Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Η διαφορά φιλοσόφου-απαιδεύτου κατά τον Επίκτητο.

«Τις στάσις ιδιώτου και φιλοσόφου»(Ποια είναι η στάση του απαίδευτου και του φιλοσόφου).




«Η πρώτη διαφορά ιδιώτου και φιλοσόφου•ο μεν λέγει «ουαί μοι διά το παιδάριον,διά τον αδελφόν,ουαί διά τον πατέρα»,ο δ’,αν ποτε ειπείν αναγκασθή,«ουαί μοι» επιστήσας λέγει «δι’εμέ».προαίρεσιν γαρ ουδέν δύναται κωλύσαι ή βλάψαι απροαίρετον ει μη αυτή εαυτήν.αν ουν επί τούτο ρέψωμεν και αυτοί,ώσθ’όταν δυσοδώμεν,αυτούς αιτιάσθαι και μεμνήσθαι,ότι ουδέν άλλο ταραχής ή ακαταστασίας αίτιον εστίν ή δόγμα,ομνύω υμίν πάντας θεούς,ότι προεκόψαμεν.νυν δ’άλλην οδόν εξ αρχής εληλύθαμεν.ευθύς έτι παίδων ημών όντων η τιτθή,ει ποτέ προσεπταίσαμεν χάσκοντες,ουχί ημίν επέπλησσεν,αλλά τον λίθον έτυπτεν.τί γαρ εποίησεν ο λίθος;διά την του παιδίου σου μωρίαν έδει μεταβήναι αυτόν;πάλιν αν μη εύρωμεν φαγείν εκ βαλανείου,ουδέποθ’ημών καταστέλλει την επιθυμίαν ο παιδαγωγός,αλλά δέρει τον μάγειρον.άνθρωπε,μη γαρ εκείνου σε παιδαγωγόν κατεστήσαμεν;αλλά του παιδίου ημών•τούτο επανόρθου,τούτο ωφέλει.ούτως και αυξηθέντες φαινόμεθα παιδία.παις γαρ εν μουσικοίς ο άμουσος,εν γραμματικοίς ο αγράμματος,εν βίω ο απαίδευτος».

(Η πρώτη διαφορά ανάμεσα στον απαίδευτο και τον φιλόσοφο είναι η εξής•ο ένας λέει«αλίμονό μου,για το παιδάκι μου,για τον αδερφό μου,αλίμονό μου για τον πατέρα μου»,ενώ ο άλλος,αν ποτέ αναγκαστεί να πει «αλίμονό μου»,αφού σταματήσει για λίγο,λέει «για μένα».Γιατί την βούληση τίποτε πέρα απ’αυτή δεν μπορεί να την εμποδίσει ή να την βλάψει,παρά μόνο η ίδια τον εαυτό της.Αν,λοιπόν,κι εμείς έχουμε αυτή την τάση,ώστε,όταν δεν πηγαίνουμε καλά,να κατηγορούμε τον εαυτό μας και να θυμόμαστε ότι τίποτε άλλο δεν είναι αίτιο ταραχής ή αστάθειας παρά μόνο η κρίση μας,σάς ορκίζομαι σε όλους τους θεούς ότι προοδεύσαμε.Τώρα,όμως,από την αρχή πήραμε άλλο δρόμο.Αμέσως κιόλας,από τότε που ήμασταν παιδιά,η τροφός,αν κάποτε με το στόμα ανοιχτό σκοντάφταμε,δεν μάλωνε εμάς,αλλά χτυπούσε την πέτρα.Γιατί,τί έκανε η πέτρα;Για την παιδική σου ανοησία έπρεπε αυτή να μετακινηθεί;Πάλι αν μετά το μπάνιο δεν βρίσκουμε κάτι να φάμε,ποτέ ο δούλος που μάς προσέχει δεν καταπραΰνει την όρεξή μας,αλλά δέρνει τον μάγειρα.΄Ανθρωπε,μήπως σε διορίσαμε παιδαγωγό του μάγειρα;Μόνο του παιδιού μας•αυτό να διορθώνεις,αυτό να βοηθάς.Έτσι,ακόμη κι όταν έχουμεμεγαλώσει,φαινόμαστε παιδιά.Γιατί,παιδί είναι ο άμουσος στα μουσικά,ο αγράμματος στα γράμματα,στην ζωή ο απαίδευτος).





(Πηγή:«Διατριβαί» του Επικτήτου).

Κυριακή 28 Ιουνίου 2009

Η αταραξία μας ως προς τις άσχημες ειδήσεις κατά τον Επίκτητο.

«Ότι ου δει προς τας αγγελίας ταράσσεσθαι»(Δεν πρέπει να μάς ταράζουν τα νέα).


«Όταν σοι τι προαγγελθή ταρακτικόν,εκείνο έχε πρόχειρον,ότι αγγελία περί ουδενός προαιρετικού γίνεται.μη τί γαρ δύναται σοι τις αγγείλαι,ότι κακώς υπέλαβες ή κακώς ωρέχθης;Ουδαμώς.Αλλ’ότι απέθανεν τις•τί ουν προς σε;ότι σε κακώς τις λέγει•τί ουν προς σε;ότι ο πατήρ τάδε τινά ετοιμάζεται•επί τίνα;μη τι επί την προαίρεσιν;πόθεν δύναται;αλλ’επί το σωμάτιον,επί το κτησείδιον•εσώθης,ουκ επί σε.αλλ’ο κριτής αποφαίνεται ότι ησέβησας.περί Σωκράτους δ’ουκ απεφήναντο οι δικασταί;μη τι σον έργον εστί το εκείνον αποφήνασθαι;Ου.Τί ουν έτι σοι μέλει;έστι τι του πατρός σου έργον,ο αν μη εκπληρώση,απώλεσεν τον πατέρα,τον φιλόστοργον,τον ήμερον.άλλο δε μηδέν ζήτει τούτου ένεκα αυτόν απολέσαι.ουδέποτε γαρ εν άλλω μεν τις αμαρτάνει,εις άλλο δε βλάπτεται.πάλιν το σον έργον απολογηθήναι ευσταθώς,αιδημόνως αοργήτως.ει δε μη,απώλεσας και συ τον υιόν,τον αιδήμονα,τον γενναίον.τί ουν;ο κριτής ακίνδυνος εστίν;ου•αλλά κακείνω τα ίσα κινδυνεύεται.τί ουν έτι φοβή,τί εκείνος κρινεί;τί σοι και τω αλλοτρίω κακώ;σον κακόν εστί το κακώς απολογηθήναι•τούτο φυλάσσου μόνον•κριθήναι δ’ή μη κριθήναι ώσπερ άλλου εστί έργον,ούτως κακόν άλλου εστίν.«απειλεί σοι ο δείνα».εμοί;ου.«ψέγει σε».αυτός όψεται,πώς ποιεί το ίδιον έργον.«μέλλει σε κατακρινείν αδίκως».άθλιος».


(Όταν σού αναγγείλουν κάτι που σε ταράζει,έχε πρόχειρη την κρίση ότι τα νέα δεν αφορούν τίποτε που έχει να κάνει με την βούλησή σου.Γιατί,μήπως μπορεί κανείς να σού αναγγείλει ότι κακώς παραδέχτηκες κάτι ή κακώς επιθύμησες;-Σε καμιά περίπτωση.-Αλλά μπορεί να σού αναγγείλει ότι πέθανε κάποιος•τι σημασία έχει,λοιπόν,αυτό για σένα;Ότι κάποιος σε κακολογεί•τί σημασία έχει,λοιπόν,για σένα;Ότι ο πατέρας σου κάτι ετοιμάζει•εναντίον τίνος;Μήπως εναντίον της βούλησής σου;Πώς μπορεί;Αλλά μόνο ενάντια στο ασήμαντο σώμα σου,ενάντια στην ασήμαντη περιουσία σου•σώθηκες,δεν ετοιμάζει τίποτε εναντίον σου.Αλλά ο δικαστής σε κατηγορεί ότι ασέβησες.Τον Σωκράτη δεν τον κατηγόρησαν οι δικαστές;Μήπως είναι δική σου δουλειά να σε κατηγορήσει εκείνος;-Όχι.-Γιατί,λοιπόν,σε νοιάζει ακόμη;Είναι καθήκον του πατέρα σου,κι αν δεν το εκπληρώσει,έχει καταστρέψει μέσα του τον πατέρα,τον φιλόστοργο,τον πράο.Κι άλλο τίποτα μη ζητάς να καταστρέψει εξαιτίας αυτού.Γιατί κανείς ποτέ,ενώ σφάλλει σε ένα πράγμα,δεν βλάπτεται σε κάτι άλλο.Πάλι,είναι δικό σου καθήκον να υπερασπίσεις τον εαυτό σου με σταθερότητα,με αξιοπρέπεια,χωρίς οργή.Αλλιώς,έχεις καταστρέψει κι εσύ τον γιο,τον αξιοπρεπή,τον ευγενικό.Τί λοιπόν;Ο δικαστής είναι απαλλαγμένος από τον κίνδυνο;Όχι•αλλά και για κείνον διακινδυνεύονται τα ίδια.Γιατί,λοιπόν,φοβάσαι ακόμη τι απόφαση θα βγάλει εκείνος;Τί σχέση έχεις εσύ με το ξένο κακό;Δικό σου κακό είναι να υπερασπίσεις τον εαυτό σου άσχημα•αυτό πρόσεχε μόνο•κι όπως είναι άλλου έργο να καταδικαστείς ή να μην καταδικαστείς,έτσι είναι και άλλου κακό.«Σε απειλεί ο τάδε».Εμένα;Όχι.«Σε κατηγορεί».Ο ίδιος θα δει πώς κάνει την δουλειά του.«Θα σε καταδικάσει άδικα».Ο ταλαίπωρος!).




(Πηγή:«Διατριβαί» του Επικτήτου).

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

Η ωφέλεια από τα εξωτερικά πράγματα κατά τον Επίκτητο.

«Ότι από πάντων των εκτός εστίν ωφελείσθαι»(Από όλα τα εξωτερικά πράγματα μπορούμε να ωφεληθούμε).


«Επί των θεωρητικών φαντασιών πάντες σχεδόν το αγαθόν και το κακόν εν ημίν απέλιπον,ουχί δ’εν τοις εκτός.ουδείς λέγει αγαθόν το ημέραν είναι,κακόν το νύκτα είναι,μέγιστον δε κακών το τρία τέσσαρα είναι.αλλά τί;την μεν επιστήμην αγαθόν,την δ’απάτην κακόν,ώστε και περί αυτό το ψεύδος αγαθόν συνίστασθαι,την επιστήμην του ψεύδους είναι αυτό.έδει ουν ούτως και επί του βίου.υγεία αγαθόν,νόσος δε κακόν;ου,άνθρωπε.αλλά τί;το καλώς υγιαίνειν αγαθόν,το κακώς κακόν.Ώστε και από νόσου εστιν ωφεληθήναι;Τον θεόν σοι,αό θανάτου γαρ ουκ εστίν;από πληρώσεως γαρ ουκ εστίν;μικρά σοι δοκεί ο Μενοικεύς ωφεληθήναι,ότ’απέθνησκεν;Τοιαύτα τις ειπών ωφεληθείη οία εκείνος ωφελήθη.Έα,άνθρωπε,ουκ ετήρησεν τον φιλόπατριν,τον μεγαλόφρονα,τον πιστόν,τον γενναίον;επιζήσας δε ουκ α απώλλυεν ταύτα πάντα;ου περιεποιείτο τα εναντία;τον δειλόν ουκ ανελάμβανεν,τον αγεννή,τον μισόπατριν,τον φιλόψυχον;άγε δοκεί σοι μικρά ωφεληθήναι αποθανών;ου•αλλ’ο του Αδμήτου πατήρ μεγάλα ωφελήθη ζήσας ούτως αγεννώς και αθλίως;ύστερον γαρ ουκ απέθανεν;παύσασθε,τους θεούς υμίν,τας ύλας θαυμάζοντες,παύσασθ’εαυτούς δούλους ποιούντες πρώτον των πραγμάτων,είτα δι’αυτά και των ανθρώπων των ταύτα περιποιείν ή αφαιρείσθαι δυναμένων.
Έστιν ουν από τούτων ωφεληθήναι;Από πάντων.Και από του λοιδορούντος;Τι δ’ωφελεί τον αθλητήν ο προσγυμναζόμενος;τα μέγιστα.και ούτος εμού προγυμναστής γίνεται•το ανεκτικόν μου γυμνάζει,το αόργητον,το πράον.ου•αλλ’ο μεν του τραχήλου καθάπτων και την οσφύν μου και τους ώμους καταρτίζων ωφελεί με και ο αλείπτης καλώς ποιών λέγει «άρον ύπερον αμφοτέραις»,και όσω βαρύτερος εστίν εκείνος,τοσούτω μάλλον ωφελούμαι εγώ•ει δε τις προς αοργησίαν με γυμνάζει,ουκ ωφελεί με;τούτ’εστί το μη ειδέναι απ’ανθρώπων ωφελείσθαι.κακός γείτων;αυτώ•αλλ’εμοί αγαθός•γυμνάζει μου το έγνωμον,το επιεικές.κακός πατήρ;αυτώ•αλλ’εμοί αγαθός.τούτ’εστί το του Ερμού ραβδίον•«ου θέλεις»,φησίν,«άψαι και χρυσούν έσται».ου•αλλ’ο θέλεις φέρε καγώ αυτό αγαθόν ποιήσω.φέρε νόσον,φέρε θάνατον,φέρε απορίαν,φέρε λοιδορίαν,δίκην την περί των εσχάτων•πάντα ταύτα τω ραβδίω του Ερμού ωφέλιμα έσται.«τον θάνατον τί ποιήσεις;» τί γαρ άλλο ή ίνα σε κοσμήση ή ίνα δείξης έργω δι’αυτού,τί εστίν άνθρωπος τω βουλήματι της φύσεως παρακολουθών;«την νόσον τί ποιήσεις;» δείξω αυτής την φύσιν,διαπρέψω εν αυτή,ευσταθήσω,ευροήσω,τον ιατρόν ου κολακεύσω,ουκ εύξομαι αποθανείν.τί έτι άλλο ζητείς;παν ο αν δως,εγώ αυτό ποιήσω μακάριον,ευδαιμονικόν,σεμνόν,ζηλωτόν.
Ου•αλλά «βλέπε μη νοσήσης•κακόν εστίν».οίον ει τις έλεγεν «βλέπε μη λάβης ποτέ φαντασίαν του τα τρία τέσσαρα είναι•κακόν εστίν».άνθρωπε,πώς κακόν;αν ο δει περί αυτού υπολάβω,πώς έτι με βλάψει;ουχί δε μάλλον και ωφελήσει;αν ουν περί πενίας ο δει υπολάβω,αν περί νόσου,αν περί αναρχίας,ουκ αρκεί μοι;ουκ ωφέλιμα έσται;πώς ουν έτι εν τοις εκτός των κακά και ταγαθά δει με ζητείν;
Αλλά τί;ταύτα μέχρι ώδε,εις οίκον δ’ουδείς αποφέρει•αλλ’ευθύς προς το παιδάριον πόλεμος,προς τους γείτονας,προς τους σκώψαντας,προς τους καταγελάσαντας.καλώς γένοιτο Λεσβίω,ότι με καθ’ημέραν εξελέγχει μηδέν ειδότα
».



(Όσο για τις θεωρητικές εντυπώσεις,όλοι σχεδόν κατέληξαν ότι το καλό και το κακό βρίσκονται μέσα μας κι όχι στα εξωτερικά πράγματα.Κανείς δεν λέει ότι το να είναι μέρα είναι καλό,το να είναι νύχτα είναι κακό κι ότι το πιο μεγάλο κακό είναι να πούμε ότι το τρία είναι τέσσερα.Αλλά τί;Λένε ότι η γνώση είναι καλό πράγμα,η πλάνη κακό,ώστε και στο ίδιο το ψέμα να υπάρχει κάτι καλό,δηλαδή η γνώση ότι αυτό είναι ψέμα.Έτσι,λοιπόν,έπρεπε να συμβαίνει και στη ζωή.Η υγεία είναι καλό πράγμα,ενώ η αρρώστια κακό;Όχι,άνθρωπε.Αλλά τί;Να είσαι υγιής με καλό τρόπο είναι καλό,με άσχημο τρόπο κακό.-Επομένως,μπορούμε να ωφεληθούμε κι απ’την αρρώστια;-Για το θεό σου,μήπως απ’το θάνατο δεν μπορούμε να ωφεληθούμε;Γιατί,απ’την αναπηρία δεν μπορούμε;Σού φαίνεται ότι ο Μενοικέας ωφελήθηκε λίγο,όταν πέθανε;-Τέτοια λέγοντας κανείς,θα ωφελείτο,όπως ωφελήθηκε εκείνος.-Αχ άνθρωπε,δεν διατήρησε την φιλοπατρία του,την μεγαλοφροσύνη του,την αξιοπιστία του,την ευγένειά του;Αν επιζούσε,δεν θα τα έχανε όλα αυτά;Δεν θα αποκτούσε τα αντίθετά τους;Δεν θα υιοθετούσε την δειλία,την αγένεια,το μίσος για την πατρίδα,την μικροψυχία;Εμπρός•σού φαίνεται ότι ωφελήθηκε λίγο που πέθανε;Όχι•μήπως ο πατέρας του Αδμήτου ωφελήθηκε πολύ,που έζησε τόσο ανέντιμα και άθλια;Γιατί,ύστερα δεν πέθανε;Πάψτε,μα τους θεούς,σάς εξορκίζω,να θαυμάζετε τα υλικά πράγματα•πάψτε να κάνετε τους εαυτούς σας δούλους,πρώτα των πραγμάτων και μετά,εξαιτίας τους,και των ανθρώπων που μπορούν να σάς τα δώσουν ή να σάς τα πάρουν.
Μπορούμε,λοιπόν,να ωφεληθούμε απ’αυτά;-Απ’όλα.-Κι απ’αυτόν που μάς βρίζει;-Και τί ωφελεί τον αθλητή αυτός που γυμνάζεται μαζί του;Πάρα πολύ.Κι αυτός γίνεται προγυμναστής μου•γυμνάζει την ανεκτικότητά μου,την αοργησία,την πραότητά μου.Όχι•αλλά αυτός που πιάνει τον σβέρκο μου και βάζει στην σωστή θέση την μέση και τους ώμους μου με ωφελεί και ο προπονητής καλά κάνει και μού λέει «σήκωσε το ρόπαλο και με τα δυο χέρια» και,όσο βαρύτερο είναι εκείνο,τόσο περισσότερο ωφελούμαι εγώ•αν,όμως,κάποιος με γυμνάζει,για να μην οργίζομαι,δεν με ωφελεί;Αυτό σημαίνει να μην ξέρεις να ωφελείσαι από τους ανθρώπους.Ο γείτονάς σου είναι κακός;Κακός για τον εαυτό του•αλλά για μένα είναι καλός•μού γυμνάζει την καλή διάθεση,την επιείκεια.Ο πατέρας σου είναι κακός;Κακός για τον εαυτό του•αλλά για μένα καλός.Αυτό είναι το μαγικό ραβδί του Ερμή•«ό,τι θέλεις» λένε«άγγιξε και θα γίνει χρυσό».Όχι•αλλά φέρε,ό,τι θέλεις,κι εγώ θα το κάνω καλό.Φέρε αρρώστια,φέρε θάνατο,φέρε φτώχεια,φέρε βρισιά,δίκη που μπορεί να σού αφαιρέσει την ζωή•όλα αυτά με το ραβδί του Ερμή θα γίνουν ωφέλιμα.«Τον θάνατο τί θα τον κάνεις;».Τί άλλο από το να σε στολίσει ή να δείξεις στην πράξη μ’αυτόν,τι σημαίνει άνθρωπος που ακολουθεί το θέλημα της φύσης;«Την αρρώστια τί θα την κάνεις;».Θα δείξω την φύση της,θα διαπρέψω στην διάρκειά της,θα είμαι σταθερός,θα είμαι ευτυχής,δεν θα κολακέψω τον γιατρό,δεν θα ευχηθώ να πεθάνω.Τί άλλο ζητάς ακόμη;Ό,τι κι αν μού δώσεις,εγώ θα το κάνω ευλογημένο,πηγή ευδαιμονίας,σεμνό,αξιοζήλευτο.
Όχι•αλλά «πρόσεχε,μη αρρωστήσεις•είναι κακό πράγμα».Όπως,αν έλεγε κάποιος «πρόσεχε,μη σχηματίσεις ποτέ την εντύπωση ότι τα τρία είναι τέσσερα•είναι κακό».Άνθρωπε,πώς είναι κακό;Αν σκεφτώ γι’αυτό,ό,τι πρέπει,πώς θα με βλάψει πια;Δεν θα με ωφελήσει κι από πάνω;Αν,λοιπόν,σκεφτώ αυτό που πρέπει για την φτώχεια,για την αρρώστια,για την εξουσία που δεν έχω,δεν μού είναι αρκετό;Δεν θα είναι ωφέλιμα τότε αυτά;Πώς,λοιπόν,πρέπει να ψάχνω ακόμη τα κακά και τα καλά στα εξωτερικά πράγματα;
Αλλά τί;Αυτά φθάνουν μέχρι εδώ και κανείς δεν τα παίρνει μαζί του στο σπίτι του•αλλά αμέσως ανοίγουμε πόλεμο στον δούλο μας,στους γείτονες,σ’αυτούς που μάς κοροϊδεύουν,σ’αυτούς που γελάνε εις βάρος μας.Ας είναι καλά ο Λέσβιος,που με κατακρίνει κάθε μέρα ότι δεν ξέρω τίποτα).








(Πηγή:«Διατριβαί» του Επικτήτου).

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Η ιστορία της Ολύνθου.

Αρχαία ελληνική πόλη κειμένη στον μυχό του Τορωναίου κόλπου.Η περιοχή της Ολύνθου έχει ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την Νεολιθική εποχή.Έως το 479 π.Χ. η πόλη ανήκε στους Θράκες Βοττιείς,όμως από το 472 π.χ. ο Πέρσης Αρτάβαζος υποπτευόμενος αποστασία των κατοίκων της πόλης κατά του Πέρση Βασιλιά κατασφάζει τους κατοίκους της και την παραδίδει στους Χαλκιδείς.Κατά τους χρόνους του Πελοποννησιακού πολέμου η δύναμή της αυξήθηκε πολύ,καθώς τέθηκε επικεφαλής 32 πόλεων της Χαλκιδικής,συγκροτώντας έτσι μια ισχυρή ομοσπονδία,η οποία κατόρθωσε να αντισταθεί επιτυχημένα και στους Αθηναίους και στους Σπαρτιάτες.Επί βασιλείας του Μακεδόνος Αμύντα στην ομοσπονδία της Ολύνθου προσεχώρησε ακόμα και η Πέλλα,η πρωτεύουσα της Μακεδονίας.Η Όλυνθος δεν ήταν κυρίαρχη των συμμάχων της,αλλά απλώς πρωτεύουσα,μεταξύ δε των πόλεων της ομοσπονδίας επικρατούσε ισοπολιτεία και ισονομία.Δύο όμως μεγάλες πόλεις της περιοχής,η Άκανθος και η Απολλωνία,αρνήθηκαν να ενταχθούν στην ομοσπονδία και ζήτησαν την βοήθεια των Σπαρτιατών,όταν πιέστηκαν από την Όλυνθο(το ίδιο έκανε και ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αμύντας Β’,διότι ανησυχούσε βλέποντας την δύναμη της ομοσπονδίας να αυξάνεται συν τω χρόνω).Οι 4 πρώτες εκστρατείες των Σπαρτιατών για την κατάληψη της Ολύνθου απέτυχαν,όμως ο Πολυβιάδης στην πέμπτη κατά σειρά εκστρατεία πέτυχε την συνθηκολόγηση της πόλης το 379 π.Χ.λόγω του λιμού που επέφερε η πολιορκία της.Το 374 π.Χ. η Όλυνθος απέσεισε την Σπαρτιατική κυριαρχία και ανασύστησε την ομοσπονδία της,στράφηκε δε,αντιλαμβανόμενη τις επεκτατικές διαθέσεις του Φιλίππου,στην Αθήνα για βοήθεια.Ο Φίλιππος,για να την αποσπάσει από την Αθήνα,τής παρεχώρησε τον Ανθεμούντα,πόλη διαφιλονικούμενη μεταξύ Μακεδόνων και Ολυνθίων,καθώς και τα εδάφη της Ποτείδαιας,την οποία ο ίδιος προηγουμένως είχε καταστρέψει.Έτσι το 356 π.Χ.οι Ολύνθιοι έγιναν σύμμαχοι του Φιλίππου.Η μεγάλη,όμως,ανάπτυξη του μακεδονικού κράτους που περιέσφιγγε από παντού την Όλυνθο την έκανε να στραφεί προς την Αθήνα,με την οποία υπέγραψε συνθήκη συμμαχίας,παραιτήθηκε από τις αξιώσεις της επί της Αμφιπόλεως και αναγνώρισε τα δικαιώματα των Αθηναίων στην Ποτείδαια.Αρχικά ο Φίλιππος δεν αντέδρασε,όμως την άνοιξη του 349 π.Χ.,απαλλαγμένος από οχλήσεις άλλων εχθρών του,απαίτησε από την Όλυνθο να τού παραδώσει τους δυο ετεροθαλείς αδελφούς του,Αρριδαίο και Μενέλαο,που είχαν καταφύγει σ’αυτήν.Οι Ολύνθιοι αρνήθηκαν και τότε ο Φίλιππος εισέβαλε στα εδάφη της.Οι Ολύνθιοι ζήτησαν την βοήθεια των Αθηναίων(τότε εκφώνησε ο Δημοσθένης τους τρεις περίφημους Ολυνθιακούς).Οι δύο αποστολές των Αθηναίων υπό τους Χάρητα και Χαρίδημο αντίστοιχα δεν πέτυχαν τίποτα αξιόλογο,ο δε Φίλιππος κατέλαβε το επίνειο της Ολύνθου Μηκύβερνα και την Τορώνη και απαίτησε την παράδοση των Ολυνθίων διαμηνύσας προς αυτούς ότι η ασφάλειά του δεν συμβιβαζόταν με την ύπαρξη της Ολύνθου.Οι Ολύνθιοι αντιστάθηκαν γενναία:νικήθηκαν σε δύο μάχες σε ανοιχτό πεδίο,αφού οι δυο ίππαρχοι Ευθυκράτης και Λασθένης με προδοσία παρέδωσαν στον Φίλιππο 500 ιππείς,που ήταν οι πιο γενναίοι πολεμιστές της πόλης, κι έπειτα κλείστηκαν στα τείχη.Ο Χάρης έσπευσε με σοβαρή βοήθεια στο πλευρό των Ολυνθίων,αλλά έφτασε αργά λόγω δυσμενών ανέμων.Ο Φίλιππος κατέλαβε την Όλυνθο το 348 π.Χ.,κατέστρεψε εκ θεμελίων την πόλη και πούλησε τους κατοίκους της ως δούλους.Από τότε η πόλη έπαψε να υπάρχει στην ιστορία.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2009

Ο περίφημος ύμνος του Αγάθωνος προς τον έρωτα.


