Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Μια γενναία απάντηση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Τα μοιραία λάθη τακτικής των Ελλήνων επαναστατών της Εύβοιας τον Ιανουάριο του 1822 οδηγούσαν με μαθηματική ακρίβεια το όλο επαναστατικό εγχείρημα της περιοχής σε περιπέτειες.Η μη έγκαιρη προώθηση και κατάληψη του Διακοφτίου,κίνηση που θα έκανε αδύνατη την επικοινωνία των Τούρκων της Καρύστου με τους ομοεθνείς τους των Στύρων, η επιπόλαιη επίθεση του γενναίου Μαυροβούνιου πολεμιστή Βάσσου και των-απείρων στον πόλεμο- στρατιωτών του κατά των πολιορκουμένων-αλλά ετοιμοπόλεμων- στα Στύρα Τούρκων,αλλά και η αντιζηλία στο πρόσωπο του Οδυσσέα Ανδρούτσου,που δεν επέτρεψε την έλευσή του στην Εύβοια,επιδείνωσαν την ήδη δύσκολη κατάσταση.Η άφιξη του μπέη της Καρύστου Ομέρ στα Στύρα,αφού προηγουμένως αποτραβήχτηκαν σε ασφαλείς τοποθεσίες οι υπόλοιποι Έλληνες αρχηγοί,μη δυνάμενοι να ανασχέσουν τις εχθρικές δυνάμεις,ανέτρεπε τα δεδομένα.Μπροστά στον κίνδυνο οι πολιορκητές να βρεθούν μεταξύ δύο πυρών ο Καρύστιος αρχηγός Νικόλαος Κριεζώτης αποφάσισε να αποχωρήσει,ενώ ο Βάσσος ήταν πια εκτός μάχης,εξουδετερωμένος από τους ιππείς του Ομέρ στην Κρύα Βρύση,έμενε δε απλός παρατηρητής των γεγονότων των Στύρων από έναν κοντινό λόφο.Ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης δεν έδινε σημεία υπάρξεως,ενώ ο ανηψιός του και αρχηγός της Επαναστάσεως στην Εύβοια,Ηλίας,μόνος του έπρεπε πια να αντιμετωπίσει τους Τούρκους.Μόνο ο Κριεζώτης βρέθηκε κοντά στον Ηλία Μαυρομιχάλη και βλέποντας τον επικείμενο κίνδυνο τον συμβούλευσε να απομακρυνθούν από εκεί το ταχύτερο:

«-Δεν είναι καιρός πλέον πολέμου.Έλα να τραβηχθούμε τώρα,και άλλην ημέραν πολεμούμε».

Όμως ο αρχηγός δεν πείστηκε,θεωρώντας ταπείνωση την υποχώρηση,ακόμα και όταν το επέβαλε η λογική και η ανάγκη,και πιστεύοντας ότι σύντομα ο θείος του,Κυριακούλης,θα έσπευδε να τον ενισχύσει αποφάσισε να δώσει την απέλπιδα μάχη του στα Στύρα.7 μόνο από τους 600 Μανιάτες,με τους οποίους ήρθε ο Μαυρομιχάλης στην Εύβοια,βρέθηκαν δίπλα του,αποφασισμένοι να πεθάνουν μαζί με τον αρχηγό τους.Κλείστηκαν σε έναν ερειπωμένο μύλο της περιοχής,τον γνωστό με το όνομα Κοκκινόμυλος.Τότε ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έδεσε ένα άσπρο μαντήλι στο κεφάλι,ίσως για να μην ενοχλείται κατά τις κινήσεις του από τα μακριά ξανθιά μαλλιά του που έπεφταν στους ώμους του,και άρχισε να βάλλει κατά των Τούρκων.Δύο ώρες κράτησε η λυσσασμένη μάχη και,αφού εξαντλήθηκαν οι σφαίρες,οι πολιορκημένοι εκσφενδόνιζαν πέτρες κατά των εχθρών,για να τους κρατήσουν μακριά από τον μύλο.Η τελευταία μάχη δόθηκε μέσα στο μύλο,όπου ο Ηλίας Μαυρομιχάλης έπεσε με το σπαθί του στο χέρι μαχόμενος κατά πολύ περισσότερων αντιπάλων.Ο σημαιοφόρος Τούρκος Μερτάνης του έκοψε το κεφάλι και πήρε ως λάφυρο το σπαθί του.Ο νεκρός σκυλεύτηκε και το κεφάλι του μεταφέρθηκε μπροστά στον Ομέρ μπέη•εκείνος από θαυμασμό προς την ωραιότητά του και τον ηρωισμό του είπε:

«-Κρίμα στον άνδρα!».

Τα κεφάλια των ηρωικών Μανιατών(6 τον αριθμό,καθώς ένας κατόρθωσε να πηδήσει από ένα μικρό παράθυρο και να διαφύγει τρέχοντας προς την ακτή) καρφώθηκαν σε πασσάλους και στήθηκαν έξω από τον οντά της κοινότητας των Στύρων,με το κεφάλι του Ηλία στη μέση.Έπειτα ο Ομέρ μπέης,για να φτάσει η είδηση των νικών του στο κέντρο,έστειλε το κεφάλι του Έλληνα αρχηγού στο Σουλτάνο.Η περιωπή του φονευθέντος δικαιολογούσε την επίδειξη:ο Ηλίας ήταν γιος του μπέη της Μάνης.
Η αναγγελία του θανάτου του αρχηγού κατελύπησε όλους τους Έλληνες.Όταν η είδηση έφτασε στην Κόρινθο,όπου βρισκόταν τότε η γερουσία,οι κορυφαίοι των συγκεντρωμένων εκεί πολιτικών και στρατιωτικών πήγαν στο σπίτι του πατέρα του ήρωα,που αγνοούσε ακόμη το θλιβερό γεγονός.Ο Δημήτριος Υψηλάντης κάθισε κοντά στον Πετρόμπεη προσπαθώντας να βρει τρόπο,για να τον προδιαθέσει για το σκληρό άγγελμα:

«-Μπέη μου»,του είπε,«είσαι Σπαρτιάτης και γνωρίζεις πόσον οι πρόγονοί σου εφαίνοντο γενναίοι και έχαιραν μάλιστα,όταν ήκουαν ότι τα παιδιά τους έπεφταν εις τον αγώνα υπέρ της πατρίδος».

Ο Πετρόμπεης υποπτεύθηκε το κακό και ρώτησε συγκινημένος:

«-Εσκοτώθη ο Ηλίας μου;».

Όλοι τότε σηκώθηκαν και τον περιστοίχισαν και του έλεγαν παρηγορητικά λόγια.Τότε ο μπέης της Μάνης τους απάντησε περήφανα:

«-Μη με συλλυπείσθε.Έκαμα γιον στρατιώτην.Το χρέος του έκαμε προς την πατρίδα».







(Πηγή:«Η Ελληνική Επανάστασις» του Διονυσίου Κόκκινου).

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

Ας μιλήσουμε σωστά ελληνικά!

1)Το «αλλά»: ο αντιθετικός σύνδεσμος «αλλά» στην δημοτική δεν παθαίνει έκθλιψη.Οι τύποι «αλλ’όταν»,«αλλ’εκείνος» κλπ,όπου το τελευταίο γράμμα α του συνδέσμου «φεύγει» μπροστά στο επόμενο φωνήεν,προσιδιάζουν στην καθαρεύουσα.Αντιθέτως,στη δημοτική το «αλλά» πρέπει να ακούγεται ολόκληρο,π.χ:έβαλε τα δυνατά του,αλλά απέτυχε.

2)Τα επίθετα σε –υς-ιά-ύ: π.χ. βαθύς,βαθιά,βαθύ.Όλα τα θηλυκά επίθετα αυτής της κατηγορίας γράφονται με ι και όχι με ει,λάθος που βλέπουμε καθημερινά στον Τύπο.Η γενική Ενικού αριθμού του αρσενικού και του ουδετέρου δεν υπάρχει στη δημοτική(ως γενική χρησιμοποιείται πολύ συχνά στον καθημερινό μας λόγο ο αρχαίος τύπος βαθέος).Ονομαστική Πληθυντικού του αρσενικού:οι βαθιοί.Ονομαστική Πληθυντικού του θηλυκού:οι βαθιές.Ονομαστική Πληθυντικού του ουδετέρου:τα βαθιά.

3)Τα επίθετά σε –ής-ιά-ί: π.χ. σταχτής,σταχτιά,σταχτί.Όλα τα θηλυκά επίθετα αυτής της κατηγορίας γράφονται με ι και όχι με ει.Η γενική Ενικού του αρσενικού είναι του σταχτιού ή του σταχτή και του ουδετέρου του σταχτιού.Ονομαστική Πληθυντικού του αρσενικού:οι σταχτιοί.Ονομαστική Πληθυντικού του θηλυκού:οι σταχτιές.Ονομαστική Πληθυντικού του ουδετέρου:τα σταχτιά.

4)Προπαροξύτονα επίθετα σε –αιος: οι σωστοί τύποι στην καθομιλουμένη είναι,π.χ. η ακέραιη ευθύνη(αντί του ακέραια ευθύνη),αβέβαιη επιτυχία(και όχι αβέβαια επιτυχία),στέρεη δομή(και όχι στέρεα δομή),πανάρχαιη εποχή(και όχι πανάρχαια εποχή) κ.α.

5)Προπαροξύτονα αρχαϊστικά επίθετα σε –ης και-ες: Το ουδέτερο αυτών των επιθέτων τονίζεται στην προπαραλήγουσα,εξαιρούνται,όμως,όσα λήγουν σε –ώδης και-ήρης.Έτσι,π.χ. λέμε ο συνήθης,η συνήθης,το σύνηθες ή ο αυτάρκης,η αυτάρκης,το αύταρκες,αλλά ο στοιχειώδης,η στοιχειώδης,το στοιχειώδες(ο τόνος στην παραλήγουσα) ή ο ποδήρης,η ποδήρης,το ποδήρες(ο τόνος στην παραλήγουσα) κ.α.Προσοχή στην Γενική του Ενικού,όπου χρησιμοποιείται η κατάληξη –ους και στα τρία γένη:του συνήθους(αρσ),της συνήθους(θηλ),του συνήθους(ουδ)(εξαίρεση:οι λέξεις συγγενής και ευγενής,μόνο όταν χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά στο αρσενικό γένος,σχηματίζουν την γενική τους ως εξής:του συγγενή,του ευγενή)!Στην Ονομαστική Πληθυντικού χρησιμοποιείται η κατάληξη –εις στο αρσενικό και στο θηλυκό και –η για το ουδέτερο(π.χ. οι συνήθεις άντρες,οι συνήθεις γυναίκες,τα συνήθη παιδιά).

6)Η διαφορά της «εμπειρίας» από την «πείρα»: Εμπειρία είναι πολλές φορές αυτό που λέγεται και βίωμα.Πείρα σημαίνει τη γνώση που αποκτιέται από πολλές εμπειρίες,είναι η σύνθεση και το καταστάλαγμα των επιμέρους εμπειριών.Το ακόλουθο παράδειγμα είναι διαφωτιστικό:Οι εμπειρίες από τις αποτυχίες μας μας διδάσκουν και μας παρέχουν πείρα πολύτιμη,ώστε να μην επαναλαμβάνουμε τα ίδια σφάλματα.Ωστόσο,ένα μεμονωμένο γεγονός μπορεί να αναφερθεί ως πείρα,μόνο εάν είναι συγκλονιστικό.

7)Ο αδόκιμος πληθυντικός: Είναι προτιμότερο να λέμε είδη συμπεριφοράς(αντί του συμπεριφορές),νοοτροπία(και όχι νοοτροπίες),πολιτική(και όχι πολιτικές),κυριεύεται από φοβερά συναισθήματα ενοχής(αντί του κυριεύεται από φοβερές ενοχές),η ένταση μεταξύ του βασιλέως και του πρωθυπουργού(και όχι οι εντάσεις-μπορούμε,κάλλιστα,να πούμε συγκρούσεις ή προστριβές,αν επιλέξουμε τον πληθυντικό),η διατύπωση των φράσεων(και όχι οι διατυπώσεις των φράσεων•διατυπώσεις είναι οι τυπικές ενέργειες που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση κάποιας υπόθεσης),με ταχύτατο ρυθμό(και όχι με ταχύτατους ρυθμούς•ρυθμοί,δηλ.τεχνοτροπίες,υπάρχουν μόνο στις καλές τέχνες),η επαφή με τα προοδευτικά κινήματα(και όχι οι επαφές με τα προοδευτικά κινήματα).

8)Αναντιστοιχία ονομαστικής με γενική ή αιτιατική: Οι ορθοί τύποι είναι,π.χ. η εκλογή του ως καθηγητή του Πολυτεχνείου(και όχι η εκλογή του σαν καθηγητής του Πολυτεχνείου•η φράση αυτή σημαίνει ότι η εκλογή του…έμοιαζε με καθηγητή!),το αξίωμά του ως βουλευτή(και όχι το αξίωμά του σαν βουλευτής,που σημαίνει ότι το αξίωμά του…μοιάζει με βουλευτή!).Σε περιπτώσεις ταυτοπροσωπίας ο προσδιορισμός που εισάγεται με το ως ή με το σαν τίθεται σε ονομαστική,π.χ. ο Τ άφησε τη σφραγίδα του ως άνθρωπος των γραμμάτων(και όχι ως ανθρώπου των γραμμάτων).

9)Το ρήμα άγω: το ρήμα άγω χρησιμοποιείται σήμερα σύνθετο με πολλές προθέσεις,περίπου με όλες.Οι τύποι του ρήματος σε όλους τους χρόνους έχουν ως εξής(π.χ.. με το ρήμα εξάγω).ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ:εξάγω,ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ:εξήγα,ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΤΙΚΟΣ:θα εξάγω,ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟΣ:θα εξαγάγω,ΑΟΡΙΣΤΟΣ:εξήγαγα,ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ:έχω εξαγάγει,ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ:είχα εξαγάγει,ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑ:πρέπει κάθε χρόνο να εξάγει,ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ:φέτος πρέπει να εξαγάγει,ΜΕΤΟΧΗ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ εξάγοντας προϊόντα,ΜΕΤΟΧΗ ΠΑΘΗΤΙΚΗ:τα εξαγόμενα είδη.

10)Το ρήμα βάλλω:Και το ρήμα αυτό χρησιμοποιείται σύνθετο με όλες τις προθέσεις τα αρχαίας γλώσσας.Οι τύποι του ρήματος σε όλους τους χρόνους έχουν ως εξής(π.χ. με το ρήμα αναβάλλω):ΕΝΕΣΤΩΤΑΣ:αναβάλλω,ΠΑΡΑΤΑΤΙΚΟΣ:ανέβαλλα,ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΤΙΚΟΣ:θα αναβάλλω,ΜΕΛΛΟΝΤΑΣ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟΣ:θα αναβάλω,ΑΟΡΙΣΤΟΣ:ανέβαλα,ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΣ:έχω αναβάλει,ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ:είχα αναβάλει,ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΕΝΕΣΤΩΤΑ:μην αναβάλλεις συνεχώς,ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ:Μην αναβάλεις ξανά την επίσκεψη,ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΑΟΡΙΣΤΟΥ:Ανάβαλε την επίσκεψη.

11)Το ρήμα αγγέλλω(με τον τρόπο χρησιμοποιείται και το στέλλω): Π.χ. της αρέσει να απαγγέλλει στις συναναστροφές.Της ζήτησαν να απαγγείλει ένα ποίημα του Σεφέρη.Η κυβέρνηση πρόκειται να εξαγγείλει τα νέα οικονομικά μέτρα.Επαγγέλλεται τον κτηματομεσίτη.Θα αναγγείλουν τους προσεχείς γάμους τους.Έχουμε αναγγείλει την έκδοση του βιβλίου κ.α.

12)Τα ρήματα σε -εύω: Λέμε δουλεία,αλλά ως σύνθετο είναι,π.χ., εθελοδουλία.Λέμε καπηλεία,αλλά ως σύνθετο είναι,π.χ.,αρχαιοκαπηλία,πατριδοκαπηλία.Λέμε λατρεία,αλλά ως σύνθετο είναι,π.χ.,αρχαιολατρία,μοιρολατρία,φυσιολατρία,ειδωλολατρία κλπ.Λέμε πορεία,αλλά ως σύνθετο είναι,π.χ.,αεροπορία,αργοπορία,οδοιπορίαπεζοπορία,πρωτοπορία κοκ.

13)Προστακτική με αύξηση:Κατά το καθιερωμένο: «παρήγγειλέ μου έναν καφέ»,ακούμε συχνά κι άλλα ανάλογα:«αντέγραψέ το,ήλεγξέ το,ανέθεσέ του»κλπ.Το λάθος οφείλεται σε επίδραση της οριστικής του καθαρευουσιάνικου αορίστου(παρήγγειλε,αντέγραψε κλπ).Στην προστακτική οι ορθοί τύποι είναι:παράγγειλε,αντίγραψε,ανάθεσε,αντίκρουσέ με κοκ.

14)Λανθασμένοι ρηματικοί τύποι: Οι σωστοί τύποι είναι: δαπανά το χρόνο του(και όχι δαπανεί),τα ποσά δαπανούνται(και όχι δαπανώνται),αποκαθίστανται(και όχι αποκαθιστώνται),τα δικαιώματά μας καταπατούνται(και όχι καταπατώνται),δεν συνιστάται να το δοκιμάσεις(και όχι δεν συνίσταται να το δοκιμάσεις),εγέρθητε ή εγερθείτε(δημοτική)-και όχι εγέρθειτε κλπ.

15)Το ρήμα διαρρέω: είναι αμετάβατο.Έτσι λέμε,π.χ.,το μυστικό διέρρευσε,οι οπαδοί του κόμματος άρχισαν να διαρρέουν(όχι όμως ότι ο ένοχος διέρρευσε τις πληροφορίες).

