Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Ένα συγκινητικό παράδειγμα φιλίας.

Η αυθεντικότητα της ακόλουθης ιστορίας δεν είναι σίγουρη.Ο περισσότεροι ερευνητές εικάζουν ότι πρόκειται για ιστορία,όπως και οι υπόλοιπες του σχετικού έργου του Λουκιανού,χωρίς ιστορική βάση,δάνειο από μυθιστορήματα της εποχής του συγγραφέως,που δεν αποτελούν,ωστόσο,και την μοναδική πηγή των ιστοριών.Εν τούτοις,στην ιστορία που ακολουθεί καθρεπτίζεται η μεγάλη σημασία που απέδιδαν πάντοτε οι Έλληνες στην έννοια της φιλίας:


«…και μοι δοκώ ουκ άλλον ερείν Δημητρίου του Σουνιέως επιλαθόμενος.
Συνεκπλεύσας γαρ ες την Αίγυπτον ο Δημήτριος Αντιφίλω τω Αλωπεκήθεν,εταίρω εκ παίδων όντι και συνεφήβω,συνήν και συνεπαιδεύετο,αυτός μεν την άσκησιν την Κυνικήν ασκούμενος υπό τω Ροδίω εκείνω σοφιστή,ο δε Αντίφιλος ιατρικήν άρα εμελέτα.και δη ποτε ο μεν Δημήτριος έτυχεν εις την Αίγυπτον αποδημών κατά θέαν των πυραμίδων και του Μέμνονος•ήκουε γαρ ταύτας υψηλάς ούσας μη παρέχεσθαι σκιάν,τον δε Μέμνονα βοάν προς ανατέλλοντα τον ήλιον.τούτων επιθυμήσας Δημήτριος,θέας μεν των πυραμίδων,ακροάσεως δε του Μέμνονος,αναπεπλεύκει κατά τον Νείλον έκτον ήδη μήνα,οκνήσαντα προς την οδόν και το θάλπος απολιπών τον Αντίφιλον.
Ο δε εν τοσούτω συμφορά εχρήσατο μάλα γενναίου τινος φίλου δεομένη.οικέτης γαρ αυτού,Σύρος και τούνομα και την πατρίδα,ιεροσύλοις τισι κοινωνήσας συνεισήλθεν τε αυτοίς εις το Ανουβίδειον και αποσυλήσαντες τον θεόν χρυσάς τε φιάλας δύο και κηρύκιον,χρυσούν και τούτο,και κυνοκεφάλους αργυρούς και άλλα τοιαύτα,κατέθεντο πάντα παρά τω Σύρω•είτ’εμπεσόντες-εάλωσαν γαρ τι απεμπολώντες-άπαντα ευθύς έλεγον στρεβλούμενοι επί του τροχού,και αγόμενοι ήκον επί την οικίαν του Αντιφίλου,και τα φώρια εξέφερον υπό κλίνη τινι εν σκοτεινώ κείμενα.ο τε ουν Σύρος εδέδετο ευθύς και ο δεσπότης αυτού Αντίφιλος,ούτος μεν και μεταξύ ακροώμενος του διδασκάλου ανασπασθείς.εβοήθει δε ουδείς,αλλά και οι τέως εταίροι απεστρέφοντο ως το Ανουβίδειον σεσυληκότα και ασέβημα αυτών ηγούντο είναι ει συνέπιον ποτε ή συνειστιάσθησαν αυτώ.και οι λοιποί δε των οικετών,δύο όντες,άπαντα εκ της οικίας συσκευασάμενοι ώχοντο φεύγοντες.
