).Ως πολιτικός άντρας είχε κερδίσει την εκτίμηση των συμπολιτών του,έτσι ώστε εκλέχτηκε και στρατηγός.Νίκησε μάλιστα τους Αθηναίους,με αρχηγό τον Περικλή,κατά την ναυμαχία του 441-440 π.Χ.
Οι απόψεις του Μελίσσου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον,αποσκοπώντας στην υποστήριξη της παρμενίδειας θεώρησης της πραγματικότητας,αν και,κατά τους Kirk-Raven-Schofield,«δεν είναι κανένας μεγάλος και πρωτότυπος μεταφυσικός ούτε λαμπρός εκφραστής αντινομιών,όπως ο Ζήνων..».Η επίδρασή του,όμως,ιδιαίτερα η ιδέα του ότι το κενό είναι η προϋπόθεση της κινήσεως,ήταν καθοριστική στον Λεύκιππο και την διαμόρφωση της ατομικής θεωρίας.
Σύμφωνα,λοιπόν,με την διδασκαλία του Μελίσσου,η πραγματικότητα είναι μία,ενιαία και αδιαίρετη,αιώνια,ομοιογενής,ακίνητη και μη υποκείμενη σε οποιαδήποτε αλλαγή.Επομένως,η αλλαγή και η κίνηση,που γίνονται αντιληπτές με τις αισθήσεις,είναι στην πραγματικότητα απατηλές ψευδαισθήσεις.
Όπως και ο Παρμενίδης,απορρίπτει και ο Μέλισσος το «γίγνεσθαι».Η πραγματικότητα δεν έγινε,διότι αυτή δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος•αν είχε γίνει,θα είχε μια αρχή,επομένως πριν από την αρχή αυτή δεν θα υπήρχε,θα ήταν ένα καθαρό μηδέν.Αλλά από το μηδέν δεν μπορεί να γεννηθεί κάτι πραγματικό,επομένως αυτό που δεν ήταν τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί αρχή για κάτι που έγινε.
Αφού η πραγματικότητα δεν έχει αρχή,δεν μπορεί να έχει ούτε τέλος.Άρα είναι κάτι αιώνιο και άπειρο.Το άπειρο της πραγματικότητας δεν νοείται μόνο χρονικά,αλλά και χωρικά.Επομένως στην παρμενίδεια τέλεια σφαίρα του όντος,που είναι άπειρη,αλλά μόνο μέσα στα όριά του,ο Μέλισσος αντιπαρατάσσει την στο άπειρο επεκτεινόμενη πραγματικότητά του.Εφόσον είναι άπειρη,είναι και μία•διότι,αν δεν ήταν μία,θα είχε το πέρας της σε κάποια άλλη.
Η πραγματικότητα,παραιτέρω,δεν είναι μόνο εν,αλλά είναι ως εκ τούτου,και ομοιόμορφη.Επιπλέον,δεν υφίσταται καμιά είδους μεταβολή στην φύση ή την διάταξή της:δεν χάνεται ούτε μεγαλώνει ούτε μεταβάλλει την δομή της ούτε πονά ούτε λυπάται.Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της πραγματικότητας είναι η πληρότητά της,η ανυπαρξία κενού.Εφόσον δεν υπάρχει κενό,δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κίνηση,διότι η κίνηση θα ήταν δυνατή μόνο μέσα στο κενό και όχι μέσα σε μια πλήρη και συμπαγή πραγματικότητα.
Ο Μέλισσος στρέφεται εναντίον της πολλαπλότητας των πραγμάτων χρησιμοποιώντας το ακόλουθο επιχείρημα:οι άνθρωποι βασίζονται στα δεδομένα της αισθητηριακής αντίληψης και πιστεύουν πως τα πράγματα αλλάζουν,γίνονται,λ.χ.,από κρύα ζεστά ή από ζωντανά νεκρά κλπ.Αν,όμως,υπήρχαν πολλά όντα,τότε θα έπρεπε να είναι όπως ακριβώς η μία και μοναδική πραγματικότητα(ως τμήματά της),δηλαδή αιώνια,αμετάβλητα,αγέννητα και άφθαρτα.Άρα,αφού θεωρούμε αφ’ενός πως υπάρχουν πολλά αμετάβλητα,ενώ οι αισθήσεις αφ’ετέρου μάς δείχνουν πως τα πάντα μεταβάλλονται,επομένως οι αισθήσεις μάς εξαπατούν ως προς την πολλαπλότητα•διότι,αν ήταν αληθινά,θα έπρεπε να μη μεταβάλλονται,αλλά να μένουν πάντοτε ίδια και σταθερά.

Το σχέδιο αυτοκτονίας των Δερβιζανών.