Μεταξύ των συνδαιτημόνων στο έργο «Συμπόσιον» του Πλάτωνος βρίσκεται και ο ηθοποιός Αγάθων,ο οποίος,μετά την τοποθέτηση του Αριστοφάνους σχετικά με τον Έρωτα,παίρνει τον λόγο και λέγει:

«Εγώ δε δη βούλομαι πρώτον μεν ειπείν ως χρη με ειπείν,έπειτα ειπείν.δοκούσι γαρ μοι πάντες οι πρόσθεν ειρηκότες ου τον θεόν εγκωμιάζειν αλλά τους ανθρώπους ευδαιμονίζειν των αγαθών ων ο θεός αυτοίς αίτιος•οποίος δε τις αυτός ων ταύτα εδωρήσατο,ουδείς είρηκεν.εις δε τρόπος ορθός παντός επαίνου περί παντός,λόγω διελθείν οίος οίων αίτιος ων τυγχάνει περί ου αν ο λόγος η•ούτω δη τον Έρωτα και ημάς δίκαιον επαινέσαι πρώτον αυτόν οίον εστίν,έπειτα τας δόσεις,φημί ουν εγώ πάντων θεών ευδαιμόνων όντων Έρωτα,ει θέμις και ανεμέσητον ειπείν,ευδαιμονέστατον είναι αυτών,κάλλιστον όντα και άριστον.έστι δε κάλλιστος ων τοιόσδε.πρώτον μεν νεώτατος θεών,ω Φαίδρε.μέγα δε τεκμήριον τω λόγω αυτός παρέχεται.φεύγων φυγή το γήρας,ταχύ ον δήλον ότι•θάττον γουν το δέοντος ημίν προσέρχεται.ο δη πέφυκεν Έρως μισείν και ουδ’εντός πολλού πλησιάζειν.μετά δε νέων αεί σύνεστί τε και εστιν•ο γαρ παλαιός λόγος ευ έχει,ως όμοιον ομοίω αεί πελάζει.εγώ δε Φαίδρω πολλά άλλα ομολογών τούτο ουχ ομολογώ,ως Έρως Κρόνου και Ιαπετού αρχαιότερος εστίν,αλλά φημί νεώτατον αυτόν είναι θεών και αεί νέον,τα δε παλαιά πράγματα περί θεούς,α Ησίοδος και Παρμενίδης λέγουσιν,Ανάγκη και ουκ Έρωτι γεγονέναι,ει εκείνοι αληθή έλεγον•ου γαρ αν έκτομαι ουδέ δεσμοί αλλήλων εγίγνοντο και άλλα πολλά και βίαια,ει Έρως εν αυτοίς ην,αλλά φιλία και ειρήνη,ώσπερ νυν,εξ ου Έρως των θεών βασιλεύει.νέον μεν ουν εστί,προς δε τω νέω απαλός•ποιητού δ’εστίν ενδεής οίος ην Όμηρος προς το επιδείξαι θεού απαλότητα.Όμηρος γαρ Άτην θεόν τε φησίν είναι και απαλήν-τους γουν πόδας αυτής απαλούς είναι-λέγων
της μένθ’απαλοί πόδες•ου γαρ επ’ούδεος
πίλναται,αλλ’άρα η γε κατ’ανδρών κράατα βαίνει.
Καλώ ουν δοκεί μοι τεκμηρίω την απαλότητα αποφαίνειν,ότι ουκ επί σκληρού βαίνει,αλλ’επί μαλθακού.τω αυτώ δη και ημείς χρησόμεθα τεκμηρίω περί Έρωτα ότι απαλός.ου γαρ επί γης βαίνει ουδ’επί κρανίων,α εστίν ου πάνυ μαλακά,αλλ’εν τοις μαλακωτάτοις των όντων και βαίνει και οικεί.εν γαρ ήθεσι και ψυχαίς θεών και ανθρώπων την οίκησιν ίδρυται,και ουκ αυ εξής εν πάσαις ταις ψυχαίς,αλλ’ήτινι αν σκληρόν ήθος εχούση εντύχη,απέρχεται,η δ’αν μαλακόν,οικίζεται.απτόμενον ουν αεί και ποσίν και πάντη εν μαλακωτάτοις των μαλακωτάτων,απαλώτατον ανάγκη είναι.νεώτατος μεν δη εστί και απαλώτατος,προς δε τούτοις υγρός το είδος.ου γαρ αν οίος τ’ην πάντη περιπτύσσεσθαι ουδέ διά πάσης ψυχής και εισιών το πρώτον λανθάνειν και εξιών,ει σκληρός ην.συμμέτρου δε και υγράς ιδέας μέγα τεκμήριον η ευσχημοσύνη,ο δη διαφερόντως εκ πάντων ομολογουμένως Έρως έχει•ασχημοσύνη γαρ και Έρωτι προς αλλήλους αεί πόλεμος.χρόας δε κάλλος η κατ’άνθη δίαιτα του θεού σημαίνει•ανανθεί γαρ και απηνθηκότι και σώματι και ψυχή και άλλω οτωούν ουκ ενίζει Έρως,ου δ’αν ευανθής τε και ευώδης τόπος η,ενταύθα δε και ίζει και μένει.
Περί μεν ουν κάλλους και θεού και ταύτα ικανά και έτι πολλά λείπεται,περί δε αρετής Έρωτος μετά ταύτα λεκτέον,το μεν μέγιστον ότι Έρως ουτ’αδικεί ουτ’αδικείται ούτε υπό θεού ούτε θεόν,ούτε υπ’ανθρώπου ούτε άνθρωπον.ούτε γαρ αυτός βία πάσχει,ει τι πάσχει-βία γαρ Έρωτος ουχ άπτεται•ούτε ποιών ποιεί-πας γαρ εκών Έρωτι παν υπηρετεί,α δ’αν εκών εκόντι ομολογήση,φασίν «οι πόλεως βασιλής νόμοι» δίκαια είναι.προς δε τη δικαιοσύνη σωφροσύνης πλείστης μετέχει.είναι γαρ ομολογείται σωφροσύνη το κρατείν ηδονών και επιθυμιών,Έρωτος δε μηδεμίαν ηδονήν κρείττω είναι•ει δε ήττους,κρατοίντ’αν υπό Έρωτος,ο δε κρατοί,κρατών δε ηδονών και επιθυμιών ο Έρως διαφερόντως αν σωφρονοί.και μην εις γε ανδρείαν Έρωτι «ουδ’Άρης ανθίσταται».ου γαρ έχει Έρωτα Άρης,αλλ’Έρως Άρη-Αφροδίτης,ως λόγος-κρείττων δε ο έχων του εχομένου•του δ’ανδρειοτάτου των άλλων κρατών πάντων αν ανδρειότατος είη.περί μεν ουν δικαιοσύνης και ανδρείας του θεού είρηται,περί δε σοφίας λείπεται•όσον ουν δυνατόν,πειρατέον μη ελλείπειν.και πρώτον μεν,ιν’αυ και εγώ την ημετέραν τέχνην τιμήσω ώσπερ Ερυξίμαχος την αυτού,ποιητής ο θεός σοφός ούτως ώστε και άλλον ποιήσαι•πας γουν ποιητής γίγνεται,«καν άμουσος ή το πριν»,ου αν Έρως άψηται.ω δη πρέπει ημάς μαρτυρίω χρήσθαι,ότι ποιητής ο Έρως αγαθός εν καφαλαίω πάσαν ποίησιν την κατά μουσικήν•α γαρ τις ή μη έχει ή μη οίδεν,ούτ’αν ετέρω δοίη ουτ’αν άλλον διδάξειεν.και μεν δη την γε των ζώων ποίησιν πάντων τίς εναντιώσεται μη ουχί Έρωτος είναι σοφίαν,ή γίγνεται τε και φύεται πάντα τα ζώα;αλλά την των τεχνών δημιουργία ουκ ίσμεν,ότι ου μεν αν ο θεός ούτος διδάσκαλος γένηται,ελλόγιμος και φανός απέβη,ου δ’αν Έρως μη εφάψηται,σκοτεινός;τοξικήν γε μην και ιατρικήν και μαντικήν Απόλλων ανηύρεν επιθυμίας και έρωτος ηγεμονεύσαντος,ώστε και ούτος Έρωτος αν είη μαθητής,και Μούσαι μουσικής και Ήφαιστος χαλκείας και Αθηνά ιστουργίας και Ζευς κυβερνάν θεών τε και ανθρώπων.
Όθεν δη και κατεσκευάσθη των θεών τα πράγματα Έρωτος εγγενομένου,δήλον ότι κάλλους-αίσχεει γαρ ουκ έπι έρως-προ του δε,ώσπερ εν αρχή είπον,πολλά και δεινά θεοίς εγίγνετο,ως λέγεται,διά την της Ανάγκης βασιλείαν•επειδή δ’ο θεός ούτος έφυ,εκ του εράν των καλών πάντ’αγαθά γέγονεν και θεοίς και ανθρώποις.
Ούτως εμοί δοκεί,ω Φαίδρε,Έρως πρώτος αυτός ων κάλλιστος και άριστος μετά τούτο τοις άλλοις άλλων τοιούτων αίτιος είναι.επέρχεται δε μοι τι και έμμετρον ειπείν,ότι ούτος εστί ο ποιών
ειρήνην μεν εν ανθρώποις,πελάγει δε γαλήνην
νηνεμίαν,ανέμων κοίτην ύνου τα’ενί κήδει.
Ούτος δε ημάς αλλοτριότητος μεν κενοί,οικειότητος δε πληροί,τας τοιάσδε συνόδους μετ’αλλήλων πάσας τιθείς συνιέναι,εν εορταίς,εν χοροίς,εν θυσίαισι γιγνόμενος ηγεμών•πραότητα μεν πορίζων,αγριότητα δ’εξορίζων•φιλόδωρος ευμενείας,άδωρος δυσμενείας•ίλεως αγαθός,θεατός σοφοίς,αγαστός θεοίς•ζηλωτός αμοίροις,κτητός ευμοίροις•τρυφής,αβρότητος,χλιδής,χαρίτων,ιμέρου,πόθου πατήρ•επιμελής αγαθών,αμελής κακών•εν πόνω,εν φόβω,εν πόθω,εν λόγω κυβερνήτης,επιβάτης,παραστάτης τε και σωτήρ άριστος,συμπάντων τε θεών και ανθρώπων κόσμος,ηγεμών κάλλιστος και άριστος,ω χρη έπεσθαι πάντα άνδρα εφυμνούντα καλώς,ωδής μετέχοντα ην άδει θέλγων πάντων θεών τε και ανθρώπων νόημα
».



(Εγώ λοιπόν θέλω πρώτα να ομιλήσω,για να εξηγήσω,πώς θα ομιλήσω,και έπειτα να αρχίσω να ομιλώ.Διότι,καθώς βλέπω,όσοι ομίλησαν πριν από εμένα,όλοι καλοτύχισαν τους ανθρώπους για τα αγαθά που τούς χαρίζει ο θεός,αλλά δεν υμνολόγησαν τον θεό.Αλλά τί είναι αυτός(ο θεός) που τούς δώρισε αυτά τα αγαθά,αυτό κανείς δεν το έχει αναπτύξει(ή περιγράψει).Όμως ένας τρόπος επαίνου,λίαν ορθός από τον οποιονδήποτε(επαινέτη) για ο,τιδήποτε(επαινετέο) είναι να αναπτύξει με τον λόγο του,ποιος είναι αυτός,περί του οποίου ο λόγος και ποια είναι τυχόν τα έργα του.Ομοίως λοιπόν και εμείς τον έρωτα πρέπει να εγκωμιάσουμε,πρώτον τι είναι ο έρως ο ίδιος και μετά ποια είναι τα δώρα του.Λέγω λοιπόν με δύναμη.Από όλους τους θεούς,που όλοι τους είναι ευδαίμονες,πρώτος στην ευδαιμονία είναι ο Έρως,διότι είναι ο ωραιότερος σε κάλλος και σε αρετή(αν δεν είναι αμαρτία και κρίμα να το πω),διότι είναι ο ωραιότερος σε κάλλος και σε αρετή.
Στο κάλλος είναι πρώτος με τα εξής προσόντα.Πρώτον είναι ο νεότερος μεταξύ των θεών.Φαίδρε,μεγάλη απόδειξη αυτού μάς προσφέρει ο ίδιος.Αποφεύγει το γήρας και το γήρας,ως γνωστόν,είναι γοργό,μάς καταφτάνει ταχύτερα,απ’όσο πρέπει.Αυτό λοιπόν είναι στη φύση του ο Έρως,το να μισεί(το γήρας) και ούτε από μακριά να πλησιάζει,αλλά να συνευρίσκεται πάντα με νέους.Η παλιά παροιμία έχει δίκιο,όμοιος τον όμοιο πάντα αναζητά.
Με τον Φαίδρο λοιπόν εγώ,αν και συμφωνώ σε πολλά άλλα,όμως δεν συμφωνώ ότι ο Έρως είναι παλαιότερος από τον Κρόνο και τον Ιαπετό.Αντίθετα,ισχυρίζομαι ότι είναι(ο Έρως) ο νεότατος των θεών και πάντοτε νέος,τα παλαιά εκείνα επεισόδια,που διηγούνται για τους θεούς ο Ησίοδος,ο Παρμενίδης,ότι η Ανάγκη και όχι ο Έρως τα δημιούργησε,είναι αληθινά,αν είναι αληθινά,όσα εκείνοι έλεγαν.Άλλωστε,δεν θα συνέβαιναν ακρωτηριασμοί και φυλακίσεις και άλλες βίαιες πράξεις,αν ίσως ήταν μεταξύ τους ο Έρως,αλλά μόνο αγάπη, ειρήνη καθώς και τώρα,αφ’ότου ο Έρως βασιλεύει εκεί των θεών.
Είναι λοιπόν νέος και για τούτο απαλός.Ποιητής,όπως ο Όμηρος,θα χρειαζόταν να περιγράψει την απαλότητα του θεού.Ο Όμηρος,λοιπόν,λέγει για την Άτη ότι είναι θεά απαλή στα πόδια της(τουλάχιστον αυτά είναι απαλά) με τις λέξεις:
κι έχει απαλά τα πόδια μηδ’εγγίζει
τη γη,μόνον κορφή πατάει,κεφάλια θνητών.
Ονομαστό δείγμα της απαλότητάς της παρουσιάζει ότι περιπατεί στα μαλακά και όχι στα σκληρά.Αυτό δε το ίδιο επιχείρημα θα χρησιμοποιήσουμε σχετικά με τον έρωτα,ότι (είναι) απαλός,όχι επάνω στη γη,ούτε στα κρανία επάνω περιπατεί που δεν είναι και τόσο μαλακά,αλλά πάνω σε μαλακότερα αντικείμενα κατοικεί και έχει στήσει την κατοικία του στα αισθήματα και στις ψυχές των ανθρώπων.
Και ούτε πάλι αδιακρίτως σε όλες τις ψυχές•αλλά από την οποία έχει σκληρά αισθήματα απομακρύνεται,εγκαθιδρύεται δε σε όποια έχει λεπτά αισθήματα ερχόμενος σε επαφή συνεχώς με τα πόδια του και με όλο του το είναι με τα μαλακότερα ανάμεσα στα μαλακότερα,θα είναι δε λεπτός και απαλός κατ’ανάγκην σε πάρα πολλά πράγματα.
Είπαμε ότι είναι νεότατος και απαλότατος.Εκτός δε από αυτό και λίαν υγρός στην μορφή.Αλλιώς δεν θα κατόρθωνε να προσαρμόζεται στο κάθε τι και να επιχειρεί απαραιτητως στο βάθος κάθε ψυχής κατ’αρχήν και πάλι να εισχωρεί και να αποχωρεί,αν ήταν δύσκαμπτος.
Η κομψοπρέπεια δε είναι δείγμα αρμονικής και ευλύγιστης φύσης.Αυτή δε την κατέχει σε μεγάλο βαθμό πάνω απ’όλους(και τούτο όλοι το αναγνωρίζουν) ο Έρως•ασχημία δε και Έρως έχουν μεταξύ τους αιώνιο πόλεμο.Πάλι δε την ωραιότητα του χρώματος την φανερώνει η διαμονή του θεού μέσα στα άνθη.Ο Έρως δεν κατοικεί ούτε σε σώμα ούτε σε πνεύμα ούτε σε τίποτε άλλο ανάνθιστο ή μαραμένο,όπου όμως ο τόπος είναι ανθισμένος και πλήρης από μυρωδιές(ωραίες),εκεί ο Έρως εδρεύει και παραμένει.Για το κάλλος του θεού λοιπόν και αυτά είναι αρκετά,αλλά ακόμη μπορούν να λεχθούν περισσότερα.Τώρα πρέπει να γίνει λόγος για την αρετή του Έρωτος.Το σημαντικότερο είναι ότι ο Έρως ούτε αδικεί ούτε τον αδικούν,ούτε θεός ούτε θεό,ούτ’ανθρωπος ούτ’άνθρωπο.Διότι με βία ούτε ο ίδιος παθαίνει αυτό που παθαίνει(η βία δεν τον αγγίζει τον έρωτα) ούτε ενεργεί(με εξαναγκασμό) δε, ό,τι ενεργεί.
Ελευθέρως υπηρετεί ο καθένας σε ό,τι αφορά στον έρωτα,όσα δε ελεύθερος(άνθρωπος) με ελεύθερο θα συμφωνήσει,λέγουν οι άρχοντες της πολιτείας,δηλ.οι νόμοι,είναι δίκαια.
Μαζί με δικαιοσύνη,με σωφροσύνη άφθονη είναι ο Έρως προικισμένος,κυριαρχεί επί των ηδονών και των επιθυμιών.Όμως λέγουν καμμιά ηδονή δεν είναι ισχυρότερη από τον έρωτα.
Επειδή είναι κατώτερα,λοιπον,κυριαρχούνται φυσικά από τον Έρωτα και κυριαρχεί και σ’αυτά και επειδή κυριαρχεί των ηδονών και των επιθυμιών ο Έρως,θα διαθέτει ασύγκριτη σωφροσύνη.
Και πάλι στη γενναιότητα ο Έρως δεν συγκρίνεται στο μέτρο της γενναιότητος με τον Άρη,διότι δεν κατέχει ο Άρης τον Έρωτα,αλλά ο Έρως της Αφροδίτης τον Άρη,όπως λέγουν.Δεν είναι δε ο ισχυρότερος ο κατεχόμενος από τον κατέχοντα.
Αφού λοιπόν κατανικά (ο Έρως) τον γενναιότερο από όλους τους άλλους,θα είναι γενναιότερος από όλους.
Αυτά περί της δικαιοσύνης,της σωφροσύνης,της γενναιότητος του θεού.Υπολείπεται(να γίνει λόγος) περί της σοφίας.Και ας μη καθυστερήσουμε σ’αυτό,όσο είναι δυνατόν.
Και πρώτα(να αποδώσω τις τιμές κι εγώ στην τέχνη μας,όπως είπαμε,ο Ερυξίμαχος για την δική του)ο θεός είναι τόσο σοφός,ποιητής,ώστε μπορεί να κάνει ποιητή κι έναν άλλο.
Μεταβάλλεται δε σε ποιητή αυτός,τον οποίο θα αγγίζει ο Έρως,ακόμα κι αν ήταν πριν σ’αυτόν ξένη μούσα.Πρέπει λοιπόν να προσφέρουμε ως μαρτυρία,το ότι ο Έρως είναι εξαίρετος δημιουργός σε κάθε μορφή δημιουργίας της τέχνης των Μουσών.Άλλωστε κανείς αυτά που δεν ξέρει ή δεν κατέχει,δεν θα μπορούσε ούτε σε άλλον να τα προσφέρει ούτε σε άλλον να τα διδάξει.
Ύστερα η δημιουργία των εμψύχων όλων είναι η τέχνη του έρωτος(σ’αυτό κανείς δεν έχει αντίρρηση).Με αυτό γίνονται και αναπτύσσονται τα έμψυχα.Και μήπως και στην εξάσκηση των πρακτικών τεχνών δεν είναι γνωστό ότι ο θεός αυτός θα είναι διδάσκαλος και σε όσους γίνει διδάσκαλος αυτός θα γίνουν φωτεινοί και διάσημοι;Θα γίνουν δε σκοτεινοί,όσοι,τους οποίους ο Έρως δεν θα αγγίξει.
Όταν έξαφνα ο Απόλλων εφηύρε την τέχνη των τόξων,την ιατρική,την μαντική,τον δρόμο τού έδειξαν ο πόθος και ο Έρως,ώστε και εκείνος θα έπρεπε να είναι μαθητής του Έρωτος,και οι Μούσες στη μουσική,και ο Ήφαιστος στην μεταλλουργία,και η Αθηνά στην υφαντουργική και ο Ζευς να κυβερνά και να οδηγεί θεούς και ανθρώπους.
Έτσι επεβλήθη τάξη στις τάξεις των θεών,όταν ο Έρως ετέθη μεταξύ τους,βέβαια ο Έρως προς το ωραίον ως Έρως δεν συγκατοικεί με την ασχήμια.Ενώ προηγουμένως,όταν βασίλευε η Ανάγκη μεταξύ των θεών,όπως προανέφερα στην αρχή,σημειώνονταν πολλές αγριότητες μεταξύ των θεών.Αλλά από τότε που εμφανίστηκε ο θεός αυτός,κάθε καλό και ωραίο μεταξύ των θεών και των σνθρώπων από τον έρωτα δημιουργήθηκε.
Μ’αυτά νομίζω,Φαίδρε,ο Έρως είναι πρώτος ο ίδιος,καθώς είναι ωραιότατος και τελειότατος,έγινε πρόξενος δε αναλόγων χαρισμάτων και για τους άλλους.Έρχεται δε και κάτι να προσθέσω κατά τρόπο έμμετρο,για όσα ο Έρως μπορεί να δημιουργήσει στους ανθρώπους
ειρήνη στα πέλαγα γαλήνη
κι απανεμιά κοιμίζει τους ανέμους
στα θλιμμένα χαρίζει ύπνο κορμιά.
Αυτός είναι που αφαιρεί την εχθρότητα μεταξύ μας,μάς πλημμυρίζει με οικειότητα,τις παρόμοιες μεταξύ μας συγκεντρώσεις αυτός τις ορίζει και πρώτος κινείται στα πανηγύρια,τα χοροστάσια,τις τελετές.Εξασφαλίζει μειλιχιότητα,εξαφανίζει την αγριότητα,χαρίζει δώρα ευμένειας,αρνείται τα δώρα της δυσμένειας.Είναι στοργικός,μαλακός,το καύχημα των θεών,το θέαμα των σοφών,ζηλευτός σ’αυτούς που δεν τον ζουν,θησαυρός γι’αυτούς που τον έχουν.Πατέρας της Απολαύσεως,της Ανέσεως,της Ευμάρειας,των Θελγήτρων,της Λαχτάρας,του Πόθου,αγρυπνεί για τους καλούς,αδιαφορεί για τους κακούς σε κάθε τόπο,σε κάθε φόβο,σε κάθε πόθο,σε κάθε λόγο,πηδαλιούχος,πολεμιστής,συμμαχητής και τέλειος σωτήρας.Όλων μαζί των θεών και των ανθρώπων κόσμημα πανέμορφο και πανίσχυρος οδηγητής.Ο άνθρωπος οφείλει να ακολουθεί αυτόν με αρμονικά υμνολογήματα,στο τραγούδι να ενώνει την φωνή του και να σαγηνεύει τα στήθη όλων των θεών και των θνητών).