Εδέδετο ουν ο άθλιος Αντίφιλος πολύν ήδη χρόνον,απάντων όσοι ήσαν κακούργοι εν τω δεσμωτηρίω μιαρώτατος είναι δοκών,και ο επί των δεσμών Αιγύπτιος,δεισιδαίμων άνθρωπος,ώετο χαριείσθαι και τιμωρήσειν τω θεώ βαρύς τω Αντιφίλω εφεστώς.ει δ’απολογείτο ποτε,λέγων ως ουδέν τοιούτον είργασται,αναίσχυντος εδόκει και πολύ πλέον επί τούτω εμισείτο.υπενόσει τοιγαρούν ήδη και πονηρώς είχεν οίον εικός χαμαί καθεύδοντα και της νυκτός ουδέ αποτείνειν τα σκέλη δυνάμενον εν τω ξύλω κατακεκλειμένα•της μεν γαρ ημέρας ο κλοιός ήρκει και η ετέρα χειρ πεπεδημένη,εις δε την νύκτα έδει όλον κατά δεδέσθαι.και μην και του οικήματος η δυσοσμία και το πνίγος,εν ταυτώ πολλών δεδεμένων και εστενοχωρημένων και μόλις αναπνεόντων,και του σιδήρου ο ψόφος και ύπνος ολίγος-ταύτα πάντα χαλεπά ην και αφόρητα οίω ανδρί εκείνων αήθει και αμελετήτω προς ούτω σκληράν την δίαιταν.
Απαγορεύοντος δε αυτού και μηδέ σίτον αιρείσθαι θέλοντος,αφικνείται ποτε και ο Δημήτριος,ουδέν ειδώς των ήδη γεγενημένων.και επειδή έμαθεν,ως είχεν ευθύς επί το δεσμωτήριον δρομαίος ελθών,τότε μεν ουκ εισεδέχθη,εσπέρα γαρ ην,και ο δεσμοφύλαξ πάλαι κεκλεικώς την θύραν εκάθευδε,φρουρείν τοις οικέταις παρακελευσάμενος•έωθεν δε εισέρχεται πολλά ικετεύσας.και παρελθών επί πολύ μεν εζήτει τον Αντίφιλον άδηλον υπό των κακών γεγενημένον,και περιιών ανεσκοπείτο καθ’έκαστον των δεδεμένων,ώσπερ ειώθασιν οι τους οικείους νεκρούς,ήδη εώλων όντων,αναζητούντες εν ταις παρατάξεσιν.και ει γε μη τούνομα εβόησεν,Αντίφιλον Δεινομένους,καν επί πολύ ηγνόησεν αν όστις ην,τοσούτον ήλλακτο υπό των δεινών.ως δε την φωνήν αισθόμενος ανεβόησεν και προσιόντος διαστείλας την κόμην και απάγων του προσώπου αυχμηράν και συμπεπιλημένην έδειξεν αυτόν όστις ην,άμφω μεν αυτίκα πίπτουσιν ιλιγγιάσαντες επί τη απροσδοκήτω θέα.
Χρόνω δε αναλαβών αυτόν τε και τον Αντίφιλον ο Δημήτριος και σαφώς έκαστα ως είχεν εκπυθόμενος παρ’αυτού θαρρείν τε παρακελεύεται και διελών το τριβώνιον το μεν ήμισυ αυτός αναβάλλεται,το λοιπόν δε εκείνω δίδωσιν,α είχε πιναρά και εκτετρυχωμένα ράκη περισπάσας.και το από τούτου πάντα τρόπον συνήν επιμελούμενος αυτού και θεραπεύων•παραδούς γαρ εαυτόν τοις εν τω λιμένι εμπόροις έωθεν εις μέσην ημέραν ουκ ολίγον απέφερεν αχθοφορών.είτ’επανελθών αν εκ του έργου,μέρος μεν του μισθού τω δεσμοφύλακι καταβαλόν τιθασόν αυτώ και ειρηνικόν απειργάζετο αυτόν,το λοιπόν δε εις την του φίλου θεραπείαν ικανώς αυτώ διήρκει.και τας μεν ημέρας συνήν τω Αντιφίλω παραμυθούμενος,επεί δε νυξ καταλάβοι,ολίγον προ της θύρας του δεσμωτηρίου στιβάδιον τιποιησάμενος και φύλλα υποβαλόμενος ανεπαύετο.
Χρόνον μεν ουν τινα ούτω διήγον,εισιών μεν ο Δημήτριος ακωλύτως,ράον δε φέρων την συμφοράν ο Αντίφιλος.ύστερον δε αποθανόντος εν τω δεσμωτηρίω ληστού τινος υπό φαρμάκων,ως εδόκει,φυλακή τε ακριβής εγένετο και ουκέτι παρήει εις το οίκημα ουδέ εις των δεομένων.εφ’οις απορών και ανιώμενος,ουκ έχων άλλως παρείναι τω εταίρω,προσαγγέλλει εαυτόν ελθών προς τον αρμοστήν,ως είη κεκοινωνηκώς της επί τον Άνουβιν επιβουλής.