Το φθινόπωρο του 1821 έβρισκε την Ήπειρο σε πολεμικό αναβρασμό.Τα σουλτανικά στρατεύματα υπό τον αρχιστράτηγο Χουρσίτ εξακολουθούσαν να πολιορκούν τον Αλή πασά στα Ιωάννινα,ενώ την ίδια στιγμή οι Σουλιώτες,σε συνεργασία με τους Τουρκαλβανούς και Αιτωλοακαρνάνες συμμάχους τους,συγκροτούσαν ουσιαστικά μια ισχυρή προφυλακή του κυρίως μετώπου της Πελοποννήσου,ενισχύοντας σημαντικά τις θέσεις τους έναντι των εχθρών.Η οξυδέρκεια του Μαυροκορδάτου βρισκόταν,δίχως άλλο,πίσω από τις επιτυχημένες ελληνικές κινήσεις στην Ήπειρο:ο έμπειρος πολιτικός γρήγορα αντιλήφτηκε ότι η ανταρσία του Αλή κατά του Σουλτάνου και,κυρίως,η σύμπραξη ελληνικών και αλβανικών δυνάμεων με τον Αλή,με στόχο όχι την υπερίσχυση του τελευταίου,γεγονός που θα παρουσίαζε την ελληνική επανάσταση απλά ως μια καιροσκοπική εξέγερση κατά της Πύλης,αλλά την αδρανοποίηση των δύο αντιμαχομένων στο μέτωπο των Ιωαννίνων,θα καθυστερούσε σημαντικά,αν όχι αποσοβούσε,τις καταστροφικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης καθόδου του Χουρσίτ στη Στερεά Ελλάδα.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου,λοιπόν, συνομολογήθηκε η συμμαχία Ελλήνων και Τουρκαλβανών προς ενίσχυση του πολιορκημένου Αλή.Το δεύτερο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου οι Σουλιώτες κινήθηκαν αποφασιστικά για την κατάληψη του γειτονικού προς το Σούλι χωριού Τόσκεσι,όπου υπήρχε φρουρά από Τσάμηδες.Οι Τουρκαλβανοί εκείνοι αρνήθηκαν αρχικά να παραδώσουν το χωριό και να φύγουν και ζήτησαν κρυφά την βοηθεια του Χουρσίτ.Η αποσταλείσα,όμως,υπό τον Μουσταφά πασά δύναμη αποκρούστηκε ηρωικά σε μια επική μάχη στο στενό των Πέντε Πηγαδιών,αναπόφευκτο πέρασμα στο δρόμο προς το Τόσκεσι.Το αποτέλεσμα της μάχης εκείνης υπήρξε η αρχή γενικότερης αποχώρησης των τουρκικών σωμάτων από διάφορα μέρη της Ηπείρου και συγκέντρωσής τους στο στρατόπεδο των Ιωαννίνων.Ακολούθησε μια σύντομη μάχη μέσα στο χωριό Τόσκεσι για την κατάληψή του.Τελικά,οι υπερασπιστές του,μπροστά στον επικείμενο αφανισμό τους,παρέδωσαν το χωριό και αναχώρησαν για την Παραμυθιά,αφήνοντας πίσω τους 64 νεκρούς και όλα τους τα πολεμοφόδια και τις αποσκευές.Από τους Σουλιώτες και τους Τουρκαλβανούς έπεσαν επτά και 11 τραυματίες μεταφέρθηκαν στο Σούλι για νοσηλεία.
Την ίδια μοίρα είχαν αμέσως μετά οι Βαριάδες,ενώ,πριν ακόμη τελειώσει η πολιορκία τους,εστάλησαν ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Λάμπρος Ζάρμπας με 350 άνδρες,για να χτυπήσουν τα Δερβιζανά και να καθαρισθεί από τους Τούρκους και η περιοχή εκείνη.Η δύναμη ήταν μικρή,διότι τα Δερβιζανά κατέχονταν από 1.500 Τουρκαλβανούς καλά εφοδιασμένους.Εν τούτοις,η πολιορκία άρχισε και οι αποκλεισθέντες Τουρκαλβανοί,είτε διότι φοβούνταν τους Σουλιώτες είτε διότι φαντάζονταν ότι οι εχθροί ήταν περισσότεροι,δεν επιχείρησαν να τους απομακρύνουν με έξοδο.