(Πηγή:«Συμπόσιον» του Πλάτωνος).

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

Η θανατική ποινή στην αρχαία Αθήνα.

Στην Αθήνα των κλασσικών χρόνων,όσοι καταδικάζονταν από τα δικαστήρια σε θάνατο,εκτελούνταν είτε με κώνειο είτε με κατακρημνισμό είτε,τέλος,με «αποτυμπανισμό».Η δηλητηρίαση των καταδίκων με κώνειο άρχισε να εφαρμόζεται προς το τέλος του 5ου αι.π.Χ.Στους καταδίκους που έμελλε να πιουν το κώνειο έλυναν τα δεσμά την μέρα της θανάτωσης,έτσι ώστε ο μελλοθάνατος να μπορεί,αν θέλει,να λουσθεί και να αποχαιρετήσει τους δικούς του.Περισσότερο παρά τρόπος εκτέλεσης,η δηλητηρίαση συνιστά παρότρυνση σε αυτοκτονία,για λόγους επιείκειας,και ο νεκρός παραδίδεται στους δικούς του για την ταφή.Στην εκτέλεση με κατακρημνισμό,που εκτός απ’την Αθήνα εφαρμοζόταν στη Σπάρτη,στους Δελφούς,στην Κόρινθο,ίσως στην Ίλιδα και την Θεσσαλία,ο καταδικασμένος σπρωχνόταν από το ύψος ενός ψηλού βράχου στο γκρεμό,στο Βάραθρο ή όρυγμα στην Αθήνα,στον Καιάδα στη Σπάρτη,στους Κόρακες στην Θεσσαλία.Ο τρόπος αυτός εκτέλεσης εφαρμοζόταν μάλλον στα πολιτικά και τα θρησκευτικά εγκλήματα,όπως εξάλλου και το κώνειο,και συνεπαγόταν απαγόρευση ταφής του κατακρημισθέντος.Ο κατακρημνισμός δεν αναφέρεται μετά το 406 π.Χ. και το καινούργιο όρυγμα που άνοιξαν οι Αθηναίοι τον 4ο αιώνα π.Χ. χρησίμευε μάλλον για να ρίχνουν τα πτώματα των καταδίκων.Ο τρίτος τρόπος εκτέλεσης των καταδίκων,ο ‘’αποτυμπανισμός’’,αναφέρεται απ’τους κλασσικούς συγγραφείς μετρόπο λακωνικό.Πουθενά δεν διασώθηκε περιγραφή για τον τρόπο,με τον οποίο γινόταν.Σύμφωνα με τους μεταγενέστερους λεξικογράφους,η εκτέλεση γινόταν με το «τύμπανον» ή «τύπανον»,ξύλινο θανατικό εργαλείο του δημίου.Οι παλιοί γραμματικοί και σχολιαστές,αναγνωρίζοντας ενεργητική σημασία στη λέξη «τύμπανον»,δέχονται ότι ο αποτυμπανισμός είναι θανάτωση διά τυμπάνου,ερμηνεία που δεν αμφισβητήθηκε απ’τους ιστορικούς και τους αρχαιολόγους μέχρι το 1923.Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα οι αρχαιολόγοι Κουρουνιώτης και Πελεκίδης αποκάλυψαν στην περιοχή του Φαληρικού Δέλτα αρχαίο νεκροταφείο που εντυπωσίασε τους ερευνητές της εποχής για την πυκνότητά του.Ανάμεσα στους 86 τάφους που ανασκάφηκαν,ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα πολυάνδριο των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων,όπου τάφηκαν 18 άνδρες χωρίς κανένα κτέρισμα.Κάθε σκελετός είχε γύρω από το λαιμό,τα χέρια και τα σφυρά των ποδιών ένα σιδερένιο κλοιό με αιχμηρές απολήξεις.Στις απολήξεις των κλοιών βρέθηκαν υπολείμματα ξύλου.Από το γεγονός αυτό συμπεραίνει κανείς ότι κάθε νεκρός ήταν ξαπλωμένος πάνω σε μια σανίδα,πλάτους 0,50-0,55,πάνω στην οποία είχε ακινητοποιηθεί με τους κλοιούς που περιέβαλαν τα άκρα και τον κλοιό και οι οποίοι ήταν καρφωμένοι πάνω στην σανίδα.Ο ένας από τους άνδρες είχε στο στήθος του μια χάλκινη αιχμή βέλους,ενώ οι περισσότεροι είχαν σπασμένα τα οστά του προσώπου ή του κρανίου.Στα 1923 ο τότε έφορος αρχαιοτήτων Αττικής Α.Κεραμόπουλλος απέδειξε με μια διεθνώς αναγνωρισμένη μελέτη του ότι το πολυάνδριο του Φαλήρου μας αποκαλύπτει τον πιο διαδεδομένο νόμιμο τρόπο εκτέλεσης από τους προσολώνειος χρόνους μέχρι τον 4ο αι.π.Χ.Με την μαρτυρία των αρχαίων κειμένων,κυρίως ενός αποσπάσματοςαπό τις Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη(στ.930 επ.),ο Κεραμόπουλλος απέδειξε ότι ο αποτυμπανισμός ισοδυναμεί με τον θάνατο επί της σανίδος.Επομένως,το τύμπανον,απ’όπου προέρχεται ο αποτυμπανισμός,δεν είναι παρά μια σανίδα ή σε παλιότερες εποχές ένας κορμός δένδρου.Ονομάστηκε και «ξύλον»,επειδή ήταν ξύλινη ή ακόμα «πεντεσύριγγον ξύλον» από τους πέντε κλοιούς που στήριζαν το σώμα του καταδίκου στη σανίδα.Η διαδικασία θανάτωσης ήταν η εξής:Πάνω σε μια πλατιά και γερή σανίδα,όπως πρέπει να ήταν αυτές του Φαλήρου,ξάπλωναν τον κατάδικο,γυμνό,όπως ακριβώς σταυρώνονταν από τους Ρωμαίους οι καταδικασμένοι σε θάνατο.Στην συνέχεια,καθήλωναν τον κατάδικο με πέντε «ήλους»,δηλαδή κλοιούς που περιέβαλλαν τα άκρα και τον λαιμό και καρφώνονταν γερά στη σανίδα.Μετά την ακινητοποίηση του σώματος η σανίδα στηνόταν όρθια και στερεωνόταν στο έδαφος,έτσι ώστε ο κατάδικος εκρέματο.Είναι πιθανό,προτού σηκωθεί η σανίδα,ο κατάδικος να μαστιγωνόταν ή να ραβδιζόταν,όπως γινόταν η φραγγέλωση στην ρωμαϊκή σταύρωση.Για τολόγο αυτό έπρεπε ο κατάδικος να είναι γυμνός.Αφού η σανίδα στηνόταν όρθια,φύλακες φρουρούσαν,μη και κανείς αποπειραθεί να απελευθερώσει τον αποτυμπανιζόμενο ή μη θελήσει να συντομεύσει το μαρτύριό του επισπεύδοντας τον θάνατό του.Φαίνεται,όμως,ότι το μαρτύριο του καταδίκου δεν σταματούσε εδώ:τα κακοποιημένα οστά των νεκρών του Φαλήρου δείχνουν ότι,αφού καθηλώνονταν στη σανίδα,οι κακούργοι λιθοβολούνταν,έτσι ώστε διαμελισμένοι και κακοποιημένοι να μη μπορούν να πάρουν εκδίκηση μετά θάνατο.Η συνήθεια αυτή αποτελεί ίσως συμβολικό κατάλοιπο άλλων εποχών,όταν η εκτέλεση των καταδίκων γινόταν με λιθοβολισμό.Ταυτόχρονα,όμως,οι πέτρες που ερρίπτοντο στους αποτυμπανιζόμενους θυμίζουν το σημερινό ανάθεμα:χάρη σ’αυτές οι κακούργοι «ανετίθεντο» και ως εκ τούτου κατέχονταν από τους χθόνιους θεούς,χωρίς κίνδυνο να ξαναγυρίσουν στη γη.Δεν υπήρχε έτσι φόβος να ξαναεμφανισθούν στη ζωή,σαν τους «καταχανάδες» της σημερινής Κρήτης,δηλαδή τους κακοβαφτισμένους,τους κακοθαμμένους ή τους ανθρώπους που διέπραξαν,όσο ζούσαν,πολλά ανομήματα,οι οποίοι σηκώνονται νύχτα από τον τάφο τους και εμφανίζονται μαζί με τους δαίμονες.Δεν αποκλείεται,αντί να καρφωθεί με τους κλοιούς στη σανίδα,να ήταν δυνατό να δεθεί ο κατάδικος πάνω στο τύμπανο ή στο σταυρό.Όμως,η συμβολική δύναμη του μετάλλου,σιδήρου ή χαλκού,είτε είναι κλοιός είτε καρφί,όχι μόνο είναι ισχυρότερη και διαρκέστερη από του σχοινιού,αλλά και έχει μεγάλη αποτροπιαστική δύναμη(Σχολ.Οδυσ.Λ.48).Η αγχόνη,η καρατόμηση,ο κατακρημνισμός,η πυρά ή ο πνιγμός είναι φιλάνθρωποι θάνατοι σε σύγκριση με τον αποτυμπανισμό.Ακόμα και η ρωμαϊκή σταύρωση,οδυνηρότερη εξαιτίας του καρφώματος των άκρων,συνεπάγεται γρηγορότερο θάνατο λόγω της απώλειας αίματος.Στον αποτυμπανισμό,όλο το βάρος του σώματος του καταδίκου έπεφτε προς τα κάτω,με συνέπεια οι κλοιοί να πιέζουν τις κνήμες,τις ωλένες και το κάτω σαγόνι.Αν οι κλοιοί των άκρων είναι χαλαροί,όλο το βάρος πέφτει στο λαιμό και συνθλίβεται το κάτω σαγόνι.Στις οδύνες αυτές πρέπει να προστεθούν η πείνα,η δίψα,το κρύο,η ζέστη,τα έντομα και τα όρνεα,οι μολύνσεις,η γάγγραινα,μαρτύρια που μπορούσαν να διαρκέσουν πολλές ημέρες.Σύμφωνα με την επικρατέστερη γνώμη,με αποτυμπανισμό τιμωρούνταν οι «κακούργοι»,κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονταν κατά τον Αριστοτέλη(«Αθηναίων Πολιτεία»):«κλέπται»,«ανδραποδισταί»,«λωποδύται»,«τοιχωρύχοι» και «βαλαντιοτόμοι»(τσαντάκηδες) και ενδεχομένως οι φονιάδες.Αν συλληφθούν επ’αυτοφώρω,όλοι αυτοί οι εγκληματίες οδηγούνται χωρίς ανάκριση κατ’ευθείαν στο δικαστήριο των Ένδεκα.Εφ’όσον ομολογούν την πράξη τους,ακολουθεί συνοπτική διαδικασία και εκτελούνται αμέσως.Η συνοπτική αυτή διαδικασία,η «απαγωγή»,αποτελεί κατάλοιπο της πανάρχαιας ιδιωτικής απονομής της δικαιοσύνης και εκδίκησης,όταν το ίδιο το θύμα ήτοι συγγενείς του συνελάμβαναν τον δράστη και τον εκτελούσαν αμέσως,χωρίς την επέμβαση των κρατικών οργάνων.Οι νεκροί του Φαλήρου ανήκαν,επομένως,στην κατηγορία των κακούργων.Όμως,το γεγονός ότι ετάφησαν συγχρόνως 17 εγκληματίες καθιστά απίθανο να πρόκειται για κλέφτες.Για τον Α.Κεραμόπουλλο πρόκειται για πειρατές που επέδραμαν στις αττικές ακτές.Ο λιθοβολισμός και ο κατακρημνισμός των καταδίκων είναι ένας τρόπος εξάλειψης του μιάσματος που γεννά ένα έγκλημα θρησκευτικού κυρίως χαρκτήρα,ένα άγος.Η θανατική εκτέλεση στις περιπτώσεις αυτές δεν αποσκοπεί στο φυσικό αφανισμό του ενόχου,αλλά έχει θρησκευτική χροιά.Πρώτα απ’όλα αποβλέπει στον εξαγνισμό της κοινωνικής ομάδας από την ευθύνη του αίματος που θα χυθεί.Έπειτα,η βίαιη αποπομπή στο θάνατο ενός ανάξιου και καταραμένου μέλους της ομάδος μπορεί να θεωρηθεί πράξη ευσέβειας τόσο από τη μεριά της κοινωνικής ομάδος όσο και από τη μεριά του καταδικασμένου,ο οποίος εγκαταλείπεται στο έλεος των θείων δυνάμεων.Τελείως διαφορετική είναι η περίπτωση των κακούργων.Η εκτέλεσή τους οδηγεί σε θάνατο τελείως διαφορετικό από τον θάνατο με κατακρημνισμό των ενόχων θρησκευτικού ή πολιτικού εγκλήματος.Ο αποτυμπανιζόμενος εκτίθεται στην δημόσια θέα σαν αντικείμενο αποστροφής και χλευασμού,το οποίο πρέπει να υποφέρει με κάθε τρόπο.Αποτελεί συνάμα και ένα μέσο εκφοβισμού:Η αγωνία είναι πιο παραδειγματική από ένα πτώμα.









(Πηγή:Περιοδικό «Αρχαιολογία»).

Ο Αριστοτέλης και η ρητορική τέχνη.

Όπως η Λογική έτσι και η Ρητορική έχει για τον Αριστοτέλη προπαιδευτικό χαρακτήρα για τις κύριες φιλοσοφικές επιστήμες.Ο Αριστοτέλης έχει γενικά υπ’όψιν του όσα αναπτύσσει περί ρητορικής ο Πλάτων στο δεύτερο μέρος του «Φαίδρου»,καθώς επίσης και τον Ισοκράτη,ο οποίος με τους μαθητές του ήταν κυρίαρχος του πεδίου της ρητορικής.Σκοπός του Αριστοτέλους είναι,αφού κρίνει,διορθώσει και συμπληρώσει τους προδρόμους του,να δώσει μια γενική θεμελίωση της ρητορικής τέχνης.Η θεμελίωση,όμως,αυτή πρέπει να έχει φιλοσοφικό χαρακτήρα,σύμφωνα με το πρόγραμμα του Πλάτωνος στο δεύτερο μέρος του «Φαίδρου».Έτσι εξηγούνται οι εξηγήσεις που παραλαμβάνει ο Αριστοτέλης από την Λογική και την Διαλεκτική,καθώς και από την Ηθική και την Ψυχολογία,για να στηρίξει την ρητορική ως τέχνη.Η ρητορική είναι μια τέχνη παράλληλη με την διαλεκτική και δεν έχει ορισμένο αντικείμενο.Είναι βέβαια μια τέχνη,η οποία έχει σκοπό «περί έκαστον του θεωρήσαι το ενδεχόμενον πιθανόν».Τα πειστικά και αποδεικτικά μέσα τα διακρίνει ο Αριστοτέλης σε φυσικά και σε έντεχνα.Φυσικά είναι αυτά που δρουν χωρίς την δική μας την προσπάθεια,όπως είναι οι μάρτυρες μιας δίκης ή και τα έγγραφα,ενώ τα έντεχνα κατασκευάζονται από εμάς μεθοδικά.Τα έντεχνα πειστικά και αποδεικτικά μέσα είναι τριών ειδών:α)εκείνα που στηρίζονται στην ηθική ποιότητα του ρήτορος,ο οποίος,όταν μιλάει,για να παρουσιάσει το πράγμα,πείθει με το δικό του κύρος β)εκείνα,τα οποία λεγόμενα απευθύνονται κυρίως στα πάθη των ακροατών και γ)τα καθαρώς λογικά.Αυτός είναι ο λόγος που ο Αριστοτέλης ζητεί από τον ρήτορα να έχει λογική και διαλεκτική μόρφωση,να γνωρίζει τις ηθικές αρχές και συνάμα την φύση των παθών του ανθρώπου.Μεγαλύτερη,όμως,σημασία έχουν τα λογικά πειστικά μέσα,τα οποία ο Αριστοτέλης διακρίνει σε δύο:α)στον λεγόμενο ρητορικό συλλογισμό,τον οποιο ονομάζει «ενθύμημα» και β)στη λεγόμενη ρητορική επαγωγή.Το ενθύμημα έχει μεγαλύτερη σημασία.Είναι μια λογική διαδικασία,όπου από γενικές και ως επί το πλείστον ισχυρές προτάσεις προκύπτει μια καινούργια κρίση.Σημασία έχει ότι το ‘’ενθύμημα’’ είναι ένας συντετμημένος,συνοπτικός συλλογισμός,ο οποίος αποβλέπει να πείσει το πλήθος,το οποίο δεν είναι δεκτικό μακρηγορικών συλλογισμών.Ο Αριστοτέλης διακρίνει «ενθυμήματα» που προκύπτουν από πιθανές προτάσεις και προϋποθέσεις και «ενθυμήματα» που προκύπτουν από ορισμένα σημεία.Τα πρώτα είναι τα επικρατέστερα στη ρητορική,γιατί αυτά πείθουν περισσότερο.Ο Αριστοτέλης διακρίνει τρία γένη των ρητορικών λόγων:το συμβουλευτικό,το δικανικό και το επιδεικτικό.Ο συμβουλευτικός λόγος έχει να κάνει με το μέλλον και ο σκοπός του είναι να δείξει τι είναι ωφέλιμο και τι είναι βλαβερό.Το έργο του συμβουλευτικού λόγου σύγκειται από δύο μέρη:από την προτροπή και από την αποτροπή.Το έργο του δικανικού λόγου αναφέρεται στην κατηγορία ή στην απολογία.Τέλος,ο επιδεικτικός λόγος έχει ως έργο τον έπαινο και τον ψόγο.Τελικός σκοπός της ρητορικής είναι να επηρεάσει τον ακροατή,για να σχηματίσει γνώμη για ένα θέμα.Για να επιτύχει ο σκοπός αυτός,πρέπει από το ένα μέρος ο ρήτωρ να χρησιμοποιήσει λογικά αποδεικτικά μέσα και από το άλλο μέρος πρέπει και ο ίδιος να έχει ενάρετο χαρακτήρα και αναμφισβήτητο ήθος.Εκτός αυτού πρέπει και οι ακροατές να οδηγηθούν σε ανάλογη ψυχική κατάσταση.Κυρίως ο συμβουλευτικός λόγος προϋποθέτει και απαιτεί ενάρετο χαρακτήρα και αναμφισβήτητο ήθος.Ο ρήτωρ που τα διαθέτει αυτά μπορεί να χρησιμοποιήσει και επιχειρήματα που θα αντλήσει από την Ηθική.Εξ άλλου ο δικανικός λόγος προϋποθέτει και απαιτεί την γνώση των παθών και συνεπώς ο δικανικός ρήτωρ θα πρέπει να είναι εξοικειωμένος με την Ψυχολογία και την χαρακτηρολογία.Επίσης ο Αριστοτέλης είναι πραγματικά αξιοθαύμαστος με όσα λέει σχετικά με την νεότητα,το γήρας,την ακμή της ανδρικής ηλικίας,τους ευγενείς,τους πλουσίους,τους πολιτικώς ισχυρούς,αλλά και την γλωσσική έκφραση.

Η υποχρέωση συμμετοχής στα κοινά κατά τον Ρήγα.

«Άρθρον 30.Τα οφφίκια* της Πατρίδος είναι καθαυτό προς καιρόν,όσον θέλει και κρίνει εύλογον η Διοίκησις•αυτά δεν πρέπει να θεωρώνται ως ξεχωρισταί τιμαί,μήτε ως ανταμοιβαί,αλλ’ως χρέη απαραίτητα των πολιτών εις το να δουλεύσουν την Πατρίδα των».



*οφφίκια=δημόσια αξιώματα.





(Πηγή:«Τα Δίκαια του Ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή).

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Η εξέγερση των «Ευαγγελιακών» και ο ξένος παράγοντας.