16)Το ρήμα περιηγούμαι: είναι λανθασμένη η έκφραση περιηγήθηκε στις χώρες της Ευρώπης•η σωστή έκφραση είναι περιηγήθηκε τις χώρες της Ευρώπης).

17)Τα ρήματα ασκώ και εξασκώ: Σωστοί τύποι είναι,π.χ.:οι αθλητές εξασκούνται ή ασκούνται καθημερινά,εξασκούμαι/ασκούμαι στην κολύμβηση,ο δάσκαλος εξασκεί/ασκεί τους μαθητές του στην ορθή διατύπωση των σκέψεών τους,εξασκώ/ασκώ τη μνήμη μου,ασκώ την δικηγορία,ασκώ τα καθήκοντά μου,ασκώ πολιτική,ασκώ πίεση,ασκώ επιρροή,ασκώ γοητεία,ασκώ βία•στα παραδείγματα,όπου χρησιμοποιείται το ασκώ,δεν μπορούμε να το αντικαταστήσουμε με το εξασκώ.

18)Τα ρήματα κληρονομώ και κληροδοτώ: Κληροδοτώ σημαίνει «αφήνω με διαθήκη σε κάποιον ένα περιουσιακό μου στοιχείο».Ο κληρονόμος γίνεται κύριος ενός πράγματος μετά το θάνατο του κληροδότη.Ο διαθέτης κληροδοτεί,ο άλλος κληρονομεί.Κληροδοσία είναι αυτό που δίνει ο πρώτος,κληρονομία αυτό που παίρνει ο δεύτερος.

19)Ο τύπος τόσος πολύς κ.τ.ο: είναι λανθασμένος.Π.χ. δεν είναι σωστό να πούμε τόσος πολύς κόπος ούτε τόσες πολλές γυναίκες,αλλά τόσο πολύς κόπος και τόσες γυναίκες κοκ.

20)Καθένας ,καθεμιά κλπ: Είναι σωστοί οι τύποι: ο καθένας,η καθεμιά(χωρίς να ακολουθεί ουσιαστικό),λανθασμένοι,όμως,οι τύποι:ο καθένας υπάλληλος,το καθένα μωρό κοκ.Το καθένας και καθετί χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά,με ή χωρίς άρθρο.

21)Οι λέξεις απλά και απλώς: Απλά σημαίνει «με απλότητα»,π.χ. συμπεριφέρεται απλά(=με απλούς τρόπους,χωρίς έπαρση) και για τούτο είναι αγαπητός στους υφισταμένους του).Απλώς σημαίνει «μόνο».Κακώς,δηλαδή,θεωρούνται ταυτόσημες.

22)Οι λέξεις άμεσα και αμέσως: Άμεσα σημαίνει «απευθείας,χωρίς την μεσολάβηση κάποιου»,ενώ αμέσως σημαίνει «πάραυτα,χωρίς χρονοτριβή».Το πρώτο,δηλαδή,είναι τροπικό επίρρημα,ενώ το δεύτερο χρονικό.

23)Οι λέξεις έκτακτα και εκτάκτως: Έκτακτα σημαίνει «πολύ ευχάριστα,πολύ όμορφα»,π.χ. με λίγους καλούς φίλους περάσαμε έκτακτα τη βραδιά μας.Εκτάκτως σημαίνει «απρόσμενα,απρογραμμάτιστα»,π.χ. μας επισκέφτηκε εκτάκτως.

24)Οι λέξεις ιδιαίτερα και ιδιαιτέρως: Ιδιαίτερα σημαίνει «πολύ,υπερβολικά,περισσότερο από καθετί άλλο»,π.χ. η προσφορά της στο θέατρο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα.Ιδιαιτέρως σημαίνει «χωριστά από τους άλλους»,π.χ. τον κάλεσε στο γραφείο του και του μίλησε ιδιαιτέρως.

25)Οι λέξεις καταρχήν και κατ’αρχάς: Καταρχήν δεν σημαίνει «στην αρχή»,όπως εσφαλμένα θεωρείται,αλλά «στα βασικά σημεία,κατά βάση»,ενώ κατ’αρχάς σημαίνει «στην αρχή,αρχικά,πρώτα πρώτα».

26)Η πρόθεση για: είναι σωστή η χρήση του,όταν δηλώνει σκοπό ή αιτία.Έτσι είναι λανθασμένοι οι τύποι:π.χ. είχε την ευκαιρία να μιλήσει για πολλή ώρα με τον πρόεδρο των ΗΠΑ(το σωστό είναι να μιλήσει πολλή ώρα),για δυο χρόνια εργάστηκε ως ανταποκρίτρια της εφημερίδας(το σωστό είναι δυο χρόνια εργάστηκε ως ανταποκρίτρια),γνώρισα για πρώτη φορά το όνομα Εγγονόπουλος το 1938(το σωστό είναι γνώρισα πρώτη φορά το όνομα Εγγονόπουλος),εντυπωσίασε για μιαν ακόμη φορά(το σωστό είναι εντυπωσίασε ακόμη μια φορά) κοκ.

27)Οι λέξεις πριν και μετά: Το πριν πρέπει να συνοδεύεται πάντα από το από,ενώ στο μετά η πρόθεση από είναι αχρείαστη.

28)Τα μόρια σαν και ως: Σημασιολογικά δεν συμπίπτουν.Το ως κυριολεκτεί,ενώ το σαν δηλώνει ότι κάτι δεν υπάρχει,αλλά θα μπορούσαν τα πράγματα να είναι διαφορετικά,π.χ. Μιλάει σαν αυθεντία(=δεν είναι αυθεντία,αλλά μιλάει,λες και είναι αυθεντία),ενώ μιλάει ως αυθεντία(=είναι στην πραγματικότητα αυθεντία).Στο κατηγορούμενο η χρήση και των δύο είναι άτοπη(π.χ. θεωρούσε τον εαυτό του συνεχιστή της παράδοσης,είχε πρότυπο το μεγάλο αδελφό του,η γνώμη αποδείχτηκε λανθασμένη κοκ).

29)Οι λέξεις περιβόητος και διαβόητος: Διαβόητος είναι εκείνος που έχει κακή φήμη.Το περιβόητος έχει διπλή σημασία,και καλή και κακή.

30)Η λέξη επισύρω: Οι σωστοί τύποι είναι:επισύρω την έχθρα,την οργή,την μήνι,όχι όμως και επισύρω το ενδιαφέρον,την προσοχή(το ορθό είναι προσελκύω,προκαλώ το ενδιαφέρον,προσελκύω,τραβώ την προσοχή).

31)Λάθη στη χρήση λέξεων: «Ο θάνατος ήταν στιγμιαίος»(αντί του ορθού:ο θάνατος ήταν ακαριαίος).«Αυτός καθ’εαυτός»(αντί του ορθού:αυτός καθ’αυτόν).Η δυσοσμία που ανέδυε το πτώμα(αντί του ορθού:που ανέδινε).Ο ελληνικός λαός συγχωρεί «υπέρ του δέοντος»(αντί του ορθού:υπέρ το δέον).Ο φόνος διαλευκάνεται(αντί του ορθού:διαλευκαίνεται).Τρεισήμισι χρόνια(αντί του ορθού:τριάμισι χρόνια).Τριάμισι μήνες(αντί του ορθού:τρεισήμισι μήνες).«Περί πολλών τυρβάζει»(αντί του ορθού:περί πολλά τυρβάζει).«Δεν έχει που την κεφαλήν κλίναι»(αντί του ορθού:δεν έχει που την κεφαλήν κλίνη).«Δίνω το παρόν»(αντί του ορθού:δίνω το παρών)

32)Παραδείγματα άκλιτων λέξεων: οι λέξεις αυτές φυλάγουν σε όλες τις πτώσεις την ίδια κατάληξη.Τέτοιες είναι οι λέξεις ξένης καταγωγής(π.χ. το μάννα,το ζενίθ,το ρεκόρ κοκ,αν και κάποια ονόματα ξένων πόλεων χρησιμοποιούνται εξελληνισμένα,π.χ. του Λονδίνου,της Βιέννης,του Σικάγου κλπ),τα προτακτικά(π.χ. της Αγια-Βαρβάρας,της Αγια-Σωτήρας,του Αϊ-Δημήτρη,του γερο-λύκου,του κυρ Γιώργη,του πάτερ Σωφρόνιου κοκ),τα επώνυμα των γυναικών που σχηματίζονται από τη γενική του αρσενικού(π.χ. η κυρία Μελά-της κυρίας Μελά,η κυρία Ραγκαβή-της κυρίας Ραγκαβή).

33)Οι ομώνυμες λέξεις:Κάποιες λέξεις προφέρονται το ίδιο,έχουν όμως,διαφορετική σημασία(π.χ. λέμε ψηλή λεύκα,αλλά ψιλή βροχή.Κλείνω την πόρτα,αλλά κλίνω ένα ρήμα.Το κλίμα της Ελλάδος,αλλά το κλήμα της αυλής.Ο τοίχος του σπιτιού,αλλά το τείχος της πόλης.Η λύρα[το όργανο],αλλά η λίρα[το νόμισμα],σήκω-σύκο κτλ.)

34)Κάποιες «δύσκολες» καταλήξεις επιθέτων: Από το βύσσινο παράγεται ο βυσσινής,από το τριαντάφυλλο ο τριανταφυλλής.Από τα κύρια ονόματα παράγουμε επίθετα με την κατάληξη –ειος,π.χ. Αριστοτέλης-Αριστοτέλειος,Πυθαγόρας-Πυθαγόρειος.Τα επίθετα που παράγονται από επίθετα είναι προπάντων υποκοριστικά•φανερώνουν ότι κάποιος έχει σε μικρότερο βαθμό εκείνο που σημαίνει το πρωτότυπο(π.χ. άσπρος-ασπρούλης ή ασπριδερός,ζεστός-ζεστούτσικος,παχύς-παχουλός,μακρύς-μακρουλός),η δε κατάληξη –ωπός σημαίνει κυρίως εκείνον που μοιάζει μ’αυτό που φανερώνει η πρωτότυπη λέξη(π.χ. κόκκινος-κοκκινωπός:αυτός που μοιάζει με κόκκινο).

35)Η γενική Πληθυντικού του ουσιαστικού σωλήνας: οι σωλήνες-των σωλήνων(και όχι των σωληνών).

36)Ο αόριστος του κάθομαι:είναι κάθισα.

37)Ο αόριστος του τρέφω: είναι έθρεψα(η μετοχή του θρεμμένος).

38)Ο αόριστος των ρημάτων σωπαίνω και σιωπώ:Ο Αόριστος του ρήματος σωπαίνω είναι σώπασα,ενώ του σιωπώ σιώπησα.

39)Ποιες λέξεις γράφονται με μικρό γράμμα στην αρχή: α)λέξεις που παράγονται από κύρια ονόματα και από εθνικά,π.χ. Όμηρος-ομηρικός,Χριστούγεννα-χριστουγεννιάτικος,Έλληνας-ελληνικός κοκ β)τα επίθετα που σημαίνουν οπαδούς θρησκευμάτων,π.χ. χριστιανός,βουδιστής,μωαμεθανός κοκ.

40)Το κόμμα: Δεν χωρίζονται με κόμμα οι ειδικές,οι βουλητικές,οι ενδοιαστικές και οι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις,εφόσον είναι υποκείμενα ή αντικείμενα ρήματος.Επίσης,οι αναφορικές προτάσεις δεν χωρίζονται με κόμμα,όταν είναι υποκείμενα ή αντικείμενα ή κατηγορούμενα ή εκφράζουν κάποια επιρρηματική σχέση(τόπο,ποσό,τρόπο,χρόνο).Ακόμη,στην συμπλεκτική και διαχωριστική σύνδεση δεν βάζουμε κόμμα(και…και,ούτε…ούτε,μήτε…μήτε,ή…ή,είτε…είτε…,τίποτε άλλο…παρά,κάλλιο…παρά,προτιμότερο να…παρά).Οι μετοχικές φράσεις δεν χωρίζονται με κόμμα,όταν είναι σύντομες και δεν είναι επεξήγηση(π.χ. φτάνοντας στο σπίτι τηλεφώνησέ μου αμέσως).Η κλητική προσφώνηση «κλείνεται» ανάμεσα σε κόμματα(π.χ. άκουσε,παιδί μου,και μην κάνεις τον κουτό).Μέσα σε κόμματα κλείνονται επίσης η παράθεση και η επεξήγηση(π.χ. Ο ντε Κίρικο,από τους μεγάλους ζωγράφους του αιώνα μας,πέρασε τα παιδικά του χρόνια στον Βόλο).Λέξεις ή φράσεις που δεν χωρίζονται με κόμματα από τις υπόλοιπες θα μπορούσαμε να αναφέρουμε π.χ.:όμως,βέβαια,κατά την διάρκεια της επίσκεψης,μάλιστα,συγκεκριμένα,εκ νέου,καλό θα ήταν κλπ.








(Πηγές:«Λάθη στη χρήση της γλώσσας μας» της Ιωάννας Παπαζαφείρη και «Νεοελληνική Γραμματική» του Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2009

Αποκωδικοποίηση των συμβόλων της αρχαίας ελληνικής θρησκείας.

«Και η μεν Πρόνοια των Θεών διατείνει πανταχή,επιτηδειότητος δε μόνον προς υποδοχήν δείται•πάσα δε επιτηδειότης μιμήσει και ομοιότητι γίνεται,διό οι μεν ναοί τον ουρανόν,οι δε βωμοί μιμούνται την γην,τα δε αγάλματα την ζωήν-και διά τούτο ζώοις απείκασται-,αι δε ευχαί το νοερόν,οι δε χαρακτήρες τας αρρήτους άνω δυνάμεις,βοτάναι δε και λίθοι την ύλην,τα δε θυόμενα ζώα την εν ημίν άλογον ζωήν».


(Η Πρόνοια των Θεών εκτείνεται παντού,ενώ το μόνο που χρειάζεται είναι η ικανότητα,για να την δεχτούμε.Κάθε ικανότητα εμφανίζεται μέσω της μίμησης και της ομοιότητας,γι’αυτό οι ναοί μιμούνται τον ουρανό,οι βωμοί την γη,τα αγάλματα την ζωή-γι’αυτό και απεικονίζουν ζωντανά όντα-οι προσευχές το νοερό,τα ιερά σύμβολα τις άρρητες άνω δυνάμεις,τα βότανα και οι λίθοι την ύλη,και τα θυσιαζόμενα ζώα την άλογη ζωή που υπάρχει μέσα μας).





(Πηγή:«Περί Θεών και Κόσμου» του Σαλουστίου).

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Η σωστή αντιμετώπιση της δεισιδαιμονίας.

«Ξενοφάνης δ’ ο φυσικός τους Αιγυπτίους κοπτομένους εν ταις εορταίς και θρηνούντας ορών υπέμνησεν οικείως.«ούτοι»,φησίν,«ει μεν θεοί εισι,μη θρηνείτε αυτούς•ει δ’ άνθρωποι,μη θύετε αυτοίς».

(Ο φυσικός φιλόσοφος Ξενοφάνης,βλέποντας τους Αιγυπτίους να στηθοκοπιούνται και να θρηνούν στις θρησκευτικές γιορτές τους,τους συμβούλευσε σωστά:«Αν τούτοι»,τους είπε,«είναι θεοί,μην τους θρηνείτε•αν είναι άνθρωποι,μην τους προσφέρετε θυσίες»).






(Πηγή:«Περί δεισιδαιμονίας» από τα «Ηθικά» του Πλουτάρχου).

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Η συγκινητική συνάντηση Έκτορος-Ανδρομάχης.