Ο Χουρσίτ,μολονότι έβλεπε τις οχυρές θέσεις της Ηπείρου να καταλαμβάνονται η μία μετά την άλλη από τους Σουλιώτες,για να μην ριψοκινδυνέψει και νέο στρατό-το ατύχημα του Μουσταφά πασά ήταν ακόμη νωπό-σε μια περίοδο που επιχειρούσε να περισφίξει με όλες του τις δυνάμεις τον Αλή πασά,δεν θέλησε να αποστείλει ενισχύσεις στους πολιορκουμένους στα Δερβιζανά.Αλλά προθυμοποιήθηκε να διαλύσει την πολιορκία και να διώξει από κει τους Σουλιώτες ο Καπλάν-μπεης από την Μακεδονία,ισχυρισθείς ότι ήταν δυνατόν να το κάνει με μόνους τους 400 Τουρκομακεδόνες που αποτελούσαν το σώμα του,αν ο αρχιστράτηγος Χουρσίτ έδινε 100.000 γρόσια για διανομή και εμψύχωση των στρατιωτών του.Ο Χουρσίτ είχε τόση ανάγκη να απαλλαγεί από τους αντιπερισπασμούς που τού προκαλούσαν οι επικρατούντες Σουλιώτες,ώστε έδωσε τα ανωτέρω χρήματα,και ο Καπλάν-μπέης ξεκίνησε και μετά από πορεία δύο ημερών έφτασε στον Προφήτη Ηλία,το ύψωμα απέναντι από τα Δερβιζανά.Εκεί,αφού στάθμευσε λίγο,για να αναπαυθούν οι στρατιώτες του,διέταξε να χτυπήσουν τα τύμπανα,αφ’ενός για να ακούσουν στα Δερβιζανά ότι τούς ερχόταν βοήθεια και να αναθαρρήσουν και αφ’ετέρου για να θορυβηθούν οι πολιορκητές και να φύγουν.
Και,πράγματι,η θέση των Σουλιωτών που βρίσκονταν μεταξύ των Δερβιζανών και του Προφήτη Ηλία ήταν δύσκολη.Αν έμεναν εκεί,θα βρίσκονταν μετά από λίγο μεταξύ δύο πυρών,των Τουρκαλβανών των Δερβιζανών και των επερχομένων από τον Προφήτη Ηλία,και η συντριβή τους θα ήταν αναπόφευκτη.Μόλις τούς έμενε λίγη ώρα,για να αποσυρθούν από εκεί και να αποφύγουν την μάταιη καταστροφή.Αλλά η αποχώρηση από το μέρος εκείνο σήμαινε λύση της πολιορκίας και οι δύο υπερήφανοι αρχηγοί δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.Συσκέφτηκαν τότε και εμπνεύστηκαν το ακόλουθο τέχνασμα για την καταστροφή του εχθρικού σώματος που θα τους χτυπούσε σε λίγο,ερχόμενο από τον Προφήτη Ηλία:θα διαχωρίζονταν σε δύο σώματα και θα έδιναν μια ψευτομάχη.Το ένα από τα σώματα αυτά,που θα φαινόταν ηττημένο από το άλλο,θα πλησίαζε τους ερχόμενους από τον Προφήτη Ηλία Τούρκους και οι άνδρες του θα υποκρίνονταν ότι ήταν Τουρκαλβανοί που ήρθαν,για να βοηθήσουν τους ομοφύλους και συγγενείς τους στα Δερβιζανά,και θα ζητούσαν από τον αρχηγό των Τούρκων να ενωθούν και να συμπολεμήσουν μαζί του υπέρ των Δερβιζανών.Και τότε,αφού θα διασκορπίζονταν μεταξύ των Τούρκων εκείνων και θα συμβάδιζαν,θα έσυραν τα όπλα,μόλις θα δινόταν το σύνθημα,και θα τους κατέκοπταν.Η εκτέλεση του σχεδίου τούτου δεν ήταν εύκολη και μόνο άνδρες αποφασισμένοι να θυσιασθούν ήταν δυνατόν να την επιχειρήσουν.Ο Μπότσαρης και ο Ζάρμπας ρώτησαν τους άνδρες τους,ποιοι θέλουν να αποτελέσουν το σώμα της επιθέσεως και 120 Σουλιώτες προσφέρθηκαν να ακολουθήσουν τους ριψοκίνδυνους αρχηγούς.Το σύνθημα για την εκτέλεση της επιθέσεως ήταν «σπαθί».