Δυόμισι χρόνια μετά την άνοδο του Γεωργίου Θεοτόκη στην εξουσία(Φεβρουάριος 1899) ένα απροσδόκητο γεγονός,άσχετο με το κυβερνητικό του έργο,προκάλεσε την πτώση του.
Στις αρχές Νοεμβρίου του 1901 η Αθήνα συγκλονίστηκε από πολυήμερες ταραχές με αιματηρά αποτελέσματα.Τα γεγονότα εκείνα πέρασαν στην Ιστορία ως «Ευαγγελιακά»,γιατί αφορμή τους υπήρξε η μετάφραση των Ευαγγελίων.
Ο αναβρασμός,που κατέληξε σε εξέγερση,ξεκίνησε δύο μήνες πιο πριν,όταν η εφημερίδα «Ακρόπολις» άρχισε να δημοσιεύει περικοπές του Ευαγγελίου μεταφρασμένες από τον Αλ.Πάλλη σε ακραία δημοτική.Αλλά το όλο ζήτημα είχε δημιουργηθεί πολύ νωρίτερα.Από το 1898 η Βασίλισσα Όλγα είχε σκεφτεί ότι τα Ευαγγέλια έπρεπε να μεταφραστούν στην ομιλουμένη γλώσσα,γιατί η κατανόησή τους θα τόνωνε το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού.Την επιθυμία της ανέλαβε να πραγματοποιήσει η γραμματεύς της Ιουλία Σωμάκη,ανιψιά του καθηγητή Πανταζίδη,και με την επίβλεψή του άρχισε την μετάφραση.Ο μητροπολίτης Αθηνών Προκόπιος,που ανήκε στο φιλικό περιβάλλον της Βασίλισσας και ήταν ενήμερος του θέματος,δεν έφερε καμμιά αντίρρηση.Ίσως δεν υπολόγισε τις συνέπειες ή δεν είχε το ηθικό θάρρος να πει την γνώμη του.
Όταν τελείωσε η μετάφραση,η βασίλισσα ζήτησε από το Υπουργείο Παιδείας την έκδοση εγκυκλίου που να συνιστά την διάδοσή της.Το υπουργείο,προκειμένου να εκδώσει τέτοια εγκύκλιο,απάντησε ότι χρειάζεται προηγουμένως έγκριση της μεταφράσεως από την Ιερά Σύνοδο.Ύστερα από αυτό η Όλγα απευθύνθηκε με επιστολή της,τον Δεκέμβριο του 1898,στην Σύνοδο.
Στο μεταξύ,το ζήτημα άρχισε να γίνεται γνωστό στην κοινή γνώμη,που το μεγαλύτερο μέρος της ήταν αντίθετο στον δημοτικισμό.Προκλήθηκαν συζητήσεις και αντιδράσεις,που έφτασαν μέχρι τις στήλες των εφημερίδων.Οι αντιτιθέμενοι στην μετάφραση διέδιδαν ότι πρόκειται για καταχθόνιο σχέδιο του σλαβισμού,που αποσκοπούσε να προκαλέσει διχόνοιες στον ελληνισμό,θρησκευτικές έριδες,που θα βοηθούσαν τον προσεταιρισμό των Ελλήνων της Μακεδονίας από την βουλγαρική Εξαρχία.Δεν ήταν δύσκολο να βρουν απήχηση οι ψίθυροι,γιατί η Όλγα γενικά δεν είχε συμπάθειες,λόγω της ρωσικής καταγωγής της,σε μια στιγμή που ο σλαβισμός ήταν αντιμέτωπος του ελληνισμού.Σχετικά με τα ελατήρια της Όλγας,πάντως,δεν αμφισβητείται ότι ξεκίνησε από αγαθή πρόθεση και δεν φαίνεται πιθανό ότι την ιδέα της μεταφράσεως των Ευαγγελίων την υπέβαλαν επιτήδεια πράκτορες του σλαβισμού,όσο και αν στην εξέλιξη της υποθέσεως επιχειρήθηκε σχετική εκμετάλλευση.
Τον Μάρτιο του 1899 η Σύνοδος απάντησε αρνητικά στην αίτηση της Βασίλισσας,αλλά εκείνη δεν παραιτήθηκε.Με νέα επιστολή στη Σύνοδο ζητούσε την διαιτησία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.Αλλά ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως,καθώς και οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας,με εμπιστευτικά τους έγγραφα προς την Σύνοδο, είχαν εκφράσει την αντίθεσή τους στην μετάφραση.Η απάντηση της Συνόδου στην δεύτερη επιστολή ήταν ότι «εμμένει της δεδογμένης…».Η υπόθεση είχε εξελιχθεί σε πεισματική αντδικία ανάμεσα στον κύκλο της Όλγας και στην Ιερά Σύνοδο.
Παρόλα αυτά εκτυπώθηκε ένας μικρός αριθμός ανατύπων της μεταφράσεως που διατέθηκαν σε περιορισμένο κύκλο.Πέρασαν μήνες και το θέμα ήταν ακόμα εκκρεμές,αλλά οι αντιγνωμίες,χωρίς να εξαλειφθούν,είχαν περάσει σε ύφεση.Τότε άρχισε η δημοσίευση της μεταφράσεως του Πάλλη και με την ευκαιρία ήρθε πάλι στην επιφάνεια η αντίδραση κατά της Όλγας.Για τις προθέσεις βέβαια του Πάλλη ούτε ίχνος αμφισβητήσεως μπορεί να υπάρξει,αφού είναι γνωστή η κεντρική ιδέα της προσπάθειας των δημοτικιστών να απλοποιηθεί η γλώσσα,για να μπορέσει ευκολότερα να μορφωθεί ο λαός και να «ορθοποδήσει το έθνος».
Είναι γεγονός ότι πολλές εκφράσεις του Πάλλη ήταν άστοχες και δεν είναι περίεργο ότι προκάλεσε αθρόες διαμαρτυρίες.Οι φοιτητές σε ψήφισμά τους χαρακτήρισαν την μετάφραση «γελοιοποίησιν των τιμαλφεστέρων του έθνους κειμηλίων» και καθηγητές της θεολογίας δημοσίευσαν υπόμνημα για την διακοπή του δημοσιεύματος στην «Ακρόπολη».Επίσης ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ με έγγραφό του αποδοκίμαζε την μετάφραση και η απάντηση του Πάλλη επέτεινε την έξαψη.
Και όμως,η αντίθεση κατά του δημοτικισμού και η αγανάκτηση για την «βεβήλωση» δεν θα αρκούσαν ίσως,για να προκληθεί λαϊκή εξέγερση,αν το θέμα δεν είχε πολιτικοποιηθεί από την ανάμειξη παραγόντων που περίμεναν να αποκομίσουν οφέλη από την κατάσταση.Οι παράγοντες αυτοί-η αντιπολίτευση και πιθανότατα ξένοι-ενθάρρυναν και εξώθησαν στην αναταραχή με τον Τύπο και άλλους αφανείς τρόπους.
Από τις αρχές Οκτωβρίου οι εφημερίδες «Σκριπ»,«Καιροί» και «Εμπρός» άρχισαν πολεμική κατά των δημοτικιστών.Τους αποκαλούσαν άθεους,προδότες,όργανα των Σλάβων.Η φήμη για δωροδοκίες με «ρωσικά ρούβλια» κυκλοφορούσε ευρύτατα και με την έξαψη που επικρατούσε δεν ήταν δύσκολο να βρίσκει απήχηση.Στις 5 και 6 Νοεμβρίου έγιναν διαδηλώσεις φοιτητών.Έσπασαν υαλοπίνακες και επιγραφές της «Ακροπόλεως» και λιθοβόλησαν τους αστυνομικούς που επενέβησαν.Ύστερα κατέλαβαν το πανεπιστήμιο και από εκεί απηύθυναν προκηρύξεις προς τον λαό που εξήγειραν τον θρησκευτικό φανατισμό.«Η εξέγερσις των φοιτητών ουδόλως ενείχε σκοπούς ανατρεπτικούς και οχλαγωγικούς»,γράφει στην ιστορία του ο Ασπρέας,σύγχρονος των γεγονότων.«Αλλά η μη έγκαιρος επέμβασις της κυβερνήσεως,η εξακολούθησις της δημοσιεύσεως της παραφράσεως…επηύξησαν την εξέγερσιν,ηνάγκασαν τους φοιτητάς να ζητήσουν την βοήθειαν συλλόγων λαϊκών και προειλίαναν το έδαφος της καθόδου εις την πάλην των αντιπολιτευομένων την κυβέρνησιν κομμάτων».
Πραγματικά η κυβέρνηση είχε δείξει αδράνεια και ως εκείνη την στιγμή δεν φαινόταν να έχει αντιληφθεί την σοβαρότητα της καταστάσεως.Μόνο μετά τα επεισόδια που αναφέρθηκαν αντέδρασε.Ζητησε από την Ιερά Σύνοδο να εκδώσει εγκύκλιο που καταδίκαζε κάθε μετάφραση των Ευαγγελίων.Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου μετά από αυτό,με απόφασή της,θεωρούσε το ζήτημα τελειωμένο.Αλλά ήταν πια αργά.Οι υποκινητές των ταραχών επιδίωκαν αδιέξοδο,για να αναγκάσουν την κυβέρνηση να παραιτηθεί.Τώρα οι εξεγερμένοι φοιτητές ζητούσαν τον αφορισμό των μεταφραστών και καλούσαν τον λαό σε συλλαλητήριο για τις 8 Νοεμβρίου στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.Το παράλογο αυτό αίτημα,που την βασίλισσα κυρίως ζητούσε να πλήξει,ήταν αδύνατο φυσικά να ικανοποιηθεί και η κυβέρνηση κινητοποίησε στρατιωτικές δυνάμεις,για να αντιμετωπίσει τις διαδηλώσεις.
Το απόγευμα της 8ης Νοεμβρίου,μπροστά στο Πανεπιστήμιο,έγιναν συγκρούσεις ανάμεσα στους διαδηλωτές και στην αστυνομία,που είχε ενισχυθεί από ναυτικό άγημα.Στις ταραχές πήρε μέρος,εκτός από φοιτητές,ένα ετερόκλητο πλήθος,όπου είχαν παρεισφρήσει και ύποπτα στοιχεία.Το αποτέλεσμα ήταν τρεις φοιτητές και οχτώ πολίτες νεκροί και περίπου ογδόντα τραυματίες.Οι φοιτητές οπισθοχώρησαν και οχυρώθηκαν ξανά στο Πανεπιστήμιο,ενώ το πλήθος εξημμένο διασκορπίστηκε προς τις συνοικίες.Κατά την διάρκεια της νύχτας εκείνης ο βασιλιάς ζήτησε την παραίτηση του Προκοπίου,για να καταπραϋνθούν τα πνεύματα,και συγχρόνως η κυβέρνηση διέταξε να αποσυρθούν τα ναυτικά αγήματα,που η παρουσία τους είχε εξερεθίσει ιδιαίτερα.
Στην αποκατάσταση της ηρεμίας συνέπραξαν και οι αντιπολιτευόμενοι ηγέτες,που,όταν ευνοούσαν την δημιουργία των ταραχών,δεν προέβλεπαν ούτε την έκταση που θα έπαιρναν ούτε τα τραγικά τους αποτελέσματα.Εξάλλου,θεωρούσαν πια εξασφαλισμένη την πτώση της κυβερνήσεως.Είχαν κατορθώσει να δώσουν έμφαση στην ευθύνη της για τα επεισόδια και να μετατοπίσουν το επίκεντρο της γενικής αποδοκιμασίας από τους μεταφραστές στην «κυβέρνησιν δολοφόνων».
Η κηδεία των θυμάτων έγινε την επομένη χωρίς έκτροπα και στις 10 Νοεμβρίου συγκλήθηκε η Βουλή.Ο πρωθυπουργός Θεοτόκης,που είχε πυροβοληθεί και κινδυνέψει προσωπικά κατά την διάρκεια των επεισοδίων,αντιμετώπισε με ψυχραιμία τις οξύτατες κατηγορίες της αντιπολιτεύσεως.Η θυελλώδης εκείνη συνεδρίαση τελείωσε με ψηφοφορία,στην οποία ο Θεοτόκης πέτυχε την εμπιστοσύνη της Βουλής με 109 ψήφους σε σύνολο 203.Παρόλα αυτά την επόμενη ημέρα υπέβαλε την παραίτησή του.
Στις 12 Νοεμβρίου διαλύθηκαν και οι κλεισμένοι στο Πανεπιστήμιο φοιτητές.Μετά από ένα μήνα,στις 12 Δεκεμβρίου,σε συλλαλητήριο που οργανώθηκε κάηκε συμβολικά ένα αντίτυπο της μεταφράσεως και εγκρίθηκε ψήφισμα,με το οποίο οι φοιτητές ζητούσαν να ληφθούν μέτρα,για να μην κυκλοφορήσει η μετάφραση και στο μέλλον να τιμωρείται αυστηρά κάθε μεταφραστής.Έτσι τελείωσαν τα «Ευαγγελιακά»,που είχαν ως αποτέλεσμα το τέλος της πρώτης πρωθυπουργίας του Θεοτόκη.
Δεν υπάρχουν αποδείξεις,αλλά ορισμένοι συλλογισμοί και ενδείξεις κάνουν πειστική την άποψη ότι η Γερμανία προσπάθησε να επωφεληθεί από τον θρησκευτικό φανατισμό και τον υπέρμετρο εθνικισμό του λαού και να εντείνει το μίσος κατά της Ρωσίας.Είναι γνωστό ότι τα γερμανικά συμφέροντα συγκρούονταν με το ρωσικό ενδιαφέρον για τον βαλκανικό χώρο.Στην περίπτωση της Ελλάδας,η Γερμανία είχε με το μέρος της τον διάδοχο Κωνσταντίνο που ήταν θαυμαστής της και την γυναίκα του που έμενε προσκολλημένη στην φυσική της πατρίδα.Αντίθετα,ο βασιλιάς Γεώργιος ήταν αφοσιωμένος στην Αγγλία και η Όλγα,αν και διέθετε επιρροή,συμπαθούσε βέβαια την Ρωσία.Δεν είναι λοιπόν απίθανη η υπόθεση ότι οι Γερμανοί θεώρησαν τα επεισόδια ευκαιρία,για να στρέψουν τον μόνιμα υποβόσκοντα αντιδυναστισμό ειδικά στο πρόσωπο της Βασίλισσας,για να κλονίσουν το κύρος της και να δημιουργήσουν δυσκολίες στον Γεώργιο.Και δεν πρέπει να αγνοείται ότι σε κάθε κρίσιμη περίσταση μετά το 1897 κυκλοφορούσαν οι ψίθυροι πως ο Γεώργιος θα παραιτηθεί υπέρ του διαδόχου.
Σχετικά με τον τρόπο που έδρασαν οι πράκτορες της Γερμανίας στα «Ευαγγελιακά»,ο Κορδάτος υποστηρίζει ότι πρωταγωνίστησε η ίδια η Σοφία,ότι οι εφημερίδες που παρώξυναν και φανάτιζαν τον λαό δωροδοκήθηκαν.Σαν απόδειξη αναφέρει ότι είδε ανέκδοτες σημειώσεις του Τοπάλη,υπουργού στην κυβέρνηση Ζαΐμη που σχηματίστηκε μετά την παραίτηση του Θεοτόκη,όπου,μεταξύ άλλων,αναφέρεται ότι «τον ρόλον της Α.Υ. εις τα ευαγγελικά κανείς δεν πρέπει να τον μάθη.Διότι αύριον θα γίνη η σεπτή βασίλισσα…» και ακόμη ότι «ξένη πρεσβεία συνδεομένη με την μέλλουσαν βασίλισσαν επεδαψίλευεν εις αυτούς(τους εκδότες των εφημερίδων) υλικάς και ηθικάς παροχάς».Δεν ξέρουμε,τι στοιχεία είχε ο Τοπάλης γι’αυτά που εγραφε,γεγονός,όμως,είναι ότι στις διαδηλώσεις,εκτός από τις κραυγές «Κάτω η Σλάβα»,ρίχτηκε και το σύνθημα «Ζήτω ο Διάδοχος».









(Πηγή:«Ιστορία του Ελληνικού Έθνος»,Τόμος ΙΔ,σελ.174-177).

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

Αποσπάσματα από την πραγματεία «περί ευθυμίας» του Πλουτάρχου.

α.«…Ώσπερ ουν ο Ξενοφών παρήνει των θεών ευτυχούντας μάλιστα μεμνήσθαι και τιμάν,όπως,όταν εν χρεία γενώμεθα,θαρρούντες αυτούς παρακαλώμεν ως ευμενείς όντας ήδη και φίλους,ούτω και των λόγων,όσοι προς τα πάθη βοηθούσι,δει προ των παθών επιμελείσθαι τους νουν έχοντας,ιν’εκ πολλού παρεσκευασμένοι μάλλον ωφελώσιν.ως γαρ οι χαλεποί κύνες προς πάσαν εκταραττόμενοι βοήν υπό μόνης καταπραΰνονται της συνήθους,ούτω και τα πάθη τα της ψυχής διαγριαινόμενα καταπαύσαι ραδίως ουκ εστίν,αν μη λόγοι παρόντες οικείοι και συνήθεις επιλαμβάνωνται των ταραττομένων».
(Γι’αυτό,όπως συμβούλευε ο Ξενοφών ότι σε περιόδους ευτυχίας πρέπει να θυμόμαστε ιδιαίτερα τους θεούς και να τους τιμούμε,έτσι ώστε,όταν βρεθούμε στην ανάγκη,να μπορούμε να τους επικαλεστούμε με τη σκέψη πως είναι ήδη ευμενείς και φιλικοί,έτσι και με το πάθος των σκέψεων που βοηθούν στον έλεγχο των παθών,οι νουνεχείς πρέπει να τις προσέχουν,προτού αναφανούν τα πάθη,ώστε,όντας έτοιμες από πολύ πριν,η βοήθειά τους να μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική.Όπως,δηλαδή,τα άγρια σκυλιά ερεθίζονται με κάθε ξένη φωνή και ηρεμούν μόνο με τη γνωστή,έτσι και τα πάθη της φωνής,όταν αγριέψουν,δεν κατασιγάζουν εύκολα,παρά μόνο αν υπάρχουν έτοιμες για χρήση γνωστές και οικείες σκέψεις που να χαλιναγωγούν τα ταραγμένα πάθη).

β.«Ου γαρ η συνήθεια ποιεί τοις ελομένοις τον άριστον βίον ηδύν ως τις είπεν,αλλά το φρονείν άμα τον αυτόν βίον ποιεί και άριστον και ήδιστον».
(Δεν κάνει,δηλαδή,η συνήθεια την άριστη ζωή ευχάριστη γι’αυτούς που την έχουν επιλέξει,όπως έχει πει κάποιος,αλλά η φρόνηση κάνει την ίδια ζωή ταυτόχρονα και άριστη και ευχάριστη).

γ.«[Τοις πράγμασιν γαρ ουχί θυμούσθαι χρεών μέλει γαρ αυτοίς ουδέν•αλλ’ουντυγχάνων τα πράγματ’ορθώς αν τιθή,πράξει καλώς].Κυβεία γαρ ο Πλάτων τον βίον απείκασεν,εν ω και βάλλειν δει τα πρόσφορα,και βαλόντα χρήσθαι καλώς τοις πεσούσι.τούτων δε το μεν βάλλειν ουκ εφ’ημίν,το δε προσηκόντως δέχεσθαι τα γινόμενα παρά της τύχης και νέμειν εκάστω τόπον,εν ω και το οικείον ωφελήσει μάλιστα και το αβούλητον ήκιστα λυπήσει τους επιτυγχάνοντας,ημέτερον έργον εστίν,αν ευ φρονώμεν».
([Δεν πρέπει με τις καταστάσεις να θυμώνουμε•αυτές δεν νοιάζονται καθόλου•εκείνος,όμως,που ,όσα τού τυχαίνουν,σωστά θα χρησιμοποιήσει,θα ευτυχήσει].Ο Πλάτων,επί παραδείγματι,παρομοίασε την ζωή με το παιχνίδι των κύβων,κατά το οποίο πρέπει όχι μόνο να φέρνουμε το συμφερότερο αποτέλεσμα στο ρίξιμο των κύβων,αλλά,αφού το φέρουμε,να χρησιμοποιούμε σωστά αυτό που μάς έτυχε.Με τις περιστάσεις,όμως,αν και δεν είναι στο χέρι μας να ρίξουμε και να φέρουμε το αποτέλεσμα που θέλουμε,ωστόσο,έργο δικό μας είναι,αν είμαστε σώφρονες,να δεχτούμε με τον κατάλληλο τρόπο,ό,τι φέρνει η τύχη και να δώσουμε στο κάθε γεγονός την θέση,στην οποία και εκείνο που μάς είναι επιθυμητό θα μάς είναι ωφελιμότατο και εκείνο που μάς είναι ανεπιθύμητο θα μάς βλάψει όσο λιγότερο γίνεται).

δ.«Έξεστι γαρ μεθιστάναι την τύχην εκ των αβουλήτων.εφυγαδεύθη Διογένης•«ουδ’ούτως κακώς» •ήρξατο γαρ φιλοσοφείν μετά την φυγήν.Ζήνωνι τω Κιτιεί μία ναυς περιήν φορτηγός•πυθόμενος δε ταύτην αυτόφορτον απολωλέναι συγκλυσθείσαν «εύγ’» είπεν«ω τύχη ποιείς,εις τον τρίβωνα και την στοάν συνελαύνουσ’ημάς».Τι ουν κωλύει μιμείσθαι τούτους;».
(Είναι,δηλαδή,δυνατό να αλλάξουμε την κατεύθυνση της τύχης,όταν μάς έχει δώσει πράγματα που δεν θέλουμε.Ο Διογένης εξορίστηκε•«δεν ήταν κι άσχημα τελικά!»,γιατί μετά την εξόρισή του άρχισε να φιλοσοφεί.Στον Ζήνωνα τον Κιτιέα είχε απομείνει μόνο ένα φορτηγό πλοίο•όταν έμαθε ότι το πλοίο βυθίστηκε μαζί με όλο του το φορτίο,φώναξε:«Ωραία τα έκανες,τύχη,που με σπρώχνεις στον τρίβωνα και την στοά».Τι μάς εμποδίζει,λοιπόν,να μιμηθούμε τους παραπάνω;).

ε.«Ώσπερ ουδέ Στίλπωνα των κατ’αυτόν φιλοσόφων ιλαρώτατα ζην ακόλαστος ουσ’η θυγάτηρ•αλλά και Μητροκλέους ονειδίσαντος «εμόν ουν» έφη«αμάρτημα τούτ’εστίν ή εκείνης;» ειπόντος δε του Μητροκλέους «εκείνης μεν αμάρτημα σον δ’ατύχημα»«πώς λέγεις;»είπεν«ουχί τα αμαρτήματα και διαπτώματ’εστί;»«πάνυ μεν ουν»έφη.«τα δε διαπτώματ’ουχ ων διαπτώματα,και αποτεύγματα;»συνωμολόγησεν ο Μητροκλής.«τα δ’αποτεύγματ’ουχ ων αποτεύγματ’,ατυχήματα;» πράω λόγω και φιλοσόφω κενόν αποδείξας ύλαγμα την του κυνικού βλασφημίαν».
(Όπως και οι ακολασίες της κόρης του δεν εμπόδιζαν τον Στίλπωνα να ζει την πιο χαρούμενη ζωή απ’όλους τους φιλοσόφους της εποχής του•αντίθετα,όταν τον κατηγόρησε ο κυνικός φιλόσοφος Μητροκλής,τον ρώτησε:«Είναι δικό μου το σφάλμα ή δικό της;».Ο Μητροκλής απάντησε:«Το σφάλμα είναι δικό της,αλλά η δυστυχία δική σου»,οπότε ο Στίλπων τού είπε:«Τί εννοείς;Τα σφάλματα δεν είναι και ολισθήματα;»«Είναι βέβαια»,τού είπε ο Μητροκλής.«Και δεν είναι τα ολισθήματα ατυχήματα για κείνους που είχαν το ολίσθημα;».Ο Μητροκλής συμφώνησε.«Και δεν είναι τα ατυχήματα δυστυχίες για κείνους που είχαν το ατύχημα;».Με το ήπιο και φιλοσοφικό αυτό επιχείρημα απέδειξε ότι οι προσβολές του Κυνικού ήταν μόνο γαβγίσματα).

στ.«Τους δε πολλούς ου μόνον τα των φίλων και οικείων αλλά και τα των εχθρών ανιά και παροξύνει κακά…το μεν ουν απευθύνειν ταύτα μη νόμιζε σον έργον είναι μηδ’άλλως ράδιον•αν δ’ως τοιούτοις αυτοίς πεφυκόσι χρώμενος,ώσπερ ιατρός οδοντάγραις και αγκτήρσιν,ήπιος φαίνη και μέτριος εκ των ενδεχομένων,ευφρανεί τη ση διαθέσει μάλλον ή λυπήσει ταις ετέρων αηδίαις και μοχθηρίαις,ώσπερ κύνας αν υλακτώσι…».
(Οι περισσότεροι άνθρωποι,πάντως,ενοχλούνται κι εκνευρίζονται με τα ελαττώματα όχι μόνο των φίλων και συγγενών τους,αλλά και των εχθρών τους…μη θεωρείς,επομένως,δική σου δουλειά να διορθώσεις τούτα-πράγμα,άλλωστε,όχι εύκολο.Αν,όμως,τα μεταχειριστείς σύμφωνα με τη φύση τους,όπως ο γιατρός χρησιμοποιεί οδοντάγρες και λαβίδες,αν δείχνεις όσο μεγαλύτερη ηπιότητα και αυτοσυγκράτηση μπορείς,θα έχεις μεγαλύτερη ευχαρίστηση για την δική σου ψυχική κατάσταση,απ’ό,τι στενοχώρια για τον απεχθή χαρακτήρα και την κακοήθεια εκείνων των άλλων και θα σκέφτεσαι ότι δεν κάνουν παρά αυτό που ταιριάζει στη φύση τους,όπως τα σκυλιά που γαβγίζουν).

ζ.«Ως γαρ εν τω πυρέττειν πικρά πάντα και αηδή φαίνεται γενομένοις,αλλ’όταν ίδωμεν ετέρους τα αυτά προσφερομένους και μη δυσχεραίνοντας,ουκέτι το σιτίον ουδέ το ποτόν αλλ’αυτούς αιτιώμεθα και την νόσον,ούτως και τοις πράγμασι παυσόμεθα μεμφόμενοι και δυσχεραίνοντες,αν ετέρους τα αυτά προσδεχομένους αλύπως και ιλαρώς ορώμεν»
(Όπως,λοιπόν,όταν έχουμε πυρετό,ό,τι τρώμε μάς φαίνεται πικρό και δυσάρεστο στη γεύση,αλλά,όταν βλέπουμε άλλους να τρώνε το ίδιο πράγμα και να μην τούς προκαλεί δυσαρέσκεια,δεν συνεχίζουμε πια να κατηγορούμε το φαΐ και το ποτό,αλλά κατηγορούμε εμάς και την αρρώστια μας,έτσι θα σταματήσουμε να κατηγορούμε και να δυσφορούμε με τις περιστάσεις,αν δούμε άλλους να δέχονται τα ίδια γεγονότα χαρωπά και χωρίς να στενοχωριούνται).

η.«Μανικόν γαρ εστί τοις απολλυμένοις ανιάσθαι μη χαίρειν δε τοις σωζομένοις,αλλ’ώσπερ τα μικρά παιδάρια,από πολλών παιγνίων αν εν τις αφέληται τι,και τα λοιπά πάντα προσρίψαντα κλαίει και βοά,τον αυτόν τρόπον ημάς περί εν οχληθέντας υπό της τύχης και τάλλα πάντα ποιείν ανόνητα εαυτοίς οδυρομένους και δυσφορούντας».
(Είναι,δηλαδή,παρανοϊκό να στενοχωριέται κάποιος γι’αυτό που χάθηκε και να μη χαίρεται γι’αυτό που σώθηκε,αλλά,όπως τα μικρά παιδιά,που,αν κάποιος τούς πάρει ένα από τα πολλά τους παιχνίδια,πετάνε κι όλα τα υπόλοιπα και κλαίνε και φωνάζουν,με τον ίδιο τρόπο κι εμείς,όταν μάς ενοχλήσει η τύχη σ’ένα ζήτημα,αχρηστεύουμε κι όλα τα άλλα με οδυρμούς και στενοχώριες).

θ.«Ευθυμήσομεν δε τούτοις μάλλον παρούσιν,αν μη παρόντων αυτών φαντασίαν λαμβάνωμεν,αναμιμνήσκοντες αυτούς πολλάκις,ως ποθεινόν εστίν υγεία νοσούσι και πολεμουμένοις ειρήνη και κτήσασθαι δόξαν εν πόλει τηλικαύτη και φίλους αγνώτι και ξένω,και το στέρεσθαι γενομένων ως ανιαρόν».
(Θα νιώσουμε περισσότερη ψυχική γαλήνη γι’αυτά που έχουμε,αν φανταστούμε πως δεν τα έχουμε•αν θυμίζουμε στους εαυτούς μας,πόσο ποθητή είναι η υγεία για τους αρρώστους,η ειρήνη γι’αυτούς που πολεμούν και η απόκτηση φήμης και φίλων σε τόσο σπουδαία πόλη(ενν.μάλλον η Ρώμη) για τον ξένο•και πόσο οδυνηρό είναι να τα στερηθείς,ενώ κάποτε τα είχες).