Ως δε τούτο είπεν,απήγετο ευθύς ες το δεσμωτήριον,και αχθείς παρά τον Αντίφιλον τούτο γουν μόλις,πολλά ικετεύσας τον δεσμοφύλακα,εξειργάσατο παρ’αυτού,πλησίον τω Αντιφίλω και υπό τω αυτώ κλοιώ δεδέσθαι.ένθα δη και μάλιστα έδειξε την εύνοιαν ην είχε προς αυτόν,αμελών μεν των καθ’εαυτόν δεινών (καίτοι ενόσησε και αυτός),επιμελούμενος δε όπως εκείνος μάλιστα καθευδήσει και ήττον ανιάσεται•ώστε ράον έφερον μετ’αλλήλων κακοπαθούντες.
Χρόνω δε και τοιόνδε τι προσπεσόν έπαυσεν επί πλέον αυτούς δυστυχούντας.εις γαρ των δεδεμένων,ουκ οίδ’όθεν ρίνης ευπορήσας και συνωμότας πολλούς των δεσμωτών προσλαβών,αποπρίει τε την άλυσιν η εδέδεντο εξής,των κλοιών εις αυτήν διειρομένων,και απολύει άπαντας•οι δε αποκτείναντες ευμαρώς ολίγους όντας τους φύλακας εκπηδώσιν αθρόοοι.εκείνοι μεν ουν το παραυτίκα ένθα εδύναντο έκαστος διασπαρέντες ύστερον συνελήφθησαν οι πολλοί•ο Δημήτριος δε και ο Αντίφιλος κατά χώραν έμειναν,και του Σύρου λαβόμενοι ήδη απιόντος.επεί δε ημέρα εγένετο,μαθών ο την Αίγυπτον επιτετραμμένος το συμβεβηκός επ’εκείνους μεν έπεμψε τους διωξομένους,μεταστειλάμενος δε τους αμφί τον Δημήτριον απέλυσε των δεσμών,επαινέσας ότι μόνοι ουκ απέδρασαν.
Αλλ’ουκ εκείνοι γε ηγάπησαν ούτως αφιέμενοι,εβόα δε ο Δημήτριος και δεινά εποίει,αδικείσθαι σφας ου μικρά ει δόξουσι κακούργοι όντες ελέω ή επαίνω του μη αποδράναι αφείσθαι•και τέλος ηνάγκασαν τον δικαστήν ακριβώς το πράγμα εξετάσαι.ο δε επεί έμαθεν ουδέν αδικούντας,επαινέσας αυτούς,τον Δημήτριον δε και πάνυ θαυμάσας,αφίησι παραμυθησάμενος επί τη κολάσει ην ηνέσχοντο αδίκως δεθέντες,και εκάτερον δωρησάμενος παρ’αυτού,δραχμαίς μεν μυρίαις τον Αντίφιλον,δις τοσαύταις δε τον Δημήτριον.
Ο μεν ουν Αντίφιλος έτι και νυν εν Αιγύπτω εστίν,ο δε Δημήτριος και τας αυτού δισμυρίας εκείνω καταλιπών ώχετο απιών εις την Ινδικήν παρά τους Βραχμάνας,τοσούτον ειπών προς τον Αντίφιλον,ως συγγνωστός αν εικότως νομίζοιτο ήδη απολιπών αυτόν•ούτε γαρ αυτός δείσθαι των χρημάτων,εστ’αν αυτός η όπερ εστίν,αρκείσθαι ολίγοις δυνάμενος,ούτε εκείνω έτι δειν φίλου,ευμαρών αυτώ των πραγμάτων γεγενημένων
».



(Νομίζω πως δεν πρέπει να μιλήσω για άλλον και να ξεχάσω τον Δημήτριο από το Σούνιο.