«Εύτε πύλας ίκανε διερχόμενος μέγα άστυ Σκαιάς,τη άρ’έμελλε διεξίμεναι πεδίονδε,ένθ’άλοχος πολύδωρος εναντίη ήλθε θέουσα Ανδρομάχη θυγάτηρ μεγαλήτορος Ηετίωνος Ηετίων ος έναιεν υπό Πλάκω υληέσση Θήβη Υποπλακίη Κιλίκεσσ’ άνδρεσσιν ανάσσων•του περ δη θυγάτηρ έχεθ’ Έκτορι χαλκοκορυστή.ή οι έπειτ’ ήντησ’,άμα δ’ αμφίπολος κίεν αυτή παίδ’επί κόλπω έχουσ’ αταλάφρονα νήπιον αύτως Εκτορίδην αγαπητόν αλίγκιον αστέρι καλώ,τον ρ’ Έκτωρ καλέεσκε Σκαμάνδριον,αυτάρ οι άλλοι Αστυάνακτ’•οίος γαρ ερύετο Ίλιον Έκτωρ.ήτοι ο μεν μείδησεν ιδών ες παίδα σιωπή•Ανδρομάχη δε οι άγχι παρίστατο δάκρυ χέουσα,εν τ’ άρα οι φυ χειρί έπος τα’ έφατ’ εκ τα’ ονόμαζε•«δαιμόνιε,φθίσει σε το σον μένος,ουδ’ ελεαίρεις παίδα τε νηπίαχον και έμ’ άμμορον,ή τάχα χήρη σευ έσομαι•τάχα γαρ σε κατακτανέουσιν Αχαιοί πάντες εφορμηθέντες•εμοί δε κε κέρδιον είη σευ αφαμαρτούση χθόνα δύμεναι•ου γαρ έτ’ άλλη έσται θαλπωρή επεί αν συ γε πότμον επίσπης αλλ’ άχε’•ουδέ μοι εστι πατήρ και πότνια μήτηρ.ήτοι γαρ πατέρ’ αμόν απέκτανε δίος Αχιλλεύς,εκ δε πόλιν πέρσεν Κιλίκων ευ ναιετάουσαν Θήβην υψίπυλον•κατά δ’ έκτανεν Ηετίωνα,ουδέ μιν εξενάριξε,σεβάσσατο γαρ το γε θυμώ,αλλ’ άρα μιν κατέκηε συν έντεσι δαιδαλέοισιν ηδ’ επί σήμ’ έχεεν•περί δε πτελέας εφύτευσαν νύμφαι ορεστιάδες,κούραι Διός αιγιόχοιο.οι δε μοι επτά κασίγνητοι έσαν εν μεγάροισιν οι μεν πάντες ιώ κίον ήματι Άϊδος είσω•πάντας γαρ κατέπεφνε ποδάρκης δίος Αχιλλεύς βουσίν επ’ ειλιπόδεσσι και αργεννής οΐεσσι.μητέρα δ’,η βασίλευεν υπό Πλάκω υληέσση,την επεί άρ’ δεύρ’ ήγαγε’άμ’ άλλοισι κτεάτεσσιν,αψ ο γε την απέλυσε λαβών απερείσι’ άποινα,πατρός δ’εν μεγάροισι βάλ’ Άρτεμις ιοχέαιρα.Έκτορ,ατάρ συ μοι εσσι πατήρ και πότνια μήτηρ ηδέ κασίγνητος,συ δε μοι θαλερός παρακοίτης•αλλ’ άγε νυν ελέαιρε και αυτού μίμν’ επί πύργω,μη παίδ’ ορφανικόν θήης χήρην τε γυναίκα•λαόν δε στήσον παρ’ ερινεόν,ένθα μάλιστα αμβατός εστι πόλις και επίδρομον έπλετο τείχος.τρις γαρ τη γ’ ελθόντες επειρήσανθ’ οι άριστοι αμφ’ Αίαντε δύω και αγακλυτόν Ιδομενήα ηδ’ αμφ’ Ατρεΐδας και Τυδέος άλκιμον υιόν•ή που τις σφιν ένισπε θεοπροπίων ευ ειδώς,ή νυ και αυτών θυμός εποτρύνει και ανώγει».
Την δ’αύτε προσέειπε μέγας κορυθαίολος Έκτωρ•«η και εμοί τάδε πάντα μέλει,γύναι•αλλά μάλ’ αινώς αιδέομαι Τρώας και Τρωάδας ελκεσιπέπλους,αι κε κακός ως νόσφιν αλυσκάζω πολέμοιο•ουδέ με θυμός άνωγεν,επεί μάθον έμμεναι εσθλός αιεί και πρώτοισι μετά Τρώεσσι μάχεσθαι αρνύμενος πατρός τε μέγα κλέος ηδ’ εμόν αυτού.ευ γαρ εγώ τόδε οίδα κατά φρένα και κατά θυμόν•έσσεται ήμαρ ότ’ αν ποτ’ ολώλη Ίλιος ιρή και Πρίαμος και λαός ευμελλίω Πριάμοιο.αλλ’ου μοι Τρώων τόσσον μέλει άλγος οπίσσω,ούτ’ αυτής Εκάβης ούτε Πριάμοιο άνακτος ούτε κασιγνήτων,οι κεν πολέες τε και εσθλοί εν κονίησι πέσοιεν υπ’ ανδράσι δυσμενέεσσιν,όσσον σευ,ότε κεν τις Αχαιών χαλκοχιτώνων δακρυόεσσαν άγηται ελεύθερον ήμαρ απούρας•και κεν εν Άργει εούσα προς άλλης ιστόν υφαίνοις,και κεν ύδωρ φορέοις Μεσσηΐδος ή Υπερείης πόλλ’ αεκαζόμενη,κρατερή δ’ επικείσετ’ ανάγκη•και ποτέ τις είπησιν ιδών κατά δάκρυ χέουσαν•«Έκτορος ήδε γυνή ος αριστεύεσκε μάχεσθαι Τρώων ιπποδάμων ότε Ίλιον αμφιμάχοντο».ως ποτέ τις ερέει•σοι δ’ αυ νέον έσσεται άλγος χήτεϊ τοιούδ’ ανδρός αμύνειν δούλιον ήμαρ.αλλά με τεθνηώτα χυτή κατά γαία καλύπτοι πριν γε τι σης τε βοής σου θ’ ελκηθμοίο πυθέσθαι
».



(Όταν δε έφτασε στις Σκαιές Πύλες,περνώντας μέσα από τη μεγάλη πόλη ακριβώς από εκεί που επρόκειτο να βγει στην πεδιάδα,τότε τρεχάτη τον συνάντησε η γυναίκα του Ανδρομάχη με τα πολλά χαρίσματα,η κόρη του μεγαλόψυχου Ηετίωνα,ο οποίος κατοικούσε στους πρόποδες του δασώδους βουνού Πλάκου,στην Υποπλακία Θήβα,βασιλεύοντας στο λαό των Κιλίκων•αυτού ακριβώς η κόρη ήταν σύζυγος του οπλισμένου με χαλκό Έκτορα.Αυτή τότε τον συνάντησε,μαζί της πήγαινε η υπηρέτρια κρατώντας στην αγκαλιά της το αθώο παιδί,τόσο μωρό το αγαπητό παιδί του Έκτορα,όμοιο με λαμπρό αστέρι,το οποίο βεβαίως ο Έκτορας συνήθιζε να το λέει Σκαμάνδριο και οι άλλοι Αστυάνακτα•γιατί μόνος ο Έκτορρας έσωζε το Ίλιον.Πραγματικά,εκείνος μεν χαμογέλασε βλέποντας προς το παιδί σιωπηλά,η δε Ανδρομάχη στεκόταν πλησίον του,αφού έχυνε δάκρυα,και αμέσως τού έσφιξε το χέρι θερμά και τού είπε:
«Ευλογημένε,η ορμή σου θα σε καταστρέψει και δεν λυπάσαι το ανήλικο τέκνο σου και μένα την άμοιρη που σύντομα χήρα σου θα γίνω•γιατί γρήγορα οι Αχαιοί θα σε σκοτώσουν ορμώντας όλοι επάνω σου•για μένα δε θα ήταν προτιμότερο,εάν σε στερηθώ,να χωθώ στη γη•γιατί πια δεν έχω άλλη παρηγοριά,όταν εσύ βέβαια πεθάνεις,αλλά βάσανα•ούτε υπάρχει ο πατέρας μου και η σεβαστή μου μητέρα.
«Γιατί τον μεν πατέρα μου σκότωσε ο θείος Αχιλλέας και κατέστρεψε την πλούσια πόλη των Κιλίκων,την Θήβα με τις ψηλές πύλες•σκότωσε δε τον Ηετίωνα,αλλά δεν τού αφαίρεσε τα όπλα,γιατί δεν το άντεχε η συνείδησή του,αλλά αντίθετα τον έκαψε μαζί με τα κομψά όπλα του και τού έκανε τύμβο•γύρω δε φύτεψαν φτελιές οι νύμφες των βουνών,οι κόρες του αιγίοχου Δία.Τα εφτά δε αδέλφια μου που ήταν στα ανάκτορα όλα την ίδια μέρα κατέβηκαν στον Άδη•γιατί όλα τα σκότωσε ο γρήγορος θείος Αχιλλέας ανάμεσα στα στρεψίποδα βόδια και τα άσπρα πρόβατα.Την μητέρα μου δε,που ήταν βασίλισσα στους πρόποδες του δασώδους Πλάκου,αυτή,αφού την έφερε εδώ,μαζί με άλλα λάφυρα,πάλι αυτός την άφησε ελεύθερη,αφού πήρε άπειρα λύτρα,στα ανάκτορα δε του πατέρα της την χτύπησε η τοξεύτρια Άρτεμη.
«Αλλά εσύ,Έκτορα,είσαι για μένα πατέρας και σεβαστή μητέρα και αδελφός,συ δε για μένα και ο δυνατός σύζυγός μου•αλλά έλα τώρα λυπήσου και μείνε εδώ στον πύργο,για να μην κάνεις ορφανό το παιδί σου και χήρα την γυναίκα σου•παράταξε δε τον στρατό κοντά στην αγριοσυκιά,όπου προ πάντων είναι ευκολοανέβατη η πόλη και το τείχος έγινε ευάλωτο.Γιατί τρεις φορές,αφού ήρθαν,έκαμαν απόπειρα σ’αυτό το σημείο οι άριστοι γύρω από τους δύο Αίαντες και τον ξακουστό Ιδομενέα και γύρω από τους Ατρείδες και τον γενναίο γιο του Τυδέα•ή ίσως κάποιος καλός γνώστης των μαντειών τους είπε ή ίσως η ψυχή τους τους παρόρμησε και τους παρακίνησε».
Προς αυτήν δε τότε απάντησε ο ψηλός και ορμητικός Έκτορας:
«Αλήθεια κι εγώ για όλα αυτά φροντίζω,γυναίκα•αλλά πάρα πολύ ντρέπομαι τους Τρώες και τις χαριτωμένες Τρωάδες,αν φεύγω σαν δειλός μακριά από τον πόλεμο,ούτε ο χαρακτήρας μου το επιτρέπει,γιατί έμαθα να είμαι γενναίος πάντοτε και να πολεμώ μαζί με τους Τρώες στην πρώτη γραμμή,προσπαθώντας να διαφυλάξω την μεγάλη δόξα του πατέρα μου και μένα του ιδίου.
«Γιατί εγώ με την καρδιά και την ψυχή μου αυτό το ξέρω καλά•θα έρθει δηλαδή ημέρα,όταν κάποτε η ιερή Τροία θα έχει χαθεί,και ο Πρίαμος και ο λαός του πολεμιστή Πριάμου.Αλλά δεν αισθάνομαι τόση λύπη για τους Τρώες στο μέλλον ούτε γι’αυτήν την Εκάβη ούτε για τον βασιλιά Πρίαμο ούτε για τους αδελφούς μου,που πολλοί και γενναίοι μπορεί να πέσουν στο χώμα από άντρες εχθρούς όσο για σένα,όταν κάποιος απ’τους χαλκοθώρακες Αχαιούς κλαμένη θα σε πάρει μαζί του,αφού σού αφαιρέσει την ελεύθερη ημέρα,και στο Άργος αφού θα είσαι,θα υφαίνεις στον αργαλειό κάτω από τις διαταγές άλλης και ίσως θα μεταφέρεις νερό από την Μεσσηίδα ή την Υπερία,χωρίς καθόλου να το θέλεις,γιατί θα σε πιέζει σκληρή ανάγκη•και κάποτε,όταν κανένας σε δει να χύνεις δάκρυα,θα πει:«αυτή είναι η γυναίκα του Έκτορα,που ήταν πρώτος στη μάχη από τους ιπποδαμαστές Τρώες,όταν πολεμούσαν γύρω από την Τροία».Έτσι κάποτε θα λέει κάποιος•σε σένα δε πάλι νέα θλίψη θα γίνει από την έλλειψη τέτοιου άντρα που θα σού έδιωχνε την δουλική ημέρα.Αλλά μακάρι νεκρό να με καλύπτει σωρός από χώμα στη γη,προτού ακούσω τις φωνές σου και δω την απαγωγή σου»).








(Πηγή:«Ιλιάς» του Ομήρου,ραψωδία Ζ,στίχ. 392-465).

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2009

Ένα αρχαίο ελληνικό ανέκδοτο.

«Έφη γυναίκα τινα των επιφανών τα μεν άλλα καλήν και κόσμιον,μικράν δε και πολύ του συμμέτρου αποδέουσαν,επαινείσθαι προς τινος ποιητού εν άσματι τα τε άλλα και ότι καλή τε και μεγάλη ην•αιγείρω δ’αυτής είκαζεν εκείνος το εύμηκες τε και όρθιον.την μεν δη γάνυσθαι τω επαίνω καθάπερ αυξανομένην προς το μέλος και την χείρα επισείειν,τον ποιητήν δε πολλάκις το αυτό άδειν ορώντα ως ήδοιτο επαινουμένη,άχρι δη των παρόντων τινα προσκύψαντα προς το ους ειπείν αυτώ,«Πέπαυσο,ω ούτος,μη και αναστήναι ποιήσης την γυναίκα».


(Είπε ότι κάποια γυναίκα με λαμπρή κοινωνική θέση,κατά τ’άλλα όμορφη και ελκυστική,αλλά μικρόσωμη και πολύ κοντότερη του μετρίου,εγκωμιάστηκε σ’ένα τραγούδι από κάποιον ποιητή όχι μόνο για τα άλλα της χαρίσματα,αλλά και γιατί ήταν όμορφη και ψηλή•εκείνος την παρομοίαζε στο ύψος και στο παράστημα με λεύκα.Είπε ακόμη ότι αυτή ήταν ενθουσιασμένη με τον έπαινο,λες και το τραγούδι θα την έκανε να ψηλώσει,και κουνούσε επιδοκιμαστικά το χέρι της,και ο ποιητής,βλέποντας,πόσο ευχαριστιόταν με τον έπαινο,τραγούδησε πολλές φορές το ίδιο τραγούδι,μέχρι που κάποιος από τους παρευρισκομένους έσκυψε στο αυτί του και τού είπε:«Σταμάτα,βρε άνθρωπε,γιατί θα την κάνεις να σηκωθεί όρθια»).







(Πηγή:«Υπέρ των εικόνων» του Λουκιανού).

Ο διδακτικός ρόλος του θεάτρου.

Στον συγκεκριμένο διάλογο του Λουκιανού,μεταξύ του Αθηναίου Σόλωνος και του Σκύθη Ανάχαρσι,ο Αθηναίος νομοθέτης εκθέτει στον ξένο επισκέπτη στην Αθήνα τον τρόπο διαπαιδαγώγησης των Ελλήνων νέων και ιδίως τον αθλητισμό.Εξαίρεται,μεταξύ άλλων,και η σπουδαιότητα του θεάτρου στην διάπλαση της ανθρώπινης ψυχής:


«Και μέντοι και εις το θέατρον συνάγοντες αυτούς δημοσία παιδεύομεν υπό κωμωδίαις και τραγωδίαις αρετάς τε ανδρών παλαιών και κακίας θεωμένους,ως των μεν αποτρέποιντο,επ’εκείνα δε σπεύδοιεν».

(Επιπλέον,μαζεύοντάς τους στο θέατρο,τους διαπαιδαγωγούμε δημόσια με κωμωδίες και τραγωδίες,όπου βλέπουν τις αρετές και τις κακίες παλαιών ανθρώπων,έτσι ώστε να αποφεύγουν τις κακίες και να μιμούνται τις αρετές).







(Πηγή:«Ανάχαρσις ή περί γυμνασίων» του Λουκιανού).

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2009

Τουρκικές και εβραϊκές θηριωδίες στην Νάουσα του 1822.

Η ελάχιστη απόσταση που χώριζε την Μακεδονία από τα στρατιωτικά κέντρα της Τουρκίας,η άμεση απειλή της από τις στρατιές της πρωτεύουσας του πανίσχυρου οθωμανικού κράτους,η έλλειψη συνοχής μεταξύ των κέντρων,στα οποία ήταν δυνατόν να αναπτυχθεί επαναστατικό κίνημα,και προ πάντων η έλλειψη σωμάτων οπλαρχηγών και κλεφτών έδειχνε καθαρά ότι η ανάμειξή της στην Επανάσταση του 1821 αποτελούσε καθαρή παραφροσύνη.Κι εν τούτοις,ο σπόρος που έριξαν οι Φιλικοί βρήκε πρόσφορο έδαφος στην ψυχή του μακεδονικού λαού.
Από το 1819 η Φιλική Εταιρεία είχε απλώσει τους ικανότερους αποστόλους της στην Μακεδονία κι ανάμεσα σ’αυτούς τον Σερραίο Εμμανουήλ Παπά,που έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του ’21 στη Μακεδονία.
Με την άφιξη των πρώτων ειδήσεων των επαναστατικών γεγονότων στη Μολδοβλαχία,ο Παπάς ναυλώνει πλοίο,το φορτώνει όπλα και πολεμοφόδια και στις 23/03/1821 αναχωρεί για το Άγιο Όρος.Τον υποδέχεται ο Φιλικός ηγούμενος Ιωακείμ της μονής Εσφιγμένου.Καλούν εκεί κι άλλους ηγούμενους των άλλων μοναστηριών κι αρχίζουν με μεγάλη μυστικότητα να στρατολογούν και να φτιάχνουν φυσίγγια.Ολόκληρο τον Απρίλη και τον Μάη ετοιμάζονται.Στο μεταξύ ο Παπάς συνεννοείται με ικανούς ανθρώπους στην Χαλκιδική και στις επαρχίες Σερρών.Δίνει εντολές να ετοιμάζονται και να περιμένουν.
Στις 17 Μαΐου 1821 οι κάτοικοι του Πολυγύρου Χαλκιδικής καταλαμβάνουν το τουρκικό διοικητήριο και σκοτώνουν τον Τούρκο υποδιοικητή και 18 Τούρκους στρατιώτες.Βγαίνουν κατόπιν απ’την πόλη και με ραγδαία επίθεση αναγκάζουν τους Τούρκους να υποχωρήσουν.Ο Τούρκος διοικητής της Θεσσαλονίκης,Γιουσούφ μπέης,εις αντίποινα δολοφονεί τους ομήρους Έλληνες της πόλης,καρατομεί τον επίσκοπο Κίτρους και άλλους σημαντικούς πατριώτες,συλλαμβάνει και εγκλείει στον μητροπολιτικό ναό της πόλης 2.000 χριστιανούς,επιτρέποντας συγχρόνως στον όχλο να λεηλατήσει τα σπίτια τους.
Στα μέσα Ιουνίου ο Μπεϊράν πασάς με μεγάλες δυνάμεις,άρτια εξοπλισμένες,επιτίθεται εναντίον των δυνάμεων του Παπά και τον αναγκάζει να τραβηχτεί στα βουνά.Η πρώτη επιτυχία ενθαρρύνει τους Τούρκους να συνεχίσουν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις.Η μάχη είναι άνιση και η αντίσταση κάμπτεται με τον καιρό,λόγω έλλειψης εφοδίων,αλλά και για άλλους λόγους,που σκόπιμο είναι να αναπτυχθούν σε άλλο κεφάλαιο.Σφαγές του ελληνικού πληθυσμού ακολουθούν και δηώσεις.
Οι ειδήσεις για την επανάσταση της Μακεδονίας είχαν,δυστυχώς για τους επαναστάτες,τον αντίκτυπό τους και στην Πύλη.Με εντολή του Σουλτάνου φτάνει στην Θεσσαλονίκη,επικεφαλής μεγάλων δυνάμεων,ο Αβδούλ Αβούτ.Αυτός ήταν γενίτσαρος,από χριστιανούς γονείς,που είχε αιχμαλωτιστεί σε ηλικία 18 ετών.Φυλακίστηκε και εξισλαμίστηκε κι έκτοτε έγινε φοβερός διώκτης των χριστιανών.Ο Αβούτ επιτίθεται εναντίον της Κασσάνδρας(στην Χαλκιδική) και την καταστρέφει,10.000 δε γυναικόπαιδα σέρνονται αιχμάλωτα στη Θεσσαλονίκη•διαλύει τις δυνάμεις του Εμμανουήλ Παπά και εκστρατεύει εναντίον των υπολοίπων πόλεων της Μακεδονίας,όπου με βία και τρομοκρατία καταστέλλει την εξέγερση.Στην Νάουσα,όμως,την πόλη που προέβαλε την μεγαλύτερη αντίσταση στον Τούρκο κατακτητή,η μοίρα επεφύλασσε την αγριότερη τιμωρία.