ι.«Καίτοι και τούτο μέγα προς ευθυμίαν εστί,το μάλιστα μεν αυτόν επισκοπείν και τα καθ’αυτόν,ει δε μη,τους υποδεεστέρους αποθεωρείν και μη,καθάπερ οι πολλοί προς τους υπερέχοντας αντιπαρεξάγουσιν.οίον ευθύς οι δεδεμένοι ευδαιμονίζουσι τους λελυμένους… Όταν ουν πάνυ θαυμάσης ως κρείττονα τον εν τω φορείω κομιζόμενον,υποκύψας θέασαι και τους βαστάζοντας…»

(Ωστόσο συμβάλλει ιδιαίτερα στην ψυχική γαλήνη να εξετάζει κάποιος,αν είναι δυνατόν,τον εαυτό του και όσα τον αφορούν,αλλά,αν τούτο δεν είναι δυνατόν,να παρατηρεί ανθρώπους που βρίσκονται σε χειρότερη μοίρα και όχι,όπως κάνουν οι περισσότεροι,να συγκρίνει τον εαυτό του με εκείνους που υπερέχουν•όπως,για παράδειγμα,οι φυλακισμένοι θεωρούν τυχερούς εκείνους που ελευθερώθηκαν…Όποτε,λοιπόν,θαυμάσεις υπερβολικά κάποιον που μεταφέρεται πάνω στο φορείο του ως ανώτερό σου,χαμήλωσε τα μάτια σου και κοίταξε εκείνους που κουβαλούν το φορείο).

κ.«Οίνος τε και σαρκών εμφορήσεις σώμα μεν ισχυρόν ποιούσι και ρωμαλέον,ψυχήν δ’ασθενή».
(Το κρασί και η υπερβολική κρεοφαγία κάνουν πραγματικά το σώμα δυνατό και ρωμαλέο,αλλά την ψυχή αδύναμη).

λ.«Όθεν ου πάντα πάντων εστίν,αλλά δει τω Πυθικώ γράμματι πειθόμενον αυτόν καταμαθείν,είτα χρήσθαι προς εν ο πέφυκε,και μη προς άλλον άλλοτε βίου ζήλον έλκειν και παραβιάζεσθαι την φύσιν».
(Γι’αυτό δεν είναι όλα για όλους,αλλά πρέπει κάποιος,υπακούοντας στην Πυθική επιγραφή,να γνωρίσει τον εαυτό του και μετά να δοθεί σε εκείνο το ένα πράγμα,για το οποίο η φύση τον έκανε κατάλληλο,και να μη βιάζει την φύση σέρνοντας τον εαυτό του να μιμείται πότε το ένα είδος ζωής και πότε το άλλο).

μ.«Ουδέ γαρ οι δρομείς,ότι μη τους των παλαιστών φέρονται στεφάνους αθυμούσιν,αλλά τοις αυτών αγάλλονται και χαίρουσι».
(Οι δρομείς,φυσικά,δεν στενοχωριούνται,επειδή δεν παίρνουν στεφάνια παλαιστών,αλλά αγάλλονται και χαίρονται με τα δικά τους).

ν.«Νυν δε την μεν άμπελον σύκα φέρειν ουκ αξιούμεν ουδέ την ελαίαν βότρυς».
(Όπως έχουν,όμως,τώρα τα πράγματα,δεν περιμένουμε από το κλήμα να κάνει σύκα ούτε από την ελιά να κάνει σταφύλια).

ξ.«Ούτως εις την των κακών μνήμην υπορρυέντες ανενεγκείν μη θέλωσι μηδ’αναπνεύσαι.δει δ’ώσπερ εν πινακίω χρωμάτων εν τη ψυχή των πραγμάτων τα λαμπρά και φαιδρά προβάλλοντας αποκρύπτειν τα σκυθρωπά και πιέζειν.εξαλείψαι γαρ ουκ εστί παντάπασιν ουδ’απαλλαγήναι •«παλίντροπος γαρ αρμονίη κόσμου,όκωσπερ λύρης και τόξου»,και των ανθρωπίνων καθαρόν ουδέν ουδ’αμιγές.αλλ’ώσπερ εν μουσική βαρείς φθόγγοι και οξείς εν δε γραμματική φωνήεντα και άφωνα γράμματα,μουσικός δε και γραμματικός ουχ ο θάτερα δυσχεραίνων και υποφεύγων αλλ’ο πάσι χρήσθαι και μειγνύναι προς το οικείον επιστάμενος,ούτω και των πραγμάτων αντιστοιχίας εχόντων(επεί κατά τον Ευριπίδην «ουκ αν γένοιτο χωρίς εσθλά και κακά,αλλ’έστι τις σύγκρασις,ώστ’έχειν καλώς»)».
(Όταν οι άνθρωποι γλιστρούν και πέφτουν στην ανάμνηση των δυστυχιών τους,δεν θέλουν να συνέλθουν ή να αναπνεύσουν.Όμως,όπως με τα χρώματα σε έναν πίνακα,έτσι και στην ψυχή είναι καλό να προβάλλουμε τις λαμπερές και χαρούμενες εμπειρίες και να κρύβουμε και να πνίγουμε τις σκυθρωπές•το να τις σβήσουμε,άλλωστε,και να απαλλαγούμε εντελώς από αυτές είναι αδύνατον.«Γιατί η αρμονία του σύμπαντος,όπως αυτή ανάμεσα στη λύρα και στο τόξο,επιτυγχάνεται μέσα από τις εναλλαγές»[είναι ρήση του Ηρακλείτου,που επικαλείται εδώ ο Πλούταρχος]και στα ανθρώπινα πράγματα δεν υπάρχει τίποτα καθαρό και αμιγές.Όμως,όπως στη μουσική υπάρχουν χαμηλοί και ψηλοί φθόγγοι,και,όπως στη γραμματική υπάρχουν φωνήεντα και σύμφωνα,κι ωστόσο μουσικός ή γραμματικός δεν είναι ο άνθρωπος που αντιπαθεί και αποφεύγει το ένα ή το άλλο,αλλά μάλλον αυτός που ξέρει πώς να τα χρησιμοποιεί όλα και να τα αναμειγνύει σωστά,έτσι και στα ανθρώπινα,που είναι σε αντίθεση το ένα προς το άλλο(αφού,κατά τον Ευριπίδη,«αδύνατο να χωριστούν καλό και κακό,αλλά κάποια μείξη τους υπάρχει κι έτσι πετυχαίνεται το ωραίο»).

ο.«[Ουδέν πέπονθας δεινόν αν μη προσποιή](ρήση του Μενάνδρου που επικαλείται εδώ ο Πλούταρχος] τί γαρ προς σε εστί,φησίν,αν μήτε σαρκός άπτηται μήτε ψυχής,οίον εστί δυσγένεια πατρός ή μοιχεία γυναικός ή στεφάνου τινος ή προεδρίας αφαίρεσις,ων ου κωλύεται παρόντων άνθρωπος και το σώμα βέλτιστα διακείμενον έχειν και την ψυχήν;…ο Δημήτριος την Μεγαρέων πόλιν καταλαβών ηρώτησε τον Στίλπωνα,μη τι των εκείνου διήρπασται•και ο Στίλπων έφη μηδέν’ιδείν «ταμά» φέροντα.και τοίνυν της τύχης πάντα τάλλα λεηλατούσης και περιαιρουμένης,έχομεν τι τοιούτον εν εαυτοίς «οίον κ’ούτε φέροιεν Αχαιοί ούτ’αν άγοιεν» (από τον Όμηρο η φράση).
([Κανένα κακό δεν έπαθες,αν δεν το κάνεις δικό σου]-τί σε αφορά,δηλαδή,εννοεί,αν δεν αγγίζουν ούτε το σώμα ούτε την ψυχή σου,η ταπεινή καταγωγή του πατέρα σου,η μοιχεία της γυναίκας σου,η στέρηση στεφανιού ή των μπροστινών καθισμάτων,αφού,όταν υπάρχουν αυτά,δεν εμποδίζουν τον άνθρωπο να έχει και το σώμα και την ψυχή του στην καλύτερη κατάσταση;…Όταν ο Δημήτριος κατέλαβε την πόλη των Μεγαρέων,ρώτησε τον Στίλπωνα,αν τού είχαν αρπάξει τίποτα δικό του.Ο Στίλπων απάντησε:«Δεν είδα κανένα να παίρνει κάτι «δικό μου».Συνεπώς,όταν η Τύχη λεηλατεί και μάς αρπάζει όλα τα άλλα,έχουμε μέσα μας κάτι από αυτά που «ούτε να αρπάξουν μπορούν ποτέ οι Αχαιοί ούτε να λεηλατήσουν»).

π.«Τον μεν γαρ ανόητον ο του θανάτου φόβος ουχ ο του ζην πόθος εκκρέμασθαι του σώματος ποιεί,περιπεπλεγμένον ώσπερ τον Οδυσσέα τω ερινεώ,δεδοικότα την Χάρυβδιν υποκειμένην…».
(Πράγματι είναι ο φόβος του θανάτου και όχι ο πόθος για τη ζωή που κάνει τον ανόητο εξαρτημένο από το σώμα του,γαντζωμένο πάνω του σαν τον Οδυσσέα στη συκιά,από τον φόβο για την Χάρυβδη που ήταν από κάτω του).

ρ.«Ου γαρ «αι μεν λιβανωτρίδες» ως έλεγε Καρνεάδης «αποκενωθώσι,την ευωδίαν επί πολύν χρόνον αναφέρουσιν,» εν δε τη ψυχή του νουν έχοντος αι καλαί πράξεις ουκ αεί κεχαρισμένην και πρόσφατον εναπολείπουσι την επίνοιαν,υφ’ης το χαίρον άρδεται και τέθηλε και καταφρονεί των οδυρομένων και λοιδορούντων τον βίον,ως τινα κακών χώραν ή φυγαδικόν τόπον ενταύθα ταις ψυχαίς αποδεδειγμένον».
(Μήπως «και τα θυμιατήρια»,όπως είπε ο Καρνεάδης,«ακόμα κι όταν έχουν αδειάσει,δεν κρατούν το άρωμά τους για πολύ καιρό»,και οι καλές πράξεις δεν αφήνουν στην ψυχή του σοφού πάντα χαριτωμένη και φρέσκια την ανάμνησή τους,με την οποία ποτίζεται η χαρά και θάλλει,και περιφρονεί όσους κλαίγονται και κατηγορούν την ζωή πως είναι τόπος δεινών ή τόπος εξορίας που έχει οριστεί εδώ για τις ψυχές;).

σ.«Άγαμαι δε του Διογένους,ος τον εν Λακεδαίμονι ξένον ορών παρασκευαζόμενον εις εορτήν τινα και φιλοτιμούμενον «ανήρ δ’» είπεν«αγαθός ου πάσαν ημέραν εορτήν ηγείται;» και πάνυ γε λαμπράν,ει σωφρονούμεν,ιερόν μεν γαρ αγιώτατον ο κόσμος εστί και θεοπρεπέστατον•εις δε τούτον ο άνθρωπος εισάγεται διά τη γενέσεως ου χειροκμήτων ουδ’ακινήτων αγαλμάτων θεατής,αλλ’οία νους θείος αισθητά μιμήματα νοητών,φησίν ο Πλάτων,έμφυτον αρχήν ζωής έχοντα και κινήσεως έφηνεν,ήλιον και σελήνην και άστρα και ποταμούς νέον ύδωρ εξιέντας αεί και γην φυτοίς τε και ζώοις τροφάς αναπέμπουσαν.ων τον βίον μύησιν όντα και τελετήν τελειοτάτην ευθυμίας δει μεστόν είναι και γήθους•ουχ ώσπερ οι πολλοί Κρόνια και Διάσια και Παναθήναια και τοιαύτας άλλας ημέρας περιμένουσιν,ιν’ησθώσι και αναπνεύσωσιν,ωνητόν<γελώντες> γέλωτα μίμοις και ορχησταίς μισθούς τελέσαντες».
(Ευχαριστιέμαι,επιπλέον,με τον Διογένη,ο οποίος,όταν είδε τον οικοδεσπότη του στη Σπάρτη να προετοιμάζεται με υπερηφάνεια για κάποια γιορτή,είπε:«Ο καλός άνθρωπος δεν θεωρεί την κάθε ημέρα γιορτή;».Και λαμπρότατη βέβαια,αν έχουμε σωφροσύνη.Ο κόσμος,άλλωστε,είναι ο ιερότατος και κατ’εξοχήν θεοπρεπής ναός•μέσα σ’αυτόν μπαίνει ο άνθρωπος,όταν γεννιέται ως θεατής αγαλμάτων που δεν φτιάχτηκαν από χέρια ούτε είναι ακίνητα,αλλά εκείνων των αισθανομένων ομοιωμάτων των νοητών πραγμάτων,τα οποία ο θείος νους,όπως λέει ο Πλάτων,έχει αποκαλύψει,και τα οποία έχουν έμφυτη την αρχή της ζωής και της κίνησης,του ήλιου,της σελήνης,των άστρων και των ποταμών,που χύνουν συνέχεια φρέσκο νερό,και της γης που βγάζει επάνω την τροφή για φυτά και ζώα.Αφού η ζωή είναι η πιο τέλεια μύηση και τελετουργία στα παραπάνω,πρέπει να είναι γεμάτη ψυχική γαλήνη και χαρά και όχι,όπως συμβαίνει με τους πολλούς που περιμένουν τα Κρόνια,τα Διάσια,τα Παναθήναια και άλλες τέτοιες μέρες,για να ευχαριστηθούν και να αναζωογονηθούν,γελώντας το γέλιο που αγοράζουν πληρώνοντας το αντίτιμο στους μίμους και στους χορευτές).







(Πηγή:«Περί ευθυμίας» του Πλουτάρχου).

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2009

Ο ορισμός της ελευθερίας από τον Ρήγα Βελεστινλή.

«…Άρθρον 26.Η Ελευθερία είναι εκείνη η δύναμις οπού έχει ο άνθρωπος εις το να κάμη όλον εκείνο,οπού δεν βλάπτει εις τα δίκαια των γειτόνων του.Αυτή έχει ως θεμέλιον την φύσιν,διατί φυσικά αγαπώμεν να είμεθα ελεύθεροι•έχει ως κανόνα την δικαιοσύνην,διατί η δικαία ελευθερία είναι καλή•έχει ως φύλακα τον Νόμον,διατί αυτός προσδιορίζει,έως πού πρέπει να είμεθα ελεύθεροι.Το ηθικόν σύνορον της Ελευθερίας είναι τούτο το ρητόν:«Μην κάμης εις τον άλλον εκείνο οπού δεν θέλεις να σε κάμουν».






(Πηγή:«Τα Δίκαια του Ανθρώπου» του Ρήγα Βελεστινλή).

Δύο επίκαιρα μηνύματα του Ρήγα.

α.«…οι Νόμοι νάν’ ο πρώτος και μόνος οδηγός,
και της Πατρίδος ένας να γένη αρχηγός•
γιατί κ ‘η αναρχία ομοιάζει την σκλαβιά•
να ζούμε σα θηρία,ειν’πλιο σκληρή φωτιά
».

β.«Ως ποτ’οφφικιάλος* σε ξένους βασιλείς;
Έλα να γένης στύλος δικής σου της φυλής.
Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθή,
ή να κρεμάση φούντα για ξένον στο σπαθί
».



*οφφικιάλος=αξιωματούχος.





(Πηγή«Θούριος» του Ρήγα Βελεστινλή).

Ο νεοελληνικός Διαφωτισμός και η εθνικοαπελευθερωτική ιδεολογία.