Ο Δημήτριος,λοιπόν,ταξίδεψε στην Αίγυπτο μαζί με τον Αντίφιλο,από τον δήμο της Αλωπεκής,που ήταν φίλος του από παιδί και σύντροφος στην εφηβική ηλικία.Εκεί ζούσαν και εκπαιδεύονταν μαζί-ο ίδιος παρακολουθούσε την Κυνική Σχολή με δάσκαλο τον Ρόδιο εκείνο σοφιστή,ενώ ο Αντίφιλος σπούδαζε ιατρική.Κάποτε έτυχε να ταξιδεύει ο Δημήτριος στην Αίγυπτο,για να δει τις πυραμίδες και το άγαλμα του Μέμνονα,γιατί είχε ακούσει ότι οι πυραμίδες,παρά το ύψος τους,δεν έριχναν σκιά και ότι το άγαλμα του Μέμνονα έβγαζε κραυγή προς τον ανατέλλοντα ήλιο.Θέλοντας,λοιπόν,να δει τις πυραμίδες και να ακούσει τον Μέμνονα,ο Δημήτριος ήταν ήδη έξι μήνες που είχε ανέβει τον Νείλο,αφήνοντας πίσω τον Αντίφιλο,που σκεφτόταν το ταξίδι και την ζέστη.
Αυτόν,όμως,στο μεταξύ τον βρήκε τέτοια συμφορά,που χρειαζόταν κάποιον πολύ γενναίο φίλο.Ο δούλος του,Σύρος στο όνομα και την καταγωγή,συνεταιρίστηκε με κάτι ιερόσυλους και μπήκε στον ναό του Άνουβι μαζί τους.Αφού λήστεψαν από τον θεό δύο χρυσά ποτήρια,ένα σκήπτρο,χρυσό κι αυτό,δυο ασημένια αγαλματίδια με κεφάλι σκύλου κι άλλα παρόμοια,τα άφησαν όλα να τα φυλάει ο Σύρος.Έπειτα,μετά την φυλάκισή τους-γιατί τους έπιασαν να πουλάνε κάποιο αντικείμενο-τα μαρτύρησαν όλα αμέσως,αφού βασανίστηκαν στον τροχό,πήγαν με συνοδεία στο σπίτι του Αντίφιλου και αποκάλυψαν τα κλοπιμαία,που ήταν κρυμμένα κάτω από ένα κρεβάτι σε σκοτεινή γωνία.Ο Σύριος συνελήφθη αμέσως και μαζί ο κύριός του Αντίφιλος,τον οποίο μάλιστα συνέλαβαν την ώρα που παρακολουθούσε το μάθημα του δασκάλου του.Όχι μόνο δεν τον βοήθησε κανείς,αλλά αντίθετα οι παλιοί φίλοι τού γύρισαν τις πλάτες,πιστεύοντας ότι είχε συλήσει τον ναό του Άνουβι και έκριναν ότι ήταν και δική τους αμαρτία,αν κάποτε είχαν πιει ή φάει μαζί του.Όσο για τους δύο άλλους υπηρέτες,μαζεψαν,ό,τι υπήρχε στο σπίτι και έφυγαν γρήγορα.
Ο άμοιρος Αντίφιλος έμεινε φυλακισμένος για πολύ καιρό και εθεωρείτο μάλιστα ο πιο μιαρός κακούργος απ’όσους ήταν στη φυλακή.Επιπλέον ο Αιγύπτιος δεσμοφύλακας,άνθρωπος δεισιδαίμων,πίστευε ότι θα ευχαριστήσει και θα πάρει εκδίκηση για τον θεό του,αν είναι σκληρός με τον Αντίφιλο.Όποτε πάλι υπεράσπιζε τον εαυτό του,λέγοντας ότι δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο,εθεωρείτο αδιάντροπος και τον εχθρεύονταν ακόμη περισσότερο.Είχε ήδη αρρωστήσει και βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση,όπως είναι φυσικό,αφού κοιμόταν κάτω και την νύχτα δεν μπορούσε καν να τεντώσει τα πόδια του,δεμένα,καθώς ήταν,στη φάλαγγα.Την ημέρα,βλέπεις,αρκούσε το περιλαίμιο και οι χειροπέδες στο ένα χέρι,την νύχτα,όμως,έπρεπε να είναι δεμένος από παντού.Επιπλέον,η δυσοσμία του δωματίου και η αποπνικτική ατμόσφαιρα(αφού στον ίδιο χώρο ήταν πολλοί φυλακισμένοι και τόσο στριμωγμένοι που με δυσκολία ανέπνεαν),ο κρότος από τα σιδερένια δεσμά και ο λίγος ύπνος-όλα ήταν τυραννικά κι αφόρητα για έναν άντρα ασυνήθιστο σ’αυτά κι αμάθητο σε τόση σκληραγωγία.