Ο Σπυρίδων Τρικούπης(τ.Β’,σελ.119) γράφει:
«Μεγάλα τα παθήματα των κατοίκων και μεγάλη η καταστροφή των μερών εκείνων.Πεντακισχίλιοι εφονεύθησαν και ηχμαλωτίσθησαν εν τη Ναούση,και άλλοι τόσοι έπεσαν εις χείρας των εχθρών περί τον Παλαιόπυργον.Πολλοί των συλληφθέντων ανηλεώς εβασανίσθησαν,πολλαί γυναίκες εις τας φλόγας ερρίφθησαν,έγκυοι εξεκοιλιάσθηκαν,τέκνα έμπροσθεν των γονέων εσφάγησαν,βρέφη από των τραχήλων των μητέρων εκρεμάσθησαν,παρθένοι και μητέρες αγκαλοφορούσαι τα τέκνα των έπεσαν αυθόρμητοι εις την πλησίον του Παλαιοπύργου λίμνην,το Μαύρο νερόν,και επνίγησαν εις αποφυγήν ατιμίας και βασάνων.Τόσον θηριώδεις εφάνησαν οι νικηταί.Πάμπολοι δε Εβραίοι ένοπλοι και πολύδιψοι χριστιανικού αίματος παρηκολούθουν τον τουρκικόν στρατόν ως εκούσιοι δήμιοι.Ούτοι έλκοντες έξω της πόλεως τους χριστιανούς τους ερροπάλιζαν κατακέφαλα,και πίπτοντας κατά γης τους έσφαζαν ως βόας.Αι δε εν Ναούση συλληφθείσαι γυναίκες του Καρατάσου,του Γάτσου και του Ζαφειράκη μετεκομίσθησαν εις Θεσσαλονίκην,όπου η μεν του Γάτσου ετούρκευσεν αποδειλιάσασα ενώπιον των βασάνων,αι δε δύο άλλαι μη αλλαξοπιστήσασαι προσηλώθησαν απέναντι αλλήλων όρθιαι επί του τοίχου μιας των αιθουσών του παλατίου του θηριώδους βεζύρη,και απέθαναν πολυειδώς βασανιζόμεναι.Οι δε διασωθέντες τρισάθλιοι χριστιανοί,δεν είχαν πού την κεφαλήν κλίναι,διότι εκατόν είκοσι κωμοπόλεις,χωρία και ζευγαλατεία των μερών εκείνων απετεφρώθησαν».

Ο Γ.Μαυραβελέας γράφει (σελ.500):
«Όλες τις αρχόντισσες της Ναούσης και προ παντός τις γυναίκες των αρχηγών τις έστησαν όρθιες μπροστά στο διοικητήριο σε λάκκους και τις σκέπασαν μέχρι τη ζώνη μέσα στο χώμα.Περνούσε έπειτα από κει ο τουρκικός όχλος τις έβρυζε,τις έφτυνε και τις χτυπούσε μ’αναμμένα δαυλιά.Τη στιγμή που τις βασάνιζαν μ’αυτό το φρικτό τρόπο,κατέβηκε ο ίδιος ο Αβδούλ Αβούτ από το διοικητήριο και τους πρότεινε ν’αλλαξοπιστήσουνε,για να σωθούν.Η γυναίκα του Γάτσου δεν άντεξε.Δέχτηκε να τουρκέψει και σώθηκε.Τη γυναίκα και τη νύφη του Ζαφειράκη που αρνήθηκαν ν’αλλάξουν την πίστη τους,τις έβγαλαν από τους λάκκους και τις έκλεισαν σε σακιά γεμάτα γάτες και ποντίκια.Τη γυναίκα του Καρατάσου,που σε πρόταση ν’αλλαξοπιστήσει,έβρισε τον Αβδούλ Αβούτ,την έκλεισαν σ’ένα λάκκο με φίδια.Τις άλλες γυναίκες τις φυλάκισαν σε μπουντρούμια και τις άφησαν να πεθάνουν εκεί,χωρίς νερό και τροφή.Άλλες πάλι τις ρίξανε στους υπονόμους,έφραξαν τις εξόδους,μέχρι που πέθαναν από ασφυξία.Αυτό το τέλος είχανε οι ηρωικές Ελληνίδες της Νάουσας,όσες προτίμησαν να πεθάνουν με μαρτυρικό θάνατο,παρά ν’απαρνηθούν την ίστη και τη θρησκεία τους».







(Πηγή:«Γυναίκες του ‘21» της Κούλας Ξηραδάκη).

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009

Ο σκοπός της παιδείας,κατά τον Πορφύριο.

«Το δε πεπαιδεύσθαι ουκ εν πολυμαθείας αναλήψει,εν απαλλάξει δε των ψυχικών παθών εθεωρείτο;»

(Η παιδεία,όμως,δεν έγκειται στην απόκτηση πολλών γνώσεων,αλλά στην απαλλαγή από τα πάθη της ψυχής-ή όχι;).







(Πηγή:«Προς Μαρκέλλαν» του Πορφυρίου).

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009

Ένα συγκινητικό παράδειγμα φιλίας.

Η αυθεντικότητα της ακόλουθης ιστορίας δεν είναι σίγουρη.Ο περισσότεροι ερευνητές εικάζουν ότι πρόκειται για ιστορία,όπως και οι υπόλοιπες του σχετικού έργου του Λουκιανού,χωρίς ιστορική βάση,δάνειο από μυθιστορήματα της εποχής του συγγραφέως,που δεν αποτελούν,ωστόσο,και την μοναδική πηγή των ιστοριών.Εν τούτοις,στην ιστορία που ακολουθεί καθρεπτίζεται η μεγάλη σημασία που απέδιδαν πάντοτε οι Έλληνες στην έννοια της φιλίας:


«…και μοι δοκώ ουκ άλλον ερείν Δημητρίου του Σουνιέως επιλαθόμενος.
Συνεκπλεύσας γαρ ες την Αίγυπτον ο Δημήτριος Αντιφίλω τω Αλωπεκήθεν,εταίρω εκ παίδων όντι και συνεφήβω,συνήν και συνεπαιδεύετο,αυτός μεν την άσκησιν την Κυνικήν ασκούμενος υπό τω Ροδίω εκείνω σοφιστή,ο δε Αντίφιλος ιατρικήν άρα εμελέτα.και δη ποτε ο μεν Δημήτριος έτυχεν εις την Αίγυπτον αποδημών κατά θέαν των πυραμίδων και του Μέμνονος•ήκουε γαρ ταύτας υψηλάς ούσας μη παρέχεσθαι σκιάν,τον δε Μέμνονα βοάν προς ανατέλλοντα τον ήλιον.τούτων επιθυμήσας Δημήτριος,θέας μεν των πυραμίδων,ακροάσεως δε του Μέμνονος,αναπεπλεύκει κατά τον Νείλον έκτον ήδη μήνα,οκνήσαντα προς την οδόν και το θάλπος απολιπών τον Αντίφιλον.
Ο δε εν τοσούτω συμφορά εχρήσατο μάλα γενναίου τινος φίλου δεομένη.οικέτης γαρ αυτού,Σύρος και τούνομα και την πατρίδα,ιεροσύλοις τισι κοινωνήσας συνεισήλθεν τε αυτοίς εις το Ανουβίδειον και αποσυλήσαντες τον θεόν χρυσάς τε φιάλας δύο και κηρύκιον,χρυσούν και τούτο,και κυνοκεφάλους αργυρούς και άλλα τοιαύτα,κατέθεντο πάντα παρά τω Σύρω•είτ’εμπεσόντες-εάλωσαν γαρ τι απεμπολώντες-άπαντα ευθύς έλεγον στρεβλούμενοι επί του τροχού,και αγόμενοι ήκον επί την οικίαν του Αντιφίλου,και τα φώρια εξέφερον υπό κλίνη τινι εν σκοτεινώ κείμενα.ο τε ουν Σύρος εδέδετο ευθύς και ο δεσπότης αυτού Αντίφιλος,ούτος μεν και μεταξύ ακροώμενος του διδασκάλου ανασπασθείς.εβοήθει δε ουδείς,αλλά και οι τέως εταίροι απεστρέφοντο ως το Ανουβίδειον σεσυληκότα και ασέβημα αυτών ηγούντο είναι ει συνέπιον ποτε ή συνειστιάσθησαν αυτώ.και οι λοιποί δε των οικετών,δύο όντες,άπαντα εκ της οικίας συσκευασάμενοι ώχοντο φεύγοντες.
Εδέδετο ουν ο άθλιος Αντίφιλος πολύν ήδη χρόνον,απάντων όσοι ήσαν κακούργοι εν τω δεσμωτηρίω μιαρώτατος είναι δοκών,και ο επί των δεσμών Αιγύπτιος,δεισιδαίμων άνθρωπος,ώετο χαριείσθαι και τιμωρήσειν τω θεώ βαρύς τω Αντιφίλω εφεστώς.ει δ’απολογείτο ποτε,λέγων ως ουδέν τοιούτον είργασται,αναίσχυντος εδόκει και πολύ πλέον επί τούτω εμισείτο.υπενόσει τοιγαρούν ήδη και πονηρώς είχεν οίον εικός χαμαί καθεύδοντα και της νυκτός ουδέ αποτείνειν τα σκέλη δυνάμενον εν τω ξύλω κατακεκλειμένα•της μεν γαρ ημέρας ο κλοιός ήρκει και η ετέρα χειρ πεπεδημένη,εις δε την νύκτα έδει όλον κατά δεδέσθαι.και μην και του οικήματος η δυσοσμία και το πνίγος,εν ταυτώ πολλών δεδεμένων και εστενοχωρημένων και μόλις αναπνεόντων,και του σιδήρου ο ψόφος και ύπνος ολίγος-ταύτα πάντα χαλεπά ην και αφόρητα οίω ανδρί εκείνων αήθει και αμελετήτω προς ούτω σκληράν την δίαιταν.
Απαγορεύοντος δε αυτού και μηδέ σίτον αιρείσθαι θέλοντος,αφικνείται ποτε και ο Δημήτριος,ουδέν ειδώς των ήδη γεγενημένων.και επειδή έμαθεν,ως είχεν ευθύς επί το δεσμωτήριον δρομαίος ελθών,τότε μεν ουκ εισεδέχθη,εσπέρα γαρ ην,και ο δεσμοφύλαξ πάλαι κεκλεικώς την θύραν εκάθευδε,φρουρείν τοις οικέταις παρακελευσάμενος•έωθεν δε εισέρχεται πολλά ικετεύσας.και παρελθών επί πολύ μεν εζήτει τον Αντίφιλον άδηλον υπό των κακών γεγενημένον,και περιιών ανεσκοπείτο καθ’έκαστον των δεδεμένων,ώσπερ ειώθασιν οι τους οικείους νεκρούς,ήδη εώλων όντων,αναζητούντες εν ταις παρατάξεσιν.και ει γε μη τούνομα εβόησεν,Αντίφιλον Δεινομένους,καν επί πολύ ηγνόησεν αν όστις ην,τοσούτον ήλλακτο υπό των δεινών.ως δε την φωνήν αισθόμενος ανεβόησεν και προσιόντος διαστείλας την κόμην και απάγων του προσώπου αυχμηράν και συμπεπιλημένην έδειξεν αυτόν όστις ην,άμφω μεν αυτίκα πίπτουσιν ιλιγγιάσαντες επί τη απροσδοκήτω θέα.
Χρόνω δε αναλαβών αυτόν τε και τον Αντίφιλον ο Δημήτριος και σαφώς έκαστα ως είχεν εκπυθόμενος παρ’αυτού θαρρείν τε παρακελεύεται και διελών το τριβώνιον το μεν ήμισυ αυτός αναβάλλεται,το λοιπόν δε εκείνω δίδωσιν,α είχε πιναρά και εκτετρυχωμένα ράκη περισπάσας.και το από τούτου πάντα τρόπον συνήν επιμελούμενος αυτού και θεραπεύων•παραδούς γαρ εαυτόν τοις εν τω λιμένι εμπόροις έωθεν εις μέσην ημέραν ουκ ολίγον απέφερεν αχθοφορών.είτ’επανελθών αν εκ του έργου,μέρος μεν του μισθού τω δεσμοφύλακι καταβαλόν τιθασόν αυτώ και ειρηνικόν απειργάζετο αυτόν,το λοιπόν δε εις την του φίλου θεραπείαν ικανώς αυτώ διήρκει.και τας μεν ημέρας συνήν τω Αντιφίλω παραμυθούμενος,επεί δε νυξ καταλάβοι,ολίγον προ της θύρας του δεσμωτηρίου στιβάδιον τιποιησάμενος και φύλλα υποβαλόμενος ανεπαύετο.
Χρόνον μεν ουν τινα ούτω διήγον,εισιών μεν ο Δημήτριος ακωλύτως,ράον δε φέρων την συμφοράν ο Αντίφιλος.ύστερον δε αποθανόντος εν τω δεσμωτηρίω ληστού τινος υπό φαρμάκων,ως εδόκει,φυλακή τε ακριβής εγένετο και ουκέτι παρήει εις το οίκημα ουδέ εις των δεομένων.εφ’οις απορών και ανιώμενος,ουκ έχων άλλως παρείναι τω εταίρω,προσαγγέλλει εαυτόν ελθών προς τον αρμοστήν,ως είη κεκοινωνηκώς της επί τον Άνουβιν επιβουλής.
Ως δε τούτο είπεν,απήγετο ευθύς ες το δεσμωτήριον,και αχθείς παρά τον Αντίφιλον τούτο γουν μόλις,πολλά ικετεύσας τον δεσμοφύλακα,εξειργάσατο παρ’αυτού,πλησίον τω Αντιφίλω και υπό τω αυτώ κλοιώ δεδέσθαι.ένθα δη και μάλιστα έδειξε την εύνοιαν ην είχε προς αυτόν,αμελών μεν των καθ’εαυτόν δεινών (καίτοι ενόσησε και αυτός),επιμελούμενος δε όπως εκείνος μάλιστα καθευδήσει και ήττον ανιάσεται•ώστε ράον έφερον μετ’αλλήλων κακοπαθούντες.
Χρόνω δε και τοιόνδε τι προσπεσόν έπαυσεν επί πλέον αυτούς δυστυχούντας.εις γαρ των δεδεμένων,ουκ οίδ’όθεν ρίνης ευπορήσας και συνωμότας πολλούς των δεσμωτών προσλαβών,αποπρίει τε την άλυσιν η εδέδεντο εξής,των κλοιών εις αυτήν διειρομένων,και απολύει άπαντας•οι δε αποκτείναντες ευμαρώς ολίγους όντας τους φύλακας εκπηδώσιν αθρόοοι.εκείνοι μεν ουν το παραυτίκα ένθα εδύναντο έκαστος διασπαρέντες ύστερον συνελήφθησαν οι πολλοί•ο Δημήτριος δε και ο Αντίφιλος κατά χώραν έμειναν,και του Σύρου λαβόμενοι ήδη απιόντος.επεί δε ημέρα εγένετο,μαθών ο την Αίγυπτον επιτετραμμένος το συμβεβηκός επ’εκείνους μεν έπεμψε τους διωξομένους,μεταστειλάμενος δε τους αμφί τον Δημήτριον απέλυσε των δεσμών,επαινέσας ότι μόνοι ουκ απέδρασαν.
Αλλ’ουκ εκείνοι γε ηγάπησαν ούτως αφιέμενοι,εβόα δε ο Δημήτριος και δεινά εποίει,αδικείσθαι σφας ου μικρά ει δόξουσι κακούργοι όντες ελέω ή επαίνω του μη αποδράναι αφείσθαι•και τέλος ηνάγκασαν τον δικαστήν ακριβώς το πράγμα εξετάσαι.ο δε επεί έμαθεν ουδέν αδικούντας,επαινέσας αυτούς,τον Δημήτριον δε και πάνυ θαυμάσας,αφίησι παραμυθησάμενος επί τη κολάσει ην ηνέσχοντο αδίκως δεθέντες,και εκάτερον δωρησάμενος παρ’αυτού,δραχμαίς μεν μυρίαις τον Αντίφιλον,δις τοσαύταις δε τον Δημήτριον.
Ο μεν ουν Αντίφιλος έτι και νυν εν Αιγύπτω εστίν,ο δε Δημήτριος και τας αυτού δισμυρίας εκείνω καταλιπών ώχετο απιών εις την Ινδικήν παρά τους Βραχμάνας,τοσούτον ειπών προς τον Αντίφιλον,ως συγγνωστός αν εικότως νομίζοιτο ήδη απολιπών αυτόν•ούτε γαρ αυτός δείσθαι των χρημάτων,εστ’αν αυτός η όπερ εστίν,αρκείσθαι ολίγοις δυνάμενος,ούτε εκείνω έτι δειν φίλου,ευμαρών αυτώ των πραγμάτων γεγενημένων
».