Ο 18ος αιώνας αποτελεί αποφασιστικό σταθμό στην εξέλιξη του Νέου Ελληνισμού.Η σχετική ειρήνη που επικρατεί στην Ανατολή ευνοεί στις χώρες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την ανάπτυξη του εμπορίου,που βρίσκεται στα χέρια των δύο μεγαλύτερων οικονομικών δυνάμεων της εποχής,της Γαλλίας και της Αγγλίας.Η οικονομική δραστηριότητα μετατίθεται από τις νοτιότερες επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια,όπου βρίσκεται η μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων,που μετέχουν ενεργά στην οικονομική αυτή δραστηριότητα.Στην αρχή παίρνουν στα χέρια τους,με ανταγωνιστές τους Εβραίους και τους Αρμένιους,το μεγαλύτερο μέρος του εσωτερικού εμπορίου,από τα μέσα του 18ου αιώνα μετέχουν στο εξωτερικό εμπόριο των ξένων,στο τέλος του 18ου αιώνα και στην αρχή του 19ου γίνονται επικίνδυνοι ανταγωνιστές τους.
Δημιουργούνται έτσι στις ελληνικές χώρες αξιόλογα εμπορικά κέντρα,η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη,πραγματικές οικονομικές πρωτεύουσες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,τα Γιάννενα,η Άρτα,η Πάτρα,η Χίος κτλ.Συγχρόνως,οι ελληνικές παροικίες της Δυτικής Ευρώπης,στη Γερμανία,στην Αυστρία,αργότερα στη Γαλλία και στη Νότια Ρωσία,πληθύνονται.Οι παροικίες αυτές δεν αποτελούνται πλέον από πρόσφυγες,όπως οι παλαιότερες,αλλά από εμπόρους που πέρασαν στο στάδιο ενός ενεργητικού εμπορίου,και που πολλοί από αυτούς έχουν πραγματοποιήσει σημαντική συγκέντρωση κεφαλαίων.
Οι πόλεμοι ανάμεσα στη Γαλλία και την Αγγλία στη Μεσόγειο,όπου οι αντίπαλες δυνάμεις χρησιμοποιούν στην υπηρεσία τους Έλληνες ναυτικούς,οι πόλεμοι κυρίως της Γαλλικής Επανάστασης και του Ναπολέοντα,όταν με τον ναυτικό αποκλεισμό και τον ηπειρωτικό αποκλεισμό του Ναπολέοντα οι Έλληνες ναυτικοί και έμποροι τροφοδοτούσαν την Γαλλία και σχεδόν ολόκληρη την Κεντρική Ευρώπη,η συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή(1774),με την οποία η Ρωσία αναλαμβάνει την προστασία των Ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και πετυχαίνει την άδεια για τους Έλληνες να ταξιδεύουν με ρωσική σημαία,συντελούν στην ραγδαία ανάπτυξη του ελληνικού εμπορικού ναυτικού.
Η εμπορική και ναυτιλιακή αυτή δραστηριότητα συντελεί επίσης στην ανάπτυξη,με βραδύτερο ρυθμό και σε χαμηλά πάντα επίπεδα,της ελληνικής βιοτεχνίας,που αρχίζει να ξεπερνά το στάδιο της οικιακής οικονομίας.
Η ολιγάριθμη και λίγο υπολογίσιμη ομάδα των Ελλήνων εμπόρων και βιοτεχνών του 16ου και 17ου αιώνα αυξάνει τώρα σε πλήθος και πλούτο και εξελίσσεται σε αυτόνομη κοινωνική τάξη,που από τα μέσα του 18ου αιώνα αισθάνεται αρκετά δυνατή,ώστε να αρχί ζει να διεκδικεί τη συμμετοχή της στη διεύθυνση των εθνικών υποθέσεων.Πετυχαίνει πράγματι να παίρνει μέρος στην εκλογή του πατριάρχη και στην διοίκηση της Εκκλησίας,και στις περιοχές των σπουδαιότερων αστικών κέντρων παίρνει μέρος στην κοινοτική αυτοδιοίκηση και συντελεί στην τελειοποίηση του κοινοτικού συστήματος.Σε λίγο θα επιδιώξει να πάρει στα χέρια της την ηγεσία του έθνους και να κατευθύνει τις τύχες του.
Στην ανοδική της πορεία η αστική τάξη έρχεται αντιμέτωπη με την τουρκική κατάκτηση.Όσο αναπτύσσεται,θα έρθει επίσης σε αντίθεση με τις ως τα τώρα ηγετικές ομάδες του Ελληνισμού,την Εκκλησία,τους Φαναριώτες και τους προκρίτους.Η ελεύθερή της οικονομική ανάπτυξη εμποδίζεται από την μεσαιωνική ακόμα οργάνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,από το αρχαϊκό της οικονομικό σύστημα,που στηρίζεται στα προνόμια,στην αυθαιρεσία και στην αρπακτική διάθεση των οργάνων της,των διαφόρων πασάδων και δυνατών τιμαριωτών,που είχαν γίνει τον 18ο αιώνα σχεδόν ανεξάρτητοι καταλύοντας κάθε έννοια κράτους.Η επένδυση του συσσωρευμένου κεφαλαίου στις ελληνικές χώρες γίνεται σχεδόν αδύνατη.Έτσι,οι βιοτεχνικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να μεταβληθούν σε πραγματικές βιομηχανίες και μπροστά στον συναγωνισμό της αναπτυσσόμενης βιομηχανίας της Δύσης και τις αρπακτικές διαθέσεις των Τούρκων πασάδων παρακμάζουν.Οι μεγάλες εμπορικές επιχειρήσεις των Ελλήνων αναπτύσσονται στην Δύση,όπου και εδώ τα προστατευτικά μέτρα των διαφόρων κρατών περιορίζουν την πρωτοβουλία των Ελλήνων κεφαλαιούχων.
Η αντίθεση αυτή ανάμεσα στην αστική τάξη και τις συνθήκες της τουρκικής κατάκτησης,που αποκλείει κάθε δυνατότητα συμβιβασμού,συντελεί στη δημιουργία,σε μια μεγάλη μερίδα της νέας κοινωνικής αυτής τάξης του Ελληνισμού,μιας επαναστατικής εθνικής ιδεολογίας,που ενισχυμένη από την ευρωπαϊκή ιδεολογία,με την οποία η μερίδα αυτή βρίσκεται σε επαφή,συντελεί με τη σειρά της στην μεγαλύτερη αποσαφήνιση της εθνικής συνείδησης.
Στην ιδεολογία της συνύπαρξης με τον κατακτητή για την εξασφάλιση της διατήρησης του έθνους,ή της χιμαιρικής ελπίδας της απελευθέρωσής του μόνο χάρη στις επεμβάσεις των χριστιανικών δυνάμεων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,αντιπαρατίθεται τώρα,θολό και απροσδιόριστο αίτημα στην αρχή,συγκεκριμένο πρόγραμμα από το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα,η ιδέα της οργάνωσης του Ελληνισμού για την δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.Αναλαμβάνοντας την πρωτοβουλία της προετοιμασίας και της οργάνωσης των πνευματικών δυνάμεων του έθνους,η αστική τάξη εμφανίζεται από τα μέσα του 18ου αιώνα ως ο κύριος παράγοντας της εθνικής αφύπνισης και ο φορέας της νέας αυτής εθνικής ιδεολογίας.
Η συμβολή των Ελλήνων εμπόρων στην πνευματική προετοιμασία του Ελληνισμού χρονολογείται από παλιά.Η πρώτη μεγάλη προσπάθεια για την ίδρυση σχολείων στις ελληνικές χώρες,ήδη στον 17ο αιώνα,οφείλεται στην πρωτοβουλία του μεγαλέμπορου Μανολάκη Καστοριανού.Η κίνηση αυτή θα ενταθεί στον 18ο αιώνα με τη συνεχή οικονομική άνοδο.Τα αστικά κέντρα που αναπτύχτηκαν(Γιάννενα,Καστοριά,Μοσχόπολη,Χίος,Σμύρνη,Κυδωνίες κτλ.) γίνονται συγχρόνως κέντρα πνευματικά του Ελληνισμού με πολυάριθμες κατώτερες και ανώτερες σχολές.Η κυκλοφορία του έντυπου βιβλίου αυξάνεται σημαντικά.Ο αριθμός των Ελλήνων που χάρη στην υποστήριξη των εμπόρων του εξωτερικού,αλλά και ορισμένων φωτισμένων Φαναριωτών μπορούν και σπουδάζουν στην Δύση και γίνονται κατόπιν δάσκαλοι στα εκπαιδευτήρια των ελληνικών χωρών πολλαπλασιάζεται.Στα κέντρα αυτά,που συνδέονται άμεσα με την ανερχόμενη στις ελληνικές παροικίες της Δύσης αστική τάξη,έχει την αρχή του ο ελληνικός Διαφωτισμός.Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι η συνεχής και ουσιαστική επαφή της ελληνικής σκέψης με τα νέα ιδεολογικά ρεύματα της Δύσης και την δυτική επιστήμη.Η μερίδα της νεαρής αστικής τάξης και οι διανοούμενοι που συνδέονται μαζί της,που ζουν και δρουν στην Δύση και συνεργάζονται με τις αστικές τάξεις των δυτικών χωρών,πολλές φορές μάλιστα εξαρτώνται από αυτές,δέχονται τα κύρια στοιχεία της ιδεολογίας που τις εκφράζουν και την μεταφέρουν στις ελληνικές χώρες.Παρατηρείται έτσι σαφής στροφή της ελληνικής παιδείας προς τις μαθηματικές και φυσικές επιστήμες,που δεν έχει πλέον ως μόνο σκοπό την πρακτική γνώση,αλλά συντελεί στην ανανέωση της θεωρητικής σκέψης,που γνωρίζει τα ορθολογιστικά ρεύματα της εποχής και τον ελεύθερο φιλοσοφικό στοχασμό.Οι Έλληνες λόγιοι γνωρίζουν τον εμπειρισμό του Νεύτωνα και τη φιλοσοφία των Malebranche,Leibniz,Wolff,Locke,Spinoza.Γνωρίζουν τον Βολταίρο,τον Ρουσσώ και τους Γάλλους εγκυκλοπαιδιστές και αρχίζουν να τους μεταφράζουν.
Το νέο τούτο ιδεολογικό κλίμα βοηθάει επίσης στην αποσαφήνιση και τον πλουτισμό της εθνικής συνείδησης.Τα στοιχεία που πρόβαλλαν ασυστηματοποίητα ακόμα οι προηγούμενες γενιές συνειδητοποιούνται τώρα καλύτερα,γίνονται αντικείμενα μελέτης και οργανώνονται γύρω από την κεντρική ιδέα της απελευθέρωσης.
Η σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα γίνεται κοινή συνείδηση.Η ιδέα αυτή φτάνει μάλιστα στην υπερβολή με την τάση που παρατηρείται,αυτή την εποχή,της απόλυτης ταύτισης των συγχρόνων Ελλήνων με τους αρχαίους προγόνους.Οι Έλληνες της εποχής παίρνουν αρχαία ελληνικά ονόματα και θέλουν να αναστήσουν την αρχαία ελληνική γλώσσα.Παρ’όλη την σύγχυση,την οποία φέρνει στην ελληνική σκέψη η άκριτη και ανεδαφική αυτή ελληνολατρία,που σβήνει κάθε άλλη στιγμή της ιστορίας του Ελληνισμού,αποτελεί για την εποχή χαρακτηριστικό τεκμήριο του βαθμού της ανάπτυξης του εθνικού αισθήματος.Το ελληνικό έθνος,όπως και όλα τα νεοσύστατα έθνη,αναζητά τις ρίζες του και τους αρχαίους τίτλους του ευγενείας στην αρχαία Ελλάδα,τους μόνους τίτλους που μπορούσε να προσέξει η κλασικίζουσα και ελληνοτραφής δυτική σκέψη του 18ου αιώνα.
Με μεγαλύτερο πραγματισμό αντιμετωπίζεται την εποχή αυτή το δεύτερο βασικό στοιχείο του έθνους,η λαϊκή του παράδοση.Βέβαια το πρόβλημα τούτο θεωρείται ακόμα από τη γλωσσική του μόνο σκοπιά,από την χρησιμοποίηση της ζωντανής λαϊκής γλώσσας ως όργανου του γραπτού λόγου.Αλλά το γλωσσικό ζήτημα βρίσκει τώρα τις θεωρητικές,φιλοσοφικές και ιστορικές του βάσεις και συνδέεται άμεσα,όπως ακριβώς συμβαίνει την ίδια αυτή εποχή και σε άλλα έθνη της Ευρώπης,με το πρόβλημα της απελευθέρωσης:για να απελευθερωθεί η Ελλάδα,πρέπει να μορφωθούν οι Έλληνες.Τα όργανα της μόρφωσης πρέπει λοιπόν να γράφονται στη γλώσσα που καταλαβαίνει ολόκληρος ο ελληνικός λαός και που,όντας η φυσική εξέλιξη της αρχαίας,είναι κατάλληλη να εκφράσει με σαφήνεια και δύναμη όλες τις ανθρώπινες γνώσεις και σκέψεις και όλα τα συναισθήματα.Είναι η διδασκαλία του Μοισιόδακα(1730-1800 περίπου),συμπληρωμένη από τον Καταρτζή(1720/25-1807) και τους μαθητές του.
Με την αποδοχή από το μεγαλύτερο μέρος της αστικής τάξης και των λογίων που την αντιπροσωπεύουν των βασικών αρχών του δυτικού Διαφωτισμού ενισχύεται και αποκτά πρωταρχική σημασία την εποχή αυτή το τρίτο βασικό στοιχείο του Νέου Ελληνισμού,η συνείδηση ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της οικογένειας των λαών της Ευρώπης και η βούλησή του να ενταχθεί στο ρεύμα του ενιαίου δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού.Το παράδειγμα της «φωτισμένης Ευρώπης» προβάλλεται από όλα τα προοδευτικά πνεύματα της εποχής,από τον Μοισιόδακα,τον Καταρτζή,τον Ρήγα ως τον Κοραή.Το παράδειγμα της Ευρώπης και οι φιλελεύθερες ιδέες που γεννιούνται από τον Διαφωτισμό καθοδηγούν και την πολιτική δράση των Ελλήνων αστών στην απελευθερωτική κίνηση που προετοιμάζουν,η οποία από τα μέσα του 18ου αιώνα συνδέεται με την επαναστατική ή απλώς φιλελεύθερη ιδεολογία της Δύσης και από το τέλος του 18ου αιώνα με την Γαλλική Επανάσταση.
Η νέα αυτή ιδεολογία δεν επιβλήθηκε βέβαια χωρίς αγώνες.Η Εκκλησία βρίσκεται αντιμέτωπη ευθύς εξ αρχής στα νέα αυτά ρεύματα,που τα θεωρεί επικίνδυνα για την χριστιανική πίστη.Το 1721 αναθεματίζει τον Μεθόδιο Ανθρακίτη,που κατηγορείται ότι εμπνέεται από τον Malebranche.Κατά τα μέσα του 18ου αιώνα αναθεματίζει τον ελευθεροτεκτονισμό,που είχε εισχωρήσει στις ελληνικές χώρες ως την Κωνσταντινούπολη.ΟΙ αγώνες αυτοί,όσο περιορίζονται στο πολιτιστικό ιδεολογικό πεδίο,έχουν ακόμα ήπια μορφή.ΟΙ νεοτεριστές δεν έφτασαν ποτέ ως τις ακραίες συνέπειες της σκέψης των δυτικών τους δασκάλων και δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να απομακρυνθούν από την χριστιανική πίστη και την Ορθόδοξη Εκκλησία.Άλλωστε η αντίστασή τους είναι ακόμα αδύνατη,όπως η κοινωνική τάξη που τους στηρίζει.Ο Ανθρακίτης ύστερα από το ανάθεμα θα υποχωρήσει(1723) και η προοδευτική στην αρχή ομάδα του Ευγένιου Βούλγαρη(1716-1806) και του Νικηφόρου Θεοτόκη(1736-1805) θα ζητήσει γρήγορα κάποιο συμβιβασμό ανάμεσα στις νέες φιλοσοφικές ιδέες και στη συντήρηση της ηγετικής τάξης του έθνους.Στην ύφεση αυτή των αγώνων συντελεί επίσης η στάση των Φαναριωτών εκείνων που,οπαδοί του «φωτισμένου Διαφωτισμού»,ανέχτηκαν και υποστήριξαν μάλιστα μερικούς Έλληνες νεοτεριστές.Ο Καταρτζής και άλλοι δρουν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.Η ανοχή όμως αυτή σταματά κατά την περίοδο που ακολουθεί τη Γαλλική Επανάσταση.Η διευθύνουσα τάξη αρχίζει να συνειδητοποιεί καλύτερα τον πολιτικό και κοινωνικό κίνδυνο των νέων ιδεών και αρχίζει να καταδιώκει τους οπαδούς τους.Οι καταδίκες του πανθεϊσμού,του Βολταίρου,των «αθέων Γάλλων»,των ελευθεροτεκτόνων πολλαπλασιάζονται.Αλλά τώρα στις καταδίκες και στις καταδιώξεις απαντά με την ιδια επιθετικότητα η επαναστατική ομάδα που αρχίζει να ξεχωρίζει από το σύνολο των μετριοπαθών νεοτεριστών.
Βρισκόμαστε κατά το τέλος του αιώνα,στην περίοδο που η οργάνωση για τον εθνικό αγώνα έχει ήδη προχωρήσει,και ο φιλελεύθερος,αν όχι καθαρά επαναστατικός,πολιτικός του χαρακτήρας είναι φανερός.Η κίνηση του Ρήγα(1757 περίπου-1798) συνδέεται με τη Γαλλική Επανάσταση και καλεί σε εξέγερση όχι μόνο τους Έλληνες,αλλά και τους άλλους βαλκανικούς λαούς,ακόμα και τον καταπιεζόμενο από τους τιμαριώτες τουρκικό λαό,με σκοπό την δημιουργία μιας μεγάλης βαλκανικής δημοκρατίας με ηγεσία ελληνική,της οποίας ο Ρήγας συντάσσει το σύνταγμα με υπόδειγμα το επαναστατικό γαλλικό σύνταγμα του 1793.Η σύνδεση με την γαλλική πολιτική της αγροτικής εξέγερσης της Θεσσαλίας(1808-1809),που είχε αρχηγό τον Ευθύμιο Βλαχάβα,δεν διέφυγε της προσοχής των συντηρητικών ομάδων του Ελληνισμού.Άλλωστε ο κοινωνικός αγώνας εκδηλώνεται σαφέστερα από το 1800 περίπου,όπου συναντάμε δημοκρατικά κόμματα(στην Κοζάνη,στην Κέα,στη Σάμο),καθώς και στις συντεχνίες και τις βιοτεχνικές συντροφιές.
Η εχθρότητα της διευθύνουσας τάξης απέναντι σε κάθε απελευθερωτική κίνηση εντείνεται.Η επίσημη στάση της εκφράζεται στην περίφημη «Πατρική Διδασκαλία» του Πατριαρχείου,που καταδικάζει τα απελευθερωτικά κινήματα και διδάσκει την υποταγή στη νόμιμη εξουσία των σουλτάνων.Στην «Πατρική Διδασκαλία» απαντούν οι επαναστατικοί κύκλοι με την «Αδελφική Διδασκαλία»,γραμμένη από τον Κοραή.
Η εχθρική στάση της Εκκλησίας απέναντι στο απελευθερωτικό κίνημα καθώς και το εξω-θρησκευτικό,αν όχι αντιθρησκευτικό,κλίμα που είχαν δημιουργήσει οι νέες φιλοσοφικές ιδέες,συντελούν στην κάποια ανεξαρτητοποίηση της εθνικής ιδέας από την ιδέα της ορθοδοξίας.Ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος χαρακτήρας της απελευθερωτικής κίνησης τείνει να την ανεξαρτητοποιήσει από την ιδέα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.Η εθνική ιδεολογία της πιο δυναμικής μερίδας της αστικής τάξης και των διανοουμένων που την εκφράζουν φτάνει στο τέλος του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου σε τέτοια ωριμότητα και καθαρότητα,ώστε να επιτρέψει στις δυνάμεις αυτές να οργανώσουν τις διάχυτες επαναστατικές δυνάμεις του έθνους(την αγροτιά με τα ένοπλα σώματα των κλεφτών,τα μικροαστικά στοιχεία των ναυτικών,των εμπόρων και των βιοτεχνών),να σπάσει τους δισταγμούς ή την εχθρότητα των ηγετικών συντηρητικών ομάδων και να παρασύρει ολόκληρο τον Ελληνισμό σε έναν κοινό απελευθερωτικό αγώνα.
Το ελληνικό έθνος είναι πλέον συντελεσμένο.Με την Επανάστασή του του 1821 διακηρύσσει με τα ακόλουθα λόγια την ύπαρξή του:«Το ελληνικόν έθνος κηρύττει σήμερον διά των νομίμων παραστατών του εις εθνικήν συνηγμένην συνέλευσιν,ενώπιον Θεού και ανθρώπων,την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν».
Επτά αιώνες,από το τέλος του 11ου αιώνα έως το τέλος του 18ου,χρειάστηκαν,για να μπορέσει ένας παλιός λαός,όπως ο ελληνικός,να συγκροτηθεί σε ένα νέο έθνος και να ξεκαθαρίσει τα κύρια στοιχεία της εθνικής του συνείδησης.Η πορεία του δεν ήταν ούτε ευθύγραμμη ούτε συνεχής.Χαρακτηρίζεται από διακοπές,από οπισθοδρομήσεις και από διάφορα ξεστρατίσματα.Ο Ελληνισμός,για να συνειδητοποιήσει και να συνθέσει τα στοιχεία της εθνικής του συνείδησης και να παρουσιαστεί ως μια αυτόνομη ιστορική οντότητα,χρειάστηκε να επιχειρήσει την συμφιλίωση και την εναρμόνιση πολλαπλών,συχνά αντιφατικών,παραδόσεων-που ζούσαν πότε σε λανθάνουσα κατάσταση,πότε περισσότερο εναργείς-από τα διάφορα στάδια της μακρόχρονης ιστορίας του:αρχαία ελληνική υποταγμένη στον Λόγο και κυριαρχημένη από την ιδέα του ελεύθερου πολίτη παράδοση,υπέρλογος Χριστιανισμός και βυζαντινή αυτοκρατορική απολυταρχία.Έπρεπε ακόμα να συνειδητοποιήσει,για ναμπορέσει να τις κυριαρχήσει,τις διάφορες ξένες επιδράσεις,φυλετικές και πολιτιστικές,που δέχτηκε στις πολλαπλές του σχέσεις.Έπειτα,οι προσπάθειες αυτές γίνονταν τις περισσότερες φορές κάτω από την ξένη κατάκτηση,γεγονός που,νοθεύοντας τον χαρακτήρα των διαφόρων κοινωνικών ομάδων του καθιστούσε τις επιδράσεις τους στην εθνική πορεία αντιφατικές.Έτσι το νέο Ελληνικό Έθνος καθ’όλο αυτό το μακροχρόνιο διάστημα από την εμφάνιση των πρώτων σημείων της εθνικής του συνείδησης ως τον μεγάλο σταθμό που αποτελεί η εθνική του Επανάσταση,κατόρθωσε βέβαια να συλλάβει και να εμβαθύνει ως ένα σημείο τα διάφορα στοιχεία που το δημιούργησαν και το συνέχουν:αρχαίο ελληνικό πολιτισμό,χριστιανικό ορθόδοξο και αυτοκρατορικό Βυζάντιο,την ιδιαίτερη λαϊκή του παράδοση και τον ρόλο της στη δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού πολιτισμού,την σημασία της ένταξής τους στο ενιαίο ρεύμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.Δεν είχε όμως ακόμα κατορθώσει να εναρμονίσει τα διάφορα αυτά στοιχεία,να αφανίσει τις αντιφάσεις τους σε μια νέα σύνθεση και να ιεραρχήσει τον ρόλο που έπαιξε το καθένα τους στη διαμόρφωσή του,να ζυγιάσει τέλος την ακριβή σχέση του περιεχομένου της εθνικής του συνείδησης με την αντικειμενική ιστορική πραγματικότητα.Μόνο σε μια μικρή φωτισμένη μερίδα του παρατηρείται η απαρχή μιας κάποιας ιεράρχησης.Για το σύνολο όμως του έθνους τα στοιχεία τούτα μένουν ανιεράρχητα και θα προκαλέσουν την ιδεολογική σύγχυση που θα εκδηλωθεί και κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα,όπου οι διάφορες ομάδες φτάνουν ως τον εμφύλιο πόλεμο,για να δώσουν η καθεμιά στην Επανάσταση την κοινωνική και πολιτική κατεύθυνση που τής υπαγόρευε το ταξικό της συμφέρον.Κυρίως όμως θα εκδηλωθεί μετά την Επανάσταση,κατά την πρώτη περίοδο του ελληνικού κράτους,που η επικράτηση των συντηρητικών στοιχείων,η οποία διευκολύνεται με την συγχώνευση μιας μερίδας των πιο οικονομικά ανεπτυγμένων αστών με τους στρατιωτικούς αρχηγούς του αγώνα,απογόνους των παλιών κλεφτών,μπερδεύει πάλι την ελληνική ιδεολογία και τής αφαιρεί ακόμα και όσα καθαρά στοιχεία υπήρχαν πριν από την Επανάσταση.Έτσι π.χ. η αρχαιολατρία,που συνδεόταν στην αρχή της με την ανάπτυξη του απελευθερωτικού κινήματος,μεταβάλλεται σε οπισθοδρομική θεωρία που αρνείται κάθε ζωντανό στοιχείο της λαϊκής παράδοσης ή της σύγχρονης ζωής•κατορθώνει όμως να συμβιβάζεται και να συμβαδίζει με τη Μεγάλη Ιδέα,που κηρύσσει την ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και παραμορφώνει τις εθνικές διεκδικήσεις.
Η μελέτη του εθνικού πολιτισμού και της ουσίας του ελληνικού έθνους ξαναρχίζει συστηματικά και σε νέες βάσεις από το τέλος του 19ου αιώνα,φτάνει σε αξιόλογα επιτεύγματα με το δημοτικιστικό κίνημα,αλλά εξακολουθεί να βρίσκεται ακόμη στο κέντρο της ελληνικής σκέψης.






(Πηγή:«Το Ελληνικό Έθνος,γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού» του Νίκου Γ.Σβορώνου).

Τρίτη 9 Ιουνίου 2009

Αποσπάσματα από το «περί ακολασίας» κεφάλαιο του Ιωάννη Στοβαίου.

α.Αντισθένους:
«Αντισθένης έλεγεν τας μη κατά θύραν εισιούσας ηδονάς αναγκαίον μη κατά θύραν πάλιν εξιέναι•δεήσει ουν τμηθήναι ή ελλεβορισθήναι».
(Ο Αντισθένης έλεγε πως οι ηδονές που δεν μπαίνουν από την πόρτα,κατ’ανάγκην και δεν βγαίνουν από την πόρτα.Θα απαιτηθεί,λοιπόν,να γίνει χειρουργική επέμβαση,για να κοπούν,ή να δοθεί το φάρμακο που δίνεται για την θεραπεία της τρέλας).

β.Διογένους:
«Διογένης έλεγεν των οίκων ένθα πλείστη τροφή πολλούς μυς είναι και γαλάς•και δη σώματα τα πολλήν τροφήν δεχόμενα και νόσους ίσας εφέλκεσθαι».
(Ο Διογένης έλεγε πως,όπως στα σπίτια,όπου υπάρχουν πολλά τρόφιμα,βρίσκονται πολλά ποντίκια και γάτες,έτσι και τα σώματα,που δέχονται πολλή τροφή,προσελκύουν ισάριθμες αρρώστιες).

γ.Διογένους:
«Διογένης προς τινα νέον περιττώς καλλωπιζόμενον «ει μεν προς άνδρας,ατυχείς»είπεν«ει δε προς γυναίκας,αδικείς».
(Ο Διογένης έλεγε προς ένα νέο που καλλωπιζόταν περίσσια:«Ως προς τον ανδρισμό,δεν πέτυχες•ως προς την θηλυκότητα,αδικείς το γυναικείο φύλο).

δ.Μουσωνίου:
«Αρχή του μη κατοκνείν τα ασχήμονα[πράττειν] το μη κατοκνείν τα ασχήμονα λέγειν».
(Αφετηρία να μη διστάζει κανείς να κάνει απρέπειες είναι το να μη διστάζει να λέει απρέπειες).

ε.Σωκράτους:
«Σωκράτης έφη τους μοιχούς όμοιον τι ποιείν τοις μη βουλομένοις εκ των απορρεουσών πίνειν,αλλ’εκ του ύδατος του εν τω βάθει χείρονος υπάρχοντος».
(Ο Σωκράτης είπε ότι οι μοιχοί μοιάζουν να κάνουν περίπου όπως εκείνοι που δεν τους αρέσει να πίνουν τρεχούμενο νερό,αλλά από το χειρότερο,εκείνο που βρίσκεται στο βάθος).

στ.Δημοκρίτου:
«Ένιοι πολίων μεν δεσπόζουσι,γυναιξί δε δουλεύουσι».
(Μερικοί,ενώ κυβερνούν πολιτείες,είναι δούλοι των γυναικών).

ζ.Ευσεβίου:
«Γαστριμαργίη σώμα πιαίνει,αλογίην αείρει,ψυχής δε το κάλλιστον λογισμόν κοιμίζει».
(Η γαστριμαργία παχαίνει το σώμα,προκαλεί αδιαφορία και αποκοιμίζει τον κάλλιστο λογισμό της ψυχής).

η.Ευσεβίου:
«Ψυχή σώμα ανθρώπου έδοσαν οι θεοί,ώστε τη ψυχή το σώμα υπηρετέεσθαι,οι δε πολλοί το έμπαλιν ποιέουσι,σώματι προς πάντα και ες μούνα τα εκείνου υπουργήματα το κρέσσον τω χείρονι και θνητώ αθάνατον ψυχήν καταδουλεύμενοι».
(Οι θεοί έδωσαν στην ψυχή του ανθρώπου το σώμα,ώστε το σώμα να υπηρετείται χάριν της ψυχής.Οι πιο πολλοί κάνουν το αντίθετο,υποδουλώνουν δηλαδή την ανώτερη και αθάνατη ψυχή σε όλες τις μεγάλες και τις μικρές ανάγκες του κατώτερου και θνητού σώματος).

θ.Κλεάνθους:
«Όστις επιθυμών ανέχετ’αισχρού πράγματος,ούτος ποιήσει τούτ’εάν καιρόν λάβη».
(Όποιος ανέχεται να επιθυμεί κάτι αισχρό,αυτός,αν βρει ευκαιρία,θα το κάνει).

ι.Διογένους:
«Διογένης ουδέν ευωνότερον είναι μοιχού διωρίζετο την ψυχήν των δραχμής ωνίων προϊεμένου».
(Ο Διογένης προσδιόριζε ότι δεν υπάρχει φτηνότερο πράγμα από τον μοιχό,που προτιμάει από την ζωή του ψώνια μιας δραχμής).

κ.Σωκράτους:
«Ούτε πυρ ιματίω περιστείλαι δυνατόν ούτε αισχρόν αμάρτημα χρόνω».
(Δεν είναι δυνατόν ούτε τη φωτιά να σβήσεις με το ρούχο σου ούτε με τον χρόνο τα αισχρά αμαρτήματα).

λ.Σωκράτους:
«Το μεν πυρ ο άνεμος,τον δε έρωτα η συνήθεια εκκαίει».
(Την φωτιά την συνδαυλίζει ο άνεμος και τον έρωτα η συνήθεια).

μ.Από τα του Σερήνου:
«Διογένης κατεγέλα των τα μεν ταμιεία κατασημαινομένων μοχλοίς και κλεισί και σημάντροις,το δε σώμα το αυτών πολλαίς θυρίσι και θύραις ανοιγόντων διά τε στόματος και αιδοίων και ώτων και οφθαλμών».
(Ο Διογένης περιγελούσε αυτούς που ασφάλιζαν τα χρηματοκιβώτια με μοχλούς,κλειδιά και κουδούνια,ενώ το σώμα τους το άνοιγαν με πολλές πόρτες και πορτάκια,όπως το στόμα,τα αιδοία,τα μάτια ή τα αυτιά).

ν.Διογένους:
«Διογένης «παρά μεν των θεών»φησίν«υγίειαν εύχονται•πάντα δε οι πλείστοι ταναντία τη υγιεία πράττουσιν».
(Ο Διογένης έλεγε:«Από τους θεούς ζητούν υγεία,ενώ οι περισσότεροι κάνουν όλα τα αντίθετα στην υγεία»).

ξ.Πλουτάρχου από το «κατά της ηδονής»:
«Μη τις προδότας επαινεί;τοιούτον εστί η ηδονή,προδίδωσι τα της αρετής.μη τις βασανιστάς;τοιούτον εστί το ήδεσθαι,βασανίζει τα της σωφροσύνης.μη τις φιλαργυρίαν;απλήρωτον εστί εκάτερον.τί τηλικούτω χαίρομεν θηρίω,ο κολακεύον ημάς αναλίσκει;».
(Μήπως κανείς επαινεί τους προδότες;Τέτοιο πράγμα είναι η ηδονή,προδίδει την αρετή.Μήπως επαινεί κανείς τους βασανιστές;Τέτοια είναι η ηδονή,βασανίζει την σωφροσύνη.Μήπως την φιλαργυρία;Είναι κι αυτό απίστευτο,πώς μπορούμε να χαιρόμαστε για ένα θηρίο που μας εξουθενώνει κολακεύοντάς μας;).

ο.Πλουτάρχου από το «κατά της ηδονής»:
«Τί δ’ου πάντων ορώντων ακρατεύεις,αλλά και σαυτόν αιδούμενος φεύγεις νυκτί και σκότω τοις αμαρτύροις πιστεύων την ύβριν;ουδείς γαρ των καλών έργων σκότος προβάλλει το φως αυτοίς μαρτυρείν αισχυνόμενος,αλλ’όλον άμα τον κόσμον ήλιον γενέσθαι προς α κατορθοί βούλοιτ’αν•άπασα δε κακία οράσθαι γυμνή φυλάττεται σκέπην προβαλλομένη τα πάθη…».
(Γιατί δεν ακολασταίνεις μπροστά στα μάτια όλων,αλλά ντρέπεσαι και τον ίδιο τον εαυτό σου και καταφεύγεις στο σκοτάδι της νύχτας κι εμπιστεύεσαι την ακολασία σου στην απουσία μαρτύρων;Κανένας τα καλά έργα του δεν τα ρίχνει στο σκοτάδι από ντροπή,μήπως τα δει το φως και τα μαρτυρήσει,αλλά θα ήθελε όλος ο κόσμος να γινόταν ήλιος,για να δει τα κατορθώματά του.Και μόνο η κακία φυλάγεται,για να μη την δουν γυμνή,και σκεπάζεται με τα πάθη).