Είχε πια αρχίσει να εγκαταλείπει τον αγώνα και να μη θέλει καν να φάει,όταν φτάνει επιτέλους ο Δημήτριος,που δεν ήξερε τίποτε απ’όσα είχαν συμβεί.Όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα,όπως ήταν,πήγε αμέσως τρέχοντας στη φυλακή.Εκείνη την ώρα δεν τον δέχτηκαν,γιατί ήταν βράδυ•ο δεσμοφύλακας είχε κλειδώσει προ πολλού την πόρτα και είχε πάει για ύπνο,αφού έδωσε εντολή στους βοηθούς να φυλάνε σκοπιά.Το πρωί,όμως,έγινε δεκτός,μετά από πολλά παρακάλια.Αφού μπήκε,αναζητούσε για πολλή ώρα τον Αντίφιλο,που είχε γίνει αγνώριστος από τα βάσανα.Τριγύριζε κι εξέταζε έναν έναν τους φυλακισμένους,όπως κάνουν αυτοί που αναζητούν τους νεκρούς συγγενείς ανάμεσα στα αλλοιωμένα κουφάρια στα πεδία μάχης.Στ’αλήθεια,αν δεν φώναζε δυνατά το όνομά του,«Αντίφιλε,γιε του Δεινομένους»,θα περνούσε πολλή ώρα,μέχρι να καταλάβει,ποιος είναι,τόσο πολύ τον είχαν αλλάξει τα βάσανα.Όταν,όμως,ο Αντίφιλος τον άκουσε,έβγαλε φωνή μεγάλη και,μόλις ο άλλος πλησίασε,τράβηξε τα βρώμικα και αχτένιστα μαλλιά του από το πρόσωπο και φάνηκε,ποιος ήταν.Στη στιγμή έπεσαν και οι δυο κάτω λιπόθυμοι από το απροσδόκητο θέαμα.
Ύστερα από ώρα ο Δημήτριος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του,συνέφερε και τον Αντίφιλο και τον ρώτησε να μάθει,πώς ακριβώς είχαν τα πράγματα.Μετά τον συμβούλεψε να μη φοβάται και,σχίζοντας στη μέση τον χιτώνα του,φοράει ο ίδιος το ένα κομμάτι και δίνει το άλλο σ’εκείνον,αφού τού έβγαλε τα βρωμερά και τριμμένα κουρέλια που φορούσε.Από εκεί κι έπειτα μοιράστηκε με κάθε τρόπο την τύχη του,φροντίζοντας και προσέχοντάς τον.Εργαζόταν από την αυγή μέχρι το μεσημέρι για τους εμπόρους του λιμανιού κι έπαιρνε καλό μισθό κάνοντας τον αχθοφόρο.Έπειτα,όταν επέστρεφε από την δουλειά,έδινε ένα ποσό στον δεσμοφύλακα,για να τον κρατάει ήμερο και φιλικό,και τα υπόλοιπα τού έφταναν,για να καλύψει τα έξοδα του φίλου του.Περνούσε την υπόλοιπη ημέρα κοντά στον Αντίφιλο παρηγορώντας τον και,όταν έπεφτε η νύχτα,κοιμόταν μπροστά στην πόρτα της φυλακής,έχοντας φτιάξει ένα στρώμα από φύλλα.
Για κάποιο χρονικό διάστημα έτσι ζούσαν,ο Δημήτριος έμπαινε στη φυλακή ανεμπόδιστος και ο Αντίφιλος υπέμενε ευκολότερα τα βάσανά του.Αργότερα,όμως,όταν πέθανε κάποιος ληστής στη φυλακή,από δηλητήριο,καθώς φαίνεται,η φρούρηση έγινε αυστηρότερη και δεν επιτρεπόταν πια η είσοδος σε κανέναν απ’όσους ζητούσαν άδεια.Σε αμηχανία και στενοχωρημένος με την κατάσταση,αφού δεν είχε άλλο τρόπο να βρίσκεται κοντά στον φίλο του,πήγε στον αρμοστή και κατήγγειλε τον εαυτό του ότι τάχα είχε συμμετοχή στη σύληση του ιερού του Άνουβι.