(Νομίζω πως δεν πρέπει να μιλήσω για άλλον και να ξεχάσω τον Δημήτριο από το Σούνιο.
Ο Δημήτριος,λοιπόν,ταξίδεψε στην Αίγυπτο μαζί με τον Αντίφιλο,από τον δήμο της Αλωπεκής,που ήταν φίλος του από παιδί και σύντροφος στην εφηβική ηλικία.Εκεί ζούσαν και εκπαιδεύονταν μαζί-ο ίδιος παρακολουθούσε την Κυνική Σχολή με δάσκαλο τον Ρόδιο εκείνο σοφιστή,ενώ ο Αντίφιλος σπούδαζε ιατρική.Κάποτε έτυχε να ταξιδεύει ο Δημήτριος στην Αίγυπτο,για να δει τις πυραμίδες και το άγαλμα του Μέμνονα,γιατί είχε ακούσει ότι οι πυραμίδες,παρά το ύψος τους,δεν έριχναν σκιά και ότι το άγαλμα του Μέμνονα έβγαζε κραυγή προς τον ανατέλλοντα ήλιο.Θέλοντας,λοιπόν,να δει τις πυραμίδες και να ακούσει τον Μέμνονα,ο Δημήτριος ήταν ήδη έξι μήνες που είχε ανέβει τον Νείλο,αφήνοντας πίσω τον Αντίφιλο,που σκεφτόταν το ταξίδι και την ζέστη.
Αυτόν,όμως,στο μεταξύ τον βρήκε τέτοια συμφορά,που χρειαζόταν κάποιον πολύ γενναίο φίλο.Ο δούλος του,Σύρος στο όνομα και την καταγωγή,συνεταιρίστηκε με κάτι ιερόσυλους και μπήκε στον ναό του Άνουβι μαζί τους.Αφού λήστεψαν από τον θεό δύο χρυσά ποτήρια,ένα σκήπτρο,χρυσό κι αυτό,δυο ασημένια αγαλματίδια με κεφάλι σκύλου κι άλλα παρόμοια,τα άφησαν όλα να τα φυλάει ο Σύρος.Έπειτα,μετά την φυλάκισή τους-γιατί τους έπιασαν να πουλάνε κάποιο αντικείμενο-τα μαρτύρησαν όλα αμέσως,αφού βασανίστηκαν στον τροχό,πήγαν με συνοδεία στο σπίτι του Αντίφιλου και αποκάλυψαν τα κλοπιμαία,που ήταν κρυμμένα κάτω από ένα κρεβάτι σε σκοτεινή γωνία.Ο Σύριος συνελήφθη αμέσως και μαζί ο κύριός του Αντίφιλος,τον οποίο μάλιστα συνέλαβαν την ώρα που παρακολουθούσε το μάθημα του δασκάλου του.Όχι μόνο δεν τον βοήθησε κανείς,αλλά αντίθετα οι παλιοί φίλοι τού γύρισαν τις πλάτες,πιστεύοντας ότι είχε συλήσει τον ναό του Άνουβι και έκριναν ότι ήταν και δική τους αμαρτία,αν κάποτε είχαν πιει ή φάει μαζί του.Όσο για τους δύο άλλους υπηρέτες,μαζεψαν,ό,τι υπήρχε στο σπίτι και έφυγαν γρήγορα.
Ο άμοιρος Αντίφιλος έμεινε φυλακισμένος για πολύ καιρό και εθεωρείτο μάλιστα ο πιο μιαρός κακούργος απ’όσους ήταν στη φυλακή.Επιπλέον ο Αιγύπτιος δεσμοφύλακας,άνθρωπος δεισιδαίμων,πίστευε ότι θα ευχαριστήσει και θα πάρει εκδίκηση για τον θεό του,αν είναι σκληρός με τον Αντίφιλο.Όποτε πάλι υπεράσπιζε τον εαυτό του,λέγοντας ότι δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο,εθεωρείτο αδιάντροπος και τον εχθρεύονταν ακόμη περισσότερο.Είχε ήδη αρρωστήσει και βρισκόταν σε άσχημη κατάσταση,όπως είναι φυσικό,αφού κοιμόταν κάτω και την νύχτα δεν μπορούσε καν να τεντώσει τα πόδια του,δεμένα,καθώς ήταν,στη φάλαγγα.Την ημέρα,βλέπεις,αρκούσε το περιλαίμιο και οι χειροπέδες στο ένα χέρι,την νύχτα,όμως,έπρεπε να είναι δεμένος από παντού.Επιπλέον,η δυσοσμία του δωματίου και η αποπνικτική ατμόσφαιρα(αφού στον ίδιο χώρο ήταν πολλοί φυλακισμένοι και τόσο στριμωγμένοι που με δυσκολία ανέπνεαν),ο κρότος από τα σιδερένια δεσμά και ο λίγος ύπνος-όλα ήταν τυραννικά κι αφόρητα για έναν άντρα ασυνήθιστο σ’αυτά κι αμάθητο σε τόση σκληραγωγία.
Είχε πια αρχίσει να εγκαταλείπει τον αγώνα και να μη θέλει καν να φάει,όταν φτάνει επιτέλους ο Δημήτριος,που δεν ήξερε τίποτε απ’όσα είχαν συμβεί.Όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα,όπως ήταν,πήγε αμέσως τρέχοντας στη φυλακή.Εκείνη την ώρα δεν τον δέχτηκαν,γιατί ήταν βράδυ•ο δεσμοφύλακας είχε κλειδώσει προ πολλού την πόρτα και είχε πάει για ύπνο,αφού έδωσε εντολή στους βοηθούς να φυλάνε σκοπιά.Το πρωί,όμως,έγινε δεκτός,μετά από πολλά παρακάλια.Αφού μπήκε,αναζητούσε για πολλή ώρα τον Αντίφιλο,που είχε γίνει αγνώριστος από τα βάσανα.Τριγύριζε κι εξέταζε έναν έναν τους φυλακισμένους,όπως κάνουν αυτοί που αναζητούν τους νεκρούς συγγενείς ανάμεσα στα αλλοιωμένα κουφάρια στα πεδία μάχης.Στ’αλήθεια,αν δεν φώναζε δυνατά το όνομά του,«Αντίφιλε,γιε του Δεινομένους»,θα περνούσε πολλή ώρα,μέχρι να καταλάβει,ποιος είναι,τόσο πολύ τον είχαν αλλάξει τα βάσανα.Όταν,όμως,ο Αντίφιλος τον άκουσε,έβγαλε φωνή μεγάλη και,μόλις ο άλλος πλησίασε,τράβηξε τα βρώμικα και αχτένιστα μαλλιά του από το πρόσωπο και φάνηκε,ποιος ήταν.Στη στιγμή έπεσαν και οι δυο κάτω λιπόθυμοι από το απροσδόκητο θέαμα.
Ύστερα από ώρα ο Δημήτριος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του,συνέφερε και τον Αντίφιλο και τον ρώτησε να μάθει,πώς ακριβώς είχαν τα πράγματα.Μετά τον συμβούλεψε να μη φοβάται και,σχίζοντας στη μέση τον χιτώνα του,φοράει ο ίδιος το ένα κομμάτι και δίνει το άλλο σ’εκείνον,αφού τού έβγαλε τα βρωμερά και τριμμένα κουρέλια που φορούσε.Από εκεί κι έπειτα μοιράστηκε με κάθε τρόπο την τύχη του,φροντίζοντας και προσέχοντάς τον.Εργαζόταν από την αυγή μέχρι το μεσημέρι για τους εμπόρους του λιμανιού κι έπαιρνε καλό μισθό κάνοντας τον αχθοφόρο.Έπειτα,όταν επέστρεφε από την δουλειά,έδινε ένα ποσό στον δεσμοφύλακα,για να τον κρατάει ήμερο και φιλικό,και τα υπόλοιπα τού έφταναν,για να καλύψει τα έξοδα του φίλου του.Περνούσε την υπόλοιπη ημέρα κοντά στον Αντίφιλο παρηγορώντας τον και,όταν έπεφτε η νύχτα,κοιμόταν μπροστά στην πόρτα της φυλακής,έχοντας φτιάξει ένα στρώμα από φύλλα.
Για κάποιο χρονικό διάστημα έτσι ζούσαν,ο Δημήτριος έμπαινε στη φυλακή ανεμπόδιστος και ο Αντίφιλος υπέμενε ευκολότερα τα βάσανά του.Αργότερα,όμως,όταν πέθανε κάποιος ληστής στη φυλακή,από δηλητήριο,καθώς φαίνεται,η φρούρηση έγινε αυστηρότερη και δεν επιτρεπόταν πια η είσοδος σε κανέναν απ’όσους ζητούσαν άδεια.Σε αμηχανία και στενοχωρημένος με την κατάσταση,αφού δεν είχε άλλο τρόπο να βρίσκεται κοντά στον φίλο του,πήγε στον αρμοστή και κατήγγειλε τον εαυτό του ότι τάχα είχε συμμετοχή στη σύληση του ιερού του Άνουβι.
Μόλις ανέφερε αυτό,οδηγήθηκε αμέσως στη φυλακή και,όταν βρέθηκε μαζί με τον Αντίφιλο,κατάφερε,μετά από πολλά παρακάλια στον δεσμοφύλακα,να τον βάλουν τουλάχιστον δίπλα στον Αντίφιλο και να τον δέσουν στον ίδιο χαλκά.Τότε ήταν που έδειξε πραγματικά την στοργή που ένιωθε γι’αυτόν,αψηφώντας τα δικά του βάσανα(παρ’όλο που αρρώστησε κι ο ίδιος) και φροντίζοντας,πώς εκείνος θα κοιμηθεί καλύτερα λιγότερο.Έτσι υπέφεραν ευκολότερα τα βάσνα,αφού τα μοιράζονταν.
Μετά από καιρό συνέβη ένα περιστατικό και τους απάλλαξε από μεγαλύτερες δυστυχίες.Κάποιος από τους αλυσοδεμένους,αφού βρήκε,δεν ξέρω κι εγώ πώς,μια λίμα και έβαλε στο κόλπο πολλούς φυλακισμένους,λιμάρισε κι έκοψε την αλυσίδα,στην οποία ήταν δεμένοι στη σειρά,αφού οι χαλκάδες τους ήταν περασμένοι σ’αυτή,και τους ελευθερώνει όλους.Αυτοί,αφού σκότωσαν χωρίς δυσκολία τους φύλακες,που ήταν λίγοι,το σκάνε όλοι μαζί.Οι άλλοι διασκορπίστηκαν στη στιγμή,όπου μπορούσε ο καθένας,κι αργότερα συνελήφθησαν οι περισσότεροι.Ο Δημήτριος και ο Αντίφιλος,όμως,έμειναν στη θέση τους και έπιασαν τον Σύρο,την στιγμή που προσπαθούσε να διαφύγει.Όταν ξημέρωσε κι ο επιτετραμμένος της Αιγύπτου έμαθε το συμβάν,έστειλε άνδρες να καταδιώξουν τους άλλους και,αφού κάλεσε τον Δημήτριο και τον φίλο του,τους απάλλαξε τα δεσμά επαινώντας τους,επειδή ήταν οι μόνοι που δεν δραπέτευσαν.
Εκείνοι,όμως,δεν θέλησαν να τούς δοθεί χάρη μ’αυτόν τον τρόπο.Ο Δημήτριος φώναζε δυνατά κι έκανε φασαρία,λέγοντας ότι ήταν τεράστια αδικία γι’αυτούς,αφού θα έδιναν την εντύπωση ότι είναι κακούργοι,που αφέθηκαν ελεύθεροι από λύπηση ή για να ανταμειφθούν,επειδή δεν είχαν αποδράσει.Τελικά ανάγκασαν τον δικαστή να εξετάσει με κάθε ακρίβεια την υπόθεση.Αυτός,όταν ανακάλυψε ότι δεν είχαν διαπράξει κανένα αδίκημα,τους επαίνεσε,για τον Δημήτριο μάλιστα εξέφρασε πολύ μεγάλο θαυμασμό,τους άφησε ελεύθερους εκφράζοντας την λύπη του για την ποινήπου υπέστησαν με την άδικη φυλάκισή τους κι έδωσε δώρο στον καθένα από την τσέπη του,στον μεν Αντίφιλο δέκα χιλιάδες δραχμές και στον Δημήτριο τα διπλάσια.
Ο Αντίφιλος βρίσκεται ακόμη και σήμερα στην Αίγυπτο,ενώ ο Δημήτριος,αφού τού άφησε και τις δικές του είκοσι χιλιάδες,έφυγε και πήγε στην Ινδία κοντά στους Βραχμάνες,λέγοντας απλώς στον Αντίφιλο ότι κάλλιστα θα μπορούσε να τού συγχωρεθεί που τον εγκαταλείπει τώρα.Γιατί ούτε ο ίδιος χρειάζεται πια χρήματα,όσο θα μείνει αυτός που είναι,αφού μπορεί να αρκείται σε λίγα,ούτε πια ο Αντίφιλος έχει ανάγκη από φίλο,αφού τα πράγματα έχουν γίνει εύκολα γι’αυτόν).








(Πηγή:«Τόξαρις ή Φιλία» του Λουκιανού).

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2009

Η αυταπάρνηση του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε'.

Όταν οι πρώτες ειδήσεις για την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη,το βράδυ της 31ης Μαρτίου,και λίγο αργότερα για την επανάσταση στην ανατολική Στερεά Ελλάδα,ο Σουλτάνος καταλήφτηκε από μεγάλη ταραχή και αντέδρασε,όπως και όταν πριν από ένα μήνα είχε μάθει την κήρυξη της Επαναστάσεως από τον Δημήτριο Υψηλάντη.Ο φόβος που κυριάρχησε ήταν,μήπως πίσω από την επαναστατικές κινήσεις των «ραγιάδων» κρυβόταν στην πραγματικότητα η Ρωσία και η ανησυχία αυτή ανάγκασε την Πύλη αφ’ενός μεν να θεωρεί ως κύριο μέτωπο την Μολδοβλαχία,όπου νωρίτερα είχε δραστηριοποιηθεί ο Υψηλάντης,και,επομένως,να συνεχίζει να αποστέλλει στρατεύματα προς τον Δούναβη,αφ’ετέρου δε να συγκεντρώνει μεγάλες δυνάμεις στρατού και στόλου στην πρωτεύουσα,προς μεγάλη ωφέλεια της Επαναστάσεως στην Ελλάδα,όπου η αντιμετώπισή της,κατά τους πρώτους μήνες,αφέθηκε βασικά στις επιτόπιες τουρκικές δυνάμεις.
Θεωρήθηκε,εξάλλου,από τον Σουλτάνο και τους συμβούλους του,εμφορούμενοι και από αισθήματα εκδικήσεως έναντι των επαναστατών,ότι το αποτελεσματικότερο μέτρο για την μη εξάπλωση της Επαναστάσεως στην Ελλάδα και σε άλλες επαρχίες και την καταστολή της στις ήδη επαναστατημένες περιοχές ήταν η εξαπόλυση τρομοκρατίας.Έτσι,άρχισε από την Κωνσταντινούπολη πρώτα νέο κύμα άγριων διωγμών,που επεκτάθηκε σε όλες σχεδόν τις περιοχές της αυτοκρατορίας,όπου υπήρχαν ελληνικοί πληθυσμοί στην διάθεση των τουρκικών αρχών.Ο οξυδερκής πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ αντιλήφθηκε αμέσως,όταν έμαθε την επανάσταση της Πελοποννήσου,ότι θα άρχιζε νέος κύκλος αγριότερων διωγμών.Στη συνάντησή του με τον μεγάλο διερμηνέα της Πύλης Κωνσταντίνο Μουρούζη,αλλά και σε μεταγενέστερες επαφές του με τους επιφανείς Έλληνες της Πόλης,αρνήθηκε σθεναρά να ενδώσει στις πιέσεις να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να σώσει,έτσι,τον εαυτό του•τα λόγια του,όπως διασώθηκαν(π.χ. από τον Φιλήμονα),είναι ενδεικτικά της μεγάλης αυταπάρνησης του Πατριάρχου και της βούλησής του να θυσιασθεί υπέρ του Έθνους του,πιστεύοντας ότι η θυσία του θα εκτόνωνε την αιμοβόρο διάθεση των Τούρκων,προς σωτηρία του απλού λαού:


«Άφετέ με να πληρώσω εγώ την εκδίκησιν του τυράννου.Είμαι γέρων,καταβαίνων τον τάφον.Το σχήμα μου,η λειτουργία μου,με καλούσιν εις θυσίαν υπέρ του ποιμνίου.Σωθήτε όμως υμείς,διότι έχετε και ηλικίαν και ικανότητα και θέσιν κοινωνικήν,να υπηρετήσετε την πατρίδα».
«Με προτρέπετε εις φυγήν•μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και λοιπών πόλεων των Χριστιανικών επαρχιών.Υμείς επιθυμείτε,όπως εγώ μετημφιεσμένος καταφύγω εις πλοίον ή κλεισθώ εν οικία οιουδήποτε ευεργετικού ημών πρεσβευτού,ν’ακούω δ’εκείθεν πώς οι δήμιοι κατακρεουργούσι τον χηρεύσαντα λαόν.Ουχί.Εγώ διά τούτο είμαι Πατριάρχης,όπως σώσω το έθνος μου,ουχί δε όπως απολεσθή τούτο διά της χειρός των γενιτσάρων.Ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν ωφέλειαν παρά η ζωή μου.Οι ξένοι Χριστιανοί ηγεμόνες δεν θα θεωρήσωσιν αδιαφόρως πώς η πίστις αυτών εξυβρίσθη εν τω προσώπω μου.Οι Έλληνες,οι άνδρες της μάχης,θα μάχωνται μετά μεγαλυτέρας μανίας,όπερ συχνάκις δωρείται την νίκην•εις τούτο είμαι πεπεισμένος.Βλέπετε μεθ’υπομονής εις ό,τι και αν μού συμβή…Ναι ας μη γείνω χλεύασμα των ζώντων•δεν θα ανεχθώ ώστε εις τας οδούς της Οδησσού,της Κερκύρας και της Αγκώνος,διερχόμενος εν μέσω των αγυιών να με δακτυλοδεικτώσι λέγοντες:«Ιδού έρχεται ο φονεύς Πατριάρχης».Αν το έθνος μου σωθή και θριαμβεύση τότε πέποιθα ότι θα μού αποδώση θυμίαμα επαίνου και τιμών,διότι εξεπλήρωσα το χρέος μου…Υπάγω όπου με καλεί ο νους μου,ο μέγας κλήρος του έθνους και ο πατήρ ο ουράνιος,ο μάρτυς των ανθρωπίνων πράξεων».