π.Κάτωνος πρεσβυτέρου:
«Κάτων ο πρεσβύτερος της πολυτελείας καθαπτόμενος είπεν ως χαλεπόν εστί λέγειν προς γαστέρα ώτα μη έχουσαν».
(Ο Κάτων ο πρεσβύτερος κατηγορώντας την πολυτέλεια είπε πως είναι δύσκολο να μιλήσεις σε κοιλιά που δεν έχει αυτιά).

ρ.Δημοκρίτου:
«Ημερήσιοι ύπνοι σώματος όχλησιν ή ψυχής αδημοσύνην ή αργίην ή απαιδευσίην σημαίνουσιν».
(Το να κοιμάται κανείς την ημέρα σημαίνει ή αδιαθεσία του σώματος ή αγωνία της ψυχής ή τεμπελιά ή αμορφωσιά).

σ.Από τα «Απομνημονεύματα» του Επικτήτου:
«Των ηδέων τα σπανιώτατα γιγνόμενα μάλιστα τέρπει».
(Οι απολαύσεις που τις δοκιμάζουμε σπάνια μάς τέρπουν πιο πολύ).

τ.Από τα «Απομνημονεύματα» του Επικτήτου:
«Εν Ρώμη αι γυναίκες μετά χείρας έχουσι την Πλάτωνος πολιτείαν,ότι κοινάς αξιοί είναι τας γυναίκας,τοις γαρ ρήμασι προσέχουσι τον νουν,ου τη διανοία τανδρός,ότι ου γαμείν κελεύων και συνοικείν ένα μια είτα κοινάς είναι βούλεται τας γυναίκας,αλλ’εξαιρών τον τοιούτον γάμον και άλλο τι είδος γάμου εισφέρων.και το όλον οι άνθρωποι χαίρουσιν απολογίας τοις εαυτών αμαρτήμασι ορίζοντες…».
(Στην Ρώμη οι γυναίκες έχουν στα χέρια τους την «Πολιτεία» του Πλάτωνος,επειδή ο Πλάτων θεωρεί σωστό οι γυναίκες να είναι κοινές.Προσέχουν στα λόγια και όχι στο νόημα του Πλάτωνος,ο οποίος δεν διδάσκει να παντρεύεται και να συνοικεί με μια ο καθένας και κατόπιν να έχουν κοινές τις γυναίκες,αλλά αποκλείει τον τέτοιου είδους γάμο και εισηγείται ένα άλλο είδος.Γενικά οι άνθρωποι χαίρονται εφευρίσκοντας δικαιολογίες για τα σφάλματά τους).

υ.Από τα «Απομνημονεύματα» του Επίκτητου:
«Ει τις υπερβάλλοι το μέτριον,τα επιτερπέστατα ατερπέστατα αν γένοιτο».
(Όποιος υπερβάλλει το μέτρο,τα πιο ευχάριστα καταντούν γι’αυτόν τα πιο δυσάρεστα).






(Πηγή:«Περί ακολασίας» από το «Ανθολόγιον» του Ιωάννη Στοβαίου).

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

Βάκχος,ο θεός της ζωής και του κεφιού.


Αν πιστέψουμε τις πηγές,ο Διόνυσος ήταν ο νεώτερος απ’όλους τους θεούς του ελληνικού πανθέου.Αλλά αυτός,ο τελευταίος που ήρθε στον Όλυμπο,είναι ίσως εκείνος που η επίδρασή του στο δαιμόνιο των Ελλήνων υπήρξε η πιο γόνιμη.Στον 6ο αι.π.Χ. ιδιαιτέρως, τα πάντα είχαν υποστεί την επίδρασή του:η τέχνη,η ποίηση,η θρησκεία.Εμπνέει τον διθύραμβο,ζωντανεύει τις λαμπρές γιορτές,απ’τις οποίες γεννήθηκαν το σατυρικό δράμα,η κωμωδία,η τραγωδία,το θέατρο ολάκερο.Στη μουσική και στο χορό,στη γλυπτική και στη ζωγραφική δίνει μια καινούργια ζωή,μια κίνηση όλο πάθος,που η ήρεμη τέχνη των προηγούμενων αιώνων φαίνεται πως δεν είχε γνωρίσει.Θεός-εισβολέας,παίρνει θέση δίπλα στη Δήμητρα και την Κόρη στα σεπτά Μυστήρια της Ελευσίνας,γίνεται το κύριο αντικείμενο της μυστικής λατρείας των Ορφικών και σε λίγο,παίρνοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των πιο αρχαίων και των πιο δυνατών θεοτήτων,θα συγχωνευθεί μ’αυτές.Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ότι οι αρχαίοι μυθογράφοι και οι αρχαίοι ποιητές οφείλονται για το πλήθος των πληροφοριών γύρω από την γέννηση και τις πράξεις του θεού,σε σημείο που να μην γνωρίζουμε καλά καλά τι πρέπει να υιοθετήσουμε.Η πιο παλιά μαρτυρία που έχουμε για τον Διόνυσο είναι ο θρύλος που διηγείται ο Όμηρος στην έκτη ωδή της Ιλιάδος,ο θρύλος,όπου βλέπουμε τον Διόνυσο να καταδιώκεται και να τρέπεται σε φυγή απ’τον Λυκούργο,θεό της Θράκης,που οι Έλληνες είχαν μεταμορφώσει σε βασιλιά των Ηδωνών,αφού ο τελευταίος πρώτα σκοτώσει στο όρος Νύσα τις Νύμφες του Διονύσου.Ο Διόνυσος,για να γλιτώσει,ρίχνεται στη θάλασσα και η Θέτιδα τον δέχεται ολότρεμη στην αγκαλιά της.Αλλά ύστερα απ’αυτά οι Ολύμπιοι οργίστηκαν μαζί του και ο Ζευς τον τύφλωσε,η δε ζωή του δεν διήρκεσε πολύ,από το μίσος των αθανάτων.Σύμφωνα με τον μύθο αυτό είναι φανερό ότι στους ομηρικούς χρόνους ο Διόνυσος,που δεν έχει τη θέση του στον Όλυμπο,είναι ένας θεός ή ένας ήρωας ξεχασμένος στην Ελλάδα.Και παρά τον ηθικό χαρακτήρα που ο Όμηρος δίνει στην αφήγησή του,μάς επιτρέπεται να ανακαλύψουμε σ’αυτήν έναν μύθο μιας καθαρά φυσικής σημασίας:Ο Λυκούργος,όπως το δείχνει και η ετυμολογία του ονόματός του,είναι εκείνος που κλείνει ή κρύβει το φως.Είναι ο χειμώνας ο ίδιος με τις σκληρότητές του και τις τραχύτητές του,που με την θανατηφόρα του βουκέντρα χτυπάει τη ζωή και τη βλάστηση της φύσης.Είναι ο γιος του Δρύαντα,δηλαδή των βουνών των σκεπασμένων με δάση από δρυς,που απ’τις χιονισμένες κορυφές της Θράκης εξαπολύεται στην πεδιάδα διώχνοντας από μπροστά του τον λαμπερό ήλιο του καλοκαιριού μ’όλες τις χαρές του,αναγκάζοντάς τον να ριχτεί στη θάλασσα,απ’όπου δεν θα βγει παρά με την άνοιξη,τότε που ο ίδιος θε να τυφλωθεί και να χτυπηθεί από τον θάνατο.Αυτός ο μύθος,που δεν μας προσφέρει σχεδόν κανένα χαρακτηριστικό στοιχείο του λαϊκού Βάκχου της Ελλάδας,μάς αναγκάζει να συμπεράνουμε πως υπήρχε στη Θράκη από πολύ παλιά μια λατρεία αυτής της θεότητας.Τίποτα δεν μας εμποδίζει να δεχτούμε ότι οι θρακικές φυλές,αφού είχανε μείνει στην Πιερία και στην Θεσσαλία,ήρθαν να εγκατασταθούν στη Βοιωτία και στη Φωκίδα,έφεραν μαζί τους και τη λατρεία του Βάκχου και ότι απ’τους πρόποδες του Παρνασσού και τις κοιλάδες του Ελικώνα αυτή η λατρεία εξαπλώθηκε σε λίγο ανάμεσα σ’όλες τις αιολικές φυλές της χώρας,που την υιοθέτησαν,αλλά και την μεταμόρφωσαν υιοθετώντας την.Απ’αυτήν ακριβώς την μεταμόρφωση θα είχε γεννηθεί ο θηβαϊκός θρύλος,που είναι ο κατεξοχήν ελληνικός θρύλος,κι απ’όλους τους ελληνικούς ο πιο σημαντικός.Σύμφωνα με τον θρύλο αυτό,ο Διόνυσος είχε μητέρα τη Σεμέλη,κόρη του Κάδμου(η Σεμέλη είναι πιθανώς προσωποποίηση της γης κατά την εποχή της ανοίξεως).Η Σεμέλη αγαπήθηκε απ’τον Δία,που γονιμοποίησε την αγαπημένη του με την μορφή χρυσής βροχής(όπως ακριβώς και με την Δανάη),δηλαδή με τα ευεργετικά νερά που μαλακώνουν την σκληρή επιφάνεια της γης και χώνονται μέσα της,για να αναπτύξουν την ζωή.Φουσκωμένη από τούτη τη θεϊκή γονιμοποίηση η Σεμέλη είχε την απρονοησία να επιθυμήσει να αντικρίσει σε όλη την λάμψη της δόξας του τον θεό που την έκανε μητέρα,αλλά οι φλόγες,με τις οποίες ήταν περιτυλιγμένος ο Ζευς,την θανάτωσαν.Πεθαίνοντας,άφησε να ξεφύγει απ’τα σπλάχνα της ο καρπός που περιείχαν και μόλις είχε σχηματιστεί,ο Διόνυσος,που κι αυτός,επίσης,θα σκοτωνόταν απ’τις θεϊκές φλόγες,αν η γη,για να προφυλάξει και να σώσει το παιδί,δεν είχε κάνει να προστρέξουν γύρω στις κολώνες του παλατιού του Κάδμου τα πράσινα κλαδιά ενός πράσινου κισσού.Ωστόσο ο Διόνυσος σε λίγο περιμαζεύτηκε απ’τον ουράνιό του πατέρα,τον Δία,που τον κλείνει και τον ράβει μέσα στο μηρό του,όπου θεν’αποτελειωθεί η κυοφορία,ως τη στιγμή που το θεϊκό παιδί φτάνοντας στο τέρμα της κύησης θα δει το φως για δεύτερη φορά:διπλή γέννηση που οι Έλληνες πίστευαν πως εκφραζόταν η ιδέα της με τα επίθετα «διμήτωρ» και «διθύραμβος» που έδιναν στον θεό.Ο Διόνυσος,μόλις γεννήθηκε,δόθηκε στις φροντίδες των Νυμφών,με τη μεσολάβηση του Ερμή:λαϊκό θέμα που συχνά παρουσιάζεται απ’τους καλλιτέχνες.Οι Νύμφες ,λοιπόν,αντιπροσωπεύουν την υγρασία της γης:είναι ο χυμός που ζωντανεύει τα φυτά και τα δέντρα,είναι οι αναβράζουσες πηγές,οι ποταμοί με τα πολλά νερά.Συμφωνα με μια άλλη παράδοση η Ινώ,αδερφή της Σεμέλης,πήρε στις φροντίδες της το παιδί,αλλά η Ινώ-Λευκοθέα είναι,επίσης,μια θεότητα των νερών.Κατά τον Φερεκύδη,παραμάνες του μωρού ήταν οι νύμφες της Δωδώνης,οι Υάδες:νύμφες της βροχής που διετήρησαν αυτή την σημασία,όταν τοποθετήθηκαν στον ουρανό σαν αστερισμός.Συχνότερα,ωστόσο,τροφοί του Διονύσου είναι οι νύμφες του βουνού της Νύσας κι ο ίδιος ο θεός ονομάζεται συνήθως ο θεός της Νύσας.Ποιο είναι,όμως,αυτό το περίφημο όρος Νύσα;Όταν η λατρεία του Διονύσου διαδόθηκε σ’όλη την Ελλάδα και σε μέρος της Ασίας πολλά τοπωνύμια Νύσα υπήρχαν,γιατί κάθε επαρχία,όπου καλλιεργούνταν αμπέλια,είχε την αξίωση πως αυτή είχε την τιμή να φιλοξενήσει τα παιδικά χρόνια του θεού.Στην πραγματικότητα η Νύσα δεν ήταν παρά ένας φανταστικός τύπος που βγήκε απ’την ελληνική φαντασία,ύστερα από μια ετυμολογική πλάνη(από το Δίας+Νύσα<ύης=υγρός->Διόνυσος βγήκε αυτή η φανταστική γεωγραφία).Ο Ομηρικός ύμνος προς τον Διόνυσο μάς τον παρουσιάζει να τριγυρνά στις χαράδρες και στα φαράγγια της Νύσας περιστοιχισμένος από τις Νύμφες του όρους κάνοντας πολλή φασαρία(Γι’αυτό ο θεός ονομάζεται πότε «Βρόμιος» και πότε «Εύιος»,δηλαδή όλος θόρυβο).Η άγρια παιδική ζωή του Βάκχου και η ταραχώδης νεανική του ηλικία τί είναι άλλο πραγματικά παρά το μεγάλωμα του αμπελιού στις βουνίσιες πλαγιές,όπου,αφού ανακαλύφτηκε και καλλιεργήθηκε,χαιρόταν πάντα να μεγαλώνει ολοένα,αλλά και οι πρώτες μεθυστικές απολαύσεις του κρασιού,οι χαρές των πρώτων τρύγων.Όσο για τα μίση και τις φιλίες του θεού,τα μακρινά του ταξίδια και τον τελικό του θρίαμβο,όλα αυτά είναι μια εικόνα των μοναδικών αποτελεσμάτων του κρασιού,πότε ευεργετικού και πότε φοβερού για τον άνθρωπο,μια εικόνα ,επίσης,διάδοσης του αμπελιού σε όλο τον κόσμο.Στην Βοιωτία διαμορφώθηκε ο κύριος θρύλος του θεού.Στην Αττική η λατρεία εισήχθη από πολύ παλιά:δυο οικισμοί,των Ελευθερών(στον Κιθαιρώνα) και της Ικαρίας ,ισχυρίζονταν πως είχαν την τιμή να φιλοξενήσουν τον θεό και πως ευνοήθηκαν πρώτες αυτές με τα δώρα του.Ο δήμος της Ικαρίας παρέθετε τον ακόλουθο θρύλο,για να ενισχύσει την αξίωσή της:Ο πρώτος βασιλιάς της εκεί χώρας λεγόταν Ικάριος.Μια μέρα ο Διόνυσος,κατά τη διάρκεια ενός απ’τα ταξίδια του,σταμάτησε στο σπίτι αυτού του βασιλιά και βρήκε καλή υποδοχή.Στην αναχώρησή του ο θεός,θέλοντας να ανταμείψει τον βασιλιά για την φιλοξενία του,τού χάρισε ένα κλήμα αμπελιού και τού δίδαξε την τέχνη πώς να κάνει κρασί.Αλλ’αυτός,όταν ήρθε η εποχή του τρυγητού,δεν θέλησε να χαρεί μονάχος του τα ευεργετήματα του θεού και σκέφτηκε να καλέσει κι άλλους ανθρώπους,για να πάρουν μέρος σ’αυτά.Άρχισε,λοιπόν,να τρέχει στα χωριά εδώ κι εκεί,μ’ασκιά γεμάτα κρασί κι έδινε απ’αυτά να πιουν,ο ένας ύστερα απ’τον άλλο,καλλιεργητές της γης μα και βοσκοί.Κι αμέσως οι άνθρωποι αυτοί άρχισαν να χάνουν τα λογικά τους:πιστεύοντας πως φαρμακώθηκαν,σκότωσαν τον Ικάριο και δεν τον έθαψαν,παρά μόνο αφού είχε περάσει η επίδραση του κρασιού την επόμενη μέρα.Ο Ικάριος είχε μια κόρη με το όνομα Ηριγόνη που,νιώθοντας δίχως άλλο το κακό που έγινε,πήγαινε παντού,φωνάζοντας και θρηνώντας,αναζητώντας τον πατέρα της και δεν τον έβρισκε,όταν η Μαίρα,η σκύλα της που την συνόδευε,τής έδειξε με τα γαυγίσματά της το μέρος,όπου ήταν θαμμένος ο Ικάριος.Η Ηριγόνη από απελπισία κρεμάστηκε από το δέντρο,στις ρίζες του οποίου ήταν θαμμένος ο πατέρας της.Ηριγόνη ετυμολογικά σημαίνει εκείνη που γεννιέται την άνοιξη,δηλαδή το νεαρό τσαμπί του σταφυλιού,ενώ Μαίρα(=λαμπερή,αστραφτερή) είναι ο αστερισμός του Κυνός,ο καύσωνας.Ο θρύλος,λοιπόν,όταν περιοριστεί στα ουσιαστικά του στοιχεία,δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά:την άνοιξη το κλήμα τ’αμπελιού γεννάει το τσαμπί.Σαν τούτο μεγαλώσει,κρέμεται στο δεντράκι,όπου γεννήθηκε,ενώ οι καυτερές αχτίδες του καλοκαιριάτικου ήλιου το συνοδεύουν στο μεγάλωμά του και το κάνουν να ωριμάσει.Εις ανάμνησιν του τραγικού τέλους της Ηριγόνης οι κάτοικοι της Ικαρίας έδεναν στα κλαδιά των δέντρων πήλινα ή κέρινα αγαλματάκια,που κουνιούνταν με τη φορά του ανέμου και μπορούν να παραλληλισθούν με τα τσαμπιά που κρέμονται από το κλήμα.Σ’αυτή ακριβώς την μυθική εποχή θεωρούσαν ότι είχε δημιουργηθεί μια από τις πιο λαϊκές διασκεδάσεις στα χωριά της Αττικής,τα «Ασκώλια»,όπου πάνω σ’ένα ασκί φουσκωμένο και λαδωμένο οι νεαροί χωρικοί ασκούνταν να πηδάνε και να χορεύουν στο ένα πόδι,μιμούμενοι τον Ικάριο,έλεγαν,που σαν είδε μια μέρα έναν τράγο να ροκανίζει το αμπέλι του,έκανε με το δέρμα του τράγου ένα ασκί και πάνω σ’αυτό χόρεψε από την χαρά του για τον πρώτο τρυγητό.Η αντίληψη για την θεότητα του Βάκχου ήταν,επομένως,στην αρχή και για πολύ καιρό μετά,στην Αττική πάρα πολύ απλή.Στην πιο λαμπρή εποχή του ελληνικού πολιτισμού,όταν τα «Μεγάλα Διονύσια» με την λάμψη των τελετών τους τραβούσαν στην Αθήνα πολύ κόσμο,υπήρχαν στα χωριά κι άλλες γιορτές λιγότερο περίλαμπρες και πιο πρωτόγονες,που ονομάζονταν «Μικρά ή κατ’αγρούς Διονύσια»,καθώς επίσης κι οι γιορτές του θεού του κρασιού,τα «Θεοίνια».Η παραδοσιακή γιορτή των Διονυσίων,μάς αναφέρει ο Πλούταρχος,ήταν άλλοτε απλή και γεμάτη λαϊκή ευθυμία.Επί κεφαλής της πομπής ένας αμφορέας με κρασί κι ένα κλήμα αμπελιού.Ύστερα ένας τράγος που κάποιος τον έσερνε.Κατόπιν ένα καλάθι με σύκα που το κουβαλούσε ένα άλλο πρόσωπο και,τέλος,ο φαλλός.Μια ανάλογη γιορτή μάς κάνει να ξαναζήσουμε μια σκηνή απ’τους «Αχαρνείς»,σ’όλη της την αφέλεια,αλλά και σ’όλη την χωριάτικη χοντροκοπιά.Βλέπουμε την αγροτική οικογένεια να πηγαίνει σε πομπή προς το βωμό του θεού που επικαλέστηκε στις προσευχές της:η κόρη βαδίζει μπροστά ως κανηφόρος,δηλαδή φέρουσα το ιερό κάνιστρο.Έρχεται ύστερα ο σκλάβος που κρατάει το φαλλό κι ύστερα ο αρχηγός της οικογένειας,ο Δικαιόπολις,που κλείνει την πομπή τραγουδώντας το φαλλικό τραγούδι.Τα «Λήναια»,όπως το δείχνει η λέξη,ήταν οι γιορτές του ληνού(=του πατητηριού των σταφυλιών) κι ο Διόνυσος εθεωρείτο ως ο θεός του καινούργιου κρασιού,που τρέχει άφθονο απ’τα πατημένα τσαμπιά.Οι Αθηναίοι είχαν κάνει,πραγματικά,προς τιμήν του Διονύσου-προστάτη του ληνού ένα ιερό στην περιοχή των Λιμνών και γύρω απ’αυτό το χώρο συγκεντρωνόταν η γιορτή.Αφού είχαν προσφέρει στον θεό,στο ναό του,το καινούργιο κρασί,μαζεύονταν σ’ένα συμπόσιο,του οποίου τα έξοδα πλήρωνε το κράτος κι έπιναν για τα καλά από το δώρο του θεού.Ύστερα η πομπή των Ληναίων ξεκινούσε όλο φασαρία και προχωρούσε ανάμεσα στην πόλη,τραγουδώντας πρώτα τα εγκώμια του Διονύσου κι έπειτα εν χορώ και έμπλεο ενθουσιασμού δυνατά τον Διθύραμβο,που σε λίγο ξεσπούσε σε αστειότητες,πειράγματα και ακράτητη ευθυμία.Εκείνο που μεγάλωνε την ευθυμία ήταν οι μεταμφιέσεις:άλλοι με το πρόσωπο πασαλειμμένο με την τρυγιά του κρασιού(τα κατακάθια του) ή βαμμένοι με μίνιο,ντυμένοι σαν Σάτυροι ή τον θεό Πάνα,με δέρματα από ελάφια ή πρόβατα,με το κεφάλι στεφανωμένο με κισσό και φορώντας για γένια φύλλα βελανιδιάς.Τα «Ανθεστήρια» ήταν επίσης μια,πιο πρόσφατη χρονολογικά σε σύγκριση μ’εκείνη των Ληναίων,γιορτή του Διονύσου.Η πιο περίλαμπρη γιορτή του Βάκχου ήταν τα Μεγάλα Διονύσια(η νεότερη όλων).Ο Διόνυσος στη γιορτή αυτή ήταν ο θεός που είχε έρθει απ’τις Ελευθερές και οδηγούσαν την αρχαία εικόνα του με μεγάλη πομπή από το ιερό του Λημναίου,διαμέσου του Κεραμεικού,στην Ακαδημία.Οι λέξεις «Διόνυσος Ελευθερεύς» ερμηνεύονταν με την πιο πλατιά σημασία και έλεγαν πως ο Διόνυσος ήταν ο θεός ελευθερωτής:εκείνος που λυτρώνει την γη απ’τα δεσμά του χειμώνα,εκείνος που λευτερώνει τις ψυχές απ’το σφίξιμο των φροντίδων και των συμφορών της ζωής,εκείνος που φέρνει στη φύση,καθώς και στους ανθρώπους,την λευτεριά.Έτσι εκείνη την ημέρα ανακήρυσσαν την απελευθέρωση ενός συγκεκριμένου αριθμού σκλάβων και σ’εκείνους που παρέμεναν στη σκλαβιά έδιναν για μερικές ώρες χαρά και ανεξαρτησία.Οι διθύραμβοι που τραγουδιούνταν στα Μεγάλα Διονύσια ήταν συνθεμένοι για την επισημότητα της γιορτής από τους μεγάλους λυρικούς ποιητές της Ελλάδος,από τον Λάσο τον Ερμιονέα στην αρχή,τον δάσκαλο του Πινδάρου,και τον Σιμωνίδη κατόπιν και τον Βακχυλίδη από την Κέα.Στην Χίο διηγούνταν ότι μετά τον τρυγητό ο γίγαντας Ωρίων ήρθε μια μέρα να βρει τον Οινοπίωνα,τον γιο του Διονύσου και της Αριάδνης,και μέθυσε κοντά του με το καινούργιο κρασί.Έπειτα θέλησε να ατιμάσει την γυναίκα του οικοδεσπότη.Αλλά ο τελευταίος επωφελήθηκε απ’το μεθύσι του Ωρίωνα,για να τον τυφλώσει,και τον έριξε στην ακτή.Ο Ωρίων,τυφλωμένος,σηκώνεται,περπατάει ψηλαφώντας μέσα στη θάλασσα,αφήνεται να τον κατευθύνει ο θόρυβος του εργαστηρίου του Ηφαίστου,που ακούει μακριά,και φτάνει στη Λήμνο.Εκεί αρπάζει έναν απ’τους συντρόφους του θεού,τον βάζει στους ώμους του και οδηγιέται απ’αυτόν προς την κατεύθυνση του ηλίου που ανατέλλει και τού φέρνει το φως.Θέλει τότε να εκδικηθεί τον Οινοπίωνα,μα εκείνος κρύβεται από τον Ποσειδώνα στα βάθη μιας υπόγειας κατοικίας και η οργή του Ωρίωνα μένει ανίσχυρη.Σ’αυτόν τον θρύλο,που υποδηλώνει ότι χάρη στην συνδρομή ζέστης-Ωρίωνος-και υγρασίας-Ποσειδώνος-ωριμάζουν τα σταφύλια,εξαφανίζεται το πρόσωπο του Διονύσου,για να παραχωρήσει την θέση του στον γιο του Οινοπίωνα,μια απ’τις δευτερεύουσες προσωποποιήσεις του αμπελιού και του κρασιού.Από την Νάξο προέρχεται και ο αρχαίος μύθος της Αριάδνης και του Διονύσου:Ο Θησέας,σύμφωνα με την παλαιότερη εκδοχή του μύθου,από τον φιλόσοφο Φερεκύδη από την Σκύρο,γυρνώντας από την Κρήτη με την Αριάδνη,πλευρίζει στο νησί της Νάξου,όπου αποκοιμιέται στ’ακρογιάλι της.Κατά τον ύπνο του τον πλησιάζει η Αθηνά και τον προστάζει να εγκαταλείψει την Αριάδνη και να αναχωρήσει αμέσως για την Αθήνα.Ο Θησέας εκτελεί δίχως άργητα την εντολή της θεάς.Η Αριάδνη εγκαταλελειμμένη βγάζει φωνές απελπισίας,αλλά η Αφροδίτη έρχεται κοντά της και καταφέρνει να την παρηγορήσει.Σε λίγο η Αριάδνη γίνεται σύζυγος του Διονύσου,που της κάνει δώρο μια θαυμάσια χρυσή κορόνα.Ετυμολογικά το όνομα της Αριάδνης ξυπνά προπάντων την ιδέα της χάρης και της χαράς,κι είναι δύσκολο να δούμε σ’αυτό άλλο τίποτα από την προσωποποίηση της ανοιξιάτικης φύσης.Στη Νάξο ξεχώριζαν δύο Αριάδνες:εκείνη που είχε εγκαταλείψει ο Θησέας κι εκείνη που παντρεύτηκε τον Διόνυσο.Οι γιορτές της μιας ήταν γιορτές θλίψης και πένθους,ενώ της άλλης τελούνταν με αγώνες και κραυγές χαράς,κι άκουγε κανείς να αντηχεί προς τιμήν της Αριάδνης και του συζύγου της Διονύσου το τραγούδι της Άνοιξης,ο χαρούμενος διθύραμβος,του οποίου την ανακάλυψη διεκδικούσε,κατά τον Πίνδαρο,η Νάξος.Αυτές οι αντιθέσεις της ειμαρμένης της Αριάδνης τι άλλο είναι παρά οι ίδιες οι αντιθέσεις της φύσης που κοιμάται και πεθαίνει τον χειμώνα,για να ξυπνήσει την άνοιξη και να ανθήσει μέσα στη χαρά και μέσα στην αναγάλλια μιας καινούργιας ζωής?(Απ’αυτή την άποψη ο μύθος της Αριάδνης μας προσφέρει μια σημαντική αναλογία με τον μύθο της Κόρης).Στη Νάξο,επίσης, ή γενικότερα στα νησιά του Αιγαίου,σχηματίστηκε η παράδοση μιας απ’τις πιο θαυμαστές περιπέτειες του Βάκχου:της απαγωγής του από Τυρρηνούς πειρατές.Οι πειρατές θέλησαν να τον δέσουν,γιατί τον είχαν θεωρήσει ως καταγόμενο από τον Δία,με βαριές αλυσίδες,αλλά τα δεσμά έπεφταν απ’τα χέρια του καθιστού και χαμογελαστού θεού.Ακολούθησαν θαύματα του θεού(π.χ ο κισσός που αναρριχήθηκε στο κατάρτι του πειρατικού πλοίου ή τα κύματα αρωματικού κρασιού) που έκαναν τους πειρατές να πέσουν έντρομοι στη θάλασσα,για να γλυτώσουν,αλλά μεταμορφώθηκαν σε δελφίνια.Ο θεός λυπήθηκε τον φρόνιμο τιμονιέρη,που είχε εισηγηθεί ανεπιτυχώς να απελευθερώσουν τον θεό και είχε παραμείνει ατάραχος στο τιμόνι του εν μέσω των θαυμάτων.Στην θηβαϊκή Τανάγρα διηγιόνταν πως οι γυναίκες της περιοχής,όταν κάποτε μπήκαν στη θάλασσα για καθαρμό,πριν να τελέσουν τις γιορτές του Διονύσου,δέχτηκαν επίθεση από τον Τρίτωνα,αλλά αμέσως κάλεσαν τον Διόνυσο σε βοήθειά τους κι ο θεός προσέτρεξε,πάλεψε με τον Τρίτωνα και τον δάμασε.Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή,υπήρχε στις ακτές της Βοιωτίας ένα τέρας θαλασσινό,ο Τρίτων,που έπεφτε πάνω στα κοπάδια που έβοσκαν στην ακρογιαλιά,αλλά και στις αδύναμες βάρκες των ψαράδων και τις κατέστρεφε.Τότε οι ψαράδες σκέφτηκαν να βάλουν στην ακτή έναν μεγάλο κρατήρα γεμάτο κρασί.Τραβηγμένος απ’την μυρωδιά ο Τρίτων πλησίασε,ήπιε απ’το ποτό και αποκοιμήθηκε στην άμμο.Τότε οι Ταναγραίοι του έκοψαν το κεφάλι και ισχυρίστηκαν ότι το τέρας είχε αφανισθεί απ’τα χτυπήματα του Διονύσου.Ο Παυσανίας λέγει ότι ο Διόνυσος οδήγησε πρώτος μια εκστρατεία στην Ινδία,πρώτος έκανε ένα γεφύρι στον Ευφράτη και ότι και στην εποχή του έδειχναν το παλαμάρι που χρησίμευσε στον θεό,για να συνδέσει τις δύο όχθες του ποταμού,καμωμένο από κλήματα αμπελιού και κλωνιά κισσού.Ο Αρριανός και ο Quintus Cursius ισχυρίστηκαν ότι ο Διόνυσος γεννήθηκε στο ινδικό βουνό Μηρός.Ο θρύλος του Διονύσου στην Ινδία είναι μεταγενέστερος της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ασία και ο Στράβων τον αποδίδει στους κόλακες του μακεδόνα βασιλιά.Είναι αναμφισβήτητο ότι ήδη απ’τον 6ο π.Χ. αιώνα η Μικρά Ασία και ιδίως η Λυδία και η Φρυγία άσκησαν στην λατρεία του Διονύσου στην Ελλάδα μια επίδραση,που μετάλλαξε βαθιά τον χαρακτήρα της:ο θεός Διόνυσος δεν είναι πια ο αρρενωπός θεός των αμπελουργών της Αττικής,αλλά ένας έφηβος,με αγένεια μάγουλα,με ντελικάτο χρώμα στο δέρμα,με πρόσωπο παρθενικό,που το πλαισιώνουν μπούκλες,που κυματίζουν,από ξανθά μαλλιά.Βλέποντας τον μακρύ του μανδύα,το μαλθακό και σερνάμενο περπάτημά του,τη γυναικωτή του χάρη,διστάζουμε να τού δώσουμε αρσενική φύση.Πραγματικά το θρησκευτικό δαιμόνιο της Ασίας σφράγισε τον Διόνυσο.Θηλυκοποιημένος με την επαφή του με την Ασία ο Διόνυσος έγινε ο θεός των γυναικών,το προτιμούμενο αντικείμενο των όλο πάθος λατρειών τους.(Σε κάθε χώρα η γυναίκα που την κυριαρχεί η φαντασία της κι είναι συχνά στη διάθεση των νεύρων της,γίνεται ευκολότερα απ’τον άντρα λεία μυστικιστικής αλλοφροσύνης.Έτσι οι ελληνίδες γυναίκες δέχτηκαν με μια μοναδική ευμένεια τούτον τον καινούργιο θεό και πολλές έτρεξαν πίσω του,για να τον υπηρετήσουν.Αυτές διακρίνονται στις «Θυιάδες» που τελούσαν τα όργια του Διονύσου κάθε δύο χρόνια στην κορυφή του Παρνασσού και τρία στα φαράγγια του Κιθαιρώνα και στις «Βάκχες» που υπό την επίδραση του θεού που τις έχει κυριέψει πηδάνε σαν ελαφίνες ανάμεσα απ’τους χειμάρρους και τις χαράδρες του βουνού,με τον λαιμό αναγερτό και τα μαλλιά τους να ανεμίζουν,έτοιμες στο κάλεσμα του θεού να κομματιάσουν τα θηρία που συναντούν και να καταβροχθίσουν τις σάρκες τους που σπαρταράνε).Στις «Βάκχες» του Ευριπίδη περιγράφεται ακριβώς ο ασιατικός χαρακτήρας της νέας θρησκείας.Ο Διόνυσος ήθελε να’ρχονται προς αυτόν και να του δίνονται ολοκληρωτικά,γι’αυτό και δεν απευθυνόταν σ’όλους.Ο διονυσιακός μυστικισμός,όπως όλοι οι μυστικισμοί,δίδασκε την βαθιά περιφρόνηση για το ανθρώπινο λογικό.«Ό,τι είναι φρόνιμο,δεν είναι καθόλου η φρονιμάδα»,φωνάζει ο χορός των Βάκχων.«Μονάχα εμείς είμαστε σοφοί και φρόνιμοι»,λέει ο γερο-Τειρεσίας,κυριευμένος από τον Βάκχο,«οι άλλοι είναι τρελοί».Σε αντάλλαγμα της απόλυτης υποταγής ο Διόνυσος γεμίζει με την θεότητά του τις ψυχές των πιστών του κι αυτή η θεϊκή κατοχή είναι γι’αυτούς η πηγή χιλίων απολαύσεων και μεθυστικής χαράς.Η καρδιά τους έχει αποκαθαριστεί έτσι,πιστεύουν πως γίνονται καλύτεροι,πως θ’αγγίξουν αυτή την μακαριότητα κι αυτή την τελειότητα,που τις λαχταρούσαν αδιάκοπα,και μ’ένα πήδημα η ψυχή τους πετιέται μακριά απ’τις μιζέριες της βέβηλης ζωής,μέσα σε τούτη την καινούργια ζωή,τούτη την άγια ζωή που τους δημιούργησε ο θεός.Το θέαμα της βλάστησης που μένει νεκρή τον χειμώνα,για να ξαναγεννηθεί την άνοιξη,θα είχε,επιπροσθέτως,υποβάλει την ιδέα ότι ο Διόνυσος ήταν ένας θεός που πέθαινε κι ύστερα ανασταινόταν,όπως η Κόρη.Ο Πλούταρχος λέει ότι τον χειμώνα στους Δελφούς αντικείμενο τη λατρείας δεν ήταν ο Απόλλων,αλλά ο Διόνυσος,καθώς εθεωρείτο ότι είχε εξαφανισθεί,που είχε κατεβεί στα γήινα σκοτάδια και στον κόσμο των νεκρών,η δε μυστηριακή θυσία προς τιμήν του προσεφέρετο μέσα στο ιερό του Απόλλωνος.Αυτή η ιδέα των μεταβολών του πεπρωμένου του Βάκχου είναι το βάθος του θρύλου του «Διονύσου-Ζαγρέα»,που μερικά του στοιχεία δανείστηκαν από την Κρήτη και την Φρυγία,αλλά έγινε ένας θρύλος ελληνικός με την χρήση που έκαναν οι Ορφικοί.Στον θρύλο αυτό ο Βάκχος δεν είναι πια ο θηβαίος θεός,γιος της Σεμέλης,αλλά γεννήθηκε απ’την ένωση του Διός με την Δηώ(=την Δήμητρα) ή με την Κόρη,τις δυο μεγάλες χθόνιες θεότητες που μέσα στα σπλάχνα της γης προεξάρχουν στην βλάστηση και στον θάνατο.Ο Διόνυσος,λοιπόν,παιδί ακόμα,πιάστηκε απ’τους Τιτάνες,τους αδερφούς του,που τον είχαν πλησιάσει προδοτικά δείχνοντάς του ένα παιχνίδι,τον κομμάτιασαν,έριξαν τα κομμάτια του κορμιού του και τα έβρασαν εκεί.Την στιγμή,όμως,του εγκλήματος η Παλλάδα Αθηνά έκλεψε την καρδιά του θεού και την έφερε,ενώ ακόμη παλλόταν ζωηρά,στον Δία.Αυτό το μέρος του κορμιού του Διονύσου είχε γίνει το κέντρο μιας ζωής που ξαναγεννιόταν και η αθάνατη ύπαρξη του θεού,μεταλλαγμένη μα όχι κατεστραμμένη,ξανασχηματίστηκε αμέσως.Ο Διόνυσος,επομένως,στην σκέψη των Ορφικών γινόταν ένα σύμβολο αυτής της δυνατής ζωής που κυκλοφορεί παντού μέσα στο σύμπαν,που ζωντανεύει αδιάκοπα όλα τα μέρη της φύσης,όπου τα φαινόμενα του αφανισμού δεν είναι παρά σημάδια μετασχηματισμού της ζωής.Για τους Ορφικούς ο Διόνυσος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η οικουμενική ψυχή,η κοινή πηγή όλων των ανθρώπινων ψυχών,που οφείλουν να τείνουν αδιάκοπα να βγάλουν και να καθαρίσουν από κάθε χοντροειδή πρόσμειξη το θεϊκό στοιχείο που βρίσκεται μέσα σ’αυτές και τους έχει δοθεί από τον Βάκχο.Έτσι,εκείνοι που αφιερώνονταν στο θεό αναζητούσαν με ορισμένες ιδιαίτερες τελετουργίες να’ρθουν σε επικοινωνία μαζί του.Στην τελετή που ονόμαζαν «Ωμοφαγία» και που ανάγεται,ίσως,στα χρόνια του Θεμιστοκλή,οι μυημένοι έτρωγαν ομαδικά το ωμό κρέας ενός ταύρου.Δεν ήταν μοναχά ένας υπαινιγμός στο πάθος του Ζαγρέα και το κομμάτιασμά του απ’τους Τιτάνες:καθώς ο ταύρος είναι μια απ’τις μορφές του Διονύσου,οι μυημένοι έτρωγαν συμβολικά το σώμα του θεού και έπιναν το αίμα του σ’αυτό το «μυστικό» δείπνο.Αυτή ήταν μια απ’τις ιεροτελεστίες που την ονόμαζαν «ο ορφικός βίος» ή «ο βακχικός βίος»:βίος υποταγμένος σε ασκητικούς κανόνες,σε αυστηρές ασκήσεις κι εφαρμογές,που θα εξασφάλιζαν σ’εκείνους που θα τις εκτελούσαν την ειρήνη και την ηθική γαλήνη σε τούτη τη ζωή και μετά το θάνατο,όταν θα κατέβαιναν κοντά στο Ζαγρέα,στο υπόγειό του βασίλειο,το εύκολο πέρασμα των ψυχών τους στα νέα τα σώματα,όπου θα κατοικούσαν κι όπου χρωστούσαν να αποτελειώσουν τους καθαρμούς τους ως την μέρα της τελευταίας λύτρωσης και της πιο πλέριας μακαριότητας.Η θρησκευτική δοξασία των Ορφικών κατέληγε,κατά συνέπεια,στην μετεμψύχωση,όπως κι ο Πυθαγορισμός,που απ’αυτόν δανείστηκε ορισμένα στοιχεία.Και καθώς έκανε τον Διόνυσο θεό του θανάτου και της ζωής,συνδεόταν με τα Ελευσίνια μυστήρια.Στην αρχή,η άσκηση της λατρείας του Βάκχου,θεού της φυτικής φύσης,φαίνεται να’ναι συνδεδεμένη με τη γενική λατρεία των δέντρων,που η παράδοσή της,φερμένη απ’τους Πελασγούς,διήρκεσε πολύ καιρό στην ελληνική ύπαιθρο.Από κει κι ο χαρακτήρας των αρχαίων της ειδώλων.Ο ένδεντρος Διόνυσος της Βοιωτίας δεν ήταν,αναμφίβολα,παρά ένα ιερό είδωλο λατρευτικό,ένα μεγάλο δέντρο ντυμένο με κισσό,όπου υπέθεταν πως κατοικούσε ο θεός,καθώς ο Δίας εθεωρείτο ότι κατοικούσε στην δρυ(=βελανιδιά) της Δωδώνης.Τα ονόματα «Διόνυσος Στύλος» και «Διόνυσος Περικιόνιος» της Θήβας δείχνουν πως ένα απλό παλούκι,ένας στύλος χωμένος στο χώμα ή ένας κορμός δέντρου που μόλις λαξεύτηκε υπήρξαν οι πρωτόγονες και χοντροκομμένες εικόνες του θεού.Τις γιορτινές μέρες αυτός ο κορμός ήταν στολισμένος με κλώνια κλήματος και κισσού,τον σκέπαζαν με ρούχα,έβαζαν στην κορυφή του ένα κεφάλι ή ένα προσωπείο,μερικές δε φορές του πρόσδεναν κι έναν φαλλό,που ήταν η έκφραση της γονιμοποιητικής και γενετήσιας δύναμης του θεού.Αυτή είναι η σημασία του Διονύσου που λέγεται στην Λέσβο «Φαλλήν» και που τα νομίσματα της Μυτιλήνης παρουσιάζουν με τα χαρακτηριστικά ενός «ιθυφαλλικού» Ερμή.Στην τέχνη,ο αρχαϊκός τύπος του γενειοφόρου Διονύσου(«Πωγωνιτής»,«Καταπώγων») μάς προσφέρεται απ’τα νομίσματα της Θάσου και της Νάξου κι απ’τα μελανόμορφα αγγεία.Χαρακτηρίζεται συχνά απ’το μυτερό γένι,σε σχήμα γωνίας.Ο θεός,που το μέτωπό του είναι συνήθως στεφανωμένο με κισσό, είναι ντυμένος μ’ένα μακρύ χιτώνα που φτάνει ως τα πόδια του.Κατά τον αιώνα του Περικλή αυτός ο τύπος μετατρέπεται,γίνεται θηλυπρεπής κάτω απ’την επίδραση των ασιατικών θρησκειών(ο μακρύς χιτώνας του,λέγει ο Lenormant,γίνεται ένα αληθινά γυναικείο φόρεμα,η «βασσάρα»,που ήταν κοινή στον λύδιο θεό και στις μαινάδες του,και φοράει καμιά φορά από πάνω,για να συμπληρώσει το ρούχο του,τον απάνω κοντό χιτώνα χωρίς μανίκια,που ονομαζόταν «κροκωτός».Τα μαλλιά του είναι δεμένα με γυναικεία στολίδια,που αντικατασταίνουν τα στεφάνια από κισσό ή κληματσίδες ή συνδυάζονται μ’αυτά:με το «κρήδεμνον»,τη «μίτρα»,τη «στεφάνη»,στους δε ώμους του είναι ριγμένη η «νεβρίς»).Ο Διόνυσος σπάνια είναι ένας θεός απομονωμένος:στις γιορτές της λατρείας του έχει μια ιερή ακολουθία,έναν «θίασο».Είναι η ομάδα από Βάκχες που σέρνει πίσω του πάνω στα βουνά,καθώς κι άλλα δευτερεύοντα «δαιμόνια» που προσωποποιούν τις διάφορες δυνάμεις της άγριας φύσης,όπως οι Νύμφες(παραμάνες του),ο γέρων θεός των βοσκών της Αρκαδίας Πάνας,που απ’την εμφάνιση του νέου θεού περιορίστηκε στον μέτριο ρόλο του δορυφόρου του(γιος του Ερμή και της κόρης του Δρύοπος,στην υπηρεσία του οποίου έβοσκε τα κοπάδια ο Ερμής.Ήταν ο εφευρέτης της σύριγγος-το σουραύλι των βοσκών.Με τη φοβερή φωνή του τρόμαξε,κατά την μυθολογία τους Τιτάνες κατά την Τιτανομαχία και προκάλεσε «πανικό» στους Πέρσες στο Μαραθώνα,δοξασία που ώθησε τους Αθηναίους να του αφιερώσουν ένα ιερό σκαμμένο στο βράχο της Ακροπόλεως και να τον τιμήσουν με ετήσιες θυσίες και λαμπαδηδρομίες.Οι Στωικοί και οι Ορφικοί «είδαν» στον Πάνα τον θεό που εκφράζει το αν,τα πάντα δηλαδή),ο Πρίαπος(ήλκε την καταγωγή του από τον Ελλήσποντο και την Προποντίδα.Στην Λάμψακο της Προποντίδος εθεωρείτο επώνυμο του Διονύσου.Συνήθως καθοριζόταν ως γιος του Διονύσου και μιας Νύμφης ή της Αφροδίτης.Ο Πρίαπος προσέθετε στην αναπαραγωγική ενέργεια της φύσης και την ιδέα της παραγωγής και της γονιμοποίησης με τον έρωτα.Παρίστατο σε στύση(«ιθυφαλλικός»),οι δε περιοχές του ήταν οι υγροί τόποι,τα περιβόλια και οι κήποι),προπάντων δε οι Σειληνοί(ανήκαν στην οικογένεια των Σατύρων.Προέρχονταν απ’τις θρησκευτικές παραδόσεις της Μικράς Ασίας και ιδιαιτέρως της Φρυγίας.Ήταν τα αρσενικά δαιμονικά των πηγών και των ποταμών,γιοι των Ναιάδων,που ήταν στην ουσία η προσωποποίηση των τρεχούμενων νερών.Στις αναπαραστάσεις της ελληνικής τέχνης οι Σειληνοί έχουν συχνά ουρά,οπλές,ακόμα κι αυτιά αλόγου,συμβόλου των νερών.Ο μύθος του μουσικού διαγωνισμού του Σειληνού Μαρσύα με τον θεό Απόλλωνα ήταν προσφιλές θέμα των αρχαίων καλλιτεχνών και δηλωτικός της υπεροχής της ελληνικής μουσικής έναντι της ασιατικής-στις Κελαινές της Φρυγίας έδειχναν και το σπήλαιο,όπου ο Απόλλων κρέμασε το δέρμα του γδαρθέντος Μαρσύα,ο οποίος δεν ήταν παρά ένα ρέμα νερού που θεοποιήθηκε,καθώς από το ίδιο σπήλαιο βγαίνουν οι πηγές ενός ποταμού που είχε το όνομα Μαρσύας.Οι Σειληνοί είχαν και προφητικές δυνάμεις,καθώς οι πηγές είναι «απόρροιες» της γης,ου τα σπλάχνα της κρύβουν τους μεγάλους νόμους του κόσμου και τη σοφία του μέλλοντος,οι θεότητες,επομένως,που παίζουν μέσα στα νερά έχουν έναν εμπνευσμένο και μαντικό χαρακτήρα.Το συμβολικό ζώο των Σειληνών ήταν το γαιδούρι.Στην Ελλάδα ο Σειληνός έφτασε ως παρωδία,ως καρικατούρα,όπως συνήθιζαν πάντοτε οι Έλληνες να διακωμωδούν τα πάντα-με μεγάλη κοιλιά,κοντόχοντρος,με τριχωτό κορμί,πάντα μεθυσμένος,με αλογοουρά(ο λεγόμενος «Πάππος-Σειληνός»-πάππος στα φρυγικά σήμαινε πατέρας,αφέντης,επίθετο που οι λαοί της Μικράς Ασίας έδιναν σε μερικούς από τους μεγαλύτερους θεούς τους κι ιδιαιτέρως στον Άττη)αν και,όταν οι ποιητές και οι καλλιτέχνες ήθελαν να τον παρουσιάσουν σοβαρό,τον παρουσίαζαν σαν τον πατέρα-τροφό,τον παιδαγωγό,τον πιστό σύντροφο και φίλο του Βάκχου και τότε τον παράσταιναν με τα χαρακτηριστικά ενός γέροντα μ’αυστηρή έκφραση και πατρική) και οι Σάτυροι(αδερφοί των βουνίσιων Νυμφών,το κορμί τους κατά την λαϊκή φαντασία των αρχαίων γιδοβοσκών ήταν τριχωτό,η μύτη τους κοντή και πλακουτσωτή,τα αυτιά τους μυτερά,τα πόδια τους διχαλωτά και είχαν και ουρά.Κατά τον Ησίοδο,στη «Θεογονία» του,ήταν μια δειλή ράτσα,τεμπέλικη,στραμμένη προς το κακό.Ακόμα κι ο ίδιος ο Πλούταρχος πίστευε στην ύπαρξη των Σατύρων[χαρακτηριστικό είναι το ανέκδοτο της συνάντησης του Σύλλα με έναν Σάτυρο που παραθέτει στον «Βίο του Σύλλα» και μεταφέρει με πάσα σοβαρότητα].Η μορφή των Σατύρων εξευγενίστηκε με την είσοδό τους στον κόσμο του θεάτρου και την δημιουργία του σατυρικού δράματος:δεν είναι πια γέροντες,αλλά χαριτωμένοι κι ωραίοι έφηβοι που διατηρούν τις αγαπημένες τους ενασχολήσεις μέσα στα δάση,μα με περισσότερη ευγένεια και λεπτότητα).







(Πηγή:«Παγκόσμια μυθολογία» του L.Bernard).