Μόλις ανέφερε αυτό,οδηγήθηκε αμέσως στη φυλακή και,όταν βρέθηκε μαζί με τον Αντίφιλο,κατάφερε,μετά από πολλά παρακάλια στον δεσμοφύλακα,να τον βάλουν τουλάχιστον δίπλα στον Αντίφιλο και να τον δέσουν στον ίδιο χαλκά.Τότε ήταν που έδειξε πραγματικά την στοργή που ένιωθε γι’αυτόν,αψηφώντας τα δικά του βάσανα(παρ’όλο που αρρώστησε κι ο ίδιος) και φροντίζοντας,πώς εκείνος θα κοιμηθεί καλύτερα λιγότερο.Έτσι υπέφεραν ευκολότερα τα βάσνα,αφού τα μοιράζονταν.
Μετά από καιρό συνέβη ένα περιστατικό και τους απάλλαξε από μεγαλύτερες δυστυχίες.Κάποιος από τους αλυσοδεμένους,αφού βρήκε,δεν ξέρω κι εγώ πώς,μια λίμα και έβαλε στο κόλπο πολλούς φυλακισμένους,λιμάρισε κι έκοψε την αλυσίδα,στην οποία ήταν δεμένοι στη σειρά,αφού οι χαλκάδες τους ήταν περασμένοι σ’αυτή,και τους ελευθερώνει όλους.Αυτοί,αφού σκότωσαν χωρίς δυσκολία τους φύλακες,που ήταν λίγοι,το σκάνε όλοι μαζί.Οι άλλοι διασκορπίστηκαν στη στιγμή,όπου μπορούσε ο καθένας,κι αργότερα συνελήφθησαν οι περισσότεροι.Ο Δημήτριος και ο Αντίφιλος,όμως,έμειναν στη θέση τους και έπιασαν τον Σύρο,την στιγμή που προσπαθούσε να διαφύγει.Όταν ξημέρωσε κι ο επιτετραμμένος της Αιγύπτου έμαθε το συμβάν,έστειλε άνδρες να καταδιώξουν τους άλλους και,αφού κάλεσε τον Δημήτριο και τον φίλο του,τους απάλλαξε τα δεσμά επαινώντας τους,επειδή ήταν οι μόνοι που δεν δραπέτευσαν.
Εκείνοι,όμως,δεν θέλησαν να τούς δοθεί χάρη μ’αυτόν τον τρόπο.Ο Δημήτριος φώναζε δυνατά κι έκανε φασαρία,λέγοντας ότι ήταν τεράστια αδικία γι’αυτούς,αφού θα έδιναν την εντύπωση ότι είναι κακούργοι,που αφέθηκαν ελεύθεροι από λύπηση ή για να ανταμειφθούν,επειδή δεν είχαν αποδράσει.Τελικά ανάγκασαν τον δικαστή να εξετάσει με κάθε ακρίβεια την υπόθεση.Αυτός,όταν ανακάλυψε ότι δεν είχαν διαπράξει κανένα αδίκημα,τους επαίνεσε,για τον Δημήτριο μάλιστα εξέφρασε πολύ μεγάλο θαυμασμό,τους άφησε ελεύθερους εκφράζοντας την λύπη του για την ποινήπου υπέστησαν με την άδικη φυλάκισή τους κι έδωσε δώρο στον καθένα από την τσέπη του,στον μεν Αντίφιλο δέκα χιλιάδες δραχμές και στον Δημήτριο τα διπλάσια.
Ο Αντίφιλος βρίσκεται ακόμη και σήμερα στην Αίγυπτο,ενώ ο Δημήτριος,αφού τού άφησε και τις δικές του είκοσι χιλιάδες,έφυγε και πήγε στην Ινδία κοντά στους Βραχμάνες,λέγοντας απλώς στον Αντίφιλο ότι κάλλιστα θα μπορούσε να τού συγχωρεθεί που τον εγκαταλείπει τώρα.Γιατί ούτε ο ίδιος χρειάζεται πια χρήματα,όσο θα μείνει αυτός που είναι,αφού μπορεί να αρκείται σε λίγα,ούτε πια ο Αντίφιλος έχει ανάγκη από φίλο,αφού τα πράγματα έχουν γίνει εύκολα γι’αυτόν).








(Πηγή:«Τόξαρις ή Φιλία» του Λουκιανού).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.