(Πηγή:«Ιστορία του Ελληνικού Έθνους»,Τόμος ΙΒ,σελ.130-132).

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009

Χίος,1822:Μαρτυρίες περί των τουρκικών φρικαλεοτήτων.


Το 1821 οι Χιώτες,επειδή το νησί τους βρίσκεται κοντά στα τουρκικά παράλια,δεν κήρυξαν επίσημα επανάσταση.Την άλλη χρονιά,μερικοί Χιώτες ήρθαν σε επαφή με τους Σαμιώτες και επεδίωξαν εξέγερση των κατοίκων.Οργανώθηκε εκστρατεία με επικεφαλής τους Λυκούργο Λογοθέτη και Αντώνιο Μπουρνά και αποβιβάστηκαν στην Χίο στις 11 Μαρτίου 1822.Οι Τούρκοι εξαναγκάστηκαν να κλειστούν στο κάστρο,αλλά σε λίγο ήρθαν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις απ’την αντικρυνή Μικρά Ασία,οι οποίες επέπεσαν με λύσσα κατά του άμαχου πληθυσμού και προέβησαν στην μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά σφαγή.Στην συνέχεια,παρατίθενται μαρτυρίες ανθρώπων,θυμάτων και μη,που περιέγραψαν με αποτροπιασμό,όσες φρικαλεότητες διαδραματίστηκαν κατά τις δραματικές εκείνες στιγμές:


α.Μαρτυρία του Άγγλου προξένου στην Σμύρνη Francis Werry:
«Χιλιάδες γυναίκες,κορίτσια κι αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι.Πολλά απ’αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά την μεταφορά.Βλέπεις γυναίκες να μην δέχονται τροφή,μ’όλο που μαστιγώνονται,για να πεθάνουν απ’την πείνα».

β.Μαρτυρία του φιλέλληνα Γάλλου συνταγματάρχη Olivier Wutier στα απομνημονεύματά του(σελ.199):
«Ένας μαύρος είχε πουλήσει σ’έναν Τούρκο για 300 πιάστρα μια όμορφη κοπέλα.Λίγες μέρες αργότερα έμαθε ότι δίνανε 3.000 πιάστρα,για να την εξαγοράσουν.Ο μαύρος τρέχει στον Τούρκο και την ζητάει πίσω.Ο Τούρκος δεν την δίνει.Ο μαύρος ξαναπαίρνει με την βία την λεία του και λέει: «ούτε εσύ ούτε εγώ» και την σκοτώνει».

γ.Μαρτυρία του φιλέλληνα Γάλλου ιατρού και διπλωμάτη Francois Pouqueville για τις αιχμάλωτες:
«Η λεία εξετέθη ενώπιον των Τούρκων.Οι γυναίκες,οι κόρες και τα παιδιά,ως και τα αργυρά των ναών σκεύη,διηρέθησαν σε λαχνούς και μοιράστηκαν,ενώ οι αρχηγοί εν ονόματι του Σουλτάνου άρπαξαν,ό,τι βρήκαν σε χρήμα».

δ.Μαρτυρία του Άγγλου James Emerson(συνταξίδευε στην Σμύρνη με μια Χιώτισσα 22 ετών,την Φροσύνη Καλέρτζη,που είχε σωθεί απ’την καταστροφή):
«Η Φροσύνη είδε από την κρυψώνα της την τραγική σφαγή των αδελφών της που προηγουμένως είχαν ατιμασθεί απάνω στα πτώματα των βιασμένων θυγατέρων της.Χορτασμένοι από λάφυρα τα τέρατα,έφυγαν από το αρχοντικό αναζητώντας άλλα θύματα.Και η Φροσύνη βγήκε από την κρυψώνα της,για να καταφύγει στα βουνά.Αλλά ανοίγοντας την πόρτα,βρέθηκε μπροστά σε μια καινούργια ορδή των δαιμόνων.Να ξανακρυφτεί αδύνατον,ήταν και αργά.Έτρεξε στα πτώματα,αλείφτηκε με το ζεστό αίμα της μάνας της κι έπεσε πλάι της παριστάνοντας την σκοτωμένη.Αλλά ένας απ’αυτούς πρόσεξε ένα μπριλλάντι στο δάχτυλο της Φροσύνης και γύρισε να το πάρει.Και επειδή δεν έβγαινε το δαχτυλίδι,ο Τούρκος τράβηξε ένα μαχαίρι από το ζουνάρι του κι άρχισε να ξεσαρκώνει το δάχτυλο.Ήταν το τελευταίο που θυμόταν κατά τα μεσάνυχτα από την λιποθυμία και τον λήθαργο,όπου η αγωνία της να μην φανερωθεί την είχαν βυθίσει.Η ανάγκη την όπλισε με ενεργητικότητα.Σηκώθηκε και ξεπνοησμένη από τον τρόμο και την αιμορραγία πήρε τα τιμαλφή της οικογένειας από την κρύπτη και έτρεξε στο βουνό.Όταν έφυγε ο οθωμανικός στόλος,επιβιβάστηκε σ’ένα αυστριακό καράβι.Ο καπετάνιος δέχτηκε να την μεταφέρει στην Ύδρα μ’αντάλλαγμα όλα τα διαμαντικά και το χρυσάφι που είχε μαζί της».

ε.Μαρτυρία του ιστορικού και λογοτέχνη Διονυσίου Κόκκινου(τόμ.4 σελ.409):
«Εις τα γυναικεία μοναστήρια διεπράχθησαν παντός είδους εγκλήματα και ατιμίαι.Ο Μάξιμος Ραιμπώ που είχε τας πληροφορίας του από αυτόπτας,αφηγείται εις το βιβλίο του χαρακτηριστικάς σκηνάς.Αι μοναχαί του μοναστηρίου της Χαλάνδρας και Καλιμασιάς,μαζί με πολλάς οικογενείας που δεν επρόφθασαν να σωθούν,κατέφυγον εις πύργον με τρία πατώματα.Οι Τούρκοι όμως έφθασαν εκεί,εθρυμμάτισαν τας θύρας και η κτηνωδία των εξέσπασεν επί των ανυπερασπίστων εκείνων τρυφερών θυμάτων.Μερικοί ιερείς ευρέθησαν εκεί και οι Τούρκοι,αφού τους έβγαλαν τα μάτια,τους έκαυσαν ζωντανούς.Δεν αντελήφθησαν μόνον ότι ευρίσκοντο και άλλοι εις το τρίτον πάτωμα και έφυγαν,και κατ’αυτόν τον τρόπον οι άνδρες και αι γυναίκες που είχαν κλεισθή εκεί κατόρθωσαν να διαφύγουν διά ν’αφηγούνται εις όλην των την ζωήν τα φοβερά πράγματα που είδαν».







(Πηγή:«Γυναίκες του ‘21» της Κούλας Ξηραδάκη).

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Η ηρωική Μανιάτισσα Λιουνίτσα.

Το καλοκαίρι του 1826 η απειλή της στρατιάς του Ιμπραήμ επικρέμεται πάνω από την επαναστατημένη Ελλάδα.Τον Ιούνιο οι επιχειρήσεις του Αιγύπτιου στρατάρχη στην Μάνη καταλήγουν σε πλήρη αποτυχία,απέναντι στους σκληροτράχηλους Μανιάτες.Στην Βέργα και τον Δηρό οι επαναστάτες αποκρούουν με άφθαστο ηρωισμό(στη μάχη μάλιστα του Δηρού οι άντρες είναι μόλις 500,ενώ οι γυναίκες 1.000,εφοδιασμένες με τα δρεπάνια τους,με τα οποία λίγο πριν θέριζαν στους αγρούς) τις αιγυπτιακές εισβολές.Ο Ιμπραήμ,ταπεινωμένος,αποχωρεί από την Λακεδαίμονα,επιστρέφει,όμως,με ανασυνταγμένες τις δυνάμεις του στα μέσα του Αυγούστου του 1826,για να εκδικηθεί σκληρά.Οι δυνάμεις του ανέρχονται σε 6.000 πεζούς,1.000 ιππείς και 4 ορεινές πυροβολαρχίες,με σκοπό να προσβάλει την Μάνη από τα ανατολικά.
Στις 21 Αυγούστου οι Αιγύπτιοι μπαίνουν στην ανατολική Μάνη.Περνούν απ’τα χωριά της Αναβρυτής και του Σορτσά,περνούν στην απόκρημνη διάβαση του Ταϋγέτου,φτάνουν στις πηγές του Ευρώτα και ανεβαίνουν στα Μπαρδουνοχώρια.Όπου περνούν,ρημάζουν τα χωριά.Στις 27 Αυγούστου φτάνουν στην Μανιάκοβα.Εκεί συναντούν αντίσταση.Μα οι Μανιάτες είναι μόλις 300,ενώ οι εχθροί πολύ περισσότεροι,και,έτσι,οι πρώτοι αναγκάζονται την νύχτα να φύγουν από τις εκεί θέσεις τους και να μεταβούν σε άλλες θέσεις οχυρωμένες.Την άλλη μέρα οι Αιγύπτιοι μπαίνουν στην κωμόπολη και,αφού την καίνε,επιτίθενται στις καινούργιες θέσεις των Μανιατών.Το βράδυ φτάνει σε ενίσχυσή τους ο Ηλίας Κατσάκος με 300 άντρες και αναγκάζουν τους Αιγυπτίους να υποχωρήσουν.Ο Ιμπραήμ,μη γνωρίζοντας τον τόπο,βρίσκεται σε δύσκολη θέση και διστάζει να προχωρήσει.Από την δύσκολη θέση εκείνη την στιγμή προσφέρεται να τον βγάλει κάποιος που θέλησε να παίξει τον ρόλο του Εφιάλτη,ονόματι Μπόσινας.Ενημερώνει τον Ιμπραήμ για ένα άγνωστο μονοπάτι,που θα τον οδηγούσε κατευθείαν στο χωριό Πολυάραβος,και ο αιγυπτιακός στρατός ξεκινά,χάρη σ’αυτή την ανέλπιστη τύχη,για τον Πολυάραβο.
Στον δρόμο τους βρίσκεται το χωριό Δεσφίνα,από το οποίο πρέπει αναγκαστικά να διέλθουν,για να φτάσουν στον προορισμό τους.Σ’έναν πύργο του μικρού αυτού χωριού βρίσκεται οχυρωμένος ένας γέρος Μανιάτης,ο Θοδωρής Σταθάκος,με την οικογένειά του,συνολικά 15 άτομα,μεταξύ δε των οποίων βρίσκεται και μια νέα γυναίκα,ονόματι Λιουνίτσα,που είναι νιόπαντρη με τον νεότερο γιο του.Τα πρώτα αιγυπτιακά τμήματα που πλησιάζουν τον πύργο δέχονται πυροβολισμούς.Μερικοί Αιγύπτιοι σκοτώνονται επί τόπου,ενώ οι υπόλοιποι ακροβολίζονται και πολιορκούν τους εγκλείστους στον πύργο.Ο Μπόσινας ετύγχανε να είναι συμπέθερος του Σταθάκου•βγαίνει,λοιπόν,με το θάρρος της μεταξύ των συγγενείας,στο ξάγναντο και τού φωνάζει από μακριά,κάνοντας «χωνί» με τις παλάμες των χεριών του:


«-Παραδοθήτε,συμπέθερε Σταθάκο,στον αφέντη της Μάνης.Σέρνει δυνατό ασκέρι και θα χαθήτε όλοι σας.Είναι κρίμα για τη γενιά σας».
Ο καπετάν Θοδωρής κάνει πως τον πιστεύει και πως έχει δισταγμούς:
«-Να παραδοθώ,συμπέθερε Μπόσινα,μια κι ήρθαν έτσι τα πράγματα,αλλά ποιος μας εξασφαλίζει ότι δεν θα κακοπάθουμε,αν προσκυνήσουμε;»
«-Εγώ,συμπέθερε»,τον βεβαιώνει ο Μπόσινας.
«-Κύτταξε,μη μας φάνε με μπαμπεσιά»,τού ξαναλέει ο Σταθάκος.
«-Μη φοβάστε,συμπέθερε»,τον βεβαιώνει για δεύτερη φορά ο Μπόσινας.«Σάς δίνω εγώ το λόγο μου,κι αν κακοπάθετε από τον αφέντη,να σας έχω εγώ στο λαιμό μου».
Ο Σταθάκος κάνει πως τον πιστεύει κι ότι αφήνει τους τελευταίους δισταγμούς του:
«-Αφού είναι έτσι,συμπέθερε Μπόσινα,σε πιστεύω.Ζύγωσε κοντά να σού δώσω τα’άρματά μου».
Πρόθυμα και με χαρά ζυγώνει ο συνεργός των Αιγυπτίων να πάρει τα άρματα.Ο Σταθάκος τον βλέπει από τις πολεμίστρες και ετοιμάζεται να τον τουφεκίσει.Τον προλαβαίνει,όμως,η νύφη του,Λιουνίτσα.Είναι θείος της.Τον σημαδεύει ψύχραιμα με το καριοφύλλι της και με μία βολή τον ρίχνει νεκρό.Και η Λιουνίτσα ατάραχη ακούγεται με σφιγμένα χείλη να ψιθυρίζει:


«-Παλιόσκυλο…Ιούδα…αυτό το τέλος σούπρεπε».


Για την Ιστορία δε,ας αναφερθεί ότι η συγκεκριμένη προδοσία δεν είχε το τραγικό αποτέλεσμα μιας άλλης περιώνυμης προδοσίας,εκείνης της μάχης των Θερμοπυλών:ο Ιμπραήμ,φτάνοντας τελικά στον Πολυάραβο,συνάντησε ένα αποφασισμένο σώμα 2.000 Μανιατών που μετά από υπεράνθρωπη μάχη δύο ημερών ανάγκασε τα αιγυπτιακά στρατεύματα να υποχωρήσουν άτακτα προς τον κάμπο του Μαλευριού.Η δε Λιουνίτσα Σταθάκου,αν και αιχμαλωτίστηκε στην Δεσφίνα,δραπέτευσε μέσα σην αντάρα της μάχης του Πολυαράβου και πλέον έζησε στην Δεσφίνα έως τον θάνατό της το 1867,σε ηλικία 64 ετών.






(Πηγή:«Γυναίκες του ‘21» της Κούλας Ξηραδάκη).

Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2009

Η προέλευση της φράσης «δάγκωσε την γλώσσα σου!»

Θέλοντας σήμερα να αποτρέψουμε κάποιον από το να εκστομίσει λόγια δυσάρεστα ή προοιωνιζόμενα κάποιο κακό,λέμε την γνωστή φράση «δάγκωσε τη γλώσσα σου!».Το ανάλογο σχήμα με την ανάλογη,πιθανώς,φράση θα είχαν και οι Βυζαντινοί,αν κρίνει κάποιος από το ακόλουθο χωρίο του Ιωάννου Χρυσοστόμου:«Αλλ’επειδάν ορμήση (η γλώσσα να είπη το πονηρόν ρήμα) πριν η το ρήμα εξενεγκείν,κατάδακε τοις οδούσι αυτήν πάντοθεν».Οι Πόντιοι δε σήμερα λένε «έδακα την γλώσσα μ’»,θέλοντας να πουν «συγκρατήθηκα».





(Πηγή:«Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» του Φαίδωνος Κουκουλέ).

Βυζαντινές παροιμίες του σήμερα.

Οι παροιμίες που,ενδεικτικά, ακολουθούν διατυπώθηκαν την εποχή του Βυζαντίου και έφτασαν,με μικρές διαφοροποιήσεις,αν όχι αναλλοίωτες, ως την εποχή μας.Αν ανατρέξει,βεβαίως ,κάποιος στην Ιστορία,θα «εντοπίσει» στον βυζαντινό πνευματικό πολιτισμό ίχνη της αρχαίας ελληνικής σκέψης,που επέζησαν στους αιώνες και αποδεικνύουν με τον εναργέστερο τρόπο την συνέχεια του ελληνικού έθνους και τους ακατάλυτους δεσμούς με το παρελθόν(η σύνδεση της αρχαίας εποχής διά των παροιμιών με την σημερινή,ωστόσο,δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος άρθρου).Παρατίθενται οι σύγχρονες παροιμίες,με σχετική αναφορά στις αντίστοιχες βυζαντινές:


α.«Με όποιον δάσκαλο καθίσεις,τέτοια γράμματα θα μάθεις».
Τοιούτου,φησί,διδασκάλου τηλικούτοι και οι μαθηταί».Διασώζεται από τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη).

β.«Ο λύκος στην αντάρα χαίρεται».
Ο λύκος το του ανέμου σφοδρόν μετά του κονιορτού ιδών ηγάλλετο πηδών και είπε αγαθός καιρός δι’εμέ».Διασώζεται από τον ιστορικό της Αλώσεως Γεώργιο Φραντζή).

γ.«Ακόμα δεν έσκασε απ’τα’αυγό και θέλει να…»
Δεν σώνει να βγη από ταυγόν και θέλει να φιλήση».Είναι στίχος του ποιήματος «Θανατικόν της Ρόδου» του 15ου αιώνα του ροδίου ποιητή Εμμανουήλ Λιμενίτη-Γεωργιλά).

δ.«Με χέρια και με πόδια»(εννοώντας,δηλαδή,με όλες τις δυνάμεις).
Χειρί και ποδί,το του λόγου,βλάπτειν επειράτο»,καθώς και «χειρί,το του λόγου,και ποδί συμβαλλόμενος και πάσαν εισάγων εκεί την σπουδήν»,φράσεις που διασώζει ο Συμεών ο Μεταφράστης.Ακόμη,«και χειρί και ποδί βοηθεί»,φράση από το έργο του Μακαρίου Χρυσοκεφάλου).

ε.«Ό,τι σπέρνεις,θερίζεις»
Θερίζομεν γαρ οία περ και σπείρομεν»,φράση που περιέχεται στο έργο του Γρηγορίου του Θεολόγου,καθώς και «Τινές ιδόντες αμαρτωλόν μαστιζόμενον και φυλακιζόμενον αμαθώς την κοσμικήν εκείνην παροιμίαν έφασαν την λέγουσαν ως ο στρώσας κακώς ταλαιπωρήσει εν τω ύπνω»,από τα νόθα συγγράμματα του Αγίου Αθανασίου).

στ.«Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα»
Ουδείς γαρ εις κωφού θύραν και πολλά κρούσας εισηκούσθη ποτέ»,από τον Μιχαήλ Γλυκά.Η φράση στο Βυζάντιο λεγόταν και ως «παρά κωφώ άδειν»,καθώς και με άλλες παραλλαγές,που πλησιάζουν το νόημα της σημερινής παροιμίας).

ζ.«Τα λέει στην νύφη,για να τα ακούσει η πεθερά».
(Η φράση λεγόταν αντιστρόφως στο Βυζάντιο και,συγκεκριμένα,στον Βίο Ανδρέου του κατά Χριστόν σαλού διασώζεται η φράση:«σοι,ω νύμφη,ομιλώ ίνα και η πενθερά ενωτίζη»).

η.«Ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται»
’Ωσπερ γαρ νους πεινώντος άρτον φαντάζεται και ύδωρ όνειροι τω διψώντι»,από το δράμα «Υσμίνη και Υσμινίας» του Ευσταθίου του Μακρεμβολίτου.Διασώζεται και σε άλλες παραλλαγές,λιγότερες κοντινές προς την σημερινή παροιμία).



(Πηγή:«Βυζαντινών βίος και πολιτισμός» του Φαίδωνος Κουκουλέ).

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009

Η αιώνια φλυαρία των...κουρέων!

«Επιεικώς δε λάλον εστί το των κουρέων γένος•οι γαρ αδολεσχότατοι προσρέουσι και προσκαθίζουσιν,ώστ’αυτούς αναπίμπλασθαι της συνηθείας.χαριέντως γουν ο βασιλεύς Αρχέλαος αδολέσχου κουρέως περιβαλόντος αυτώ το ωμόλινον και πυθομένου »πώς σε κείρω,βασιλεύ;» «σιωπών» έφη.κουρεύς δε και την εν Σικελία των Αθηναίων μεγάλην κακοπραγίαν απήγγειλε πρώτος,εν Πειραιεί πυθόμενος οικέτου τινος των αποδεδρακότων εκείθεν•είτ’αφείς το εργαστήριον εις άστυ συνέτεινε δρόμω «μη τις κύδος άροιτο» τον λόγον εις την πόλιν εμβαλών,«ο δε δεύτερος έλθοι».γενομένης δε ταραχής οίον εικός εις εκκλησίαν αθροισθείς ο δήμος επί την αρχήν εβάδιζε της φήμης.ήγετ’ουν ο κουρεύς και ανεκρίνετο,μηδέ τούνομα του φράσαντος ειδώς αλλ’εις ανώνυμον και άγνωστον αναφέρων την αρχήν πρόσωπον.οργή δη και βοή του θεάτρου•«βασάνιζε και στρέβλου τον αλάστορα•πέπλασται ταύτα και συντέθεικε•τίς δ’άλλος ήκουσε;τίς δ’επίστευσεν;» εκομίσθη τροχός,κατετάθη ο άνθρωπος.εν τούτω παρήσαν οι την συμφοράν απαγγέλλοντες,εξ αυτού του έργου διαπεφευγότες.εσκεδάσθησαν ουν πάντες επί τα οικεία πένθη,καταλιπόντες εν τω τροχώ τον άθλιον ενδεδεμένον.οψέ δε και λυθείς ήδη προς εσπέραν ηρώτα τον δήμιον,ει και περί Νικίου του στρατηγού,ον τρόπον απόλωλεν,ακηκόασιν.ούτως άμαχον τι κακόν και ανουθέτητον η συνήθεια ποιεί την αδολεσχίαν».


(Δεν είναι παράξενο που οι κουρείς είναι φλύαρη τάξη•οι πιο φλύαροι άνθρωποι μπαίνουν στο μαγαζί τους καθημερινά και κάθονται στις καρέκλες τους κι έτσι γεμίζουν κι εκείνους από αυτή τους την συνήθεια.Επί παραδείγματι,ήταν πολύ επιτυχημένη η απάντηση που έδωσε ο βασιλιάς Αρχέλαος σε κάποιον φλύαρο κουρέα,ο οποίος,καθώς τού έβαζε την πετσέτα,τον ρώτησε:«Πώς να σε κουρέψω,βασιλιά;».«Σιωπηλά»,είπε ο Αρχέλαος.Κουρέας ήταν και αυτός που πρώτος ανήγγειλε την μεγάλη συμφορά των Αθηναίων στην Σικελία,πληροφορία που είχε μάθει στον Πειραιά από δούλο που είχε δραπετεύσει από εκεί.Τότε ο κουρέας άφησε το μαγαζί του και έτρεξε γρήγορα στην πόλη,«μήπως και προλάβει να πάρει άλλος την δόξα» της αναγγελίας της είδησης στην πόλη,«και εκείνος έρθει δεύτερος».Όπως ήταν φυσικό,προκλήθηκε πανικός,και ο λαός συγκεντρώθηκε και προσπάθησε να ανακαλύψει την πηγή της φήμης.Έτσι έφεραν μπροστά στην συνάθροιση του λαού τον κουρέα και τον ανέκριναν•όμως εκείνος δεν ήξερε ούτε το όνομα του πληροφοριοδότη,αλλά απέδωσε την αρχή της φήμης σε κάποιο ανώνυμο και άγνωστο πρόσωπο.Οργή κατέλαβε τους συγκεντρωμένους και σηκώθηκε βοή•«βασανίστε τον καταραμένο,βάλτε τον στον τροχό!Έπλασε μόνος του και έβγαλε από τον νου του αυτό το παραμύθι!Ποιος άλλος το άκουσε;Ποιος το πίστεψε;».Έφεραν τροχό και τέντωσαν τον κουρέα πάνω του.Εκείνη την στιγμή έφτασαν και άλλοι που είχαν διαφύγει από την σφαγή και ανήγγειλαν την συμφορά.Όλοι,λοιπόν,σκόρπισαν,ο καθένας θρηνώντας το προσωπικό του πένθος,αφήνοντας τον δύστυχο εκείνο δεμένο πάνω στον τροχό.Όταν,όμως,τον ελευθέρωσαν κάποια στιγμή αργότερα που κόντευε να βραδιάσει,ρώτησε το δήμιο,αν είχαν ακούσει και για το πώς είχε πεθάνει ο στρατηγός Νικίας.Τέτοιο ακαταμάχητο και αδιόρθωτο κακό κάνει η συνήθεια την φλυαρία).







(Πηγή:«Περί αδολεσχίας» από τα «Ηθικά» του Πλουτάρχου).

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Γεώργιος Παπανδρέου:η παιδεία θα αναστήσει το Έθνος μας.


«Το πνευματικόν γεγονός δεν είναι κατά πρώτον λόγον πνευματικόν.Είναι κατά πρώτον λόγον ψυχικόν γεγονός.Χωρίς ψυχικόν πάθος,δεν κινείται το πνεύμα.Μόνον εμπειρικαί λειτουργίαι είναι δυναταί χωρίς ψυχικόν πάθος.Διά τούτο τότε μόνον η παιδεία ημπορεί να ευδοκιμήση,όταν αι ψυχαί δονηθούν.[…]Πρέπει να προηγηθή η εκπαιδευτική αναγέννησις,διά να επακολουθήση η οικονομική και η εθνική αναγέννησις.Και όταν γίνη κοινή συνείδησις,ότι πρώτη αξία είναι η παιδεία εμπνεομένη από το ψυχικόν πάθος,τότε θα έλθη η αναγέννησις».





(Πηγή:Ο Λόγος του Γεωργίου Παπανδρέου κατά την τελετή των εγκαινίων της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωαννίνων στις 7 Νοεμβρίου 1964,από το έργο «Επετηρίς του Πανεπιστημιακού έτους 1964-1965»).

Τετάρτη 4 Νοεμβρίου 2009

Δεν πρέπει το πένθος να μένει στην ψυχή μας πολύ καιρό,κατά τον Πλούταρχο.

Το έργο «Παραμυθητικός προς την γυναίκα» γράφτηκε,σύμφωνα με πληροφορίες που μας δίνει ο ίδιος ο Πλούταρχος,προς την γυναίκα του Τιμοξένα με αφορμή τον θάνατο σε νηπιακή ηλικία της μοναδικής τους κόρης,που ονομαζόταν επίσης Τιμοξένα.Χρονολογικά,σύμφωνα με πρόχειρους υπολογισμούς, τοποθετείται γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 90 μ.Χ.Το ακόλουθο χωρίο αναφέρεται στην φθοροποιό δράση του πένθους,αν επιτρέψουμε να αλλάξει την ζωή μας:

[…]«και τούτο φαίνεται μη λαθείν Αίσωπον•έφη γαρ ούτος ότι του Διός τας τιμάς διανέμοντος τοις θεοίς ήτει και το Πένθος.έδωκεν ουν αυτώ,παρά τοις αιρουμένοις δε μόνοις και θέλουσιν.εν αρχή μεν ουν ούτω τούτο γινόμενον εστιν•αυτός γαρ έκαστος εισάγει το πένθος εφ’εαυτόν.όταν δ’ιδρυθή χρόνω και γένηται σύντροφον και σύνοικον,ουδέ πάνυ βουλομένων απαλλάττεται.διό δει μάχεσθαι περί θύρας αυτώ και μη προΐεσθαι φρουράν δι’εσθήτος ή κουράς ή τινος άλλου των τοιούτων,α καθ’ημέραν απαντώντα και δυσωπούντα μικράν και στενήν και ανέξοδον και αμείλικτον και ψοφοδεή ποιεί την διάνοιαν,ως ούτε γέλωτος αυτή μετόν ούτε φωτός ούτε φιλανθρώπου τραπέζης τοιαύτα περικειμένη και μεταχειριζομένη διά το πένθος.αμέλειαι δε σώματος έπονται τω κακώ τούτω και διαβολαί προς άλειμμα και λουτρόν και την άλλην δίαιταν•ων παν τουναντίον έδει την ψυχήν πονούσαν αυτήν βοηθείσθαι διά του σώματος ερρωμένου.πολύ γαρ αμβλύνεται και χαλάται του λυπούντος,ώσπερ [εν] ευδία κύμα,τη γαλήνη του σώματος διαχεόμενον,εάν δ’αυχμός εγγένηται και τραχύτης εκ φαύλης διαίτης και μηδέν ευμενές μηδέ χρηστόν αναπέμπη το σώμα τη ψυχή πλην οδύνας και λύπας ώσπερ τινας πικράς και δυσχερείς αναθυμιάσεις,ουδέ βουλομένοις έτι ραδίως αναλαβείν εστι.τοιαύτα λαμβάνει πάθη την ψυχήν ούτω κακωθείσαν».


([…]Τούτο ακριβώς φαίνεται πως δεν διέφυγε της προσοχής του Αισώπου•λέει,πράγματι,πως,όταν ο Ζευς μοίραζε τους θεούς τις τιμές,απαίτησε και το Πένθος το μερίδιό του.Τού τις παραχώρησε,λοιπόν,αλλά μόνο εκ μέρους όσων επέλεγαν να τις αποδώσουν με την θέλησή τους.Στην αρχή,λοιπόν,έτσι γίνονται τα πράγματα,διότι από μόνος του επιτρέπει ο καθένας στο πένθος να μπει μέσα του.Όταν,όμως,εγκατασταθεί με τον χρόνο,γίνει σύντροφος και συγκάτοικος,ακόμα κι αν το θέλουμε πολύ,δεν φεύγει.Για τούτο πρέπει να το πολεμάει κανείς έξω στην πόρτα και να μην τού επιτρέπει να στήσει φυλάκιο μέσω των ενδυμάτων,του κουρέματος ή άλλων παρόμοιων αλλαγών στην εμφάνιση,που με την καθημερινή τους κατασταλτική παρουσία κάνουν το μυαλό να συρρικνώνεται,να στενεύει,να πνίγεται,να είναι απαρηγόρητο και να φοβάται με το παραμικρό,σαν να μην τού επιτρέπεται να έχει μερίδιο στο γέλιο,στο φως,στο φιλικό τραπέζι,περιτριγυρισμένο,καθώς είναι,και στραμμένο προς τέτοιου είδους συμπεριφορές εξαιτίας του πένθους.Αποτέλεσμα του κακού αυτού είναι η τέλεια αδιαφορία για το σώμα,η άρνηση για την επάλειψη,το λουτρό και τις υπόλοιπες φροντίδες•ωστόσο,ακριβώς τα αντίθετα θα έπρεπε να κάνει η ψυχή που πονά,για να βοηθηθεί μέσω του σώματος που είναι δυνατό.Πράγματι,η λύπη αμβλύνεται πολύ και εξασθενεί,όπως το κύμα στην καλοκαιριά,καθώς διαχέεται μέσα στην γαλήνη του σώματος,ενώ,αν από τον άσχημο τρόπο ζωής προκύψει στέγνια,ανωμαλία και τίποτε το ευεργετικό και το καλό δεν στέλνει το σώμα επάνω προς την ψυχή,παρά μόνο λύπες σαν άλλες πικρές και βλαβερές αναθυμιάσεις,ακόμη κι αν το θέλει κανείς,δεν είναι εύκολο να συνέλθει.Τέτοιου είδους πάθη καταλαμβάνουν την ψυχή που κακοπάθησε τόσο).





(Πηγή:«Παραμυθητικός προς την γυναίκα» του Πλουτάρχου).

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009

Οι πικρές αλήθειες του «Ρωσοαγγλογάλλου».

Ο «Ρωσοαγγλογάλλος» είναι ένα ανώνυμο έμμετρο δραματικό έργο,το οποίο αποτελεί ένα από τα ριζοσπαστικότερα κείμενα του νεοελληνικού Διαφωτισμού.Το έργο,που σώζεται σε 6 χειρόγραφα,πρέπει να γράφτηκε πριν από το 1811,αφού τότε έχουμε την πρώτη μνεία του από τον Λόρδο Βύρωνα,και οπωσδήποτε μετά το 1799,όπως προκύπτει από εσωτερικά τεκμήρια του κειμένου.Πρόκειται για σκληρή σάτιρα των προνομιούχων και βολεμένων με το οθωμανικό καθεστώς τάξεων(Φαναριώτες,προεστοί,πλούσιοι,ανώτερος κλήρος),που αντιδρούσαν στις επαναστατικές κινήσεις για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού.Το συγκεκριμένο απόσπασμα στηλιτεύει την υποκριτική στάση έναντι της Ελλάδος των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής,οι οποίες δεν δίσταζαν να ρίχνουν το ελληνικό έθνος σε μεγάλους κινδύνους,προκειμένου να ικανοποιήσουν τα συμφέροντά τους.Ένας Ρώσσος,ένας Άγγλος και ένας Γάλλος,κάνοντας την περιήγηση της Ελλάδος και βλέποντας την άθλια κατάστασή της,ρωτούν κατ’αρχάς ένα Γραικό φιλέλληνα,για να μάθουν την αιτία,έπειτα έναν μητροπολίτη,μετά απ’αυτόν έναν βλάχμπεη,στη συνέχεια έναν πραγματευτή και έναν προεστώτα.Και στο τέλος ρωτούν και την ίδια την Ελλάδα.Εδώ συνομιλεί η Ελλάς με τους τρεις περιηγητές:


[…]«ΟΛΟΙ
Χαίρε,κυρία Ελληνίς•γιατ’είσαι πληγωμένη,άμορφη και ταλαίπωρη και τόσον τρομασμένη;Εξήγησέ μας φανερά τα τόσα βάσανά σου και κάμε μας,παρακαλώ,γνωστόν και τα’όνομά σου.

Η ΕΛΛΑΣ
Το όνομά μου είν’Ελλάς,κοινώς δε και Γραικία,η πριν λαμπρά και ένδοξος,τώρα δε παναθλία.Εσείς δε,ξένοι,τίνες εστέ,και πώς ήλθατε ώδε;Τίς η πατρίς και γένος σας ίσως παρηγορούμαι.

ΡΩΣΣΟΣ
Γάλλος ούτος,εγώ δε Ρώσσος,Εγγλέζος δ’εκείνος,Πετρουπολίτης είμαι εγώ,κ’εκείνος Παριζίνος.Από την Λόνδραν ο Άγκλος•ήλθομεν δε συμφώνως,τα πάθη σου να ιδούμεν μάλλον του νυν αιώνος.Μητροπολίτην εύρομεν και Μπέη της Βλαχίας,πραγματευτήν και προεστόν φίλους της τυραννίας.

Η ΕΛΛΑΣ
Γένη σκληρά και ύπουλα,φυλαί γεμάται δόλον,μη λέτε πρόφασες ψευδείς,με φέρετε γαρ πόνον.Αρχιερείς και μπέηδες και προεστούς τυράννους,λέτε πως τους ευρήκατε όλους Μωαμετάνους•τούτο ποσώς δεν έπρεπε για να σας ενοχλήση•και πότ’αυτοί ηγάπησαν την ανθρωπίνην φύσι;

(τω Ρώσσω)
Εάν καλούς ‘γνωρίζετε αυτούς τους καλογήρους,και από τους άρχοντας πολλούς,ωσάν αυτούς ομοίους,ποτέ δεν τους εστέλνετε να ζουν στο μοναστήρι,και άρχοντας τους δολερούς ομοίως στο Σιμπίρι.

(τω Γάλλω)
Μα κ’εσύ,Γάλλε,θαυμάζεις;Φαίνεται μοι πως με παίζεις.Αν εσείς αυτών την δόξα δεν γκρεμίζατε με τόξα,κι αν δεν στούνταν γιουλοτίνα,σεις εχάνεσθε απ’την πείνα.

(τω Άγγλω)
Εάν εσείς τον Πάπαν γνωρίζετε καλόν,γιατί τον κάθε χρόνον τον καίετε πλαστόν;Λοιπόν μην απορείτε πως είναι οπαδοί,καθένας το γνωρίζει,και μέσα τον πονεί.

(εις τους τρεις)
Τας πληγάς και τραύματά μου,που μού δίδουν τα παιδιά μου,ίσως έχουν και αιτίαν ότι γίνονται με βίαν.Πώς δε να αλησμονήσω και παντού να μη κηρύσσω ότι είσθ’εσείς αιτία όπου φέρω ‘γω μυρία;
Βλέπετε τούτας τας πληγάς,που έχω στο κεφάλι,και άλλας πάνω στην καρδιά,μία κοντά στην άλλη;Όλας ‘πο σας τας έλαβα χωρίς φιλανθρωπίαν.Σ’εμέ την ευεργέτιν σας δείξατ’αχαριστίαν.Τρεις μάχες Ρώσσος κήρυξεν ενάντιον Τουρκίας,τα τέκνα μου εσύναξεν από πολλάς οικίας,εγγράφως τα υπέσχετο για να τα λευθερώση,μα ο σκοπός του απέβλεπε σκληρά να τα σκλαβώση.Δεν έφθασε που ‘σφάγησαν τόσ’Έλληνες μαζί του,αλλ’έσβησε κι άλλους πολλούς ησύχως το σπαθί του.
Άρχισε και η Γαλλία να κηρύττη ελευθερία•έφθασε στα σύνορά μου,κ’ηύξησε τα βάσανά μου.Ύβριζε την τυραννία,μα διψούσε για σολδία.Η Ρωσσία κ’η Αγγλία,βλέποντάς τους στην Τουρκία,έτρεξαν να τους εξώσουν,για να μη με λευθερώσουν.Τρέχει η μία πληρωμένη και η άλλη κομπασμένη τους Αγαρηνούς να σώσουν και εμέ να θανατώσουν.
Δεν είσθ’εσείς που λάβετε τόσα μεγάλα φώτα από τας βίβλους των σοφών,που’ταν παιδιά μου πρώτα;Και αν εσείς δεν είχετε κείνων τας ερμηνείας,ακόμη ήθελ’ευρίσκεστε δούλοι της αμαθείας.Και πάλιν αν με βγάζετε από την τυραννίαν,ευθύς αι Μούσαι άσουσι νέαν φιλοσοφίαν•και τότ’εσείς μανθάνετε πολλά,που δεν νοείτε,από τα τέκνα μου αυτά,που τώρα τυραννείτε.
Μα πού φιλανθρωπία;Λείπει από σας φιλία.Τρέφεται η κακία.Άρχ’ η μισανθρωπία.Λόγω φωνείτε πως με πονείτε,έργω δε τον χαμόν μου ποθείτε.Ω της κακίας κι αχαριστίας και της υμών άκρας απονίας!»






(Πηγή:«Νεοελληνική Λογοτεχνία από τις αρχές έως την Επανάσταση,Συγχρονική Ανθολογία Κειμένων» του Κ.Γ.Κασίνη).

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Μαθήματα αδελφικής αγάπης.

«Δει δε τουναντίον,όπου μεν οργή,συνεκδέχεσθαι και συνυποδύεσθαι καθάπερ τω συνεργείν ποιούντα κουφοτέραν,υπουργίαις δε και χάρισι συνεισποιείν αμωσγέπως τον αδελφόν•ελλείποντος δε που,καιρόν ή πράξιν ετέραν <ή> την φύσιν αιτιάσθαι,προς άλλα χρησιμωτέραν και σεμνοτέραν ούσαν•ευ δ’έχει και το του Αγαμέμνονος,ως
«ούτ’όκνω είκων ούτ’αφραδίησι νόοιο,αλλ’εμέ τα’εισορόων»
καμοί τούτο παραδούς το καθήκον.ηδέως δε και των ονομάτων τας μεταθέσεις οι πατέρες προσδέχονται και πιστεύουσι τοις υιοίς απλότητα μεν την ραθυμίαν των αδελφών ονομάζουσιν ορθότητα δε την σκαιότητα,το δε φιλόνεικον ακαταφρόνητον•ώστε τω διαλλάσσοντι περίεστι την προς τον αδελφόν οργήν ελαττούν άμα και την προς εαυτόν εύνοιαν αύξειν του πατρός.
Ούτω δ’απολογησάμενον ήδη προς εκείνον δει τρέπεσθαι και καθάπτεσθαι σφοδρότερον,το αμάρτημα και το έλλειμμα μετά παρρησίας ενδεικνύμενον.ούτε γαρ εφιέναι δει τοις αδελφοίς ούτ’ αυ πάλιν επεμβαίνειν αμαρτάνουσιν αυτοίς (το μεν γαρ επιχαίροντός εστιν εκείνο δε συνεξαμαρτάνοντος),αλλά κηδομένω και συναχθομένω χρήσθαι τω νουθετούντι.γίνεται δε κατήγορος αδελφού σφοδρότατος προς αυτόν ο προθυμότατος υπέρ αυτού συνήγορος προς τους γονείς γενόμενος.αν δε μηδέν αμαρτάνων αδελφός εν αιτία γένηται,τάλλα μεν υπουργείν γονεύσι και φέρειν οργήν τε πάσαν αυτών και δυσχέρειαν επιεικές,αι δ’υπέρ αδελφού παρ’αξίαν κακώς ακούοντος ή πάσχοντος αντιδικίαι και δικαιολογίαι προς αυτούς άμεμπτοι και καλαί•και ου φοβητέον ακούσαι το Σοφόκλειον
«ω παι κάκιστε,διά δίκης ιών πατρί;»
παρρησιαζόμενον υπέρ αδελφού δοκούντος αγνωμονείσθαι•και γαρ αυτοίς η τοιαύτη δίκη τος ελεγχομένοις ποιεί την ήτταν ηδίω της νίκης.
[…]Τω μεν ουν υπερέχοντι παραινέσειεν αν τις,πρώτον μεν εν οις δοκεί διαφέρειν,ταύτα κοινά ποιείν τοις αδελφοίς,συνεπικοσμούντα τη δόξη και συνεισποιούντα ταις φιλίαις,καν λέγειν δεινότερος η,χρήσθαι παρέχοντα την δύναμιν ως εκείνων μηθέν ήττον ούσαν•έπειτα μητ’όγκον εμφαίνειν τινα μηθ’υπεροψίαν,αλλά μόνον ενδιδόντα και συγκαθιέντα τω ήθει την υπεροχήν ανεπίφθονον ποιείν και την της τύχης ανωμαλίαν επανισούν,ως ανυστόν εστι,τη μετριότητι του φρονήματος.
[…]Αδελφώ δε χρη μη καθάπερ πλάστιγγα ρέπειν επί τουναντίον,υψουμένου ταπεινούμενον αυτόν,αλλ’,ώσπερ των αριθμών οι ελάττονες τους μείζονας πολλαπλασιάζοντες και πολλαπλασιαζόμενοι,συναύξειν άμα και συναύξεσθαι τοις αγαθοίς.ουδέ γαρ των δακτύλων έλαττον έχει του γράφοντος ή ψάλλοντος ομη δυνάμενος τούτο ποιείν μηδέ πεφυκώς,αλλά συγκινούνται και συνεργούσιν άπαντες αμωσγέπως αλλήλοις,ώσπερ επίτηδες άνισοι γεγονότες και το συλληπτικόν εξ αντιθέσεως προς τον μέγιστον και ρωμαλεώτατον έχοντες.
[…]Επεί δε τω μεν πρεσβυτέρω,το κήδεσθαι και καθηγείσθαι και νουθετείν προσήκον εστιν τω δε νεωτέρω το τιμάν και ζηλούν και ακολουθείν,η μεν εκείνου κηδεμονία το εταιρικόν μάλλον ή το πατρικόν εχέτω και το πείθον ή το επιτάττον και το χαίρον επί τοις κατορθώμασι και κατευφημούν του ψέγοντος αν αμάρτη και κολούοντος μη μόνον προθυμότερον αλλά και φιλανθρωπότερον,τω δε του νεωτέρου ζήλω το μιμούμενον ενέστω μη το αμιλλώμενον•θαυμάζοντος γαρ η μίμησις η δ’άμιλλα φθονούντος εστι.διό τους μεν εξομοιούσθαι βουλομένους αγαπώσι τους δ’εξισούσθαι πιέζουσι και χαλέπτουσιν.εν πολλαίς δε τιμαίς,ας πρέπει παρά των νέων αποδίδοσθαι τοις πρεσβυτέροις,το πειθαρχείν ευδοκιμεί μάλιστα και κατεργάζεται μετ’αιδούς εύνοιαν ισχυράν και χάριν ανθυπείκουσαν
».



(Αντίθετα,όμως,ο σωστός τρόπος είναι,όταν ο γιος βλέπει πως ο πατέρας του έχει θυμώσει με τον αδελφό του,να δέχεται κι αυτός μερίδιο και να συμμετέχει κι αυτός στην ευθύνη με τον αδελφό του,κάνοντας έτσι την οργή ελαφρότερη για κείνον,και μετά,με καλές υπηρεσίες και σωστές πράξεις,να βοηθάει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τον αδελφό του να ξανακερδίσει την πατρική εύνοια.Αν υπάρχει κάποια παράλειψη,μπορεί να ισχυρισθεί υπέρ του αδελφού του ότι δεν βρήκε την ευκαιρία ή ότι ήταν απασχολημένος με άλλη δουλειά ή να το αποδώσει στην φύση του,που είναι ικανότερη και καταλληλότερη για άλλα ζητήματα.Σωστός είναι και ο λόγος του Αγαμέμνονα,ότι
«δεν είναι οκνός ούτε ανόητος,αλλά προσβλέπει σε μένα»,
και σε μένα ανέθεσε το καθήκον τούτο.Οι πατέρες είναι πολύ πρόθυμοι να δεχθούν αντικατάσταση των λέξεων και να πιστέψουν τους γιους τους,όταν ονομάζουν την αμεριμνησία των αδελφών τους «απλότητα»,την αδεξιότητά τους «ευθύτητα» και την εριστικότητά τους ως «δεν σηκώνουν προσβολές» •το αποτέλεσμα είναι ότι εκείνος που δρα ως μεσολαβητής πετυχαίνει να μειώσει την οργή ενάντια στον αδελφό του και ταυτόχρονα αυξάνει την εύνοια του πατέρα προς το πρόσωπό του.
Μόνο αφού έχει κατ’αυτόν τον τρόπο υπερασπισθεί τον αδελφό του που έσφαλε,θα πρέπει ο άλλος να στραφεί προς αυτόν και να τον μαλώσει με κάποια δριμύτητα,επισημαίνοντάς του με ειλικρίνεια τα σφάλματα και τις παραλείψεις του.Δεν πρέπει,δηλαδή,κανείς ν’αφήνει τους αδελφούς να κάνουν,ό,τι θέλουν,ούτε πάλι να τους ποδοπατάει,όταν σφάλλουν(γιατί το δεύτερο είναι πράξη χαιρέκακου,ενώ το πρώτο πράξη κάποιου που συμμετέχει και παρακινεί στο κακό),αλλά πρέπει να νουθετεί σαν άνθρωπος που νοιάζεται για τον αδελφό του και πονάει μαζί του.Διαφορετικά,αυτός που υπήρξε ο πιο πρόθυμος συνήγορος μπροστά στους γονείς,γίνεται μπροστά στον ίδιο τον αδελφό του ο πιο σφοδρός κατήγορος.Αν,όμως,ο αδελφός είναι αθώος και τον κατηγορούν,μολονότι είναι σωστό να υποτάσσεται στους γονείς ως προς καθετί άλλο και να υπομένει όλη την οργή τους και την δυσαρέσκεια,ωστόσο οι ενστάσεις προς τους γονείς και η δικαιολόγηση του αδελφού που κατηγορείται ή τιμωρείται άδικα είναι έντιμες και όχι κατακριτέες•ούτε πρέπει κανείς να φοβάται ότι θα τού απευθύνουν τα λόγια του Σοφοκλή:
«Γιε ξεδιάντροπε,που πας να κρίνεις τον πατέρα σου»,
όταν μιλάει κάποιος με ειλικρίνεια υπέρ αδελφού,ο οποίος φαίνεται να δέχεται άδικη μεταχείριση.Και στους ίδιους τους γονείς,άλλωστε,όταν αποδειχθεί ότι είχαν άδικο,τέτοια δίκη κάνει την ήττα πιο γλυκιά από νίκη.
[…]Πρέπει,λοιπόν,κατ’αρχάς κάποιος να συμβουλεύει τον αδελφό που υπερέχει να κάνει τους αδελφούς του συμμετόχους ως προς αυτά,στα οποία θεωρείται ανώτερος,κοσμώντας τους με κάποιο μερίδιο της φήμης του και κάνοντας τους φίλους του φίλους τους και,αν είναι πιο καλός ομιλητής από αυτούς ,να τούς παρέχει την ευφράδειά του προς όφελός τους,σαν να ήταν εξίσου δική τους•δεύτερον,να μην εκδηλώνει απέναντί τους έπαρση ή περιφρόνηση,αλλά μάλλον με υποχωρητικότητα και προσαρμόζοντας τον χαρακτήρα του στον δικό τους να προφυλάσσει την ανωτερότητά του από τον φθόνο και να εξισώνει,στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν,την ανισότητα της τύχης του με την μετριοπάθεια του φρονήματός του.
[…]Ο αδελφός,όμως,δεν πρέπει να γέρνει,σαν ζυγαριά,από την αντίθετη πλευρά και να χαμηλώνει,όταν ο αδελφός του ανεβαίνει ψηλά,αλλά,όπως οι μικρότεροι αριθμοί πολλαπλασιάζουν τους μεγαλυτέρους και πολλαπλασιάζονται από αυτούς,έτσι κι αυτός πρέπει να προσδίδει μέγεθος στον αδελφό του και ταυτόχρονα ν’αποκτά ο ίδιος μέγεθος μαζί του με τα αγαθά τους.Ούτε για τα δάκτυλα,άλλωστε,αληθεύει ότι το ένα που γράφει και παίζει μουσικά όργανα είναι ανώτερο από κείνο που δεν μπορεί ούτε είναι φτιαγμένο από την φύση,για να μπορεί να το κάνει,αλλά κατά κάποιο τρόπο καταφέρνουν όλα να κινούνται μαζί και ν’αλληλοβοηθούνται,σαν να έχουν σκόπιμα γίνει άνισα και ν‘αντλούν όλα την δύναμή τους να πιάνουν από την θέση τους αντίθετα προς το μεγαλύτερο και δυνατότερο δάκτυλο απ’όλα.
[…]Αφού στον μεγαλύτερο αρμόζει να φροντίζει τον νεότερο,να τον καθοδηγεί και να τον νουθετεί και στον νεότερο να τιμά,να μιμείται και να ακολουθεί τον μεγαλύτερο,ας είναι η φροντίδα του πρώτου σαν συντροφική μάλλον παρά πατρική και σαν να προσπαθεί να πείσει μάλλον παρά να διατάζει,με χαρά για τις επιτυχίες του αδελφού και με ενίσχυσή τους περισσότερο από επίκριση και περιορισμό για τα σφάλματά του•η στάση αυτή θα δείχνει όχι μόνο μεγαλύτερη επιθυμία βοήθειας,αλλά και μεγαλύτερη καλοσύνη.Στην άμιλλα,πάλι,του νεότερου ας υπάρχει μίμηση και όχι ανταγωνισμός,γιατί η μίμηση είναι πράξη κάποιου που θαυμάζει και ο ανταγωνισμός κάποιου που φθονεί.Για τον λόγο τούτο οι άνθρωποι αγαπούν,όσους επιθυμούν να γίνουν όμοιοι μ’αυτούς,ενώ καταπιέζουν και συντρίβουν,όσους θέλουν να γίνουν ίσοι τους.Μεταξύ των πολλών τιμών που αρμόζει ν’αποδίδουν οι νέοι στους μεγαλυτέρους τους η υπακοή είναι αυτή που εκτιμάται περισσότερο και,μαζί με τον σεβασμό,δημιουργεί μεγάλη εύνοια και ευγνωμοσύνη,που με την σειρά της οδηγεί στην αποδοχή).








(Πηγή:«Περί φιλαδελφείας» από τα «Ηθικά» του Πλουτάρχου).