Διαχωρίστηκαν τότε αμέσως και προσποιήθηκαν ότι συμπλέκονταν και,ενώ οι άλλοι αποσύρονταν,οι υπό τον Μπότσαρη και Ζάρμπα 120 επίλεκτοι Σουλιώτες προχώρησαν προς το σώμα του Καπλάν-μπεη με φιλικές κραυγές.Ο Τούρκος αρχηγός έστειλε δύο ιππείς να τους ρωτήσουν,ποιοι είναι και τι θέλουν,και εκείνοι απάντησαν ότι είναι Τουρκαλβανοί από την Πρέβεζα και ότι ήρθαν να βοηθήσουν τους συγγενείς τους τους κλεισμένους στα Δερβιζανά και ότι προσβλήθηκαν από λίγους Σουλιώτες,που έφυγαν,μόλις είδαν τους κατερχόμενους από τον Προφήτη Ηλία,και ότι ζητούσαν να ενωθούν μαζί του για ασφάλεια,επειδή ήταν λίγοι.Οι ιππείς τα διεβίβασαν στον Καπλάν-μπεη και εκείνος ζήτησε να μιλήσει ο ίδιος με τους αρχηγούς τους και,αφού άκουσε τα ίδια,τους πίστεψε και δέχτηκε να συνενωθούν.Δεν ήταν δυνατόν να τους υποπτευθεί,διότι οι Σουλιώτες και οι Τουρκαλβανοί ήταν κατά τον ίδιο τρόπο ντυμένοι και μιλούσαν την ίδια γλώσσα.Οι Σουλιώτες διασκορπίστηκαν τότε στο σώμα των Τούρκων,σύμφωνα με την οδηγία που είχαν από τους αρχηγούς τους,κατά τρόπο,ώστε ο καθένας απ’αυτούς να συμβαδίζει με δύο-τρεις Τουρκομακεδόνες.Βρίσκονταν ήδη κάτω από το φρούριο των Δερβιζανών,όταν ακούστηκε από πίσω το σύνθημα:
-Σπαθί.
-Σπαθί,φώναξαν ταυτοχρόνως σχεδόν όλοι.
Και πριν προφθάσουν οι αγνοούντες την γλώσσα Τουρκομακεδόνες να αντιληφθούν,τι σήμαιναν οι κραυγές,οι Σουλιώτες τράβηξαν πρώτα τα πιστόλια και έπειτα τα μαχαίρια και άρχισαν να χτυπούν μανιωδώς,ο καθένας τους πλησιέστερά του ευρισκόμενους.Οι Τουρκομακεδόνες,αιφνιδιασμένοι,δεν πρόφτασαν καν να αμυνθούν.Λίγη ώρα ήταν αρκετή,για να σφαγούν οι περισσότεροι.170 μόνο και αυτοί κατά το πλείστον τραυματίες κατόρθωσαν να διαφύγουν δια μέσου του γειτονικού δάσους,φωνάζοντας:
-Μπαμπές,μπαμπές(άπιστοι,άπιστοι).
Ο Καπλάν-μπεης,τραυματισμένος στο μηρό και τον ώμο,συνελήφθη αιχμάλωτος μαζί με άλλους 30 και εστάλη στο Σούλι.Από τους Σουλιώτες τραυματίστηκαν ελαφρώς μόνο δύο.
Η εκπληκτική αυτή εξόντωση του σώματος του Καπλάν-μπεη προκάλεσε απελπισία στους Τουρκαλβανούς των Δερβιζανών,ενώπιον των οποίων έγινε η σφαγή,και τους έκανε να αναγνωρίσουν την υπεροχή των Σουλιωτών.Ζήτησαν,λοιπόν,συνθηκολόγηση και συμφιλίωση άνευ όρων.Οι Έλληνες αρχηγοί δέχτηκαν τις προτάσεις τους,για να αποφύγουν νέες περιπέτειες,και τους επέτρεψαν να φύγουν με τα όπλα τους,με τα ζώα και όσα κινητά πράγματα μπορούσαν να παραλάβουν,υπό τον όρο ότι δεν θα πολεμούσαν πλέον εναντίον τους.Και η συνθηκολόγηση εκείνη,κατά την οποία οι Τουρκαλβανοί εκδήλωναν τον θαυμασμό τους προς τους Σουλιώτες και εκείνοι τον ιπποτισμό τους έναντι των παραδοθέντων,είχε παράδοξη συμφιλιωτική επισφράγιση.Οι νικητές και οι νικημένοι παρακάθησαν σε κοινό γεύμα,για το οποίο είχαν ψηθεί στη σούβλα 300 αρνιά,και έπειτα τραγούδησαν,χόρεψαν και έριξαν το λιθάρι.







(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Το φθινόπωρο του Χατζόπουλου.

«…Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο•ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες,χλιαρές και απάνεμες.Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ’ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές,πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί,οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά,οι αμμουδιές χρυσοφεγγίζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι.Ένα φως απαλό και διάφανο,που έμοιαζε σαν να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου,έτρεμε στον αέρα και στη γη…».







(Πηγή:«Φθινόπωρο» του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου).